Παρασκευή, 28 Μαΐου 2021

"Γόος" της Χριστίνας Γεωργιάδου

 

 Αγριεύει το σύμπαν

     στις σκιές – αναδιπλώνεται

Λυγίζει ο χρόνος – σπάει

Βουβαίνεται η μνήμη…[1]

 


Στα πενήντα πέντε ποιήματα που αποτελούν την συλλογή της Χριστίνας Γεωργιάδου υπάρχει ο χώρος και ο χρόνος για να ξεδιπλωθούν οι πορείες της σκέψης της και να βυθιστεί κανείς σ’ αυτή την ιδιαίτερη πραγματικότητα που οριοθετούν οι στίχοι. Και η πρώτη ενδιαφέρουσα διαπίστωση είναι ότι η πραγματικότητα αυτή στοιχειοθετείται από τεθλασμένες γραμμές: εκεί που νομίζεις ότι πας προς μια ορισμένη κατεύθυνση, συνειδητοποιείς ότι τελικά ο δρόμος σε βγάζει αλλού. Έχοντας ξανακοιτάξει ποιήματα της Χριστίνας Γεωργιάδου στο παρελθόν (οι σκέψεις μου για την Σπορά εδώ) προσπάθησα να ξαναπιάσω το νήμα της αφήγησης από εκεί που το είχα αφήσει και να δω ποια θα ήταν αυτή η πορεία. Αποδείχτηκε ότι ήταν μια καινούρια, και αυτό είναι το πρώτο ενθαρρυντικό στοιχείο. Διαπίστωσα επίσης ότι η Χριστίνα Γεωργιάδου έχει μια ορισμένη και πλήρως οριοθετημένη ποιητική ταυτότητα, την οποία υποστηρίζει και η οποία της εξασφαλίζει μια ενιαία οπτική στα πράγματα.

Ο στομφώδης στίχος που ήταν ένα καίριο στοιχείο της Σποράς υπάρχει και εδώ, και αισθάνομαι ότι αποτελεί το ίδιο μειονέκτημα που υπήρξε και τότε. Για την ακρίβεια, είναι το στοιχείο εκείνο που καθηλώνει τους στίχους της και τους στερεί την δυναμική που θα μπορούσε να τους είχε εξασφαλίσει η λιτότητα. Στον αντίποδα του στόμφου όμως υπάρχει και ένα άλλο στοιχείο, που επίσης επανέρχεται στην πιο δουλεμένη μορφή του: το πάθος. Η Χριστίνα Γεωργιάδου ακουμπάει την συγκίνηση που της προκαλούν άνθρωποι και καταστάσεις με ευθεία ματιά και πριν εκθέσει την σκέψη της, εκτίθεται η ίδια στην ατομικότητα και την ευθραυστότητά της.

Είναι μια ερωτική συλλογή, τουλάχιστον στο μεγαλύτερο μέρος της, και αυτό είναι ένα πεδίο μιας συγκεκριμένης δυναμικής που δημιουργεί συγκεκριμένες προσδοκίες. Το Εγώ και το Εσύ βρίσκονται σταθερά σε έναν αντικρυστό χορό, σε έναν διάλογο σκέψεων, λέξεων και αγγιγμάτων που αν και στερείται πρωτοτυπίας, επιτυγχάνει σύνδεση με τον αναγνώστη. Η Χριστίνα Γεωργιάδου αποτυπώνει στους στίχους της την αέναη κίνηση του συναισθήματος, το άπιαστο, το φευγαλέο, αγκαλιάζει αυτό το τόσο αναγνωρίσιμο αποτύπωμα του έρωτα στο είναι του ανθρώπου. Περίμενα να το δω να γίνεται με πρωτοτυπία αλλά δεν συμβαίνει, και το σύνολο της συλλογής κατά τη γνώμη μου θα πληρώσει το τίμημα. Η έλλειψη αυτού του ξαφνιάσματος δείχνει να εξισορροπείται από την καταλυτική ειλικρίνεια, την ευθύτητα στην σκέψη και τον λόγο, αυτή την τακτική της να βγάζει όλα τα συναισθήματα έξω στο φως, με τον όποιο φόβο νικημένο. Η όποια κάθαρση, η απελευθέρωση από το βάρος μιας δυνητικά ισοπεδωτικής συγκίνησης προέρχεται ακριβώς από αυτή την έστω παροδική καταστολή του φόβου.

Η εκφραστική και συγκινησιακή υπερβολή είναι μια σταθερά που εξελίσσεται σε leitmotiv και αναγκάζει τους στίχους να ταλαντεύονται στα άκρα και θέτει σε κίνδυνο την ταύτιση του αναγνώστη με τα τεκταινόμενα. Από την άλλη μεριά, η καταλυτική δύναμη του συναισθήματος που οριοθετείται από την κατάργηση του χρόνου και της αντιπαράθεσης ανάμεσα στην ύλη και το άυλο είναι μια από τις πλέον ενδιαφέρουσες πτυχές σ’ αυτή τη συλλογή, και μπορεί να αποτελέσει πεδίο εξέλιξης. Η όποια διαφοροποίηση προέρχεται από τους λεξιλογικούς συνδυασμούς που παραμένουν το δυνατό χαρτί αυτής της συλλογής, και από τα εννοιολογικά πλησιάσματα που αποδίδουν με ακρίβεια το εύρος των συναισθημάτων. Μπορεί να μην είναι αρκετά, αλλά όπως και στη Σπορά, είναι πολλά υποσχόμενα.

Η Χριστίνα Γεωργιάδου κινείται με μεγάλη ευχέρεια στην προσωπική της πεπατημένη. Δεν υπάρχει τίποτα το μεμπτό σε αυτό, πόσο μάλλον όταν το αποτέλεσμα έχει ξεκάθαρα θετικό πρόσημο και ταυτόχρονα αποτελεί ένα βήμα μπροστά στην ατομική της εξέλιξη. Για μένα προσωπικά όμως το ερώτημα παραμένει: τι θα είχε προκύψει αν είχαν ληφθεί τα ρίσκα;



Ένα από τα ποιήματα που τράβηξαν την προσοχή μου:

Χρόνου εγκώμιο

 

Καθρεφτίζεται το βλέμμα μου

στα μάτια σου

κι από κει

μυριάδες αντανακλάσεις κόσμων

αιωρούνται αλλεπάλληλες

κρεμάμενες

σε νεύρα φύλλων

σε κύματα φωτός

 

Νέφινη σάρκα

ο χρόνος

διαστέλλεται, συστέλλεται

διασπάται

αλλοιώνεται

Βυθίζεται

σε δεξαμενές ενοράσεων

 

Αντικατοπτρίζεται το πριν

στην κοίλη διαφάνεια του τώρα

θωπευτικά κυκλώνει

τον μέλλοντα αιώνα

και διαλύεται

 

Μπάζουν νερά τα είδωλα

μουδιάζουν τα όνειρα

συσπάται η ύλη

-λαξευμένες οι πέτρες του δειλινού

σκαρφαλώνουν δέντρα στον ουρανό[2]



Κρις Λιβανίου

[1] in. «Μαύρη τρύπα», Χριστίνα Γεωργιάδου, Γόος, εκδ. Δωδώνη, Αθήνα, 2019, στ. 1-4, σελ. 34.

[2] σελ. 39

3 σχόλια:

  1. Ευχαριστώ θερμά την κυρία Λιβανίου για την ανάλυση. Βοηθά τον συγγραφέα μία άλλη ματιά στο εργο του, συχνά τον βελτιώνει. Πράγματι, ο Γόος κινείται στην ίδια γραμμή με την Σπορά, και μάλιστα σε μεγέθυνση (του λυρισμού, αλλά και της γλωσσικής και φιλοσοφικής αναζήτησης). Η επόμενη συλλογή θα είναι (κατ'εμέ) διαφορετική. Όχι ότι αλλάζω τελείως γραμμή, αλλά τα ποιήματα θα είναι πιο λιτά (σε ύφος) πιο προσωπικά, ενδοσκοπικά, ίσως πιο άγρια. Χαίρομαι πάντως πολύ για τον διάλογο που διατηρείται ανάμεσά μας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Η ευχαρίστηση είναι δική μου. Δεν ξέρω κατά πόσο η ανάγνωσή μου βοηθάει, χαίρομαι όταν το ακούω, και πώς αλλιώς... Πιστεύω στα εκτός πεπατημένης κείμενα, ποιητικά ή άλλα, πιστεύω επίσης ότι ο "Γόος" δείχνει ότι μπορούν να υπάρξουν ανοίγματα, ανατροπές. Ανυπομονώ για τη συνέχεια,

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ασφαλώς βοηθάει, η καλοπροαίρετη κριτική, ιδίως όταν εμπεριέχει και μία πρόκληση, ωθεί τον συγγραφέα για βελτίωση (όταν κι ο ίδιος είναι βέβαια σε αυτό το μονοπάτι). Πάντα οι ανατροπές έχουν ένα ρίσκο, βέβαια, αξίζει όμως να το πάρει κανείς.

      Διαγραφή