Τετάρτη, 19 Μαΐου 2021

"Τραγούδια για την πυρκαγιά" του Juan Gabriel Vásquez

 

Στα εννιά διηγήματα που απαρτίζουν την συλλογή Τραγούδια για την πυρκαγιά, ο Juan Gabriel Vásquez έχει μια ενδιαφέρουσα ιδέα: να φέρει κοντά, ή πιο σωστά να μπλέξει μεταξύ τους την δημοσιογραφική με την λογοτεχνική προσέγγιση στην αφήγηση μιας ιστορίας. Το αποτέλεσμα είναι ακριβώς αυτό: στις ιστορίες του τα όρια μπερδεύονται, οι ισορροπίες ανατρέπονται για να επαναπροσδιοριστούν, οι λέξεις σχεδόν ξαναγεννιούνται.

Για όσους έχουμε διαβάσει κάθε σελίδα που έχει γράψει ο Márquez είναι δύσκολο, σχεδόν αδύνατο να μην μπούμε στον πειρασμό να αφουγκραστούμε τις επιρροές και να αναρωτηθούμε ποιες από αυτές κατέληξαν σε μίμηση και ποιες διέγραψαν τις δικές τους πορείες: στα Τραγούδια για την πυρκαγιά οι φωνές ευτυχώς βρίσκονται σε αρμονία. Και δεν υπάρχει καμία πιθανότητα να έχει κανείς γεννηθεί και να γράφει σ’ εκείνη την γωνιά του πλανήτη και να μην έχει επηρεαστεί από τον Gabo, ας το θεωρήσουμε δεδομένο και ας πάμε παραπέρα.

Ο Vásquez αποδεικνύει εδώ πως οι αφηγηματικές τεχνικές δεν χρειάζεται να είναι ξεκάθαρες για να λειτουργήσουν. Για την ακρίβεια στα διηγήματα που απαρτίζουν αυτή τη συλλογή, η αφηγηματικότητα κινείται στην κόψη των ισορροπιών και το αποτέλεσμα τον δικαιώνει: κανένα κείμενο δεν μοιάζει με το άλλο παρόλο που το σημείο εκκίνησης είναι συχνά το ίδιο, και όσο για το τελικό twist που είναι σταθερά παρόν, είναι γεγονός ότι ανατρέπει όχι μόνο την ιστορία αλλά και την όποια αντίληψη έχει εδραιωθεί σε ό,τι αφορά τους ήρωες. Είναι αυτό που πέρα από αφηγηματικός μοχλός, γίνεται και καταλύτης για την ερμηνεία ανθρώπων και καταστάσεων. Βαθιά, ολοκληρωτικά σχεδόν ανθρωποκεντρικού χαρακτήρα, τα διηγήματα του Vásquez ανεβάζουν στη σκηνή ανθρώπους οι οποίοι, αφού διαγράψουν μια σύντομη πορεία στις λίγες σελίδες του διηγήματος, θα συνεχίσουν την περιπλάνησή τους στις ατέλειωτες εκτάσεις της Κολομβίας.

Σε αρκετά από τα διηγήματα, μπλέκονται μεταξύ τους περισσότερες από μία ιστορίες που εναλλάσσονται απροειδοποίητα μηδενίζοντας έτσι τον χρόνο, και οι πρωταγωνιστές τους αποκτούν περισσότερες από μία εκφάνσεις και τελικά περισσότερες από μία ζωές. Αν το ερώτημα είναι πώς συντρίβεται ο χρόνος ανάμεσα στις μυλόπετρες του πόνου και της απώλειας, ίσως να μην υπάρχει απάντηση. Ίσως πάλι η απάντηση να βαραίνει τελικά τον αναγνώστη, ο Vásquez δεν δίνει πάρα μόνο όσα χρειάζονται: η πληροφορία είναι μετρημένη και τα συναισθήματα δοσμένα σε ένα παιχνίδι αντανακλάσεων.

(…) Η δεύτερη αρχή αυτής της ιστορίας που έχει πολλές αρχές ή που ο μίτος της βγαίνει από διάφορα κουβάρια, συμβαίνει δύο χρόνια μετά την πρώτη.[1](…)

Οι εναλλαγές ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι αποκτούν αφηγηματική ισχύ, μετατρέπονται από σκηνικό σε κάτι σχεδόν έμψυχο, με παλμό και παρουσία: και οι ήρωες έχουν όχι μόνο κάπου να πάνε αλλά και κάπου να παρηγορηθούν. Ο Vásquez δεν ξορκίζει τη μοναξιά, για την ακρίβεια δεν το επιχειρεί καν. Οι άνθρωποι διαγράφουν μοναχικές πορείες και αυτό είναι ένα γεγονός de facto που ουδόλως επηρεάζει την όποια έκβαση. Ούτε και δικαιολογεί κανέναν άλλωστε. Στο «Αεροδρόμιο»[2], το πλέον αυτοβιογραφικό όλων, ο συγγραφέας ξετυλίγει ένα μάλλον πρόσφατο παρελθόν με μια ελάχιστα πικρή αποστασιοποίηση. Φτιάχνει μια ιστορία ή διηγείται μια υπάρχουσα, με τον εαυτό του πρωταγωνιστή και αφηγητή ταυτόχρονα, χωρίς τον παραμικρό στόμφο και με έναν ήσυχο, αυτονόητο σχεδόν, σεβασμό στην -δημοσιογραφική- πραγματικότητα. Μια μυθοπλασία που μπορεί τελικά να μην είναι μία.

Στην πραγματικότητα, δεν είναι μία, αλλά πολλές ιστορίες ή, έστω, μία ιστορία με πολλές αρχές, αν και με ένα μόνο τέλος. Και πρέπει να τις πω όλες, όλες τις αρχές ή όλες τις ιστορίες, και να μην μου ξεφύγει καμία, γιατί η αλήθεια μπορεί να βρίσκεται σε οποιαδήποτε απ’ αυτές, η συνεσταλμένη αλήθεια που ψάχνω μέσα σ’ αυτά τα παράφορα γεγονότα.[3]

Δεν λείπει η βία ούτε στα γεγονότα ούτε στα συναισθήματα, το αντίθετο μάλιστα. Είναι εκεί και παραμένει καταλυτικά παρούσα, με όλες τις συνέπειες και το κυριότερο, με όλο τον φόβο. Όχι όμως ως απειλή, και αυτό είναι το πλέον παράδοξο, αλλά ως συστημική βάση και κατά συνέπεια ως αναπόσπαστο μέρος της όποιας καθημερινότητας. Έχει αυτουργούς φυσικούς και ηθικούς που είναι γνωστοί σε όλους, και διαγράφει συχνά παράλληλη πορεία με τους ήρωες. Στις περιπτώσεις που συναντιούνται η αναμέτρηση ισοπεδώνει, οι ήρωες εκμηδενίζονται, η ζωή ξαναπαίρνει το δρόμο της. Ο ρόλος του αφηγητή είναι η αποφυγή λησμονιάς, η νίκη κόντρα στη λήθη, την επανάληψη, την αποδοχή. Και για να το επιτύχει αυτό, επικεντρώνεται στην απογύμνωση: εκθέτει ανθρώπους και συγκινήσεις, συναισθήματα εγκατάλειψης και απουσίας στην πλέον ωμή τους εκδοχή, για να έρθει το τελικό twist και να ανατρέψει όλες τις σταθερές και όλα τα πατήματα, τόσο του ήρωα όσο και του αναγνώστη. Στο τέλος η ετυμηγορία θα έρθει χωρίς συμπόνια, μόνο με απόλυτο σεβασμό.

Χρειάζεται να γίνει ιδιαίτερη μνεία στο ομότιτλο διήγημα που κλείνει τη συλλογή, και αυτό όχι μόνο επειδή είναι ένα εξαιρετικό κείμενο, με το αδιαμφισβήτητο ταλέντο του συγγραφέα να ξεδιπλώνεται και να γεμίζει τον χώρο, αλλά για καθεμία από τις παραμέτρους που το απαρτίζουν, για την αρτιότητα της σκέψης, της δομής και της εκτέλεσης, και τελικά για την βαθιά και σπάνια συμπόνια που επιτρέπει και εξασφαλίζει την συνέχεια. Είναι γραμμένο με όσες ακριβώς λέξεις χρειάζεται, ούτε μία παραπάνω. Και ο φόβος, αυτός που πραγματικά υπήρξε, αλλά και ο άλλος, αυτόν που θα περίμενε κανείς να συναντήσει στα συνήθη μέρη και στις κλασικές κρυψώνες, αλλά που τελικά λείπει. Και στον χώρο που θα καταλάμβανε αν υπήρχε, κυριαρχεί ένα υπέροχο, τρομερό κενό. Το απόλυτα ενδιαφέρον σημείο είναι ότι αυτό το κενό έχει αποδοθεί λεκτικά και συγκινησιακά, ο συγγραφέας έχει επιτύχει να αποτυπώσει την απουσία του ως εικόνα. Όχι να την αναφέρει και να τον πιστέψουμε, αλλά να δούμε αυτό που θα μπορούσε να είναι εκεί χωρίς να είναι. Την απουσία του φόβου, την έλλειψή του. Και στον αντίποδα, η δύναμη μιας γυναίκας που πίστευε στον εαυτό της, τον εμφανή αλλά και τον εσωτερικό, στην αδιαφιλονίκητη ισχύ του κράματος που την αποτελούσε. Έτσι ώστε να αρχίσει να σκιαγραφείται ένα μέλλον.

Κρις Λιβανίου



[1] Juan Gabriel Vásquez, Τραγούδια για την πυρκαγιά, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα, 2020, σελ. 207.

[2] σελ. 117.

[3] σελ. 191.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου