Παρασκευή, 11 Ιουνίου 2021

"Οι κοράκοι" του Απόστολου Παλιεράκη

 

Είναι μικρή η συλλογή του Απόστολου Παλιεράκη, μόνο έξι διηγήματα. Δεν περιμένεις όμως να διαβάσεις κάτι τόσο ετερόκλητο και ταυτόχρονα τόσο αρμονικό στο σύνολό του: φτάνοντας στο τέλος, το βιβλίο αφήνει μια αίσθηση οικείας συζήτησης με τον εαυτό σου. Και με τον αφηγητή ίσως.

Το πρώτο διήγημα που έχει δώσει και τον τίτλο της στη συλλογή, είναι αυτό που δίνει τον τόνο για το πώς και πού θα κινηθεί ο συγγραφέας: είναι ένα φιλόξενο κείμενο, ζυγισμένο, και παρόλο που θεματικά δεν πρωτοτυπεί ιδιαίτερα, οι ισορροπίες έχουν διατηρηθεί στο ακέραιο, και ο αναγνώστης βρίσκει τα σημεία αναφοράς και ταύτισης. Τα κοράκια, που είναι εδώ είναι πρωταγωνιστές, τουλάχιστον στο συγκινησιακό επίπεδο, θα εξελιχθούν σε leitmotif που εδραιώνεται στα περισσότερα διηγήματα της συλλογής. Το ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι παρόλο που ως πουλιά είναι συνυφασμένα με τον θάνατο και την σχετική μ’ αυτόν μυθολογία, στον Απόστολο Παλιεράκη μπορούν να είναι τόσο αρνητικές όσο και θετικές παρουσίες στις ιστορίες του: οι άνθρωποι θα τους δώσουν τις όποιες ιδιότητες, και από παρηγορητικές φιγούρες, μετατρέπονται σε παρουσίες αγωνίας και φόβου και αντίστροφα.

Ανέφερα πριν ότι θεματολογικά ο Παλιεράκης δεν πρωτοτυπεί ιδιαίτερα, κινείται σε μάλλον γνωστά μονοπάτια. Η ειλικρίνεια, απαλλαγμένη από την όποια αποστασιοποίηση είναι το στοιχείο αυτό που κάνει τη διαφορά και επιτρέπει στον αναγνώστη να βρει τα σημεία επαφής, και να συναντήσει τον εαυτό του και τις σκέψεις του στις λέξεις του Άλλου. Και η ανάμνηση του εκάστοτε γεγονότος είναι το ίδιο σημαντική με την ανάμνηση της συγκίνησης, και αυτό είναι κάτι που συμφιλιώνει τον άνθρωπο με το ίδιο του το παρελθόν. Στους Κοράκους ο αφηγητής/πρωταγωνιστής στο τέλος αποχωρεί αργά-αργά κοιτώντας πίσω, αλλά το κάνει χωρίς λύπη και χωρίς ενοχές. Η κάθαρση που χαρίζουν οι κλεισμένοι λογαριασμοί έχει επέλθει.

Η γραφή του Παλιεράκη, στρωτή και απόλυτα συνδεδεμένη με το συναίσθημα που υπαγορεύει την αφήγηση, αποτελεί ίσως το δυνατότερο χαρτί αυτής της συλλογής: είναι πραγματικά χωρίς ψεγάδι. Ο ρυθμός των κειμένων, επίσης. Ειδικότερα στο «Βαρκάρης ταξιθέτης σε νεροποντή», η αγωνία διαφαίνεται στην αφήγηση χωρίς να φθείρεται στις αναμενόμενες λέξεις, και όταν φτάσει κανείς στο τελικό κρεσέντο που διαδέχεται τον τρόμο της επιβίωσης για να φτάσει στην ανακούφιση της πλαστής σωτηρίας, διαπιστώνει ότι ο αφηγητής δεν έχει χάσει ούτε νότα.

Το δεύτερο δυνατό στοιχείο της συλλογής είναι το πρόσωπο του αφηγητή: παρόλο που κινείται στις δύο πλέον κλασικές θέσεις, αυτή του πρώτου ενικού και εκείνη του τρίτου, έχει δημιουργήσει μια «περσόνα» που εκτός από την συχνά αναγκαία για αφηγηματικούς λόγους αποστασιοποίηση, του δίνει και πλήρη πρόσβαση στο μυαλό και τα συναισθήματα των ηρώων του. Και παρόλο που πρόκειται για την πλέον «προνομιούχα» θέση, ο Παλιεράκης την χρησιμοποιεί για να δώσει ελευθερία στους ανθρώπους που κινούνται στις ιστορίες του, όχι για να τους κλείσει στα δικά του προσωπικά στεγανά. Και τη φορά που επενέβη ευθέως στην ίδια του την ιστορία (Έχω πρόβλημα με τον ήρωα της ιστορίας μου. Ζητά να αποχωρήσει και δεν μπορώ να ξέρω αν κουράστηκε ή αν αμφισβητεί την ακρίβεια ή το νόημα των περιγραφών μου.[1]), το έκανε με τρόπο ευρηματικό και εύστοχο, χωρίς να αφαιρέσει το παραμικρό από το μαγικό περίγραμμα της εμπιστοσύνης του αναγνώστη στα αφηγούμενα, το αντίθετο μάλιστα: είμαστε όλοι πεπεισμένοι για την ύπαρξη του ήρωα, και πώς αλλιώς άλλωστε, αφού αν δεν υπήρχε, πώς θα μπορούσε να θέλει να αποχωρήσει..;

Έξι διηγήματα μόνο λοιπόν, αυτή είναι η συλλογή του Απόστολου Παλιεράκη. Προσωπικά, περιμένω να δω πού θα περπατήσει μετά, ποιες θα είναι οι καινούριες πορείες. Έχω την αίσθηση ότι θα είναι παραπάνω από ενδιαφέρουσες.

Κρις Λιβανίου

[1] Απόστολος Παλιεράκης, Οι κοράκοι, εκδ. Μανδραγόρας, Αθήνα, 2020, σελ. 43.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου