Τετάρτη, 30 Ιουνίου 2021

Σφηνάκια του Ιούνη

 Αγάπη και ξενιτιά του Θοδωρή Καλλιφατίδη

Ο τίτλος στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα λέει ακριβώς ό,τι διαδραματίζεται στο έργο: η ανάγνωση δεν αποκαλύπτει τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο, η ιστορία παραμένει προβλέψιμη μέχρι και την τελευταία σελίδα.

Δεν είναι κακογραμμένο, το αντίθετο ίσως, και η πλοκή εκτυλίσσεται αρμονικά και χωρίς διακυμάνσεις. Χωρίς κανένα ρίσκο επίσης. Οι χαρακτήρες δεν ξεφεύγουν από την πεπατημένη, συμπεριφέρονται και λένε αυτά ακριβώς που θα περίμενε κανείς να ακούσει στις δεδομένες συνθήκες, είναι αρκετές οι φορές που είναι και οι ίδιοι θεατές των τεκταινομένων, ακριβώς όπως και ο αναγνώστης. Το αφηγηματικό πλαίσιο παραμένει στο σύνολό του αν όχι ασαφές τουλάχιστον χαλαρό, και αφήνει ανεκμετάλλευτες τις ιστορικές συγκυρίες στην Ελλάδα του ’60, που θα μπορούσαν υπό άλλες συνθήκες να συνθέσουν μια πραγματικότητα παραγνωρισμένη.

Οι πρωταγωνιστές έχουν λίγες ευκαιρίες για μια πραγματική μυθιστορηματική δράση με ανατροπές που αλλάζουν το ρου της ιστορίας, θα έλεγε κανείς ότι και εκείνοι όπως και ο αναγνώστης περιμένουν την συνθήκη εκείνη που θα γεννήσει την έκπληξη: αυτό δεν συμβαίνει, το μυθιστόρημα φτάνει στο τέλος του, όλοι μένουν μετέωροι, ο κύκλος έχει κλείσει αλλά με τι επίγευση; Καμία.

Κρις Λιβανίου



Η γυμνή μοναξιά του ποιητή Όμικρον
της Χλόης Κουτσουμπέλη

Όταν τελειώνει ο κάματος της γραφής, τότε είναι που η μοναξιά του ποιητή αποκαλύπτεται σε όλη της τη γύμνια. Τότε που τα ποιήματα διαλύονται "μέσα στην κοσμική νύχτα" και που "ψιλή βροχή" ξεβγάζει α γράμματα και ο ποιητής μένει τελικά ορφανός. Είναι όταν "η πένα σπάει στο χαρτί" που ο ποιητής κατανοεί ότι ο ίδιος και οι ομότεχνοί του δεν ξέρουν από "κανόνες ναυσιπλοΐας / και το σπίτι τους συγκρούεται πάντα τελικά με το παγόβουνο". Παρ' όλα αυτά συνεχίζουν να γράφουν, μια και η ποίηση είναι "η μόνη γη που οι ψυχές συμπίπτουν".

Τα 28 ποιήματα της συλλογής μιλούν πολλές φορές για πολύ γνωστούς ποιητές και καλλιτέχνες (όπως η Σύλβια Πλαθ, ο Λόρδος Μπάιρον, ο Διονύσιος Σολωμός, ο Βαν Γκονγκ, η Έμιλυ Ντίκινσον, ο Νίκος Καββαδίας), για ήρωες παραμυθιών (όπως ο Τζακ και η φασολιά, ο Κάπτεν Χουκ, ο Πήτερ Παν και η Τίνγκερμπελ), αλλά και για αρχετυπικούς χαρακτήρες όπως η Ηλέκτρα ή η Μαρία Μαγδαληνή. Διαπραγματεύονται αυτά τα πρόσωπα είτε για να τα απομυθοποιήσουν (για παράδειγμα, τους ήρωες των παραμυθιών) είτε για να ανασκευάσουν την ιστορία τους (όπως με το ποίημα "Ο λόγος του Ιούδα").

Ο λόγος της Κουτσουμπέλη είναι πάντα ανατρεπτικός, ενώ διακατέχεται από λεπτή ειρωνεία που διακυβεύει ενίοτε τις ισορροπίες και κρίνει το εκάστοτε ποίημα. Μένει να αναρρωτηθούμε γιατί ο ποιητής ονομάζεται όμικρον. Ίσως επειδή το συγκεκριμένο γράμμα είναι ένας κύκλος και αντικατοπτρίζει με τον καλύτερο τρόπο την πορεία του ποιητή από τη στιγμή που θα σηκώσει την πένα του για να γράψει μέχρι τη στιγμή που θα την αφήσει πάνω στο χαρτί. Μια κυκλική πορεία που επαναλαμβάνεται στο άπειρο.



Αθέατος εχθρός (Ποιήματα από την πρώτη καραντίνα) του Ντίνου Σιώτη 

Όλοι το ξέρουμε ότι η ζωή υπερπηδά στην τέχνη, αλλά όταν η ζωή πληγώνει όσο μας έχει πληγώσει την τελευταία διετία με την πανδημία, τους θανάτου, τις καραντίνες κ.λπ. και τη βλέπουμε απεικονισμένη σε μια ποιητική συλλογή είναι σχεδόν αβάσταχτο. Ο Σιώτης, ευαίσθητος στις συνθήκες των καιρών και πάντα έτοιμος να αναμετρηθεί μαζί τους, μιλάει με οξυδέρκεια και διορατικότητα για τον "αθέατο εχθρό" που "θάβει τις ανθρώπινες κατακτήσεις αιώνων", "τα άνοσα στίγματα του ασώματου κακού", "το μαύρο γεράκι που κόβει βόλτες πάνω απ' τον πλανήτη". 

Μιλάει επίσης για την καραντίνα σε διαφορετικούς, ενίοτε αντικρουόμενους, τόνους ("πού έχουν πάει όλοι αυτά που σύχναζαν μέχρι/ χθες στα μαγαζιά στα μπαρ και στις ανωφερείς/ καφετέριες; πού τάχα μου λουφάζουν τώρα...;" στο ποίημα "Μένουν σπίτι", αλλά και "πρώτη φορά μας δίνεται η ευκαιρία να/ σώσουμε τον πλανήτη με το να μένουμε/ σπίτι δίχως να κάνουμε απολύτως τίποτα", ποίημα "Πρώτη φορά"), καθρεφτίζοντας με ακρίβεια τις ψυχολογικές μεταπτώσεις που συνόδευαν όλους μας στην πρωτόγνωρη κατάσταση του κατ' οίκον περιορισμού.

Η απεικόνιση της γενικότερης συνθήκης και της αλγεινής ψυχολογικής κατάστασης του κόσμου, αποτυπώνεται εξαιρετικά σε όλη τη συλλογή, χαρακτηριστικό δείγμα της οποίας είναι το ακόλουθο ποίημα:

Ουράνιο τόξο

Καθώς ξεφτίζουν ένα ένα τα χρώματα
του ουράνιου τόξου εκείνο σωριάζεται
αποκαμωμένο στις παρυφές της νόσου

(Αθήνα, 11 Μαρτίου 2020)



Ανιλίνες του Θοδωρή Βοριά

Σε ένα βιβλίο-κόσμημα, έκτασης μισού τυπογραφικού (ένα μόλις οκτασέλιδο δηλαδή), ο Θοδωρής Βοριάς μας παραδίνει τέσσερα δυνατά ποιητικά σχεδιάσματα εξαιρετικής σφριγιλότητας. Λέω "ποιητικά σχεδιάσματα" και όχι ποιήματα γιατί, όπως αναφέρει ο ίδιος στην τελευταία σελίδα, η ανιλίνη (χημική πρώτη ύλη για την παραγωγή χρωμάτων) είναι ένας όρος που χρησιμοποιεί για να χαρακτηρίσει μικρά ποιήματα που λειτουργούν σαν πρώτες ύλες για κανονικά ποιήματα. 

Και πάλι ωστόσο αυτές οι σπονδυλωτές σπίθες ποιημάτων, γραμμένες κυρίως σε β΄πρόσωπο, αλλά και σε α', είναι ιδιαίτερα εύστοχες. Η "Καταρρίχηση" μιλάει για την έσω στροφή ή την κάθοδο εντός μας ("Όταν βραδάζει/ μην κοιτάς απ' το παράθυρο/ μέσα σου κοίταζε και σκάβε"): πράξεις στις οποίες όλοι οφείλουμε να προβούμε προκειμένου να ανακαλύψουμε τις γωνίες του εαυτού μας που θα μας ξανακάνουν ολόκληρους. Το σχεδίασμα "Στ' αμπάρια γάβγιζε ο Κέρβερος" έλκει από την αρχαιοελληνική θεώρηση του θανάτου (μιλάει για Άδη, Κέρβερο, Άρπυιες, Κάτω Κόσμο) αλλά λειτουργεί ουσιαστικά σαν αλληγορία για τη νέκρωση του σύγχρονου ανθρώπου. Το τρίτο σχεδίασμα "Οι στίχοι είναι σφαίρες" (ένας τίτλος που θυμίζει λίγο τις λέξεις-πρόκες του Αναγνωστάκη) πραγματεύεται την ιδέα του πολέμου και από αυτό θα παραθέσω ένα ολόκληρο ποίημα:

[στ']

Σας γνωρίζω στρατιώτες,
ξέρω από φάλαγγες σκιών
σε νυχτερινές πορείες.

Τις νύχτες πάντα νικούσε το βουνό
- τα βήματά μας καταντούσαν ξένα,
η ανάσα μύριζε διψασμένα λόγια
και τα χαλίκια
γίνονταν σπασμένα κόκαλα
κάτω από τ' άρβυλά μας.

Αν τύχαινε
να σ' ακουμπίσει ο διπλανός σου
ήταν θαρρείς
και σ' ακουμπούσε πεθαμένος.

Τέλος, το ποιητικό σχεδίασμα "Κρύφτηκε η μέρα στο κρυφτό μας" μιλάει για την παιδική ηλικία. Έμφορτο από αναμνήσεις, συνδέει την παιδικότητα με τα ερείπια και τα χαλάσματα, συνοψίζοντας όλο τον τόνο της λιλλιπούτειας συλλογής.

Χριστίνα Λιναρδάκη



Δευτέρα, 28 Ιουνίου 2021

Το ποίημα της Δευτέρας: "Ανάμνηση [1]" του Ρέυμοντ Κάρβερ



Ανάμνηση [1]

Κόβοντας τους μίσχους από ένα
καλάθι φράουλες - τις πρώτες
αυτής της άνοιξης - ανυπομονώντας να
τις φάω απόψε που θα ήμουν
μόνος, για επιδόρπιο (μιας και λείπει η Τες),
θυμήθηκα πως όταν μιλήσαμε
ξέχασα να της μεταφέρω ένα μήνυμα:
κάποιος του οποίου το όνομα ξεχνάω
τηλεφώνησε να πει πως η γιαγιά
της Σούζαν Πάουελ είχε πεθάνει απρόσμενα.
Συνέχισα τη δουλειά μου με τις φράουλες.
Μα θυμήθηκα, επίσης, την επιστροφή με το αμάξι
από τα ψώνια. Ένα μικρό κορίτσι
με πατίνια που το τραβούσε
στο δρόμο ένας μεγάλος, φιλικός
στην όψη σκύλος. Τη χαιρέτησα.
Με χαιρέτησε κι εκείνη. Και φώναξε
απότομα στον σκύλο της, που επέμενε
να χώνει τη μουσούδα του
στο γλυκό χορτάρι απ' το χαντάκι.
Έξω τώρα είναι σχεδόν σκοτάδι.
Οι φράουλες παγώνουν.
Λίγο αργότερα, καθώς τις τρώω,
θα θυμηθώ ξανά - σε τυχαία
σειρά - την Τες, το μικρό κορίτσι, ένα σκύλο,
πατίνια, μνήμη, θάνατο, κ.τ.λ.

Ρέυμοντ Κάρβερ
από τη συλλογή του Εκεί που είχαν ζήσει
μετάφραση: Άκης Παπαντώνης






Παρασκευή, 25 Ιουνίου 2021

"Το ημιτελές τελεσίγραφο" του Γιώργου Γκανέλη


Στη συλλογή του Γιώργου Γκανέλη, Το ημιτελές τελεσίγραφο, η σκωπτική διάθεση που υπάρχει και σε προηγούμενες συλλογές του εμφανίζεται πιο έντονη. Ο ποιητής καυτηριάζει μια πραγματικότητα που έχει από καιρό αποκηρύξει ως παράλογη και χρησιμοποιεί την ειρωνεία και το σαρκασμό ως μέσο αντίστασης ενάντια στον παραλογισμό της, ενώ η αμφιβολία προτείνεται ως στάση ζωής.

Η λατινική φράση dubito ergo cogito (αμφιβάλλω άρα σκέφτομαι) εμφανίζεται στον τίτλο του πρώτου ποιήματος, παραλλάσσοντας τη γνωστή φράση του Ντεκάρτ, μιας και η αμφιβολία γεννάει την κριτική σκέψη. Αμφιβάλλεις άρα ελπίζεις γιατί αν θεωρήσεις ότι όλα στη ζωή είναι δεδομένα, χωρίς να υπάρχει πιθανότητα να αλλάξουν, οδηγείσαι μοιραία στη θλίψη. Ο ποιητής, με τη γνώση ότι η υπαρξιακή αγωνία του ανθρώπου επιτείνεται από τη σημερινή πραγματικότητα, γράφει: …Γι’ αυτό να αμφιβάλλεις/ μέχρι το φως να τσακιστεί/ μέχρι η σιγουριά της ζωής/ να γίνει μετέωρο ένστικτο...

Το επόμενο ποίημα ηχεί σαν μια εναλλακτική λύση στο οδυνηρό λάθος που όλοι βιώνουμε μέσα από το κρύσταλλο της οθόνης μας· εικόνες από βομβαρδισμένα τοπία στις εμπόλεμες περιοχές της γης, καταστροφές κάθε είδους. ...Αφήστε τον άνθρωπο να υπάρχει, να ζήσει ήσυχος μέσα στη φύση, αφήστε τη φύση ήσυχη να υπάρχει, μοιάζει να λέει ο ποιητής και αυτοσαρκαζόμενος γράφει: ...Κι επιτέλους, αφήστε με να πεθάνω/ τρώγοντας σύκα κάτω απ΄τη μηλιά...

Στο ποίημα "Αγιασμός" κάνει την εμφάνισή της η σχολική αυλή, τα παιδιά, οι αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας. Αφήστε τα παιδιά στην ησυχία τους, προτρέπει ο ποιητής και ο απόηχος από τον αξέχαστο στίχο των Pink Floyd που τραγουδιέται ακόμα από τις νέες γενιές, ακούγεται μέσα στο ποίημα. ...Στην πρώτη δημοτικού αύριο/ ξυρισμένος και με καλαθάκι/ ―ποια προπαίδεια και αηδίες―/ λίγη αυλή θέλω και τραμπάλες/ μια τυρόπιτα απ’ το κυλικείο...

Η γη με τους απέραντους ορίζοντες και τους ωκεανούς της ξεπροβάλλει αλλού. Η γη που κινδυνεύει και καμιά «ελεημοσύνη» δεν πρόκειται να τη σώσει. Ο ποιητής μιλάει για την αλόγιστη εκμετάλλευση και την καταστροφή της φύσης που συντελείται με γοργούς ρυθμούς, ενώ τα μέτρα που λαμβάνονται δεν είναι αρκετά για να την προστατέψουν και έτσι, όπως πορευόμαστε, θα ξυπνήσουμε ένα πρωινό σε έναν γυμνό κόσμο.

...Έτσι που τα κατάφερες/ τζάμπα οι ελεημοσύνες/ (τα δέντρα δεν είναι άπορα/ ούτε η γη πειραματόζωο/ για επεμβάσεις ρουτίνας)...

Εκείνο που λείπει από τη γη και από τους ανθρώπους είναι η αγάπη.

Στον επόμενο τόνο προχωρεί στο εσωτερικό του ανθρώπου, στο τέρας του εγωισμού που τρέφεται καθημερινά μέσα μας. Ο ποιητής είναι και ο ίδιος θύμα του: ...Δεν αντέχω άλλο μουγκρητό/ εντός μου ψήνεται το τέρας/ τρίποδο και εξαδάχτυλο/ ας πάει κάποιος να του πει/ ότι τέρμα οι παρεξηγήσεις/ Άλλωστε πια μεγαλώσαμε/ για να είμαστε τόσο εγωιστές

Ο ποιητής σαρκάζει και αυτοσαρκάζεται, σπρώχνει την ποίησή του στα άκρα, σε εκείνον τον γκρεμό που έχει καλή θέα στο χάος, για να στηλιτεύσει τα υλιστικά όνειρα, τις γεμάτες φιλαυτία υπάρξεις... Η ποίησή του δεν είναι παρά μια βραδυφλεγής έκρηξη σαρκασμού για την καθημερινότητά μας, για τα οράματά μας που βρίσκονται σε βαρομετρικό χαμηλό. Στο ποίημα "Το Βαλς των ουρανών" μιλάει για οράματα άλλων εποχών που γίνονται παρακαταθήκη για να συνεχίσουν οι ποιητές να γράφουν: 

Όχι να το παινευτώ, αλλά ξεμπέρδεψα
μ’ εκείνα τα παλιά γραμμόφωνα
που έπαιζαν τραγούδια για το Θεό
μετά ήρθαν τα πικάπ
κολλούσε η βελόνα τους στα σύννεφα

Τα έδωσα λοιπόν σ’ έναν παλαιοπώλη
και τα πουκάμισα μαζί
ξέρετε, αυτά με τα αίματα
που τα έπλεναν οι άγγελοι με ζεστό νερό
κι έρχονταν οι έρωτες και τα λέρωναν 
―αλίμονο, οι ουρανοί ένα σφαγείο―

Το θέμα είναι τι γίνεται μετά
ποιο κόκκινο κρασί θα επαναστατήσει
ποιες Πρωτομαγιές θ’ αλλάξουν χρώμα
(αν καταλαβαίνεις τι σου λέω)
και πόσοι θεοί θα πέσουν αιμόφυρτοι.

Στο ποίημα "Περιμένοντας το χιόνι", η πλατεία γίνεται τόπος συνάντησης δύο διαφορετικών κόσμων. Η παρουσία του χιονιού προσφέρει χαρά στη βολεμένη ζωή μας, αλλά το κρύο και η παγωνιά του γίνεται προάγγελος θανάτου για τους άστεγους της πόλης.

Υπόθεση πέντε λεπτών
να ξεμπλοκάρω τα σύννεφα
να πλημμυρίσουμε χιόνι
να παίζουν ροκ στην πλατεία
ν’ αρχίσει επιτέλους η ζωή

Οι άστεγοι στα πεζοδρόμια
να νομίζουν πως βρίσκονται
στα διαμερίσματα του Θεού
η όραση να βαφτεί άσπρη
και τα σκοτάδια να αρθούν 
Τότε και μόνο τότε νομίζω
πως έχω ελπίδες να σωθώ.

Στο ποίημα "Ωδή για μια νεκρή μέλισσα" ο θάνατος εμφανίζεται με τη διττή του όψη, αυτή που ίπταται/ σαν τη μέλισσα/ πάνω από τα ρολόγια/ κι η άλλη η πονηρή/ που σε αρπάζει/ μέχρι να πεις κύμινο... Τη δεύτερη, τη γνωρίζουν καλά οι μηχανόβιοι και οι πιλότοι των μαχητικών αεροπλάνων. Ο θάνατος που δεν έχει πατρίδα: Άκου ― δεν έχω πατρίδα/ κάτι ψευτοσύνορα μόνο/ στο Ιράκ και στη Συρία/ και μετά βαρύς χειμώνας...

Ο ποιητής αποκαλύπτει στους στίχους του τον εσωτερικό του εαυτό γνωρίζοντας πως δεν θα γίνει κατανοητός από τους πολλούς. Ωστόσο, ελπίζει κρυφά να έχει πει κάτι στον αναγνώστη που να μπορεί να κατευνάσει την υπαρξιακή του αγωνία. Αυτό είναι εξάλλου και το ανομολόγητο συναίσθημα που διατρέχει από άκρη σε άκρη την ποίησή του, μαζί με το κοινωνικό του όραμα. Η ποίηση του Γιώργου Γκανέλη είναι μια ακτινογραφία του κόσμου· μέσα από λέξεις και εικόνες που στοχεύουν κατευθείαν στην καρδιά, ασκεί δριμεία κριτική στην εποχή μας και έχει τις ρίζες της στον υπερρεαλισμό και στην αντιποίηση του Νικανόρ Πάρρα.

Ο ποιητής δεν επιθυμεί να υποδείξει ένα όραμα. Θέλει να αφήσει τον αναγνώστη ελεύθερο να ονειρευτεί εκείνος ένα για τον άνθρωπο και τον κόσμο και να το ακολουθήσει.

Κατερίνα Τσιτσεκλή


ΕΠΕΙΔΗ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΙ ΑΥΡΙΟ

Τώρα ― σπασμένο γυαλί στο άπειρο
κάποτε ― βάζο στη μέση τ’ ουρανού

Επειδή λοιπόν επιορκώ ασύστολα
Κι οι εμμονές μου με καθήλωσαν

επειδή τα ένστικτα με κάρφωσαν
σ’ ένα βαθύ παρατεταμένο μαύρο
κι επειδή τέλος πάντων ξενερώνω
με την αλητεία του χωροχρόνου
λέω να το ρίξω στα σκυλάδικα
μπας και ριζώσω στα σκουπίδια

Κατά τα’ άλλα, σας φιλώ γι’ απόψε
Κι ελπίζω αύριο να μη σας λείψω


Τρίτη, 22 Ιουνίου 2021

"Προμηθέας Δεσμώτης" της Χούλιας Σαράτσου

(...)

Μπαίνει ένας στρατηγός, 

ρωτάει για την αιτία του κακού μου, 

η μητέρα μου του απαντά ότι είναι μια απλή ασθένεια

σαν να έβρεχε ή να χιόνιζε

αλλά απαντά στα γερμανικά

ερώτηση και απάντηση αιωρούνται

στον παγωμένο αέρα του τρόμου του θανάτου και της εξουσίας, 

χώρος θεμελιώδης και στιγμιαίος που διαχωρίζει

τα δευτερόλεπτα από την αιωνιότητα.[1]

(...)


Ο Προμηθέας Δεσμώτης είναι μια παράδοξη συλλογή και η Χούλια Σαράτσου μια πολύ ιδιαίτερη ποιήτρια. Υποθέτω η έκφραση αυτή αποδίδεται σε ό,τι και σε όποιον δυσκολευόμαστε να κατατάξουμε κάπου αναγνωρίσιμα, να εντάξουμε αυτό που διαβάζουμε σε κάτι προϋπάρχον στην ατομική μας πνευματική βιβλιοθήκη. Τα πράγματα με την Χούλια Σαράτσου δεν κινούνται σε ευθεία γραμμή, έτσι θα πρέπει να βρούμε και να ακολουθήσουμε μια άλλη.

Γράφει μια αφηγηματική ποίηση χωρίς πολλά-πολλά αλλά μόνο τόσα, χωρίς φιοριτούρες, με μια λιτότητα που κάνει καλό στην ψυχή. Και που είναι και απαραίτητη κι όλας, γιατί θεματικά κινείται σε μάλλον ακραίες καταστάσεις. Ο πόλεμος ως πραγματικότητα, ως πράξη εκτελεσμένη από ανθρώπους σαν εμάς και τετελεσμένη στην ιστορία, ο άνθρωπος της εγκατάλειψης και του απροσμέτρητου πόνου μπροστά στην απώλεια, η γη που καίγεται και μετατρέπεται σε αφιλόξενο τόπο κι ας είναι η μόνη που γνώρισαν γενιές και γενιές ανθρώπων που ξαφνικά βρέθηκαν χωρίς ούτε καν χώμα να πατήσουν: όπως είπα και στην αρχή, θεματικά τα πράγματα στην δουλειά της Σαράτσου είναι δύσκολα. Και πρώτη η ίδια επιχειρεί να τα εξημερώσει, να τα κατανοήσει, να προσπαθήσει να διακρίνει αν μένει κάτι μετά από το χάος και την ολοκληρωτική ερήμωση μέσα και έξω από τον άνθρωπο. Γράφει ως θεατής και ως στρατιώτης ταυτόχρονα, και το αποτέλεσμα είναι μια σπανίως συναντώμενη κινηματογραφική ποίηση, ανέντακτη σχεδόν, χωρίς άγκυρες αλλά με την σαφή αυτοπεποίθηση μιας πολύ καλής δουλειάς.

Η λιτότητα ισχυροποιεί την βιαιότητα των σκηνών και των συναισθημάτων γιατί τα τοποθετεί σε μια ρεαλιστική βάση που δρα ως καταλύτης, με τα θύματα και τους θύτες να κινούνται σε μια αέναη εναλλαγή ρόλων, και η παράδοξη αποστασιοποίηση της ποιήτριας να μεγεθύνει κενά, καταστροφές και αποστάσεις. Το βλέμμα της δεν χαρίζει παρηγοριά σε κανέναν. Από σεβασμό φαντάζομαι, και ειλικρίνεια, αρετές που αν τις χρησιμοποιήσει κανείς ως ενεργές παραμέτρους, το αποτέλεσμα είναι μια σκληρή ποίηση που ακολουθεί τον αναγνώστη κατά πόδας μακράν αφού κλείσει το βιβλίο.

Η «δημοσιογραφικότητα» της γραφής και το στυλ που φέρνει στο μυαλό ρεπορτάζ είναι ο τρόπος της ποιήτριας να διαχειριστεί την ανημποριά της μπροστά στο χάος του πολέμου, τις χιλιοσπασμένες ζωές, το συντριπτικό κάταγμα που χωρίζει το πριν και το μετά μιας εμπόλεμης ζώνης ακόμα και όταν όλα έχουν τελειώσει. Παραθέτει με λεπτομέρειες κινήσεις και πράξεις σε μια προσπάθεια να γραπωθεί από την ανθρωπιά της, από αυτό το πολύπλοκο πλέγμα ιδιοτήτων και δυνατοτήτων που μας διαφοροποιεί από τους θύτες και δίνει λόγο και νόημα στην όποια συνέχεια.

Υπάρχει μια αμεσότητα στη γραφή της Χούλια Σαράτσου, μια έγνοια να επικεντρωθεί κατευθείαν στο σημαντικό, στον άνθρωπο μετά την καταστροφή και μετά την ερημιά: ένα είδος βιασύνης. Θέλει να πει ό,τι έχει να πει, να καλύψει το θέμα και να κλείσει ο κύκλος, ν’ αρχίσει το πένθος και να μπορέσει η εξομάλυνση να αποτελέσει ξανά πιθανότητα. Η ποίησή της βρίσκεται σ’ αυτό που διαφαίνεται, στο οριακά ανείπωτο. Σ’ αυτό που έχει προλάβει να στοιχειοθετηθεί μόνο από συναισθήματα, σχεδόν χωρίς τις λέξεις που θα του έδιναν ενδεχομένως ένα οριοθετημένο περίγραμμα. Η ποιήτρια με μια κάμερα στον ώμο μπαίνει σε μια σταυροφορία αλήθειας και μνήμης για να αποτυπώσει μια ζωή που κυλάει και ξεχνιέται, μια πραγματικότητα που χάνεται.

Ο Προμηθέας Δεσμώτης είναι ένα ανθολόγιο ποιημάτων και ως εκ τούτου περιλαμβάνει ετερόκλητα μεταξύ τους πράγματα. Μόνο ο αέρας που φυσάει πίσω από τις λέξεις του και ανάμεσα στις σελίδες είναι το στοιχείο ενότητας που χρειάζεται, καθώς και αυτή η ξεκάθαρη ανάγκη της ποιήτριας να αγκιστρωθεί στη μνήμη. Την δική της, και των άλλων, των ανώνυμων. Σε μια τόσο «ανομοιογενή» συλλογή, όπου συμβαίνουν πράγματα και αποτυπώνονται συγκινήσεις σε πολλαπλά πεδία, το στοιχείο συγκόλλησης είναι το ύφος της γραφής, ούτε καν το είδος. Είναι η πρώτη φορά που συναντάω ποίηση επιστημονικής φαντασίας που να έχει κάτι να αφήσει στο μυαλό μου, και είναι επίσης η πρώτη φορά που διαπιστώνω ότι μια ματιά ρεπόρτερ μπορεί να φέρει κοντά τόσο απομακρυσμένες εποχές και να καταφέρει να απεικονίσει την ανθρώπινη οντότητα στην πορεία της μέσα στον χρόνο.

Η κινηματογραφική ποίηση του Προμηθέα Δεσμώτη σε συνδυασμό με μια συμπυκνωμένη γραφή δίνει ένα τελικό προϊόν που ταυτόχρονα το κοιτάζεις γιατί «κινείται» και το ακούς γιατί «μιλάει». Και παρόλο που υπάρχουν ανομοιογένειες και κάποιες ανισορροπίες ανάμεσα στις τρεις ενότητες που απαρτίζουν τη συλλογή, η δουλειά της Χούλια Σαράτσου είναι στο σύνολό της εξαιρετική, ικανή ενδεχομένως να ανατρέψει παγιωμένες σταθερές και σκονισμένες συνήθειες.

Παρακάτω δύο από τα ποιήματα που μου άρεσαν ιδιαίτερα:

Πρόποση

 

Ας υψώσουμε τα ποτήρια μας αδέρφια,

η καταστροφή είναι το τίμημα

του πολιτισμού,

το κρασί

είναι υπέροχο!

Ας απολαύσουμε μαζί αυτή την ειρήνη

ακόμη,

υπάρχει πολλή γη να υπερκατοικήσουμε,

να μολύνουμε.

Κι όταν ο κόσμος τρελαθεί

η φωτιά θα την εξαγνίσει,

κάποιος τρελός μονήρης

θα σωθεί,

κάποιος σοφός στα βουνά

θα βρει μια γυναίκα

κι έτσι όλα, όπως πάντα

θα ξαναρχίσουν.[2]

 

 

Χριστός

 

Αυτός που ζει εκεί που κανένας δεν θέλει να ζήσει

αυτός που κάνει αυτό που κανένας δεν κάνει

αυτός που λέει αυτό που κανένας δεν θέλει να πει

 

αυτός είναι ο μεγαλοφυής

ο σοφός

ο σύγχρονος

ο τραγικός

 

ο θεός.

 

Για καλό έργο δεν θα σε λιθοβολήσουμε

-είπαν οι Φαρισαίοι-

αλλά για βλασφημία.

Γιατί εσύ όντας άνθρωπος

γίνεσαι θεός.

Ο Χριστός απάντησε:

είναι ήδη γραμμένο στο νόμο σας

εγώ είπα

θεοί είστε.[3]


Κρις Λιβανίου

[1] Χούλια Σαράτσου, Προμηθέας Δεσμώτης, εκδ. Βακχικόν, Αθήνα, 2020, σελ. 33.

[2] σελ. 47.

[3] σελ. 97.

Δευτέρα, 21 Ιουνίου 2021

Το ποίημα της Δευτέρας: "Οδηγίες διακόσμησης" του Αντρέα Τιμοθέου

 



ΟΔΗΓΙΕΣ ΔΙΑΚΟΣΜΗΣΗΣ

Όταν μάζευα αντικείμενα
δεν γνώριζα πως μάζευα εμένα.
Εδώ θα μπούνε οι χαρές
πιο κάτω οι μαυρόασπρες γυναίκες
μες στις σκιές του σαλονιού
οι έρωτες
μες στη βιτρίνα με τα γυαλικά
τα χέρια Της.
Στην κουζίνα η παιδικότητα
και στο γραφείο
η μνήμη και η πίστη μου.
Ο ξενώνας το είχε η τύχη του
να ’ναι μια δεύτερη ευκαιρία
για όλα όσα μετάνιωνα.
Μέσα στην κάμαρα
μαζεύω αρχαιότητες,
με προσοχή τούς δείχνω φως
και γίνονται κτερίσματα της σάρκας μου.
Δεν αντιστέκομαι στο σώμα σου
μα προνοώ να ταριχεύσω
το τόσο που σ΄αγάπησα.


Αντρέας Τιμοθέου
από τη συλλογή του Το δείπνο του σώματος


Παρασκευή, 18 Ιουνίου 2021

"Όλοι θέλουν να χορεύουν" του Alberto Garlini

 


«Φέτος η μουσική μετριέται με χτυπήματα ανά λεπτό, ανάμεσα στα εκατόν είκοσι δύο και τα εκατόν σαράντα τέσσερα: την αποκαλούν ντίσκο. Όλοι θέλουν να χορεύουν». Με ένα σαφές και πολύ γνωστό μουσικό στίγμα που χρησιμοποιεί ως βάση για την αφήγησή του, ο Αλμπέρτο Γκαρλίνι έχει αρχικά ως στόχο του να ιντριγκάρει τον αναγνώστη, δίνοντάς του ένα σημάδι αναγνωρίσιμο από όλους. Στην πραγματικότητα, όμως, ενδιαφέρεται να ασχοληθεί με κάτι πιο περίπλοκο. Επιχειρεί και, τελικά, καταφέρνει να ανατρέξει γραμμικά την πρόσφατη ιστορία, εστιάζοντας πολύ συγκεκριμένα σε μια εποχή λίγο ή πολύ γνωστή σε όλους. Τη δεκαετία του  ’80.

Η αφήγηση ξεκινά στην Πάρμα το 1975 και παρακολουθεί τη ζωή ενός οχτάχρονου, τότε, αγοριού, του Ρομπέρτο, καθώς μεγαλώνει σε ένα τρυφερό οικογενειακό περιβάλλον. Τα παιδικά του χρόνια είναι όμορφα και γλυκά, έχουν μιαν αίσθηση μακαριότητας. Είναι τότε που η δεκαετία του ’70 τελειώνει και ο κόσμος αρχίζει να αλλάζει… 

Δύο γεγονότα έρχονται για να σημαδέψουν το τέλος της και την αρχή της προσωπικής ιστορίας του Ρομπέρτο, του κεντρικού ήρωα του βιβλίου. Το πρώτο είναι η φρικιαστική δολοφονία του Παζολίνι, σε μια μικρή πόλη, στην Όστια. Μια εποχή τελειώνει, δολοφονώντας αυτούς που μισεί ή αυτούς που κάποιοι αγάπησαν πολύ.  

Το δεύτερο είναι η τελετουργική σφαγή ενός χοίρου με όλη τη φυσική και υπόκωφη βιαιότητα που διακρίνει το τρομακτικό για ένα παιδί, και όχι μόνο, έθιμο. Ο Ρομπέρτο είναι τότε ένα μικρό αγόρι και το γεγονός είναι βαθιά επιδραστικό στην ευαίσθητη  και ευάλωτη ψυχή του. Εκείνη τη μέρα γνωρίζει τον Ρικάρντο, έναν συνομήλικό του από το ίδιο σχολείο, ενθουσιάζεται μαζί του  και σιγά σιγά η παιδική φιλία τους αρχίζει να ωριμάζει και να γίνεται πιο δυνατή. Μαζί οι δυο τους θα διατρέξουν τη νέα εποχή, καθώς σταδιακά από παιδιά γίνονται έφηβοι. Σχεδόν ταυτόχρονα θα ξεκινήσουν και οι έρωτές τους που θα τους σημαδέψουν κατευθείαν στο κέντρο της ύπαρξής τους. Ο  δρόμος προς την ενηλικίωση αρχίζει  με ένα παρόν που βιώνεται έντονα  και φέρνει μαζί υποσχέσεις και εμπόδια .

 Ένας έρωτας γεννιέται από ένα αστείο, μια νεανική διάθεση για να κάνουν πλάκα κι ένας άλλος ξεκινά πάλι από τυχαιότητα, καταλήγουν, ωστόσο, και οι δύο στο πεπρωμένο.  Ο Ρομπέρτο ερωτεύεται την Κιάρα και ο Ρικάρντο τον αρκετά μεγαλύτερό του Πιέρ –χαρακτήρας που βασίζεται στο συγγραφέα Pier Vittorio Tondelli-. Ο Πιέρ κάποια στιγμή βρίσκεται στην Αυστρία και δίνει μια διάλεξη.  Ο Ρομπέρτο, ο Ρικάρντο και η Κιάρα παίρνουν μέσα στη νύχτα την απόφαση να του κάνουν έκπληξη και να τον συναντήσουν. Μπαίνουν στον αυτοκινητόδρομο για την Μπολόνια και συνεχίζουν την πορεία τους. Τα φώτα των autogrill, διάσπαρτα παντού, χάνονται πίσω τους, καθώς κινούνται. Η μουσική στη διαπασών. Τσιγάρο, αλκοόλ και δρόμος. Κι έπειτα έρχεται η κόπωση. Ο Ρομπέρτο βρίσκεται στο τιμόνι να οδηγεί. Και να΄σου οι Άλπεις να ορθώνονται μπροστά τους γκρίζες και σκυθρωπές. Κι έπειτα ο χρόνος σταματά.

«Ο πάγος είναι μια συμπαγής μάζα, κι ακούγεται μια κραυγή, η Κιάρα κάνει να πιάσει το τιμόνι που ο Ρομπέρτο σφίγγει χωρίς να ξέρει πού πηγαίνει, σε ποια παραμόρφωση του χρόνου, κι έπειτα συμβαίνουν κι άλλα, το ράπισμα του μετάλλου, το τουμπάρισμα, τα δόντια που σπάνε στη γλώσσα, κάτι ανείπωτο και το σκοτάδι, το σκοτάδι της μνήμης, για κάποιες στιγμές, λίγες στιγμές, ελάχιστα δευτερόλεπτα, αλλά βαθιές σαν χαράδρα, σαν την απορροή του νιπτήρα όταν καταπίνει τις τελευταίες σταγόνες νερό κι αρχίζει να γουργουρίζει».

 Οι δυο νέοι βρίσκονται στο κρεβάτι ενός νοσοκομείου. Και η κοπέλα; Κι αυτή κοντά τους. Ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα θα επηρεάσει τις ζωές και τις σχέσεις τους. Πέρα από αυτό, όμως, υπάρχει κυρίως μια πορεία ερώτων απρόβλεπτη, ανεξέλεγκτη, πέρα από τους δικούς της χειρισμούς, που μοιάζει μάλλον να έχει καθοριστεί μοιραία.

Στο μεταξύ η εποχή πορεύεται. 1984. Στη μεγάλη οθόνη αξέχαστες εμβληματικές ταινίες. Παρίσι Τέξας του Βέντερς. Ο ήρωας να περιπλανάται στην έρημο του Τέξας, σε μια παθιασμένη αναζήτηση του γιου του και της γυναίκας του και στη μεγάλη οθόνη να παρακολουθεί κανείς θαμπωμένος την καταπληκτική και πανέμορφη Ναστάζια Κίνσκι. Στο θέατρο τα έργα του Ζαν Ζενέ να αντιπροσωπεύουν την εναλλακτική σκηνή.

Και ω του θαύματος! Στις 24 του Γενάρη η Apple Computers λανσάρει το Macintosh. Ένας νέος υπολογιστής που κάνει θραύση. Ονομάζεται PC. Personal Computer. Πολλές συζητήσεις γύρω από αυτόν, ενθουσιώδη άρθρα στον αμερικάνικο Τύπο  και μια διαφήμιση γυρισμένη από τον Ρίντλι Σκοτ, εμπνευσμένη από το 1984 του Όργουελ.

Αυτά και άλλα γεγονότα – σταθμοί παρελαύνουν από μια δεκαετία. 1986. Ο  αντιδραστήρας σε έναν πυρηνικό σταθμό στο Τσερνόμπιλ της Ουκρανίας εκρήγνυται. Το τοξικό νέφος παρελαύνει δυναμικά στην Ευρώπη.

 Στην πολιτική σκηνή της Ιταλίας ο Μπετίνο Κράξι. «Μια σειρά εικόνες προκαλούν μια τεράστια ρωγμή: δισεκατομμύρια, δεκάδες δισεκατομμύρια, κεφάλαια που γίνονται φτερά, κόμματα που χρηματοδοντούνται παράνομα προ των εκλογών, εφοριακοί με ιδιωτική πισίνα δύο βήματα από το Ντουόμο». Στη Σοβιετική Ένωση, ο Γκορμπατσόφ βρίσκεται στην εξουσία και ο δρόμος για νέες επενδύσεις είναι ανοικτός κάνοντάς τους πάντες ευτυχισμένους. Η Θάτσερ και ο Ρέιγκαν, επίσης, αλλάζουν για πάντα τα δεδομένα  ης οικονομίας σε έναν κόσμο που τρέχει ιλιγγιωδώς.

Πολλαπλές εναλλασσόμενες εικόνες ξεπροβάλλουν ανάμεσα στην ομορφιά, τα πάθη και τον πόνο. Πολλές ιστορικές  εξελίξεις διαδραματίζονται, την ίδια ώρα που οι ήρωες χάνονται μέσα στις συναισθηματικές ταραχές τους.

Το βιβλίο αναφέρεται σε μια δεκαετία που προλείανε σε αρκετούς τομείς το έδαφος της σύγχρονης πραγματικότητας. Και ενώ  πολλά πράγματα είναι πλέον δεδομένα και αυτονόητα στο χώρο της πολιτικής ή της τεχνολογίας, τότε ήταν που ανακαλύπτονταν, δημιουργούνταν, χωρίς να έχουν λάβει  ακόμη το οριστικό τους σχήμα.

Η  δεκαετία του ’80 υπήρξε αμφιλεγόμενη, επαρμένη, δυναμική και συγχρόνως πληθωρική. Αφομοιώνοντας πλήθος ετερόκλητων στοιχείων, μεταμόρφωνε τον κόσμο γύρω της, συχνά επιταχύνοντας, προκειμένου  να προσεγγίσει  πιο γρήγορα την ευημερία και την εξέλιξη που ερχόταν. Ήταν μια εποχή που αγαπούσε με πάθος την τέχνη, το οτοστόπ, τα Lacoste,  τα Lives, τα Calvin klein, τα Armani, τα Mercedes αλλά και τα Opel και τα Fiat, τη μουσική σε όλες της τις εκφράσεις, α φλίπερ, το θέατρο, τον κινηματογράφο, τα πάρτι, τις συναυλίες, τις μπίρες, τα ναρκωτικά. Μια εποχή που συνέχιζε τη χορευτική μουσική του ’70, τη ντίσκο παρόλο που το άστρο της όδευε προς τη δύση. Τότε που οι νέοι εκστασιάζονταν να χορεύουν σε τεράστιες ντισκοτέκ που ξεφύτρωναν παντού.

 

Ο Αλμπέρτο Γκαρλίνι καταφέρνει να αναπαραστήσει την εποχή με ρεαλισμό και νοσταλγία, συλλαμβάνοντας όλες τις κοινωνικό – πολιτικές αλλαγές και πλαισιώνοντάς τες ηχητικά καθ’ όλη τη διάρκεια της αφήγησης με τη μουσική που κυλά στις φλέβες ολόκληρης της δεκαετίας. Την παρουσιάζει ολοκληρωμένα και πειστικά, σε όλη την ποικιλία και τις αντιθέσεις της, με τις δημιουργίες υψηλής αισθητικής αλλά και την είσοδο του κιτς και της απομίμησης. 

Και καθώς ο χρόνος έχει κατασταλάξει πλέον στις κρίσεις του για την εποχή, έχει ενδιαφέρον να δει κανείς τα δρώμενα με μια άλλη οπτική, τότε που πρωτοφανερώνονταν. Εδώ μοιάζει να χτίζεται η ιστορία, ρευστή ακόμα ερμηνευτικά. Ο υλισμός που διείσδυε σε μια απλή ζωή σαν μια αίσθηση απόλαυσης, οι χοροί των εκατομμυρίων, οι ραγδαίες εξελίξεις της τεχνολογίας, οι  κορυφαίες κινηματογραφικές ταινίες και η μουσική σε μεγάλες δόξες συνθέτουν κατά κάποιο τρόπο το σκελετό της αφήγησης. Και μέσα σε αυτόν τον όχι τόσο απόμακρο ιστορικό χρόνο ο συγγραφέας βρίσκει αρκετό χώρο για να δημιουργήσει το δικό του μυθοπλαστικό πλαίσιο. Οι ήρωές του κινούνται με φυσικότητα μέσα στην εποχή, όλοι τους εξαιρετικά νέοι, βουτηγμένοι στην κυριολεξία μέσα στο ρυθμό, την ορμή και, κυρίως,  την επίδραση της δεκαετίας του ’80.

Και όλα είναι δοσμένα με μια ποιητικότητα που αναδύεται μέσα από την όμορφη ατμόσφαιρα που διαχέεται παντού και την ψυχική προσέγγιση νέων ανθρώπων τη στιγμή που προσπαθούν να ανακαλύψουν τον κόσμο και μαζί με αυτόν και τον ίδιο τους τον εαυτό. Θα τα καταφέρουν;

Ήλια Λούτα

Τετάρτη, 16 Ιουνίου 2021

«Ουμάμι» του Δώρου Γεωργίου


Ουμάμι είναι λέξη ιαπωνικής προέλευσης που δηλώνει την πέμπτη γευστική αίσθηση. Κατά τον ίδιο τον Γεωργίου:

Τα ζουμιά της χώνευσης
μεταφέρονται στους
αδένες των ματιών.
Δε χάνουν τη νοστιμιά τους.
Μεταποιημένα πλεόν,
έχουν μια γεύση ξεχωριστή,
αυτό που ονομάζουν οι μάγειρες
«ουμάμι».
Δεν είναι γλυκιά
ούτε πικρή,
δεν είναι ξινή
ούτε αλμυρή.

(«Ουροβόρος»)

Είναι επομένως μια γεύση άγνωστη που προσφέρει άφατη ευχαρίστηση στον ουρανίσκο. Δίνοντας αυτόν τον τίτλο στη συλλογή του, ο ποιητής προφανώς υπαινίσσεται ότι είναι εντελώς διαφορετική από οτιδήποτε έχουμε διαβάσει.

Και δεν έχει άδικο. Ο Γεωργίου «βλέπει το γελοίο στο δραματικό» και αυτό μας δίνει. Γυρίζει την πλάτη στην όποια σοβαροφάνεια και γίνεται χιουμοριστικός:

Στο μέσο του θανάτου μας είναι η ζωή.
Όσο καλύτερη και άνετη είναι,
τόσο αυτός γίνεται φορτικός γνωστός,
απ’ αυτούς που σιχαινόμαστε άμα
μένουν πολλή ώρα.
(Αν με πηκτή λεμονάδα τον λιγώσουμε,
λες να φύγει από ζάχαρο;)

(«Ipso Facto»)

Ενίοτε γίνεται ειρωνικός και μερικές φορές απλά ακραίος, όπως στο ποίημα «Χυδαία εγκυμονούσα» που δείχνει μια μέλλουσα μητέρα που απευθύνεται στο παιδί στην κοιλιά της λέγοντάς του πράγματα όπως:

Δε θα σ’ έδινα ούτε και για
πέντε εκατομμύρια (δραχμές),
Αν είσαι παιδί επηρμένο,
θα σε χαρίσω για πολύ λιγότερα.΄

Θεματικά, τα ποιήματα αντλούν από υπαρξιακά ερωτήματα, το παρόν ή αναμνήσεις του ποιητή, διακωμωδούν τον ρομαντισμό και τον καθωσπρεπισμό, ενώ πολλές φορές είναι βαθιά στοχαστικά:

Δεν ξέρω να σας πω
αν οι ολόισιοι γιγάντιοι πύργοι
αριστερά και δεξιά
ξεφύτρωσαν απ’ τη μεγαλεπήβολη
επιθυμία μας ν’ αγγίξουμε τον Θεό
ή απ’ την ανέλπιστη ανάγκη
να σιγουρέψουμε την πτώση μας

(«Πλημμύρα»)

Οι γκρίζες ζώνες των αναμνήσεων δεν αποφεύγονται, διαγράφονται ανάγλυφες, υπονομεύοντας την ίδια την ανάμνηση και απομυθοποιώντας την τότε πραγματικότητα:

Κατάντια αυτό το καζαντί.
Με τις γυαλιστερές μεταλλικές μπίλιες
που έλαμπαν θαμπές στο αδύναμο
φθοριούχο φως της νύχτας
θυμίζοντας μακρινά αστέρια
με παράξενες ακανόνιστες τροχιές.
Με τις πέτσινες κάρτες αριθμών
που μύριζαν τσιγαρίλα, τηγανιτές πατάτες
και φτηνή κολόνια.
Με το ψεύτικο χαμόγελο
του καζαντομάστορα που ήλπιζε
να μην κερδίσω κάτι ακριβό

(«Κατακλυσμός, 4000 π.Χ.»)

Στα ποιήματα που ασχολούνται με την πραγματικότητα, κάποια είναι αμιγώς σουρεαλιστικά και κάποια άλλα καταπιάνονται με μια ιδέα που είναι απίστευτα απίθανη, όπως το ποίημα «Η εξέλιξη των ειδών»:

Έχω μια ψείρα στο κεφάλι από μικρός,
τις ιδέες μου ρουφάει μ’ επιμονή και συνέπεια.
Eνδημική και στάσιμη παραπονιέμαι πως είναι διαρκώς,
εδεμικός και νόστιμος θαρρεί πως είμ’ εγώ.

Δεν λείπουν βέβαια και ακραίες συλλήψεις, στα όρια του χυδαίου μερικές φορές, οι οποίες θυμίζουν αρκετά Αριστοφάνη, για παράδειγμα στο παραπάνω ποίημα:

Έχει [η ψείρα] δυο μεγάλα πανέμορφα μάτια
κι έναν στρουμπουλό κατακόκκινο ερωτεύσιμο πισινό
που εντελώς συμπτωματικά προτιμάει
να ξαλαφρώνει εκεί που γεννιούνται οι σκέψεις μου.

Το υποκείμενο, στη συντριπτική πλειονότητα των ποιημάτων, μιλάει σε πρώτο ενικό πρόσωπο, δίνοντας την εντύπωση του μονολόγου. Οι τίτλοι δρουν επεξηγηματικά του περιεχομένου των ποιημάτων, όταν δεν συνιστούν οι ίδιοι την ειρωνική συνιστώσα του ποιήματος (π.χ. στο «Ο Σπάιντερμαν και οι γενναίοι φίλοι του») ή όταν δεν αποτελούν γρίφο («Κατακλυσμός, 4000 π.Χ.»).

Εντέλει, η ποίησή του γίνεται όπλο που στρέφεται ενάντια στον ίδιο τον ποιητή:

Θα γίνω τέχνη που είναι
άχρηστη,
παραβρασμένη,
σπυριάρικη
και άνοστη.

Να μην μπορώ
να γράψω λέξη.

(«ΗΧΝΕΤ»)

Στη συλλογή πάντως, έχει γράψει πολλές λέξεις. Το πλήθος των ποιημάτων είναι 41, αλλά παρά τη σχετικά μεγάλη έκταση δεν διακυβεύεται η συνοχή, η οποία διασφαλίζεται κυρίως από το ύφος και τη διάθεση με την οποία ο ποιητής προσεγγίζει τα θέματά του.

Τελειώνοντας την ανάγωση του βιβλίου, η επίγευση που μένει στον αναγνώστη είναι πράγματι παράξενη, όμως δεν θα την έλεγα άγνωστη. Είναι αρκετοί οι ποιητές που προτιμούν το σκωπτικό σκέλος της ποίησης από το λυρικό. Αποτελούν σαφώς τη μειονότητα, αλλά η ποίηση που παράγουν είναι όντως ένα απολαυστικό κοκτέιλ ξινού, αλμυρού και πικρού με ελάχιστες νότες γλύκας. Ουμάμι βέβαια σπανίως είναι. Είναι πάντως ένα ενδιαφέρον και ιδιαίτερο μείγμα, που συντείνει σε μια φρέσκια ματιά στα πράγματα.


Χριστίνα Λιναρδάκη




Δευτέρα, 14 Ιουνίου 2021

Το ποίημα της Δευτέρας: "Εικόνες στο περιθώριο" της Φροσούλας Κολοσιάτου



ΕΙΚΟΝΕΣ ΣΤΟ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟ

Καπνός είναι
Αιωρείται η ψυχή μας
Έχουν μια ιερότητα τα δάκρυα
Στην πιο καλή στιγμή των κέδρων
Κάνουμε μια εγκοπή
Προς την κατεύθυνση που θέλουν οι αέρηδες
Και στη βουή των γεγονότων
Η κίνηση των δέντρων λιγοστεύει
Στην άλλη πλευρά η θάλασσα
Τόπος μικρός έγινε αγνώριστος

Τώρα είναι θεός με δυο πρόσωπα
Στην άσπρη πέτρα κάθεται
Και τη θολούρα των πραγμάτων
Η ζέστη κάνει φουσκάλες
Στην άσφαλτο όπως παλιά
Ο θάνατος πάντα παρών
Και ο δρόμος της αλήθειας δύσκολος
Εκτροχιάζει συνειδήσεις
Ακόμα και τα αδέρφια σφάχτηκαν

Μέσα στις συμπληγάδες της ιστορίας
Πάντα
Όλα άλλαζαν σε μια στιγμή


Φροσούλα Κολοσιάτου
από τη συλλογή της Αμοντάριστα Πλάνα






Παρασκευή, 11 Ιουνίου 2021

"Οι κοράκοι" του Απόστολου Παλιεράκη

 

Είναι μικρή η συλλογή του Απόστολου Παλιεράκη, μόνο έξι διηγήματα. Δεν περιμένεις όμως να διαβάσεις κάτι τόσο ετερόκλητο και ταυτόχρονα τόσο αρμονικό στο σύνολό του: φτάνοντας στο τέλος, το βιβλίο αφήνει μια αίσθηση οικείας συζήτησης με τον εαυτό σου. Και με τον αφηγητή ίσως.

Το πρώτο διήγημα που έχει δώσει και τον τίτλο της στη συλλογή, είναι αυτό που δίνει τον τόνο για το πώς και πού θα κινηθεί ο συγγραφέας: είναι ένα φιλόξενο κείμενο, ζυγισμένο, και παρόλο που θεματικά δεν πρωτοτυπεί ιδιαίτερα, οι ισορροπίες έχουν διατηρηθεί στο ακέραιο, και ο αναγνώστης βρίσκει τα σημεία αναφοράς και ταύτισης. Τα κοράκια, που είναι εδώ είναι πρωταγωνιστές, τουλάχιστον στο συγκινησιακό επίπεδο, θα εξελιχθούν σε leitmotif που εδραιώνεται στα περισσότερα διηγήματα της συλλογής. Το ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι παρόλο που ως πουλιά είναι συνυφασμένα με τον θάνατο και την σχετική μ’ αυτόν μυθολογία, στον Απόστολο Παλιεράκη μπορούν να είναι τόσο αρνητικές όσο και θετικές παρουσίες στις ιστορίες του: οι άνθρωποι θα τους δώσουν τις όποιες ιδιότητες, και από παρηγορητικές φιγούρες, μετατρέπονται σε παρουσίες αγωνίας και φόβου και αντίστροφα.

Ανέφερα πριν ότι θεματολογικά ο Παλιεράκης δεν πρωτοτυπεί ιδιαίτερα, κινείται σε μάλλον γνωστά μονοπάτια. Η ειλικρίνεια, απαλλαγμένη από την όποια αποστασιοποίηση είναι το στοιχείο αυτό που κάνει τη διαφορά και επιτρέπει στον αναγνώστη να βρει τα σημεία επαφής, και να συναντήσει τον εαυτό του και τις σκέψεις του στις λέξεις του Άλλου. Και η ανάμνηση του εκάστοτε γεγονότος είναι το ίδιο σημαντική με την ανάμνηση της συγκίνησης, και αυτό είναι κάτι που συμφιλιώνει τον άνθρωπο με το ίδιο του το παρελθόν. Στους Κοράκους ο αφηγητής/πρωταγωνιστής στο τέλος αποχωρεί αργά-αργά κοιτώντας πίσω, αλλά το κάνει χωρίς λύπη και χωρίς ενοχές. Η κάθαρση που χαρίζουν οι κλεισμένοι λογαριασμοί έχει επέλθει.

Η γραφή του Παλιεράκη, στρωτή και απόλυτα συνδεδεμένη με το συναίσθημα που υπαγορεύει την αφήγηση, αποτελεί ίσως το δυνατότερο χαρτί αυτής της συλλογής: είναι πραγματικά χωρίς ψεγάδι. Ο ρυθμός των κειμένων, επίσης. Ειδικότερα στο «Βαρκάρης ταξιθέτης σε νεροποντή», η αγωνία διαφαίνεται στην αφήγηση χωρίς να φθείρεται στις αναμενόμενες λέξεις, και όταν φτάσει κανείς στο τελικό κρεσέντο που διαδέχεται τον τρόμο της επιβίωσης για να φτάσει στην ανακούφιση της πλαστής σωτηρίας, διαπιστώνει ότι ο αφηγητής δεν έχει χάσει ούτε νότα.

Το δεύτερο δυνατό στοιχείο της συλλογής είναι το πρόσωπο του αφηγητή: παρόλο που κινείται στις δύο πλέον κλασικές θέσεις, αυτή του πρώτου ενικού και εκείνη του τρίτου, έχει δημιουργήσει μια «περσόνα» που εκτός από την συχνά αναγκαία για αφηγηματικούς λόγους αποστασιοποίηση, του δίνει και πλήρη πρόσβαση στο μυαλό και τα συναισθήματα των ηρώων του. Και παρόλο που πρόκειται για την πλέον «προνομιούχα» θέση, ο Παλιεράκης την χρησιμοποιεί για να δώσει ελευθερία στους ανθρώπους που κινούνται στις ιστορίες του, όχι για να τους κλείσει στα δικά του προσωπικά στεγανά. Και τη φορά που επενέβη ευθέως στην ίδια του την ιστορία (Έχω πρόβλημα με τον ήρωα της ιστορίας μου. Ζητά να αποχωρήσει και δεν μπορώ να ξέρω αν κουράστηκε ή αν αμφισβητεί την ακρίβεια ή το νόημα των περιγραφών μου.[1]), το έκανε με τρόπο ευρηματικό και εύστοχο, χωρίς να αφαιρέσει το παραμικρό από το μαγικό περίγραμμα της εμπιστοσύνης του αναγνώστη στα αφηγούμενα, το αντίθετο μάλιστα: είμαστε όλοι πεπεισμένοι για την ύπαρξη του ήρωα, και πώς αλλιώς άλλωστε, αφού αν δεν υπήρχε, πώς θα μπορούσε να θέλει να αποχωρήσει..;

Έξι διηγήματα μόνο λοιπόν, αυτή είναι η συλλογή του Απόστολου Παλιεράκη. Προσωπικά, περιμένω να δω πού θα περπατήσει μετά, ποιες θα είναι οι καινούριες πορείες. Έχω την αίσθηση ότι θα είναι παραπάνω από ενδιαφέρουσες.

Κρις Λιβανίου

[1] Απόστολος Παλιεράκης, Οι κοράκοι, εκδ. Μανδραγόρας, Αθήνα, 2020, σελ. 43.

Δευτέρα, 7 Ιουνίου 2021

Το ποίημα της Δευτέρας: "Πήγαινε να παίξεις" του Γιάννη Μίχα-Νεονάκη


 

ΠΗΓΑΙΝΕ ΝΑ ΠΑΙΞΕΙΣ


Λέγαν ψέμματα μεταξύ τους.
Σκέπαζαν απωθημένα
κάτω από τη μεγάλη εικόνα.

Δίναν παραστάσεις ευτυχίας.
Έλεγαν «Σ’ αγαπώ» ο ένας στον άλλον
μα εννοούσαν «Σε ανέχομαι».

Ζούσαν για τους άλλους.
Πέφταν στα γόνατα για λίγη αποδοχή.
Και την ψυχή τους θα’ διναν για ένα «Μπράβο».

Μια ζωή μαζί. Μα τόσο χώρια.
Κι αυτός ο κόσμος τι θα πει
ποτέ δεν μάθαινα.

Γιατί σε όλα αυτά με στέλνανε να παίξω.
Κι ήταν η μόνη τους συνέπεια.


Γιάννης Μίχας Νεονάκης (Dave)
Από τη συλλογή Αποσιωπητικά



Παρασκευή, 4 Ιουνίου 2021

Άγια Δισκοπότηρα και κράνη - Η ποίηση του Μιχαήλ Άγγελου

O βίος του Μιχαήλ Άγγελου (1475- 1564) ήταν πολυτάραχος, καθώς δεν ήταν ο πιο εύκολος χαρακτήρας: καυγάδιζε συχνά με τον Πάπα και τους ευγενείς που του ανέθεταν διάφορα έργα, ενώ πέρασε το μεγαλύτερο κομμάτι της ζωής του σμιλεύοντας το μάρμαρο. Αν και η ζωγραφική δεν ήταν το πιο μεγάλο πάθος του, έφτιαξε αριστουργήματα με γνωστότερες τις νωπογραφίες της Καπέλα Σιστίνα στο Βατικανό, που του χάρισαν την αθανασία. Η επίδρασή του στους ανθρώπους του καιρού του ήταν τόσο μεγάλη που λέγεται ότι, όταν έφτιαξε τον Μωυσή, το τεράστιο άγαλμα που κοσμεί μέχρι σήμερα την βασιλική του Αγίου Πέτρου στη Ρώμη, οι Εβραίοι πήγαιναν κάθε Σάββατο στην χριστιανική εκκλησία « για να λατρεύσουν αυτό το άγαλμα, όχι ως έργο ανθρώπινου χεριού αλλά ως κάτι θείον». Εκτός από τα γλυπτά και τις εικονογραφήσεις,  ο Μιχαήλ Άγγελος ασχολήθηκε και με την ποίηση γράφοντας πολλά ποιήματα και σονέτα. Αρκετά από τα γραπτά της νεανικής του περιόδου κάηκαν από τον ίδιο το 1518 και πολλά καταστράφηκαν μετά τον θάνατό του. Αυτά που σώθηκαν βρέθηκαν γραμμένα στο πίσω μέρος επιστολών, σε κάποιο πρόχειρο χαρτί ή στο περιθώριο των ατελείωτων σχεδίων που έφτιαχνε, έχουν δε μεγάλη αξία γιατί αποτελούν μαρτυρίες του τρόπου που σκεφτόταν και της αισθητικής του. 

Το παρακάτω σονέτο, που εκφράζει τον αποτροπιασμό του για τον φαρισαϊσμό της καθολικής εκκλησίας, πιθανολογείται ότι γράφτηκε την περίοδο που οι σχέσεις του με τον Πάπα Ιούλιο τον Β΄ ήταν τεταμένες, εξαιτίας των καθυστερήσεων στην κατασκευή ενός μπρούτζινου αγάλματος που απεικόνιζε τον αρχηγό της καθολικής εκκλησίας:

Εδώ, απ’ άγια δισκοπότηρα σπαθιά φτιάχνουν και κράνη
και το αίμα του Χριστού με τις χούφτες πουλούν,
δόρατα, ασπίδες από σταυρό κι αγκάθια θα φτιαχτούν,
έως κι ίδιος ο Χριστός την καρτερία χάνει.
Μα, ας μην έλθει ξανά στον τόπο αυτό,
γιατί θα έφτανε το αίμα του στον ουρανό ψηλά,
αφού η Ρώμη τα ιερά και όσια της ξεπουλά,
κι είναι οι στράτες της κλειστές για το καλό.
Ιδού λοιπόν αν γύρευα ευκαιρία αν φτωχύνω,
άνεργος είμαι εδώ κι ο Πάπας το ‘βαλε σκοπό
όπως ο Άτλας απ τη Μέδουσα, πέτρα να γίνω ∙
μα αν αγαπούν οι ουρανοί τον βίο τον ταπεινό,
αιώνια πως να κάνουμε την ύπαρξη μας τη θνητή
αφού σε τούτη εδώ τη γη το ενάντιο επικρατεί;

Απ’ όσα έγραψε, πολλά σώθηκαν μόνο αποσπασματικά, θυμίζοντας τα μισοτελειωμένα αγάλματα που άφηνε κατά καιρούς. Ένα απ’ αυτά τα αποσπάσματα αναφέρεται στην περίοδο που δούλευε στην βασιλική του Αγίου Πέτρου, παλεύοντας με τα κομμάτια του μαρμάρου. Εδώ μιλά η μορφή που είναι εγκλωβισμένη στην πέτρα:

Απ’ τα ψηλόκορφα βουνά κι από θεόρατο γκρεμό
κρυμμένος κι από λιθάρι ολόγυρα κλεισμένος,
κατέβηκα για ν’ αποκαλυφθώ σε τούτον το χαμότοπο,
σε τούτο το πετροκοπιό, δίχως να το επιθυμώ.

Αν και τα ποιήματά του γραφόταν με ποικίλες αφορμές, όπως ήταν φυσικό η βασική πηγή της έμπνευσης του ήταν το ίδιο το έργο του, στο οποίο ήταν αφοσιωμένος ολόψυχα. Πολλές φορές εργαζόταν όλη μέρα, έμενε σ’ ένα άθλιο δωμάτιο, τρεφόταν με λίγο νερό και κρασί, δεν είχε ούτε κρεβάτι να κοιμηθεί και συχνά πλάγιαζε στο πάτωμα,  φορώντας τα παπούτσια του. Στα ποιήματα της ύστερης περιόδου του, κάνοντας έναν απολογισμό της πορείας του, σημειώνει:

Με τόσο απόσταμα, με τόση αφοσίωση δουλική
με ιδέες λαθεμένες και κάματο μεγάλο στην ψυχή
πράγματα να λαξεύω εδώ με θεϊκή καταγωγή…

Το παρακάτω απόσπασμα είναι από τα πιο γνωστά και πιο σημαντικά,  σύμφωνα με τους ειδικούς, επειδή εκφράζει τις νεοπλατωνικές αντιλήψεις που επικρατούσαν εκείνη την εποχή,σύμφωνα με τις οποίες η ύλη κρατά φυλακισμένες τις ιδέες και ο σκοπός του καλλιτέχνη είναι να τις βγάλει στην επιφάνεια:

Ο μέγας καλλιτέχνης καμιά ιδέα δεν κατέχει,
που να μην είναι μες το μάρμαρο κλεισμένη
από περίσσια ύλη ολόγυρα φυλακισμένη,
μα την αγγίζει μόνο χέρι που οδηγό το νου του έχει…

Ο Φλωρεντίνος καλλιτέχνης αγάπησε το ανθρώπινο σώμα, ανδρικό και γυναικείο, κατηγορήθηκε συχνά από τους συγχρόνους του για ομοφυλοφιλία, ενώ αποκρινόταν ότι δεν ήταν δυνατό να κρύψει τον θαυμασμό του για την ομορφιά. Αυτό το σονέτο γράφτηκε τον Τομάζο Ντι Καβαλιέρι, έναν νεαρό Ρωμαίο που συνδύαζε ομορφιά ψυχής και σώματος, βοηθούσε τον μεγάλο γλύπτη όποτε ασθενούσε και φρόντιζε να έχει πάντα κρασί και φαγητό:

Τον εαυτό μου τώρα πιότερο εκτιμώ∙
αξίζω πιο πολύ απ’ όταν μπήκες στην καρδιά μου εσύ,
σαν πέτρα που, αν με επιδέξιο χέρι λαξευτεί,
γίνεται πιο πολύτιμη απ’ ότι μόνη στον γκρεμό .
Ή σαν χαρτί γραμμένο είτε ζωγραφιστό
που πιότερο αξίζει από ρετάλι και κουρέλι,
όμοια κι εγώ, αφότου στόχος έγινα και βέλη
με σημαδέψανε τα κάλλη σου, μα δε βαρυγκωμώ.
Σίγουρος, πάω παντού με το σημάδι αυτό
σαν κάποιος που ‘χει άρματα ή φυλαχτά,
και τον κρατούν από τον κίνδυνο μακριά.
Αντέχω στη φωτιά , δεν με περνάει το νερό,
με το σημάδι σου χαρίζω στους τυφλούς το φως…

Κι αυτό το ποίημα εικάζεται ότι γράφτηκε για τον Τομάζο Ντι Καβαλιέρι. Είναι από τα παλιότερα του Μιχαήλ Άγγελου και απηχεί πλατωνικές αντιλήψεις . Ο Δάντης είχε μιλήσει για το ένστικτο της φωτιάς που την ανεβάζει προς το φεγγάρι:

Μόνο με τη φωτιά μπορεί κάποιος να πλάσει το σίδερο
δίνοντας φίνο, αγαπημένο σχήμα στ’ όραμα του.
Δίχως τη φωτιά κανένας μάστορας δεν μπορεί να φτιάξει
κάτι όμορφο δίνοντας στο χρυσάφι την καλύτερη του
φόρμα.Ο υπέροχος φοίνικας πάλι δεν μπορεί να
ξαναγεννηθεί αν δεν καεί πρώτα. Κι εγώ, αν πεθάνω πρώτα
μες τις φλόγες, ελπίζω να ξαναγεννηθώ λαμπρότερος
ανάμεσα σ’ αυτούς που ο θάνατος δυναμώνει κι ο χρόνος
πια δεν μπορεί να τους πληγώσει.
Είμαι τυχερός που η φωτιά για την οποία μιλώ
βρίσκει ακόμα χώρο μέσα μου για να με ξανανιώνει
αφού σχεδόν λογαριάζομαι ανάμεσα στους νεκρούς∙
κι αφού από τη φύση της η φωτιά ανεβαίνει προς τον ουρανό,
προς το στοιχείο που έχει μέσα της, αν μεταμορφωθώ
σε φωτιά, δεν θα μπορέσει να με πάρει μαζί της εκεί ψηλά;

Η θαυμάσια φύση των γυναικών δεν ήταν δυνατό να μην εμπνεύσει τον Μιχάηλ Άγγελο. Τούτο το μαδριγάλι (σύντομο λυρικό ποίημα) γράφτηκε για την Βιττόρια Κολόννα, μια εξαιρετικά καλλιεργημένη γυναίκα που έγραφε περίφημα σονέτα, τα οποία έστελνε στον μεγάλο καλλιτέχνη, και στάθηκε κοντά του στις πιο δύσκολες στιγμές:

Ακριβώς όπως κάποιος, κυρία,
αφαιρώντας από τη σκληρή, αλπική πέτρα
βγάζει μια μορφή ζωντανή
κι αυτή μεγαλώνει εκεί όπου η πέτρα λιγοστεύει,
όμοια κι όλες οι καλές ενέργειες
της ψυχής που ακόμα τρέμει
κρύβονται μέσα στην περίσσια σάρκα που την περικλείει,
φτιάχνοντας ένα κέλυφος σκληρό, τραχύ και άγριο.
Εσύ μονάχα μπορείς ακόμα να τις βγάλεις έξω
απ’ το εξωτερικό μου όστρακο,
γιατί εγώ δεν έχω τη δύναμη ή τη θέληση μέσα μου.

Το επόμενο μαδριγάλι, ο Μιχαήλ Άγγελος το αφιέρωσε «Στους γλύπτες» όπως σημείωσε στο υστερόγραφό του. Είναι γνωστό ότι σε πολλές εικονογραφήσεις έφτιαχνε αυτοπροσωπογραφίες που έδειχναν την βασανισμένη του μορφή (Ο Άγιος Βαρθολομαίος στην Ημέρα της Κρίσης της Καπέλα Σιστίνα, ο Νικόδημος στην Πιετά της Φλωρεντίας) :

Αφού ειν’ αλήθεια ότι, σε σκληρή πέτρα, μπορεί κάποιος
να φτιάξει μια μορφή που να του μοιάζει,
συχνά εγώ την φτιάχνω μουντή και κάτωχρη,
ακριβώς όπως μ’ έχει κάνει αυτή η γυναίκα ∙
και μοιάζω σα να συνεχίζω να έχω για μοντέλο τον εαυτό μου,
όποτε σκέφτομαι να την απεικονίσω.
Θα μπορούσα στα σοβαρά να πω ότι η πέτρα
στην οποία της σκαλίζω το μοντέλο
της μοιάζει στην άγρια σκληρότητα ∙ όμως
σε κάθε περίπτωση δε θα μπορούσα,
εvώ με περιφρονεί και με καταστρέφει,
να σκαλίσω τίποτ’ άλλο απ’ τα βασανισμένα μου σημάδια.
Κι έτσι, αφού η τέχνη κρατά ζωντανή τη μνήμη
της ομορφιάς μέσα στο χρόνο, αν θέλει ν’ αντέξει τη φθορά,
θα με κάνει χαρούμενο για να την κάνω ωραία.

Ένα άλλο σονέτο εικάζεται ότι γράφτηκε για τον θάνατο του αδερφού του Μπουοναρόττο,  επειδή πιθανολογείται ότι συνόδευε μια επιστολή που έστειλε στον ανιψιό του για να τον συλλυπηθεί για τον θάνατο του πατέρα του. Το θεϊκό σφυρί, στο οποίο αναφέρεται, είναι μια μεταφορά από τον Παράδεισο του Δάντη που κι εκείνος τη δανείστηκε από τον Κρατύλο του Πλάτωνα:

Σαν πλάθει το σφυρί μου στην πέτρα τη σκληρή
πότε τη μια πότε την άλλη ανθρώπινη μορφή,
το χέρι που το κρατά και τ’ οδηγεί ακολουθεί,
κι είναι μια ξένη δύναμη που αλήθεια το κινεί.
Μα το σφυρί το θεϊκό που στα ουράνια κατοικεί,
την ίδια του την ομορφιά κι άλλες στη γη σφυρηλατεί.
Και αν σφυρί δεν φτιάχνεται δίχως άλλο σφυρί,
εκείνο πάντως κι όλα τα άλλα πλαστουργεί.
Κι αφού είναι το χτύπημα πολύ πιο δυνατό
όταν ψηλότερα σηκώνεται μες το καμίνι το σφυρί,
πάνω μου υψώθη το σφυράκι μα χάθηκε στον ουρανό.
Δεν θ’ απομείνω ατελής παρά καλά θα λαξευτώ
αν το ουράνιο εργαστήρι δώσει βοήθεια στο σφυρί
το έργο να τελέψει που εδώ στη γη έφτιαχνε μοναχό.


Απόστολος Σπυράκης


Πηγές:
1.Μιχαήλ Άγγελος – Σονέτα, Εκδόσεις Γκούτενμπεργκ, μετάφραση: Αιμιλία Εμμανουήλ.
2.https://www.eclassical.com/shop/17115/art95/4844595-9ec938-761195123522.pdf
3.https://arthum.college.columbia.edu/sites/default/files/PDFs/arthum_michel_reader.pdf 




Τετάρτη, 2 Ιουνίου 2021

"Το νησί πάνω στο ψάρι και άλλες ευφάνταστες ιστορίες" της Έλσας Κορνέτη

Είκοσι τέσσερα διηγήματα συναποτελούν Το νησί πάνω στο ψάρι, όλα γραμμένα με τη χαρακτηριστική γραφή της Κορνέτη που φέρει έντονα το στοιχείο του παραλόγου και τον σουρρεαλισμό (στα πιο «προσγειωμένα», με τον μαγικό ρεαλισμό), ενώ συγχρόνως στρέφεται στον συμβολισμό, τον οποίο χρησιμοποιεί σαν σημείο στήριξης. Έτσι, τα διηγήματα μάς παραδίδονται σαν αλληγορίες, σαν μικρά παραμύθια ενηλίκων που στηλιτεύουν τα κακώς κείμενα της εποχής μας και σαν ιστορίες για τον κόσμο που τελεί υπό διαμόρφωση, έναν κόσμο που η Κορνέτη μοιάζει να νιώθει πως μας ξεπερνά με την αδικία που τον χαρακτηρίζει.

Τα 24 διηγήματα της συλλογής φέρουν έντονα ποιητικά στοιχεία, παρακαταθήκη από την ποιητική πορεία της Κορνέτη: «κουμπώνοντας μια πληγή ξεκλειδώνει ένα άνθος» γράφει στο «Τριαντάφυλλο στην άμμο», ένα διήγημα τεσσάρων σελίδων που έχει σαν κύριο χαρακτηριστικό του αυτήν ακριβώς την ποιητικότητα. Όμως είναι μια συνθήκη που δεν εγκαταλείπεται σε κανένα από τα διηγήματα, άρα τελικά είναι προϋπόθεση γραφής για την ίδια. Όπως έγραψε πολύ εύστοχα η Μαρία Μοίρα στην Αυγή, Το νησί πάνω στο ψάρι είναι «ένα μικρό βιβλίο, με εικοσιτέσσερις ποιητικές αφηγήσεις».

Στην καρδιά όλων των διηγημάτων βρίσκεται το στοιχείο της σύγκρουσης «με τη φύση, με την τεχνολογία, με την εγκατάλειψη, την απάθεια», όπως έγραψε ο Χρήστος Ωραιόπουλος. Μέσα από τη σύγκρουση, η οποία γεννάται από την ίδια τη φύση του ανθρώπου, δηλαδή τη ματαιοδοξία, την απληστία, τον εγωισμό κ.ά. παρόμοια χαρακτηριστικά του, έρχεται η λύση του προβλήματος ή η λύτρωση, οι οποίες χαρακτηρίζονται πάντοτε από δικαιοσύνη: όσοι έβλαψαν την αρμονία ή όσοι δεν μπορούν να την υποστηρίξουν τιμωρούνται με κάποιον τρόπο – συχνά παραδειγματικό – σχεδόν ακαριαία. Τις περισσότερες φορές τιμωρούνται με θάνατο ή κάποιου άλλου είδους ολική καταστροφή. 

Είναι επομένως αυτή η συλλογή διηγημάτων της Κορνέτη μια ωδή στην αποκατάστση της ισορροπίας των πραγμάτων μέσα από ό,τι είναι δίκαιο. Αλλά δεν είναι ηθογραφία. Είναι ένας δείκτης, ένας σηματοδότης των αδικιών και των ελαττωμάτων που ανέκαθεν συνέθεταν το σκοτεινό πρόσωπο του κόσμου, δοσμένος με ποιητικότητα.

Οι πρωταγωνιστές των διηγημάτων είναι άνθρωποι μελαγχολικοί, μοναχικοί και ιδιαίτεροι, συχνά σκοτεινοί και οι ίδιοι. Για αυτούς μαθαίνουμε τα απολύτως απαραίτητα για την εξέλιξη της εκάστοτε ιστορίας, τίποτε περισσότερο. Είναι ωστόσο αυτά που μαθαίνουμε καίρια και αποκαλυπτικά της ανθρώπινης φύσης – τόσο στα σκοτάδια της όσο και μέσα στο φως της ή μέσα στις κάθε λογής ιδιαιτερότητές της. Και μας βοηθούν να αναρωτηθούμε για τα πράγματα που έχουν σημασία: πώς θα ήταν η ιστορία, αν αυτός ή εκείνος ήταν αλλιώς.

Τα σκηνικά των ιστοριών καλύπτουν διάφορες χρονικές περιόδους, ανάλογα με το τι σηματοδοτεί η κάθε ιστορία και το τι θέλει να δείξει η ποιήτρια: Ιταλία στον Μεσαίωνα, Αγγλία της βικτωριανής εποχής, ο Θερμαϊκός που υποφέρει από μόλυνση, φανταστικά τοπία και άλλα άχρονα που πιάνονται μόνο από μια επίφαση πραγματικότητας. Δείχνοντάς μας την ασυμφωνία, την αδικία και την ελαττωματικότητα, η Κορνέτη μετατρέπει αυτά τα σκηνικά σε βαθείς στοχασμούς πάνω στην ανθρώπινη φύση και την εποχή που διανύουμε.

Ο ουτοπικός, συχνά δυστοπικός, κόσμος της Κορνέτη όπως διαγράφεται μέσα από τα 24 διηγήματά της, συνθέτει τελικά ένα μανιφέστο ενάντια στις ασχήμιες της ανθρώπινης ύπαρξης και τον απανθρωπισμό στον οποίο φαίνεται να οδηγούμαστε, αρθρώνοντας ένα βαθιά πολιτικό επιχείρημα.


Χριστίνα Λιναρδάκη