Παρασκευή, 2 Ιουλίου 2021

Πέρα από τις Ηράκλειες στήλες: το ταξίδι στην αρχαιότητα

Τα ταξίδια δεν είναι κάτι καινούριο. Ένας αυλικός του Φαραώ Αμενεμχέτ (1929-1895 π.Χ) που περιόδευε ανεβοκατεβαίνοντας το ποτάμι στην κοιλάδα του Νείλου έγραφε:

Έφτασα στην Ελεφαντίνη (στον Πρώτο Καταρράκτη), όπως με είχαν διατάξει... Γύρισα πίσω από τον ίδιο δρόμο (δηλαδή κατεβαίνοντας το ποτάμι). Αγκυροβόλησα στην Άβυδο. Άφησα το όνομά μου στο ιερό του Θεού Όσιρη.

Ακόμη παλιότερα, την τρίτη χιλιετία προ Χριστού, ο αιγύπτιος πρίγκιπας Αρχούφ που έζησε μεταξύ 2300 και 2220 π.Χ. έκανε τρία ταξίδια στο Σουδάν, όπως αναφέρει η σύντομη αυτοβιογραφία που έβαλε να χαράξουν πάνω στον τάφο του. Το πρώτο ταξίδι:

…ήταν για να ανοίξει το δρόμο προς αυτή τη χώρα. Το έκανα μέσα σε επτά μήνες και γύρισα πίσω φέρνοντας ένα σωρό πολύτιμα και σπάνια δώρα… Ο Μεγαλειότατος με έστειλε και δεύτερη φορά… Ξεκίνησα (από τον Πρώτο Καταρράκτη)… και γύρισα πίσω… σε διάστημα οχτώ μηνών. Γύρισα πίσω φέρνοντας πλήθος δώρα από αυτήν τη χώρα… Ο Μεγαλειότατος με έστειλε και τρίτη φορά… Γύρισα με τριακόσιους όνους φορτωμένους λιβάνι, έβενο, λάδι, δέρματα λεοπάρδαλης, ελεφαντόδοντο, όπλα και όλα τα καλά.

Οι ταξιδιώτες της αρχαιότητας έπρεπε να περπατήσουν σε κακοτράχαλα μονοπάτια, πολλές φορές κάτω από τις πιο δύσκολες συνθήκες. Να τι λέει ένας σφραγιδοφύλακας του Φαραώ που είχε σταλεί σε μια πολύ δύσκολη αποστολή μέσα από την έρημο του Σινά, γύρω στα 1830 π.Χ.:

Σ' αυτή τη χώρα έφτασα τον τρίτο μήνα της δεύτερης εποχής, αν και δεν ήταν καθόλου η κατάλληλη εποχή για να βρεθεί κανείς σ’ αυτή την περιοχή των ορυχείων (και είχε δίκιο, γιατί ήταν περίπου αρχές Ιουνίου). Αυτός ο σφραγιδοφύλακας... λέει στους αξιωματούχους που μπορεί να έρθουν στην περιοχή των ορυχείων αυτή την εποχή του χρόνου: Μην αποχαυνωθείτε (από τη ζέστη)… Ήρθα από την Αίγυπτο αποχαυνωμένος. Ήταν πολύ δύσκολο να τα βγάλει κανείς πέρα όταν η γη φλεγόταν, τα υψίπεδα είχαν καλοκαίρι και τα βουνά τσουρούφλιζαν το σκασμένο δέρμα.

Ο Lionel Casson στο βιβλίο του Το ταξίδι στον αρχαίο κόσμο (εκδόσεις του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τραπέζης) μελετά τα ταξίδια των ανθρώπων από την ανατολή του πολιτισμού. Όπως γράφει ο ίδιος στον πρόλογο, το βιβλίο αποτελεί την «πρώτη σε οποιαδήποτε γλώσσα ολοκληρωμένη μελέτη για ταξίδια στον αρχαίο κόσμο». Σύμφωνα με τον Casson εκτός από τους Αιγύπτιους, οι αρχαίοι λαοί της Μεσοποταμίας υπήρξαν κι εδώ πρωτοπόροι, ένας φημισμένος ηγεμόνας τους, ο βασιλιάς Σούλγκι, του οποίου η θητεία διήρκεσε από το 2094 ως το 2046 π.Χ. βοήθησε με κάθε τρόπο τα ταξίδια των υπηκόων του, όπως καυχιέται σε κάποιον ύμνο:

Πλάτυνα τα μονοπάτια, ίσιωσα τους μεγάλους δρόμους της χώρας.
Έκανα το ταξίδι ασφαλές, έχτισα «μεγάλα οικήματα»
Φύτεψα ολόγυρα τους κήπους, δημιούργησα χώρους ανάπαυσης ,
Εγκατέστησα εκεί καλοπροαίρετους ανθρώπους,
(Έτσι ώστε) όσοι έρχονται από κάτω, όσοι έρχονται από πάνω,
Να ξεκουράζονται στη δροσιά τους,
Ο οδοιπόρος που νυχτώνεται στο δρόμο
Να μπορεί να βρει καταφύγιο εκεί, όπως σε μια καλοχτισμένη πόλη.


Οι εκστρατείες ήταν ένας συνηθισμένος λόγος για τον οποίον ταξίδευαν οι άνθρωποι στην αρχαία εποχή. Ο Ασσύριος βασιλιάς Τιγκλάτ Πιλεσέρ Α΄, περιγράφοντας μια εκστρατεία που πραγματοποίησε το 1115 π. Χ. στα βάθη του ορεινού Κουρδιστάν, λέει:

Πήρα τα άρματα και τους πολεμιστές μου… και πάνω στα απότομα βουνά και μέσα… από δύσβατα μονοπάτια άνοιξα δρόμο με χάλκινες αξίνες για να περάσει το άρμα μου και τα στρατεύματα μου.

Οι ληστές αποτελούσαν ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα εκείνου του καιρού για όποιον ταξίδευε, γι' αυτό και πάνω στην οδική αρτηρία που ένωνε την πόλη της Κνωσού με τη νότια ακτή, οι τοπικοί ηγεμόνες είχαν χτίσει μια σειρά από οχυρωμένους σταθμούς. Παρ’ όλες τις προφυλάξεις,  οι κλέφτες παραμόνευαν παντού, όπως αφηγείται κάποιος Αιγύπτιος που έζησε μεταξύ 2200 και 2100 π. Χ.:

Άνθρωποι παραφυλάνε στους θάμνους ώσπου να φανεί κάποιος νυχτωμένος ταξιδιώτης, με σκοπό να αρπάξουν το εμπόρευμα του. Ο ληστής είναι κάτοχος μεγάλου πλούτου.

Για τους ληστές που λυμαίνονταν τις θάλασσες, τους Φοίνικες, μιλά κι ο Όμηρος στην Οδύσσεια. Εκεί ο χοιροβοσκός Εύμαιος αφηγείται πως  τον ξεγέλασαν και τον πήραν σκλάβο για να τον πουλήσουν στον Λαέρτη, τον πατέρα του Οδυσσέα:

Φοίνικες ξακουστοί για τα καράβια τους ήρθαν μια μέρα, άπληστοι κλέφτες, με μπιχλιμπίδια πάνω στο μαύρο τους καράβι.

Ένας από τους πιο διάσημους ταξιδευτές της αρχαιότητας ήταν ο Ηρόδοτος ο Αλικαρνασσεύς, που έζησε τον 5ο αιώνα π. Χ. και πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του περιοδεύοντας τον τότε γνωστό κόσμο. Η πιο εντυπωσιακή ίσως από τις αφηγήσεις του αφορά τον περίπλου της Αφρικής κατά την θητεία του Φαραώ Νεκώ, 1.500 χρόνια πριν από το ταξίδι του μεγάλου πορτογάλου θαλασσοπόρου Βάσκο Ντα Γκάμα. Αυτή του η αφήγηση θεωρείται από τις πιο αμφιλεγόμενες κι έχει σχολαστεί ευρύτατα:

Έστειλε πλοία με φοινικικά πληρώματα και με την εντολή να επιστρέψουν στην Αίγυπτο περνώντας από τα Στενά του Γιβραλτάρ και τη Μεσόγειο Θάλασσα. Έτσι, ξεκινώντας από την Ερυθρά θάλασσα, οι Φοίνικες βγήκαν στον Ινδικό Ωκεανό. Κάθε φθινόπωρο άραζαν σε όποιο σημείο της Αφρικής τύχαινε να παραπλέουν, έσπερναν τη γη, περίμεναν την εποχή του θερισμού, μάζευαν το στάρι και συνέχιζαν το δρόμο τους. Πέρασαν έτσι δύο χρόνια, και μόνο τον τρίτο χρόνο πέρασαν τις Ηράκλειες Στήλες και γύρισαν στην Αίγυπτο. Και διηγήθηκαν πράγματα που άλλοι μπορεί να τα πιστεύουν αλλά εγώ όχι, δηλαδή ότι παραπλέοντας την Αφρική είχαν τον ήλιο στα δεξιά τους.

Για τις μετακινήσεις τους, οι βασιλιάδες και οι πρίγκιπες μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν άρματα. Ένα τέτοιο μέσο που βρέθηκε στον τάφο του Φαραώ Τουταγχαμόν είχε ένα πανάλαφρο δάπεδο από πλεγμένα δερμάτινα λουριά. Λογικά αυτά τα άρματα πρέπει να ήταν πολύ ελαφριά γιατί ο ομηρικός ήρωας Διομήδης, θέλοντας να κλέψει ένα από τους εχθρούς, αναρωτιέται αν πρέπει να το σύρει ή να το σηκώσει στα χέρια. Τα άρματα τα χρησιμοποιούσαν φυσικά οι ευγενείς κι οι βασιλιάδες, οι υπόλοιποι ήταν συνηθισμένοι σε ατέλειωτες ώρες βαδίσματος, ενώ σπάνια μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν κάποιον ζώο. Σε κάθε περίπτωση, τα ταξίδια επέτρεπαν στους μακρινούς αρχαίους πολιτισμούς να έρχονται σε επαφή. Μια τέτοια περίπτωση, πολύ σπάνια, βρίσκουμε σε μια κινεζική αφήγηση:

Τον ένατο χρόνο του της εποχής του Γιεν-σι, κατά τη βασιλεία του αυτοκράτορα Χουάν-τι (166 μ.Χ.)… ο βασιλιάς της Τα-τσιν, Αν-τουν, έστειλε πρεσβεία η οποία από τα σύνορα του Ζιχ-ναν πρόσφερε ελεφαντόδοντο, κέρατα ρινόκερου και όστρακα χελώνας. Από τότε χρονολογείται η επικοινωνία μ’ αυτή τη χώρα.

Τα-τσιν είναι η κινεζική ονομασία της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και Αν-τουν σημαίνει Αντωνίνος, το οικογενειακό όνομα του αυτοκράτορα Μάρκου Αυρηλίου.

Πέρα από τα εμπορικά ταξίδια όμως, πολλοί άνθρωποι της αρχαίας εποχής ταξίδευαν για αναψυχή όπως σήμερα. Η Αίγυπτος ήταν πάντα ένας δημοφιλής προορισμός όπου πήγαιναν για να θαυμάσουν τα μεγαλόπρεπα μνημεία που είχαν στηθεί από τότε, σκαλίζοντας τις εντυπώσεις τους τις οποίες μπορούμε να διαβάσουμε μέχρι σήμερα. 

Κατά τα χρόνια της ύστερης αρχαιότητας ένα από τα πιο διάσημα μνημεία που συγκέντρωνε χιλιάδες επισκεπτών ήταν ένα περίφημο τεράστιο άγαλμα (κολοσσός) το οποίο πίστευαν ότι απεικόνιζε τον μυθικό ήρωα Μέμνονα, βασιλιά της Αιθιοπίας, που σκότωσε ο Αχιλλέας στον τρωικό πόλεμο. Στην πραγματικότητα ήταν το κολοσσιαίο άγαλμα ενός από τους μεγαλύτερους Φαραώ της Αιγύπτου, του Αμένοφη (Αμενχοτέπ). Ο γεωγράφος και περιηγητής Στράβων (63π.Χ.- 23 π. Χ.) που το είδε από κοντά έγραψε:

Πιστεύεται ότι μια φορά την ημέρα, το κομμάτι του αγάλματος που έμεινε στο θρόνο και στη βάση βγάζει ένα ήχο σαν ελαφρό χτύπημα. Ήμουν εγώ ο ίδιος παρών εκεί επί τόπου μαζί με τον Αίλιο Γάλλο (κυβερνήτη της Αιγύπτου) και πλήθος φίλων και στρατιωτών του και, μία ώρα μετά την ανατολή του ήλιου, άκουσα τον ήχο - αν ερχόταν από τη βάση ή από τον κολοσσό ή αν προκλήθηκε από κάποιον που βρισκόταν εκεί γύρω, κοντά στη βάση, δεν είμαι σε θέση να το βεβαιώσω. Γιατί η αιτία είναι τόσο άδηλη που θα πίστευε κανείς οτιδήποτε παρά ότι ο ήχος βγαίνει από πέτρες τοποθετημένες κατ’ αυτόν τον τρόπο.

Ο Παυσανίας (110-180 μ.Χ.), ένας άλλος διάσημος περιηγητής της αρχαιότητας, έγραψε για το ίδιο άγαλμα:

Αυτό που μου προξένησε μεγαλύτερη κατάπληξη ήταν ο κολοσσός των Αιγυπτίων. Στις Θήβες της Αιγύπτου… είδα ένα άγαλμα καθιστό που βγάζει ήχο. Οι πιο πολλοί λεν πως είναι του Μέμνονα… Οι Θηβαίοι, όμως, λένε πως το άγαλμα δεν παριστάνει τον Μέμνονα αλλά έναν ντόπιο, τον Φαμένωφα (προφανώς παραφθορά του Αμένοφις). Άκουσα να λένε και ότι παριστάνει τον Σέσωστρη (έναν σχεδόν μυθικό Φαραώ)… Κάθε μέρα, με την ανατολή του ήλιου, το άγαλμα βγάζει έναν ήχο που θα έλεγε κανείς ότι μοιάζει με χορδή κιθάρας ή λύρας που σπάζει.


Στα χρόνια της εξάπλωσης του Χριστιανισμού, ο χώρος της ευρύτερης Αιγύπτου συγκέντρωνε εκατοντάδες χιλιάδες επισκεπτών που έρχονταν όχι τόσο για τους αγίους και τους ερημίτες όσο για άλλα θαυματουργά μνημεία όπως μια τοπική πηγή κοντά στον τάφο του αγίου Μηνά που πίστευαν ότι είχε μαγικές, θεραπευτικές ιδιότητες. Όπως λέει το μήνυμα που χάραξε πάνω σε κάποιον τοίχο της πηγής ένας επισκέπτης :

Πάρε το θαυματουργό νερό του Μηνά - κάθε πόνος φεύγει.

Οι ταξιδιώτες που περπατούσαν ατέλειωτες ώρες αναζητούσαν λίγη ξεκούραση στα χάνια και στις ταβέρνες της εποχής που δεν πρόσφεραν τις καλύτερες υπηρεσίες, ειδικά σε ό,τι αφορά την ποιότητα του κρασιού, όπως μαρτυρούν τα λόγια που χάραξε κάποιος σε τοίχο μιας ταβέρνας της Πομπηίας:

Άμποτε να στη φέρουν κάπελα, όπως με γέλασες κι εσύ!
Νερό πουλάς σε μένανε κι ατός σου πίνεις το κρασί.


Από τότε λοιπόν υπήρχαν προβλήματα στην εστίαση!

Απόστολος Σπυράκης



Εμείς στο στίγμαΛόγου σας ευχόμαστε
καλό καλοκαίρι!
Θα τα ξαναπούμε στα μέσα Σεπτεμβρίου.





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου