Παρασκευή, 21 Μαΐου 2021

Ο Μάης του '36 μέσα από τα μάτια των Θεσσαλονικέων λογοτεχνών

Μάης του '36 στη Θεσσαλονίκη. Πηγή φωτογραφίας: sansimera.gr.
Στις 8 Μαΐου του 1936, οι καπνεργάτες της Θεσσαλονίκης ξεκινούν απεργία με αίτημα την αύξηση του ημερομισθίων τους που ήταν πολύ χαμηλά. Στην διαδήλωση που γίνεται την ίδια μέρα, η χωροφυλακή, επιδεικνύοντας υπέρμετρο ζήλο, προκαλεί τις αντιδράσεις των απεργών. Την επομένη πραγματοποιείται γενικό συλλαλητήριο, η κατάσταση ξεφεύγει από κάθε έλεγχο και σκοτώνεται ένας σοφέρ. Η πόλη παραδίδεται στο χάος, ο στρατός και η αστυνομία αδυνατούν να επιβάλουν την τάξη και θα χρειαστεί η παρέμβαση των τοπικών βουλευτών οι οποίοι υπόσχονται να προωθήσουν τα αιτήματα των απεργών. Τότε μόνο εξομαλύνεται η κατάσταση.

Τα πνεύματα οξύνθηκαν σε τέτοιο βαθμό που η κυβέρνηση διέταξε να πλεύσουν πολεμικά σκάφη στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης, ενώ ένα σύνταγμα πυροβολικού και πεζικού διατάχθηκε να μετακινηθεί από την Λάρισα προς την συμπρωτεύουσα. Ο τελικός απολογισμός ήταν 12 νεκροί που κηδεύτηκαν μέσα σε κλίμα γενικού πένθους και με την συμμετοχή 150.000 ανθρώπων. Η Απεργία έληξε στις 11 Μαΐου με την κυβέρνηση να κάνει δεκτά όλα τα αιτήματα των καπνεργατών. Αυτά ήταν με λίγα λόγια τα γεγονότα τα οποία έμειναν στην ιστορία κι έγιναν γνωστά κυρίως μέσα από τον Επιτάφιο του Γιάννη Ρίτσου που μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης. Όμως κι άλλοι λογοτέχνες, παρόντες και μη, έγραψαν για κείνα τα γεγονότα. Ο Ηλίας Πετρόπουλος που είδε με τα μάτια του τι έγινε, έγραψε χρόνια αργότερα:

Βέβαια όταν είδα την καβαλαρία, την έφιππη χωροφυλακή, να σκοτώνει τον κόσμο ήταν κάτι φοβερό για μένα.. Ήμουν ένα παιδί που βρισκόταν μόνιμα στο δρόμο. Αυτό συνέβη κι εκείνη τη μέρα. Κι έτσι τα είδα όλα. Είδα τους νεκρούς, τ’ αναποδογυρισμένα τραμ στην Εγνατία οδό, τα κομμένα καλώδια του τραμ και, κυρίως θυμάμαι την κηδεία των θυμάτων στην Βαγγελίστρα, δηλαδή στο Πρώτο Νεκροταφείο Θεσσαλονίκης.

Θυμάμαι τα φέρετρα να ‘ναι καταγής μπρος στην πύλη του νεκροταφείου, κάποιον που ανέβηκε στη μια από τις δυο κολώνες της πορτάρας του νεκροταφείου και μίλαγε κι έδειχνε τη γροθιά του- κι εγώ φυσικά ούτε καταλάβαινα τι έλεγε ούτε τι σήμαινε αυτή η γροθιά -, θυμάμαι τον κόσμο ένα γύρο.


Στα ίδια γεγονότα αναφέρεται ο Πετρόπουλος και σε κάποιο ποίημα του:

Τα φέρετρα των σκοτωμένων διαδηλωτών αραδιασμένα χάμω
Ένας μιλούσε, έβγαζε λόγο. Ήμουνα εφτά χρονώ τότε.


Στην δυτική μεριά της πόλης η ποιήτρια Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, που τότε ήταν μικρό παιδί, έζησε τον απόηχο των γεγονότων:

Θυμάμαι, είχαμε ξεκινήσει για το σχολείο, όταν κάποιος μας σταμάτησε στο δρόμο και μας είπε: «γυρίστε γρήγορα στα σπίτια σας», χωρίς εμείς, μικρά παιδιά, να μπορούμε να καταλάβουμε το γιατί, και σε λίγο ο δρόμος της Μοναστηρίου είχε ερημώσει, επειδή σιγά-σιγά τα επεισόδια έπαιρναν εκείνη την άγρια και οδυνηρή τροπή τους, κι από στόμα σε στόμα έρχονταν και προς τα μας τα τεκταινόμενα, οπότε όλοι είχαμε κλειστεί κάμποσες ώρες στα σπίτια μας, από φόβο.

Ο ποιητής Γιώργος Βαφόπουλος είδε τι συνέβη ευρισκόμενος στην ανατολική μεριά της πόλης :

Στο σιντριβάνι, απ' όπου περνούσε η μεγάλη διαδήλωση, χτυπήθηκε μια νέα γυναίκα. Μην έχοντας την αίσθηση κανενός κινδύνου, βρέθηκα ανακατεμένος ανάμεσα σ’ εκείνους που τρέξανε να βοηθήσουν την πληγωμένη… Βρέθηκα μαζί της στο νοσοκομείο. Έτρεξα στους γιατρούς, παρακαλώντας να δώσουν βοήθεια. Εκείνοι με κοιτούσαν παράξενα, σχεδόν κοροϊδευτικά. Η πληγωμένη δεν είχε χάσει τις αισθήσεις της. Τη ρώτησα για τους δικούς της κι έφυγα αμέσως για να τους ειδοποιήσω.

Η καλύτερη ίσως μυθιστορηματική καταγραφή των γεγονότων έχει γίνει από τον Νίκο Μπακόλα. Στην Μεγάλη πλατεία βάζει τον ήρωα του Χρίστο, έναν Θεσσαλονικιό δημοσιογράφο, να παρακολουθεί τα συμβάντα και να επηρεάζεται βαθιά απ’ αυτά:

Το μόνο που του έμενε από το δράμα ήτανε τρεις φωτογραφίες∙ θα τις φυλούσε στο συρτάρι του, όμως θα τις ανέσυρε συνέχεια και θα τις κοίταζε προσεχτικά, ιδίως μια που έδειχνε το πλήθος, τη συγκέντρωση και τον εργάτη, που ήτανε πεσμένος χάμω με το πρόσωπο χαμένο στην απελπισία, από πάνω του υψωμένος ένας τραμβαγέρης με σκισμένο το πουκάμισο, δίπλα μια κοπέλα που έτρεχε να φύγει, να σωθεί. Μα εκεί, σε μια γωνιά, στο πλήθος, υποψιάστηκε πως έβλεπε τον εαυτό του, μια κουκίδα με την γκρι ρεπούμπλικα που κανείς δε θ’ αναγνώριζε…

Ο Χρίστος που δουλεύει στην εφημερίδα Ανεξάρτητος, αναζητώντας στοιχεία για εγκλήματα που γεμίζουν τα πρωτοσέλιδα, βρίσκεται μπροστά στο συλλαλητήριο και παρακολουθεί τις σκηνές ενός δράματος:

Θυμάται πριν δυο μέρες που αναρωτιότανε ο Χρίστος «ποιος να βρίσκεται από πίσω;», που χιμήξανε οι καπνεργάτες με τα λάβαρα, κι ύστερα χωροφυλάκοι πάνω στ’ άλογα – και θρηνούσαν οι γυναίκες, είχαν φοβηθεί. Γιατί σκίστηκαν κάποια κεφάλια, τρέχανε οι φτώχειες με κατάρες, ένας-δυο τραγουδούσανε τους ύμνους τους, φώναζαν τους άλλους να μη φεύγουν, κι είδαν μια γυναίκα που ξεχύθηκε σαν μανιασμένη, πέρασε τους άντρες, έτρεξε άρπαξε τα πόδια κάποιου καβαλάρη και τον αναποδογύρισε, κι είδαν όλοι άλογο και ανθρώπους να σφιχτομπλέκουν, να χτυπάει η σπάθα μ’ έναν ήχο που σε ξέσκιζε στο καλντερίμι κι η γυναίκα να 'ναι πάλι όρθια, να τρέχει, να σφυρίζουν ξύλα, πέτρες γύρω της, να μη σκύβει παρά ν' ανεμίζει σαν ολόμαυρη παντιέρα κι ύστερα ν’ ακούγεται η ντουφεκιά, που ήταν είπε ο Χρίστος από κάποιον άλλο κόσμο, σαν το πυρ εξ ουρανού… Κι είπαν κάποιοι: «τσάκισαν τα πόδια της», που ήσαν άσπρα και γεροδεμένα∙ μα δε βγήκε από κει το αίμα, παρά κάπου από την κοιλιά ή τα πλευρά της, ήταν σαν κορδέλα που της στόλιζε ψηλά το πόδι ή το μαύρο μπούστο της (ποιος θυμόταν να το πει αργότερα;) Και εκεί, θαρρείς, πάγωσαν όλοι, σαν να χτυπηθήκανε οι πάντες απ’ την ντουφεκιά και άνοιξαν έναν κύκλο με το μαύρο το σημάδι στη μέση, αλλά ήταν μόνο μια στιγμή, που συνέρρευσε ξανά το πλήθος αποφασισμένο, και κατάπιε το σώμα σαν να το ρουφούσε, να το έτρωγε – όπου πια δεν έβλεπε κανείς. Μια στιγμή ο Χρίστος άκουσε τα πέταλα πάνω στο λιθόστρωτο, σαν να δίσταζαν τα άλογα, είδε τους χωροφυλάκους να κοιτάνε ένα γύρο όλο υποψία, μην τυχόν και κινδύνευαν, και κατόπι να σηκώνεται ένα χέρι σα να τους καλούσε∙ μπήκαν ο ένας πίσω απ’ τον άλλον κι έφευγαν.

Επηρεασμένος από αυτά που είδε κι απ’ την ατμόσφαιρα της άνοιξης ο Χρίστος περνά μια φάση παραληρήματος:

«Είσαι σαν τον τοίχο άσπρος», θα τον μάλωνε η Αμαλία, όπως ήρθε και ανέβαινε το δρόμο τους, και είδε μάνες και παιδιά να περιμένουν (ποιος τους μήνυσε;) και είπε τρομαγμένος: «πάτε μέσα όλοι», και τους πήρε αγκαλιά, την Αμαλία, τον Δημήτρη, την Αλκμήνη, και τους τύλιγε με τα φτερά του και μαζεύονταν στην κάμαρη. «Μη ρωτάς», της έλεγε και απόφευγε να συνεχίσει, να μην την τρομάξει για τη σκοτωμένη, για το λυσσασμένο πλήθος, «χάθηκε η τάξη, έσβησε», ήταν όλο που ψιθύρισε και συλλογιόταν. Ήταν Μάης, μύριζε ο κήπος, θα έπρεπε ν’ ανοίξουν τα παράθυρα, να πλημυρίσουνε με άνοιξη και με τραγούδια. Κάπου ακούστηκε σαν μια βροντή, «μπορεί να βρέξει», του μιλούσε η γυναίκα του και τον φιλούσε. Μονάχα που ακούστηκε να τιτιβίζει ένα πουλί, θα ήτανε κρυμμένο μες την ακακία, στην χαρά των φύλλων και στην ευωδιά τους. Εκεί αποκοιμήθηκε ο Χρίστος και ήταν σα να πέθαινε, θα έλεγε αργότερα ο ίδιος – ίσως είδε όνειρο  πως έσβηνε, πως σταματούσε αναιτίως η καρδιά του και ξυπνώντας πάλευε για να ρουφήξει αέρα, να χτυπήσει ο σφυγμός του και το λογικό του και να πει «δεν ήρθε ακόμα η ώρα σου»  να ησυχάσει.


Απόστολος Σπυράκης



Πηγές:
1. Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, Συνοικισμός Σιδηροδρομικών, Εκδόσεις Κέδρος 1998.
2. Ηλίας Πετρόπουλος, Ποιήματα, Εκδόσεις Νεφέλη 1993.
3. Νίκος Μπακόλας, Η μεγάλη πλατεία, Εκδόσεις Κέδρος 1987.
4. Γ. Θ. Βαφόπουλος, Σελίδες αυτοβιογραφίας, Εκδόσεις Εστία 1970.
5. Γρηγόριος Δαφνής, Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων, Εκδόσεις Ίκαρος 1955.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου