Δευτέρα, 31 Μαΐου 2021

Το ποίημα της Δευτέρας: "Πεθαμένα παιδιά" της Ευφροσύνης Μαντά-Λαζάρου



ΠΕΘΑΜΕΝΑ ΠΑΙΔΙΑ

Παιδιά πεθαμένα,
όλες οι γλώσσες των ανθρώπων νεκρές.
Όμως εκείνα δεν είχαν πεθάνει
μέσα στη γλώσσα τους
κι εσύ δεν φτάνεις τους φθόγγους τ’ ουρανού τους
- νεκρός.

Παιδιά πεθαμένα,
όλα τα χείλη ξεκαρφώνουν λέξεις νεκρές.

Η σιωπή τους
φυσάει τον θάνατό σου
τίποτε, τίποτε δικό της
δεν ζητεί.

Ποιο το σώμα; Και το δέμας ποιο;
Ποιο το πτώμα, ποιο το σώμα;

Από ποια μεριά της
φέρνει η θάλασσα τους κρίνους
κι από ποια μεριά της φτάνει
το κερί και το λιβάνι;
Του ποταμού ποια η όχθη που ανθίζει
και ο θάνατος σε ποια όχθη ψαλμωδεί;

Τα παιδιά,
Παιδιά πεθαμένα.

Ποιος το ρόδο,
ποιος τ΄αγκάθι;
Ποιος το σώμα,
ποιος το δέμας;
Ποιος το πτώμα,
ποιος το σώμα;
Ποιος η πόλη,
ποιος ο τάφος;

Ποιος φθέγγεται;
Ποιος θορυβεί;
Πάνω από μαύρα κύματα
μαύρος κι ο ουρανός πεθαίνει.
Παιδιά ιππεύουν τις πλάτες της νύχτας
αρπαγμένα μέσα στην άλογη χαίτη.
Ο νέος ποιητής όταν γυρίσει
θα καλπάζει με χείλη κλειστά.


Ευφροσύνη Μαντά-Λαζάρου
από τη συλλογή της Ένα δέντρο λιβάνι και πάλι ο ξηρ ανθός



Παρασκευή, 28 Μαΐου 2021

"Γόος" της Χριστίνας Γεωργιάδου

 

 Αγριεύει το σύμπαν

     στις σκιές – αναδιπλώνεται

Λυγίζει ο χρόνος – σπάει

Βουβαίνεται η μνήμη…[1]

 


Στα πενήντα πέντε ποιήματα που αποτελούν την συλλογή της Χριστίνας Γεωργιάδου υπάρχει ο χώρος και ο χρόνος για να ξεδιπλωθούν οι πορείες της σκέψης της και να βυθιστεί κανείς σ’ αυτή την ιδιαίτερη πραγματικότητα που οριοθετούν οι στίχοι. Και η πρώτη ενδιαφέρουσα διαπίστωση είναι ότι η πραγματικότητα αυτή στοιχειοθετείται από τεθλασμένες γραμμές: εκεί που νομίζεις ότι πας προς μια ορισμένη κατεύθυνση, συνειδητοποιείς ότι τελικά ο δρόμος σε βγάζει αλλού. Έχοντας ξανακοιτάξει ποιήματα της Χριστίνας Γεωργιάδου στο παρελθόν (οι σκέψεις μου για την Σπορά εδώ) προσπάθησα να ξαναπιάσω το νήμα της αφήγησης από εκεί που το είχα αφήσει και να δω ποια θα ήταν αυτή η πορεία. Αποδείχτηκε ότι ήταν μια καινούρια, και αυτό είναι το πρώτο ενθαρρυντικό στοιχείο. Διαπίστωσα επίσης ότι η Χριστίνα Γεωργιάδου έχει μια ορισμένη και πλήρως οριοθετημένη ποιητική ταυτότητα, την οποία υποστηρίζει και η οποία της εξασφαλίζει μια ενιαία οπτική στα πράγματα.

Ο στομφώδης στίχος που ήταν ένα καίριο στοιχείο της Σποράς υπάρχει και εδώ, και αισθάνομαι ότι αποτελεί το ίδιο μειονέκτημα που υπήρξε και τότε. Για την ακρίβεια, είναι το στοιχείο εκείνο που καθηλώνει τους στίχους της και τους στερεί την δυναμική που θα μπορούσε να τους είχε εξασφαλίσει η λιτότητα. Στον αντίποδα του στόμφου όμως υπάρχει και ένα άλλο στοιχείο, που επίσης επανέρχεται στην πιο δουλεμένη μορφή του: το πάθος. Η Χριστίνα Γεωργιάδου ακουμπάει την συγκίνηση που της προκαλούν άνθρωποι και καταστάσεις με ευθεία ματιά και πριν εκθέσει την σκέψη της, εκτίθεται η ίδια στην ατομικότητα και την ευθραυστότητά της.

Είναι μια ερωτική συλλογή, τουλάχιστον στο μεγαλύτερο μέρος της, και αυτό είναι ένα πεδίο μιας συγκεκριμένης δυναμικής που δημιουργεί συγκεκριμένες προσδοκίες. Το Εγώ και το Εσύ βρίσκονται σταθερά σε έναν αντικρυστό χορό, σε έναν διάλογο σκέψεων, λέξεων και αγγιγμάτων που αν και στερείται πρωτοτυπίας, επιτυγχάνει σύνδεση με τον αναγνώστη. Η Χριστίνα Γεωργιάδου αποτυπώνει στους στίχους της την αέναη κίνηση του συναισθήματος, το άπιαστο, το φευγαλέο, αγκαλιάζει αυτό το τόσο αναγνωρίσιμο αποτύπωμα του έρωτα στο είναι του ανθρώπου. Περίμενα να το δω να γίνεται με πρωτοτυπία αλλά δεν συμβαίνει, και το σύνολο της συλλογής κατά τη γνώμη μου θα πληρώσει το τίμημα. Η έλλειψη αυτού του ξαφνιάσματος δείχνει να εξισορροπείται από την καταλυτική ειλικρίνεια, την ευθύτητα στην σκέψη και τον λόγο, αυτή την τακτική της να βγάζει όλα τα συναισθήματα έξω στο φως, με τον όποιο φόβο νικημένο. Η όποια κάθαρση, η απελευθέρωση από το βάρος μιας δυνητικά ισοπεδωτικής συγκίνησης προέρχεται ακριβώς από αυτή την έστω παροδική καταστολή του φόβου.

Η εκφραστική και συγκινησιακή υπερβολή είναι μια σταθερά που εξελίσσεται σε leitmotiv και αναγκάζει τους στίχους να ταλαντεύονται στα άκρα και θέτει σε κίνδυνο την ταύτιση του αναγνώστη με τα τεκταινόμενα. Από την άλλη μεριά, η καταλυτική δύναμη του συναισθήματος που οριοθετείται από την κατάργηση του χρόνου και της αντιπαράθεσης ανάμεσα στην ύλη και το άυλο είναι μια από τις πλέον ενδιαφέρουσες πτυχές σ’ αυτή τη συλλογή, και μπορεί να αποτελέσει πεδίο εξέλιξης. Η όποια διαφοροποίηση προέρχεται από τους λεξιλογικούς συνδυασμούς που παραμένουν το δυνατό χαρτί αυτής της συλλογής, και από τα εννοιολογικά πλησιάσματα που αποδίδουν με ακρίβεια το εύρος των συναισθημάτων. Μπορεί να μην είναι αρκετά, αλλά όπως και στη Σπορά, είναι πολλά υποσχόμενα.

Η Χριστίνα Γεωργιάδου κινείται με μεγάλη ευχέρεια στην προσωπική της πεπατημένη. Δεν υπάρχει τίποτα το μεμπτό σε αυτό, πόσο μάλλον όταν το αποτέλεσμα έχει ξεκάθαρα θετικό πρόσημο και ταυτόχρονα αποτελεί ένα βήμα μπροστά στην ατομική της εξέλιξη. Για μένα προσωπικά όμως το ερώτημα παραμένει: τι θα είχε προκύψει αν είχαν ληφθεί τα ρίσκα;



Ένα από τα ποιήματα που τράβηξαν την προσοχή μου:

Χρόνου εγκώμιο

 

Καθρεφτίζεται το βλέμμα μου

στα μάτια σου

κι από κει

μυριάδες αντανακλάσεις κόσμων

αιωρούνται αλλεπάλληλες

κρεμάμενες

σε νεύρα φύλλων

σε κύματα φωτός

 

Νέφινη σάρκα

ο χρόνος

διαστέλλεται, συστέλλεται

διασπάται

αλλοιώνεται

Βυθίζεται

σε δεξαμενές ενοράσεων

 

Αντικατοπτρίζεται το πριν

στην κοίλη διαφάνεια του τώρα

θωπευτικά κυκλώνει

τον μέλλοντα αιώνα

και διαλύεται

 

Μπάζουν νερά τα είδωλα

μουδιάζουν τα όνειρα

συσπάται η ύλη

-λαξευμένες οι πέτρες του δειλινού

σκαρφαλώνουν δέντρα στον ουρανό[2]



Κρις Λιβανίου

[1] in. «Μαύρη τρύπα», Χριστίνα Γεωργιάδου, Γόος, εκδ. Δωδώνη, Αθήνα, 2019, στ. 1-4, σελ. 34.

[2] σελ. 39

Τετάρτη, 26 Μαΐου 2021

Η αχίλλειος πτέρνα του Ocean Vuong




Τον Ocean Vuong τον πρωτογνώρισα όταν μετέφρασα το ποίημά του "Dear Rose" για το περιοδικό Poetix. Με άφησε άφωνη ο τρόπος με τον οποίο πλέκει τις ιδέες μέσα στη γλώσσα - όχι με τη γλώσσα αλλά μέσα σε αυτήν, έτσι που καθετί που λέει να φαίνεται απόλυτα φυσικό κι ας είναι -στην καλύτερη περίπτωση- παράξενο ή υπερβατικό. Η γραφή του υιοθετεί μια λειτουργία αντίθετη από αυτήν του πρίσματος: όλα τα χρώματα, εν προκειμένω όλες οι έννοιες, συντείνουν σε μία και μοναδική δέσμη εκτυφλωτικού φωτός.

Έτσι, όταν οι εκδόσεις Gutenberg προξένησαν ομοβροντία,εκδίδοντας συγχρόνως μια ποιητική συλλογή (Νυχτερινός ουρανός με τραύματα εξόδου) και ένα αυτοβιογραφικό μυθιστόρημά του (Στη γη είμαστε πρόσκαιρα υπέροχοι), έτρεξα να τα πάρω από τους πρώτους, περιμένοντας με καρτερία μισή ώρα στην ουρά έξω από την "Πολιτεία". 

Και, ναι, και σε αυτά τα δύο βιβλία ο Vuong ήταν το ίδιο μοναδικός. Η ικανότητά του να χρησιμοποιεί τη γλώσσα με τόση μεγαλύτερη πρωτοτυπία από ό,τι οι περισσότεροι σύγχρονοι λογοτέχνες εξακολουθούσε να είναι εκεί. Είναι περιττό να μιλήσω για τη μετάφραση της Έφης Φρυδά, που είναι εξαιρετική, ή για τη μετάφραση του Δημήτρη Μαύρου που είναι επίσης εξαιρετική - αν και σε κάποια σημεία σκέφτομαι ότι ίσως θα διαχειριζόμουν διαφορετικά ορισμένα θέματα. Πάντως, στις 40 πρώτες σελίδες του μυθιστορήματος, δεν μπορούσα να σταματήσω να κλαίω. Ήταν πολύ παράξενο: τα δάκρυα έτρεχαν μόνα τους από τα μάτια μου. Όντας κι εγώ άτομο με δύσκολη παιδική ηλικία, ίσως μου ήταν ευκολότερο να ταυτιστώ με τον συγγραφέα.

Μα έλα που αυτό δεν έχει τελειωμό! Όπως και κάθε άλλη δουλειά του Vuong που έχω διαβάσει, η θεματολογία του είναι σταθερά η ίδια: εξαντλείται στη μητέρα, τον πατέρα, τη γιαγιά, τον ίδιο σαν παιδί, στη γλώσσα που λειτούργησε σαν πατρίδα, υπογραμμίζοντας την ίδια στιγμή την έλλειψή της. Και, πράγματι, η ζωή του Vuong όπως την περιγράφει ήταν μια αλληλουχία ελλείψεων: έλλειψη πατρικού προτύπου, έλλειψη ριζών, έλλειψη χρημάτων, έλλειψη ανέσεων, έλλειψη γλώσσας, έλλειψη κατανόησης, έλλειψη ταυτότητας. Και, μέσα από όλες αυτές τις ελλείψεις, ο ίδιος ένα παιδί που προσπαθούσε να βρει τη θέση του μέσα στον κόσμο. 

Οπωσδήποτε δεν ήταν (ούτε είναι) το μοναδικό τέτοιο παιδί σε όλη τη γη. Η μόνη διαφορά του με τα υπόλοιπα παιδιά είναι ότι εκείνος μπορεί να μιλήσει για όλα αυτά με έναν εξαιρετικό τρόπο. Οπότε, το ερώτημα είναι: τι κρίνεται όταν διαβάζουμε λογοτεχνία; Η στιλιστική αποτύπωση των γεγονότων από τον συγγραφέα ή το περιεχόμενο αυτού που διαβάζουμε; Γιατί στην πρώτη περίπτωση, ο Vuong είναι άριστος. Στη δεύτερη όμως, νομίζω πως έχει αρχίσει να με κουράζει.

Μέσα από τις αφηγηματικές μετατοπίσεις που θα μπορούσαν να καθιστούν το παρελθόν κάθε φορά ένα νέο αναγνωστικό τοπίο, βρήκα ξανά και ξανά την ίδια ματαίωση και την ίδια απογοήτευση που τον οδήγησε στον δρόμο που πήρε. Αλλά έφτασε κάπου, κάπου έχει φτάσει. Πού είναι αυτό; Κανείς δεν ξέρει. Οι εξαιρετικές του περιγραφές φτάνουν μόνο στο τότε, ποτέ στο τώρα. Ο ίδιος είναι εσαεί χαμένος μέσα στη μητέρα του, βιώνοντας όλα όσα εκείνη έχασε σαν να ήταν δικές του απώλειες και μετατοπίζοντας το κέντρο της ύπαρξής του μέσα της - γνωρίζοντας πολύ καλά πως είναι συγχρόνως τέρας και αγία.

Στα δικά μου τα μάτια αυτό δεν αρκεί. Είναι απλώς η δική του αφήγηση για το τι του συνέβη. Είναι ίσως και μια εξήγηση για τον σεξουαλικό του προσανατολισμό. Τι ωφελεί όμως να βάζουμε τον εαυτό μας τόσο πολύ στο μικροσκόπιο; Ιδίως αν δεν μπορούμε να τον ξεχωρίσουμε από ό,τι τον βασανίζει;

Γιατί, όχι, δεν είμαστε μόνο οι ιστορίες μας. Οι ιστορίες μας είναι το μονοπάτι που ακολουθήσαμε. Και το μονοπάτι αυτό μας οδήγησε κάπου: στην κορυφή του βουνού, στον γκρεμό, στον πάτο της θάλασσας, δεν έχει σημασία. Σημασία δεν έχει το πού βρισκόμαστε, αλλά το προς τα πού προσπαθούμε να πάμε. Για το πρώτο σίγουρα δεν είμαστε υπεύθυνοι, όμως για το δεύτερο αδιαμφισβήτητα είμαστε. Οπότε, αν υπάρχει μια ιστορία που αξίζει να ειπωθεί, είναι για αυτό το δεύτερο. Για τους ανθρώπους που προσπαθούμε να είμαστε, τους ανθρώπους που γινόμαστε ξεπερνώντας όσα μας συνέβησαν, χωρίς να τους επιτρέπουμε να μας καθορίσουν.

Αυτή λοιπόν είναι η αχίλλειος πτέρνα του Ocean Vuong. Ότι φυλακίστηκε μέσα στην ιστορία του και τη λέει και την ξαναλέει. Το κάνει για να σωθεί από αυτήν; Ίσως. Μα, όντας ήδη αναπληρωτής καθηγητής στο University of  Massachusets at Armherst και επιφανής λογοτέχνης, έχει ήδη σωθεί. Ίσως οι πληγές του δεν τον αφήνουν να το καταλάβει. Ο χρόνος θα δείξει.


Χριστίνα Λιναρδάκη


Δευτέρα, 24 Μαΐου 2021

Το ποίημα της Δευτέρας: "Πλανεύει" της Αλεξάνδρας Μπακονίκα

 



Πλανεύει


Στην αφή γυρεύει να περάσει η αγάπη.
Μέσα από την αφή
να πυρώσει, να ολοκληρωθεί.
Είναι η κορωνίδα των αισθήσεων,
πλανεύει νου και σκέψη.
Αφή κι έρωτας συνταυτίζονται.


Αλεξάνδρα Μπακονίκα
Από τη συλλογή της Ντελικάτη γυναίκα

Παρασκευή, 21 Μαΐου 2021

Ο Μάης του '36 μέσα από τα μάτια των Θεσσαλονικέων λογοτεχνών

Μάης του '36 στη Θεσσαλονίκη. Πηγή φωτογραφίας: sansimera.gr.
Στις 8 Μαΐου του 1936, οι καπνεργάτες της Θεσσαλονίκης ξεκινούν απεργία με αίτημα την αύξηση του ημερομισθίων τους που ήταν πολύ χαμηλά. Στην διαδήλωση που γίνεται την ίδια μέρα, η χωροφυλακή, επιδεικνύοντας υπέρμετρο ζήλο, προκαλεί τις αντιδράσεις των απεργών. Την επομένη πραγματοποιείται γενικό συλλαλητήριο, η κατάσταση ξεφεύγει από κάθε έλεγχο και σκοτώνεται ένας σοφέρ. Η πόλη παραδίδεται στο χάος, ο στρατός και η αστυνομία αδυνατούν να επιβάλουν την τάξη και θα χρειαστεί η παρέμβαση των τοπικών βουλευτών οι οποίοι υπόσχονται να προωθήσουν τα αιτήματα των απεργών. Τότε μόνο εξομαλύνεται η κατάσταση.

Τα πνεύματα οξύνθηκαν σε τέτοιο βαθμό που η κυβέρνηση διέταξε να πλεύσουν πολεμικά σκάφη στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης, ενώ ένα σύνταγμα πυροβολικού και πεζικού διατάχθηκε να μετακινηθεί από την Λάρισα προς την συμπρωτεύουσα. Ο τελικός απολογισμός ήταν 12 νεκροί που κηδεύτηκαν μέσα σε κλίμα γενικού πένθους και με την συμμετοχή 150.000 ανθρώπων. Η Απεργία έληξε στις 11 Μαΐου με την κυβέρνηση να κάνει δεκτά όλα τα αιτήματα των καπνεργατών. Αυτά ήταν με λίγα λόγια τα γεγονότα τα οποία έμειναν στην ιστορία κι έγιναν γνωστά κυρίως μέσα από τον Επιτάφιο του Γιάννη Ρίτσου που μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης. Όμως κι άλλοι λογοτέχνες, παρόντες και μη, έγραψαν για κείνα τα γεγονότα. Ο Ηλίας Πετρόπουλος που είδε με τα μάτια του τι έγινε, έγραψε χρόνια αργότερα:

Βέβαια όταν είδα την καβαλαρία, την έφιππη χωροφυλακή, να σκοτώνει τον κόσμο ήταν κάτι φοβερό για μένα.. Ήμουν ένα παιδί που βρισκόταν μόνιμα στο δρόμο. Αυτό συνέβη κι εκείνη τη μέρα. Κι έτσι τα είδα όλα. Είδα τους νεκρούς, τ’ αναποδογυρισμένα τραμ στην Εγνατία οδό, τα κομμένα καλώδια του τραμ και, κυρίως θυμάμαι την κηδεία των θυμάτων στην Βαγγελίστρα, δηλαδή στο Πρώτο Νεκροταφείο Θεσσαλονίκης.

Θυμάμαι τα φέρετρα να ‘ναι καταγής μπρος στην πύλη του νεκροταφείου, κάποιον που ανέβηκε στη μια από τις δυο κολώνες της πορτάρας του νεκροταφείου και μίλαγε κι έδειχνε τη γροθιά του- κι εγώ φυσικά ούτε καταλάβαινα τι έλεγε ούτε τι σήμαινε αυτή η γροθιά -, θυμάμαι τον κόσμο ένα γύρο.


Στα ίδια γεγονότα αναφέρεται ο Πετρόπουλος και σε κάποιο ποίημα του:

Τα φέρετρα των σκοτωμένων διαδηλωτών αραδιασμένα χάμω
Ένας μιλούσε, έβγαζε λόγο. Ήμουνα εφτά χρονώ τότε.


Στην δυτική μεριά της πόλης η ποιήτρια Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, που τότε ήταν μικρό παιδί, έζησε τον απόηχο των γεγονότων:

Θυμάμαι, είχαμε ξεκινήσει για το σχολείο, όταν κάποιος μας σταμάτησε στο δρόμο και μας είπε: «γυρίστε γρήγορα στα σπίτια σας», χωρίς εμείς, μικρά παιδιά, να μπορούμε να καταλάβουμε το γιατί, και σε λίγο ο δρόμος της Μοναστηρίου είχε ερημώσει, επειδή σιγά-σιγά τα επεισόδια έπαιρναν εκείνη την άγρια και οδυνηρή τροπή τους, κι από στόμα σε στόμα έρχονταν και προς τα μας τα τεκταινόμενα, οπότε όλοι είχαμε κλειστεί κάμποσες ώρες στα σπίτια μας, από φόβο.

Ο ποιητής Γιώργος Βαφόπουλος είδε τι συνέβη ευρισκόμενος στην ανατολική μεριά της πόλης :

Στο σιντριβάνι, απ' όπου περνούσε η μεγάλη διαδήλωση, χτυπήθηκε μια νέα γυναίκα. Μην έχοντας την αίσθηση κανενός κινδύνου, βρέθηκα ανακατεμένος ανάμεσα σ’ εκείνους που τρέξανε να βοηθήσουν την πληγωμένη… Βρέθηκα μαζί της στο νοσοκομείο. Έτρεξα στους γιατρούς, παρακαλώντας να δώσουν βοήθεια. Εκείνοι με κοιτούσαν παράξενα, σχεδόν κοροϊδευτικά. Η πληγωμένη δεν είχε χάσει τις αισθήσεις της. Τη ρώτησα για τους δικούς της κι έφυγα αμέσως για να τους ειδοποιήσω.

Η καλύτερη ίσως μυθιστορηματική καταγραφή των γεγονότων έχει γίνει από τον Νίκο Μπακόλα. Στην Μεγάλη πλατεία βάζει τον ήρωα του Χρίστο, έναν Θεσσαλονικιό δημοσιογράφο, να παρακολουθεί τα συμβάντα και να επηρεάζεται βαθιά απ’ αυτά:

Το μόνο που του έμενε από το δράμα ήτανε τρεις φωτογραφίες∙ θα τις φυλούσε στο συρτάρι του, όμως θα τις ανέσυρε συνέχεια και θα τις κοίταζε προσεχτικά, ιδίως μια που έδειχνε το πλήθος, τη συγκέντρωση και τον εργάτη, που ήτανε πεσμένος χάμω με το πρόσωπο χαμένο στην απελπισία, από πάνω του υψωμένος ένας τραμβαγέρης με σκισμένο το πουκάμισο, δίπλα μια κοπέλα που έτρεχε να φύγει, να σωθεί. Μα εκεί, σε μια γωνιά, στο πλήθος, υποψιάστηκε πως έβλεπε τον εαυτό του, μια κουκίδα με την γκρι ρεπούμπλικα που κανείς δε θ’ αναγνώριζε…

Ο Χρίστος που δουλεύει στην εφημερίδα Ανεξάρτητος, αναζητώντας στοιχεία για εγκλήματα που γεμίζουν τα πρωτοσέλιδα, βρίσκεται μπροστά στο συλλαλητήριο και παρακολουθεί τις σκηνές ενός δράματος:

Θυμάται πριν δυο μέρες που αναρωτιότανε ο Χρίστος «ποιος να βρίσκεται από πίσω;», που χιμήξανε οι καπνεργάτες με τα λάβαρα, κι ύστερα χωροφυλάκοι πάνω στ’ άλογα – και θρηνούσαν οι γυναίκες, είχαν φοβηθεί. Γιατί σκίστηκαν κάποια κεφάλια, τρέχανε οι φτώχειες με κατάρες, ένας-δυο τραγουδούσανε τους ύμνους τους, φώναζαν τους άλλους να μη φεύγουν, κι είδαν μια γυναίκα που ξεχύθηκε σαν μανιασμένη, πέρασε τους άντρες, έτρεξε άρπαξε τα πόδια κάποιου καβαλάρη και τον αναποδογύρισε, κι είδαν όλοι άλογο και ανθρώπους να σφιχτομπλέκουν, να χτυπάει η σπάθα μ’ έναν ήχο που σε ξέσκιζε στο καλντερίμι κι η γυναίκα να 'ναι πάλι όρθια, να τρέχει, να σφυρίζουν ξύλα, πέτρες γύρω της, να μη σκύβει παρά ν' ανεμίζει σαν ολόμαυρη παντιέρα κι ύστερα ν’ ακούγεται η ντουφεκιά, που ήταν είπε ο Χρίστος από κάποιον άλλο κόσμο, σαν το πυρ εξ ουρανού… Κι είπαν κάποιοι: «τσάκισαν τα πόδια της», που ήσαν άσπρα και γεροδεμένα∙ μα δε βγήκε από κει το αίμα, παρά κάπου από την κοιλιά ή τα πλευρά της, ήταν σαν κορδέλα που της στόλιζε ψηλά το πόδι ή το μαύρο μπούστο της (ποιος θυμόταν να το πει αργότερα;) Και εκεί, θαρρείς, πάγωσαν όλοι, σαν να χτυπηθήκανε οι πάντες απ’ την ντουφεκιά και άνοιξαν έναν κύκλο με το μαύρο το σημάδι στη μέση, αλλά ήταν μόνο μια στιγμή, που συνέρρευσε ξανά το πλήθος αποφασισμένο, και κατάπιε το σώμα σαν να το ρουφούσε, να το έτρωγε – όπου πια δεν έβλεπε κανείς. Μια στιγμή ο Χρίστος άκουσε τα πέταλα πάνω στο λιθόστρωτο, σαν να δίσταζαν τα άλογα, είδε τους χωροφυλάκους να κοιτάνε ένα γύρο όλο υποψία, μην τυχόν και κινδύνευαν, και κατόπι να σηκώνεται ένα χέρι σα να τους καλούσε∙ μπήκαν ο ένας πίσω απ’ τον άλλον κι έφευγαν.

Επηρεασμένος από αυτά που είδε κι απ’ την ατμόσφαιρα της άνοιξης ο Χρίστος περνά μια φάση παραληρήματος:

«Είσαι σαν τον τοίχο άσπρος», θα τον μάλωνε η Αμαλία, όπως ήρθε και ανέβαινε το δρόμο τους, και είδε μάνες και παιδιά να περιμένουν (ποιος τους μήνυσε;) και είπε τρομαγμένος: «πάτε μέσα όλοι», και τους πήρε αγκαλιά, την Αμαλία, τον Δημήτρη, την Αλκμήνη, και τους τύλιγε με τα φτερά του και μαζεύονταν στην κάμαρη. «Μη ρωτάς», της έλεγε και απόφευγε να συνεχίσει, να μην την τρομάξει για τη σκοτωμένη, για το λυσσασμένο πλήθος, «χάθηκε η τάξη, έσβησε», ήταν όλο που ψιθύρισε και συλλογιόταν. Ήταν Μάης, μύριζε ο κήπος, θα έπρεπε ν’ ανοίξουν τα παράθυρα, να πλημυρίσουνε με άνοιξη και με τραγούδια. Κάπου ακούστηκε σαν μια βροντή, «μπορεί να βρέξει», του μιλούσε η γυναίκα του και τον φιλούσε. Μονάχα που ακούστηκε να τιτιβίζει ένα πουλί, θα ήτανε κρυμμένο μες την ακακία, στην χαρά των φύλλων και στην ευωδιά τους. Εκεί αποκοιμήθηκε ο Χρίστος και ήταν σα να πέθαινε, θα έλεγε αργότερα ο ίδιος – ίσως είδε όνειρο  πως έσβηνε, πως σταματούσε αναιτίως η καρδιά του και ξυπνώντας πάλευε για να ρουφήξει αέρα, να χτυπήσει ο σφυγμός του και το λογικό του και να πει «δεν ήρθε ακόμα η ώρα σου»  να ησυχάσει.


Απόστολος Σπυράκης



Πηγές:
1. Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, Συνοικισμός Σιδηροδρομικών, Εκδόσεις Κέδρος 1998.
2. Ηλίας Πετρόπουλος, Ποιήματα, Εκδόσεις Νεφέλη 1993.
3. Νίκος Μπακόλας, Η μεγάλη πλατεία, Εκδόσεις Κέδρος 1987.
4. Γ. Θ. Βαφόπουλος, Σελίδες αυτοβιογραφίας, Εκδόσεις Εστία 1970.
5. Γρηγόριος Δαφνής, Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων, Εκδόσεις Ίκαρος 1955.


Τετάρτη, 19 Μαΐου 2021

"Τραγούδια για την πυρκαγιά" του Juan Gabriel Vásquez

 

Στα εννιά διηγήματα που απαρτίζουν την συλλογή Τραγούδια για την πυρκαγιά, ο Juan Gabriel Vásquez έχει μια ενδιαφέρουσα ιδέα: να φέρει κοντά, ή πιο σωστά να μπλέξει μεταξύ τους την δημοσιογραφική με την λογοτεχνική προσέγγιση στην αφήγηση μιας ιστορίας. Το αποτέλεσμα είναι ακριβώς αυτό: στις ιστορίες του τα όρια μπερδεύονται, οι ισορροπίες ανατρέπονται για να επαναπροσδιοριστούν, οι λέξεις σχεδόν ξαναγεννιούνται.

Για όσους έχουμε διαβάσει κάθε σελίδα που έχει γράψει ο Márquez είναι δύσκολο, σχεδόν αδύνατο να μην μπούμε στον πειρασμό να αφουγκραστούμε τις επιρροές και να αναρωτηθούμε ποιες από αυτές κατέληξαν σε μίμηση και ποιες διέγραψαν τις δικές τους πορείες: στα Τραγούδια για την πυρκαγιά οι φωνές ευτυχώς βρίσκονται σε αρμονία. Και δεν υπάρχει καμία πιθανότητα να έχει κανείς γεννηθεί και να γράφει σ’ εκείνη την γωνιά του πλανήτη και να μην έχει επηρεαστεί από τον Gabo, ας το θεωρήσουμε δεδομένο και ας πάμε παραπέρα.

Ο Vásquez αποδεικνύει εδώ πως οι αφηγηματικές τεχνικές δεν χρειάζεται να είναι ξεκάθαρες για να λειτουργήσουν. Για την ακρίβεια στα διηγήματα που απαρτίζουν αυτή τη συλλογή, η αφηγηματικότητα κινείται στην κόψη των ισορροπιών και το αποτέλεσμα τον δικαιώνει: κανένα κείμενο δεν μοιάζει με το άλλο παρόλο που το σημείο εκκίνησης είναι συχνά το ίδιο, και όσο για το τελικό twist που είναι σταθερά παρόν, είναι γεγονός ότι ανατρέπει όχι μόνο την ιστορία αλλά και την όποια αντίληψη έχει εδραιωθεί σε ό,τι αφορά τους ήρωες. Είναι αυτό που πέρα από αφηγηματικός μοχλός, γίνεται και καταλύτης για την ερμηνεία ανθρώπων και καταστάσεων. Βαθιά, ολοκληρωτικά σχεδόν ανθρωποκεντρικού χαρακτήρα, τα διηγήματα του Vásquez ανεβάζουν στη σκηνή ανθρώπους οι οποίοι, αφού διαγράψουν μια σύντομη πορεία στις λίγες σελίδες του διηγήματος, θα συνεχίσουν την περιπλάνησή τους στις ατέλειωτες εκτάσεις της Κολομβίας.

Σε αρκετά από τα διηγήματα, μπλέκονται μεταξύ τους περισσότερες από μία ιστορίες που εναλλάσσονται απροειδοποίητα μηδενίζοντας έτσι τον χρόνο, και οι πρωταγωνιστές τους αποκτούν περισσότερες από μία εκφάνσεις και τελικά περισσότερες από μία ζωές. Αν το ερώτημα είναι πώς συντρίβεται ο χρόνος ανάμεσα στις μυλόπετρες του πόνου και της απώλειας, ίσως να μην υπάρχει απάντηση. Ίσως πάλι η απάντηση να βαραίνει τελικά τον αναγνώστη, ο Vásquez δεν δίνει πάρα μόνο όσα χρειάζονται: η πληροφορία είναι μετρημένη και τα συναισθήματα δοσμένα σε ένα παιχνίδι αντανακλάσεων.

(…) Η δεύτερη αρχή αυτής της ιστορίας που έχει πολλές αρχές ή που ο μίτος της βγαίνει από διάφορα κουβάρια, συμβαίνει δύο χρόνια μετά την πρώτη.[1](…)

Οι εναλλαγές ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι αποκτούν αφηγηματική ισχύ, μετατρέπονται από σκηνικό σε κάτι σχεδόν έμψυχο, με παλμό και παρουσία: και οι ήρωες έχουν όχι μόνο κάπου να πάνε αλλά και κάπου να παρηγορηθούν. Ο Vásquez δεν ξορκίζει τη μοναξιά, για την ακρίβεια δεν το επιχειρεί καν. Οι άνθρωποι διαγράφουν μοναχικές πορείες και αυτό είναι ένα γεγονός de facto που ουδόλως επηρεάζει την όποια έκβαση. Ούτε και δικαιολογεί κανέναν άλλωστε. Στο «Αεροδρόμιο»[2], το πλέον αυτοβιογραφικό όλων, ο συγγραφέας ξετυλίγει ένα μάλλον πρόσφατο παρελθόν με μια ελάχιστα πικρή αποστασιοποίηση. Φτιάχνει μια ιστορία ή διηγείται μια υπάρχουσα, με τον εαυτό του πρωταγωνιστή και αφηγητή ταυτόχρονα, χωρίς τον παραμικρό στόμφο και με έναν ήσυχο, αυτονόητο σχεδόν, σεβασμό στην -δημοσιογραφική- πραγματικότητα. Μια μυθοπλασία που μπορεί τελικά να μην είναι μία.

Στην πραγματικότητα, δεν είναι μία, αλλά πολλές ιστορίες ή, έστω, μία ιστορία με πολλές αρχές, αν και με ένα μόνο τέλος. Και πρέπει να τις πω όλες, όλες τις αρχές ή όλες τις ιστορίες, και να μην μου ξεφύγει καμία, γιατί η αλήθεια μπορεί να βρίσκεται σε οποιαδήποτε απ’ αυτές, η συνεσταλμένη αλήθεια που ψάχνω μέσα σ’ αυτά τα παράφορα γεγονότα.[3]

Δεν λείπει η βία ούτε στα γεγονότα ούτε στα συναισθήματα, το αντίθετο μάλιστα. Είναι εκεί και παραμένει καταλυτικά παρούσα, με όλες τις συνέπειες και το κυριότερο, με όλο τον φόβο. Όχι όμως ως απειλή, και αυτό είναι το πλέον παράδοξο, αλλά ως συστημική βάση και κατά συνέπεια ως αναπόσπαστο μέρος της όποιας καθημερινότητας. Έχει αυτουργούς φυσικούς και ηθικούς που είναι γνωστοί σε όλους, και διαγράφει συχνά παράλληλη πορεία με τους ήρωες. Στις περιπτώσεις που συναντιούνται η αναμέτρηση ισοπεδώνει, οι ήρωες εκμηδενίζονται, η ζωή ξαναπαίρνει το δρόμο της. Ο ρόλος του αφηγητή είναι η αποφυγή λησμονιάς, η νίκη κόντρα στη λήθη, την επανάληψη, την αποδοχή. Και για να το επιτύχει αυτό, επικεντρώνεται στην απογύμνωση: εκθέτει ανθρώπους και συγκινήσεις, συναισθήματα εγκατάλειψης και απουσίας στην πλέον ωμή τους εκδοχή, για να έρθει το τελικό twist και να ανατρέψει όλες τις σταθερές και όλα τα πατήματα, τόσο του ήρωα όσο και του αναγνώστη. Στο τέλος η ετυμηγορία θα έρθει χωρίς συμπόνια, μόνο με απόλυτο σεβασμό.

Χρειάζεται να γίνει ιδιαίτερη μνεία στο ομότιτλο διήγημα που κλείνει τη συλλογή, και αυτό όχι μόνο επειδή είναι ένα εξαιρετικό κείμενο, με το αδιαμφισβήτητο ταλέντο του συγγραφέα να ξεδιπλώνεται και να γεμίζει τον χώρο, αλλά για καθεμία από τις παραμέτρους που το απαρτίζουν, για την αρτιότητα της σκέψης, της δομής και της εκτέλεσης, και τελικά για την βαθιά και σπάνια συμπόνια που επιτρέπει και εξασφαλίζει την συνέχεια. Είναι γραμμένο με όσες ακριβώς λέξεις χρειάζεται, ούτε μία παραπάνω. Και ο φόβος, αυτός που πραγματικά υπήρξε, αλλά και ο άλλος, αυτόν που θα περίμενε κανείς να συναντήσει στα συνήθη μέρη και στις κλασικές κρυψώνες, αλλά που τελικά λείπει. Και στον χώρο που θα καταλάμβανε αν υπήρχε, κυριαρχεί ένα υπέροχο, τρομερό κενό. Το απόλυτα ενδιαφέρον σημείο είναι ότι αυτό το κενό έχει αποδοθεί λεκτικά και συγκινησιακά, ο συγγραφέας έχει επιτύχει να αποτυπώσει την απουσία του ως εικόνα. Όχι να την αναφέρει και να τον πιστέψουμε, αλλά να δούμε αυτό που θα μπορούσε να είναι εκεί χωρίς να είναι. Την απουσία του φόβου, την έλλειψή του. Και στον αντίποδα, η δύναμη μιας γυναίκας που πίστευε στον εαυτό της, τον εμφανή αλλά και τον εσωτερικό, στην αδιαφιλονίκητη ισχύ του κράματος που την αποτελούσε. Έτσι ώστε να αρχίσει να σκιαγραφείται ένα μέλλον.

Κρις Λιβανίου



[1] Juan Gabriel Vásquez, Τραγούδια για την πυρκαγιά, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα, 2020, σελ. 207.

[2] σελ. 117.

[3] σελ. 191.

Δευτέρα, 17 Μαΐου 2021

Το ποίημα της Δευτέρας: "Επιστροφή" του Κώστα Στεφανόπουλου

 



Επιστροφή


Ίσκιος μοναχικού πανιού
σε ήρεμα νερά νησιού
και γέλια του μικρού παιδιού
που στη μνήμη παραμένουν,
πριν της ζωής το σούρουπο,
σαν σκιές σ' έναν καθρέφτη.
Θ' ανταμώσουμε στην όχτη
του μακρινού μας ουρανού.


Κώστας Στεφανόπουλος
Από τη συλλογή του Αειναύτες της ψυχής και του ανέμου


Παρασκευή, 14 Μαΐου 2021

"Ανθρώπινο δικαίωμα" του Χαρίλαου Νικολαΐδη

Εντάξει, θα είμαι ειλικρινής. Όταν άνοιξα το βιβλίο, μου έπεσε το σαγόνι. Στίχος και λέξη (ή δύο, το πολύ τρεις λέξεις στον στίχο) σε ένα ολόκληρο βιβλίο είναι κάτι που δεν έχω ξαναδεί. Οφείλω να αναγνωρίσω ότι δημιουργεί μια αποτελεσματική πρώτη εντύπωση, την οποία κατόπιν έρχεται να στηρίξει - και με το παραπάνω - το περιεχόμενο των ποιημάτων.

Τα ποιήματα λοιπόν είναι γεμάτα από υπαρξιακές προεκτάσεις που ενίοτε απηχούν αρχαίες κοσμοθεωρίες, όπως το αυγό του κόσμου στο ποίημα "καταγωγή". Μια από τις μεγάλες δυνάμεις του Νικολαΐδη άλλωστε είναι ότι μπορεί και μεταμορφώνει το ατομικό σε υπόθεση όχι απλά συλλογική, αλλά κοσμική:

Από
παιδί

ήμουν
το σύμπαν

που έμενε
μόνο του

στο
διάλειμμα.
(απόσπασμα από το ποίημα "ταυτότητα").

Σε αυτό βοηθούν και οι ανατροπές, ένας αγαπημένος τρόπος του ποιητή, όπως έχουμε δει και στις προηγούμενες δύο συλλογές του. Στο ποίημα "ενημέρωση" δύο νέοι άνθρωποι πεθαίνουν σε ένα τροχαίο επειδή "παραβίασαν/ το όριο ταχύτητας/ βγήκαν/ απ' τις ράγες". Αντί όμως ο θάνατός τους να προκαλέσει θρήνο, προκαλεί καχυποψία, αφού: 

Θεωρούνται
πλέον

εξαιρετικά
επικίνδυνοι.

Αυτή η αναπάντεχη κατάληξη του ποιήματος δεν ξαφνιάζει απλώς: δίνει μια εικόνα του κόσμου μας, μια εικόνα της ανηλεότητας και της απανθρωπιάς που τον χαρακτηρίζει. Το θέμα του ποιήματος λοιπόν (ο θάνατος δύο νέων ανθρώπων) γίνεται τελικά ένα κάτοπτρο μέσα στο οποίο καθρεφτίζεται ο κόσμος μέσα στον οποίο ζούμε.

Η εικόνα αυτή εντείνεται στο αμέσως επόμενο ποίημα που έχει τίτλο "πατρίδα" και στο οποίο βλέπουμε τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη να ανταλλάσσουν ένα τρυφερό φιλί αφού έχουν βυθίσει όλα τα καράβια που προσπάθησαν να τις διασχίσουν. Πέρα από το οξύμωρο που περιέχει, το ποίημα είναι αυτο-επεξηγηματικό, αφού ο Χαρίλαος είναι από τα Ελληνόπουλα που έφυγαν στο εξωτερικό κι εκεί πια ζει: το να παρουσιάζει την πατρίδα του σαν τα δύο μυθικά τέρατα που συνθλίβουν οτιδήποτε προσπαθεί να προχωρήσει, αντηχεί την απογοήτευσή του για τον τρόπο που γίνονται τα πράγματα εδώ.

Παρ' όλα αυτά, η πατρίδα δεν ξεριζώνεται. Έτσι, στο ποίημα "υποχρέωση σεβασμού των δικαιωμάτων", ο ίδιος ταυτίζεται μαζί της:

Κοίτα 
εμένα

όχι 
τον 

χάρτη.

Αν με 
περιδιαβείς

θα 
βρεις

τα ίδια
σύνορα.

Και όταν απλώνει τα χέρια στο ποίημα "προσωπική ελευθερία και ασφάλεια":

Μεγαλώνει

ο
κύκλος

που με
περιέχει.

Το σχήμα μας φαίνεται να αλλάζει τον κόσμο μας. Τα απλωμένα χέρια (άραγε απλώνονται για να αγκαλιάσουν; επειδή αγαλλιάζουν;) μεγαλώνουν το περίγραμμά μας άρα και τον κόσμο γύρω μας. Απλώνουμε τα χέρια όταν νιώθουμε ασφάλεια και εμπιστοσύνη. Όταν νιώθουμε ότι αγαπάμε και μας αγαπούν. Τότε νιώθουμε ήρεμοι και ελεύθεροι να εκφραστούμε:

ελευθερία έκφρασης

Κρεμάω
το

κουβάρι
για

στολίδι

στην 
εξώπορτα.

Βγαίνω
αρχίζω

να 
ξετυλίγομαι.

Το μέσα γίνεται επέκταση του έξω και μαζί αποτελούν ένα αξεδιάλυτο σύνολο. Δεν είναι αλήθεια; Δεν θα υπερέβαλλα, πιστεύω, αν έλεγα ότι το "Ανθρώπινο δικαίωμα" του Νικολαΐδη κάνει καλό στην ψυχή. Διαβάστε το!


Χριστίνα Λιναρδάκη

Τετάρτη, 12 Μαΐου 2021

"Αύριο θα μας λένε αλλιώς" του Πατρίτσιο Προν

Γιατί δυο άνθρωποι που αγαπιούνται χωρίζουν μετά από πέντε χρόνια συμβίωσης και μάλιστα κλαίγοντας ο ένας στην αγκαλιά του άλλου; Και πώς η περιρρέουσα ατμόσφαιρα της σύγχρονης εποχής επηρεάζει τον έρωτα; Το μυθιστόρημά του Πατρίσιο Προν Αύριο θα μας λένε αλλιώς έχει σαν θέμα ένα ερωτευμένο ζευγάρι και τον παράδοξο χωρισμό του που συμβαίνει για αδιευκρίνιστους λόγους. Με αφετηρία τη στιγμή του χωρισμού, ο συγγραφέας καταγράφει τις διαφορετικές ζωές δυο ανθρώπων που τους συνδέει ακόμα η αγάπη και οι κοινές αναμνήσεις, και μας συστήνει τον έναν μέσα από τα μάτια του άλλου. Η αφήγηση κινείται σε παρόντα χρόνο, κάνοντας παράλληλα συνεχείς αναδρομές στο παρελθόν της σχέσης που δίνουν βάθος και ποιητικότητα στο κείμενο.

Εκείνος και Εκείνη ζουν και εργάζονται στη Μαδρίτη και ηλικιακά πλησιάζουν τα σαράντα. Εκείνος είναι συγγραφέας δοκιμίων και περνάει τις περισσότερες ώρες του διαβάζοντας και γράφοντας στο καταφύγιό τους· ένα διαμέρισμα που από τα παράθυρά του μπορεί κανείς να βλέπει τους πολυσύχναστους δρόμους της πόλης και τον ήλιο να αντανακλάται στις ταράτσες των σπιτιών, αλλά και τα ελικόπτερα της αστυνομίας που περιπολούν τον ουρανό της, από τότε που συνέβη μια τρομοκρατική επίθεση. Εκείνη είναι αρχιτέκτονας, εργάζεται σε ένα αρχιτεκτονικό γραφείο και ταξιδεύει συχνά σε άλλες πόλεις και άλλες χώρες, φωτογραφίζοντας κτίρια που παρουσιάζουν αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον. Ανήκουν στους τυχερούς ανθρώπους της γενιάς τους που οι δουλειές τους τούς διασφαλίζουν απέναντι στις ασυνέχειες της επαγγελματικής ζωής στη Μαδρίτη και τους παρέχουν τη δυνατότητα να βρουν ένα διαμέρισμα όπου θα μπορούσαν να δουν τους εαυτούς τους να μένουν εκεί για πάντα...

Όταν την είχε πρωτογνωρίσει, Εκείνος είχε θαυμάσει την πρωτοτυπία των αρχιτεκτονικών σχεδίων της. Ωστόσο εκείνα τα σχέδια δεν έμελλε ποτέ να υλοποιηθούν όπως τα είχε σχεδιάσει Εκείνη, όπως και τα σχέδια που θα έκανε αργότερα, μέσα στα επόμενα χρόνια. Οι εργοδότες της, άνδρες μεγαλύτεροι στην ηλικία και καταξιωμένοι αρχιτέκτονες θα τα άλλαζαν πάντα, έτσι ώστε να αποκτούν τη δική τους σφραγίδα, εξαφανίζοντας την πρωτοτυπία της δουλειάς της. Πώς ζούσε Εκείνη με αυτό; Είχε αναρωτηθεί συχνά Εκείνος, χωρίς να το έχει συζητήσει αρκετά μαζί της. Από την άλλη πλευρά, Εκείνος είχε αρχίσει να καταξιώνεται ως συγγραφέας στο χώρο του. Ο Προν αφήνει εδώ αιχμές για την εκμετάλλευση των νέων και ειδικότερα των γυναικών στον εργασιακό χώρο.

Όταν είχαν πρωτογνωριστεί, οι συζητήσεις τους ήταν ζωηρές και ενδιαφέρουσες, θυμόταν Εκείνη, αλλά με τον καιρό, ένα είδος ιδιωτικού ιδιολέκτου είχε δημιουργηθεί ανάμεσά τους και δεν χρειαζόταν πια να μιλάνε παρά ελάχιστα. Μια αδιόρατη αποξένωση είχε εγκατασταθεί ανάμεσά τους, που προερχόταν ίσως από μια μορφή αδικίας που υφίστατο Εκείνη και έριχνε τη σκιά της στη σχέση τους, χωρίς να την αναφέρουν ποτέ. Κατά τη διάρκεια μιας συζήτησης, Εκείνος θα αναφέρει τυχαία ότι έχει αποκλείσει την ιδέα να κάνει παιδί καιρό πριν τη γνωρίσει, χωρίς να ρωτήσει πώς ένιωθε Εκείνη με αυτό. Όταν, σε μια άλλη στιγμή, Εκείνη τον ρώτησε πώς έβλεπε το κοινό τους μέλλον, της απάντησε ότι δεν ήθελε να αλλάξει τίποτα στη ζωή τους, απλώς θα περνούσε ο χρόνος και θα γερνούσαν μαζί.

Ίσως τότε Εκείνη να ένιωσε για πρώτη φορά ένα συναίσθημα ασφυξίας να την κατακλύζει. Η αγάπη τους υπήρχε και ήταν δυνατή, αλλά στα μάτια της Εκείνος τώρα φαινόταν σαν ένας άνδρας που αρνείται να μεγαλώσει και να αναλάβει τις ευθύνες της ενήλικης ζωής του, ένας άνδρας που ήθελε να παραμείνει παιδί. Ακόμα και η απόφασή του να γίνει συγγραφέας, τώρα έμοιαζε στα μάτια της σαν παράταση αυτής της παιδικής επιθυμίας για προστασία και απομόνωση, το παιχνίδι ενός παιδιού που έχει τη χαρά να εφευρίσκει πράγματα και μετά να κάνει και τους άλλους να τα πιστεύουν. Εκείνη ήξερε ότι, εάν το σχολίαζε, Εκείνος θα απαντούσε ότι όλα όσα κάνουμε στην ενήλικη ζωή μας είναι παράταση ή αποτέλεσμα αυτού που ήμασταν παιδιά...

Ο χωρισμός τους έρχεται ξαφνικά μαζί με ένα μικρό πουλί που μπαίνει από το ανοιχτό παράθυρο στο καθιστικό τους και πέφτει νεκρό, αφού πρώτα χτυπηθεί απεγνωσμένα στους τοίχους, προσπαθώντας να βρει το άνοιγμα που Εκείνος έφραζε άθελά του με το σώμα του. Το συμβάν ήταν για Εκείνη ένας οιωνός, η έκφραση του αδιεξόδου που βίωνε τόσο καιρό μέσα της, σάμπως Εκείνος άθελά του να της έφραζε την έξοδο προς την αληθινή ζωή. Αργότερα, την ίδια μέρα του ανακοινώνει, αυτό που προσπαθούσε από καιρό να του πει αλλά δεν έβρισκε τα λόγια ή το θάρρος, ότι θέλει να χωρίσουν...

Ο χωρισμός τους αφήνει και τους δυο διαλυμένους. Ωστόσο Εκείνη φεύγει και κοιτάει μπροστά....Μαζί της χάνεται και όλος αυτός ο οικείος κόσμος των ψιθύρων και των μικρών αστείων που είχαν δημιουργήσει και ήταν το καταφύγιό τους, απέναντι σε ένα παρόν που πότιζε τα πάντα... Εκείνος μένει πίσω και προσπαθεί να καταλάβει τους λόγους που την έκαναν να φύγει, κάνοντας μια αναδρομή στις αναμνήσεις του, σε αυτό που υπήρξε η κοινή τους ζωή για να εντοπίσει το σημείο ρήξης και να την πείσει να γυρίσει κοντά του.

...Μερικές φορές είχε την εντύπωση, από τη ρήξη τους και μετά, πως οι προσπάθειές του να καταλάβει αυτό τον χωρισμό και να τον αποδεχθεί ―που τον υποχρέωναν να επιστρέφει σε λεπτομέρειες της ιστορίας τους όπως αυτή― τον έκαναν να μοιάζει με ιατροδικαστή, κάποιον που προσπαθούσε να κάνει ένα νεκρό σώμα να «μιλήσει»· ίσως σε κάθε ερωτική ιστορία κατέληγε να γίνει έρευνα ή καλύτερα νεκροψία...

Ο Πατρίσιο Προν αποκαλύπτει τις διαφορές της γυναικείας και της ανδρικής ψυχής και ρίχνει φως στους βαθύτερους λόγους που διαλύθηκε μια ερωτική σχέση με προοπτική ζωής και μαζί τη διαβρωτική επιρροή που ασκεί στον έρωτα η πραγματικότητα της σημερινής εποχής. Ο συγγραφέας παρουσιάζει την ηρωίδα του δυναμική και επαναστατημένη, να ξέρει τι θέλει από τη ζωή και να μπορεί να το διεκδικήσει, δείχνει να υπερασπίζεται περισσότερο τη γυναικεία οπτική για τις σχέσεις και για τον κόσμο.

Θα κοπεί άραγε κάποια στιγμή ο ομφάλιος λώρος του έρωτα που τους ενώνει ακόμα ψυχικά, ή κάποτε θα ξανασυναντηθούν οι δρόμοι τους; Σε αυτό το κομμάτι θα παίξει πλέον ρόλο η τύχη και η μοίρα που καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τη ζωή των ανθρώπων. Ένα μικρό γλίστρημα και ο ομφάλιος λώρος που τους ενώνει ακόμα μπορεί να σπάσει για πάντα.

Παρακολουθούμε τώρα Εκείνον και Εκείνη να χάνονται μέσα στη δίνη της ζωής, να πλαισιώνονται από φίλες και φίλους που οι σύντομες ερωτικές τους ιστορίες τούς αφήνουν μετά από ένα διάστημα μόνους. Είναι η γενιά του Tinder, άνθρωποι που πειραματίζονται με τις σχέσεις και εξαλείφουν ο ένας τον άλλον με μια απλή κίνηση και σχεδόν όλοι καταλήγουν απογοητευμένοι και πληγωμένοι. Οι διευρυμένες δυνατότητες που υπόσχεται το διαδίκτυο για νέες γνωριμίες και σχέσεις, αποδεικνύονται του σωρού. Η τυποποιημένη γλώσσα που έχουν υιοθετήσει και οι φράσεις κλισέ, κάνουν τη συνομιλία να χάνει κάθε ουσία και βάθος. Παλιά στερεότυπα και προκαταλήψεις αναβιώνουν στις σχέσεις, μέσα από τα νέα ονόματα που τους δίνουν οι χρήστες, ενώ οι λέξεις έρωτας και αγάπη έχουν εξοβελιστεί από το λεξιλόγιό τους ως παλιομοδίτικες, παρότι κατά βάθος είναι το μόνο που αναζητούν. Επιπλέον, η προσφορά είναι τόσο συντριπτική που οποιαδήποτε επιλογή μοιάζει εκ των προτέρων λανθασμένη. Πίσω τους κρύβεται η τεράστια οικονομική δύναμη που έχουν αποκτήσει οι εταιρείες των τηλεπικοινωνιών, μια από τις πολλές εκφάνσεις ενός συστήματος που έχει ως μοναδικό σκοπό τη μεγιστοποίηση του κέρδους και προβάλλει τον άνθρωπο ως ένα ακόμα καταναλωτικό προϊόν. Το να βρεις μια αληθινή σχέση που να δημιουργήθηκε στο διαδίκτυο είναι τόσο πιθανό όσο και το να συναντήσεις μονόκερο, σχολιάζει σε κάποια στιγμή Εκείνη. Εκείνος και Εκείνη είχαν υπάρξει μονόκεροι, ο έρωτάς τους ήταν αυτό το σπάνιο είδος προς εξαφάνιση στη σημερινή εποχή.

Ο συγγραφέας ξεδιπλώνει καρέ-καρέ τις συνήθειες της εποχής και ασκεί δριμεία κριτική στη γενιά του που παρασύρεται χωρίς κριτική σκέψη από το θάμπος της νέας τεχνολογίας και χάνει τη μεγάλη εικόνα. Προσπαθεί να θυμηθεί πότε ήταν η τελευταία επαναστατημένη γενιά... Ακόμα και ο κόσμος των εκδόσεων στρεφόταν τώρα προς τα εμπορικά βιβλία και απέρριπτε την πρωτοτυπία και την ιδιαιτερότητα της καλής λογοτεχνίας, αν δεν ήταν εμπορική. Η εποχή που η τέχνη και η λογοτεχνία ήταν ένας τρόπος να κατοικηθεί ο κόσμος έχει προ πολλού παρέλθει...

Στη γραφή του Προν υπάρχει ένας υποδόριος ρομαντισμός, μια νοσταλγία για τις αυθεντικές αξίες που χάνονται. Έτσι δημιουργείται μια ατμόσφαιρα αγωνίας, μια άμεση ανάγκη να ανευρεθεί και να διασωθεί κάτι που είναι άκρως πολύτιμο και κινδυνεύει να πεθάνει για πάντα· ο έρωτας και η ποίηση χάνονται από τον κόσμο και ο κόσμος φαίνεται να χάνει την ομορφιά του. Όλα έχουν μια τραγικότητα που περνά απαρατήρητη, ασχολίαστη: το χάσμα της επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων, ο μολυσμένος αέρας με σκόνη και μόρια καπνού που κατά περιόδους προκαλεί ασφυξία στους κατοίκους της πόλης, δέντρα με σαθρές ρίζες που κινδυνεύουν να πέσουν με την πρώτη καταιγίδα γιατί το χώμα που τα κρατάει είναι λεπτό και από κάτω υπάρχουν μόνο σκουπίδια, η πνευματική και η οικονομική κρίση που έχει σαν αποτέλεσμα το κλείσιμο μαγαζιών και βιβλιοπωλείων, τα ελικόπτερα της αστυνομίας που περιπολούν τον ουρανό της πόλης και ο ολοκληρωτισμός που επιβάλλεται στο όνομα της ασφάλειας, με αφορμή τον φόβο που έχουν προκαλέσει οι τρομοκρατικές επιθέσεις στην Ευρώπη. Και όλα αυτά συνυπάρχουν μαζί με τα τεράστια επιτεύγματα του ανθρώπου στον τομέα της τεχνολογίας, που δίνει τη δυνατότητα στους ανθρώπους να βρίσκονται μέσα σε λίγες ώρες στην άλλη άκρη του κόσμου, να επικοινωνούν μέσα σε λίγες στιγμές με ανθρώπους που βρίσκονται στην άλλη άκρη της γης...

Στο κείμενό του Προν υπάρχουν συμβολισμοί τόσο διακριτικοί που γίνονται σχεδόν αόρατοι, καθώς χάνονται μέσα στην καθημερινότητα που περιγράφει. Τους προσπερνάς χωρίς να τους αντιληφθείς, αλλά μετά, όταν ολόκληρη η εικόνα επιστρέφει στο μυαλό, θυμίζουν αόριστα ένα παραμύθι ή ένα πίνακα ζωγραφικής που συμβολίζουν από μόνα τους κάτι και δίνουν βάθος στο κείμενο. Όπως όταν Εκείνος αποφασίζει να κόψει τις μισές σελίδες των βιβλίων τους, μία παρά μία, αφήνοντας τα μισά, χωρίς να βγάζουν νόημα, όπως το νόημα της ζωής τους που χάθηκε μετά το χωρισμό, ή όταν οι δυο τους διασχίζουν ένα μικρό δάσος κατά τη διάρκεια μιας καταιγίδας που θυμίζει το παραμύθι των Γκριμ, τον Χάνσελ και τη Γκρέτελ κάτω από έναν απειλητικό ουρανό. Το ότι δεν έχει δώσει ονόματα στους ήρωές του θα μπορούσε να είναι ένας ακόμα συμβολισμός· μέσα από αυτούς αναδύεται το διαχρονικό εκείνο λογοτεχνικό ζευγάρι που ο έρωτάς του απειλείται από τις συνθήκες της κάθε εποχής.

Μέσα στους επόμενους μήνες από τον χωρισμό τους, τα γεγονότα θα έχουν κάνει τον κύκλο τους και οι ήρωές του θα έχουν χάσει τις ψευδαισθήσεις τους. Όταν κάποια στιγμή συναντηθούν τυχαία μετά από μήνες σε μια καφετέρια στην παλιά γειτονιά τους, Εκείνος θα διαπιστώσει ότι η ζωή Εκείνης έχει πάρει μια νέα τροπή και ότι και η ίδια έχει αλλάξει και δείχνει ευχαριστημένη με αυτό. Εκείνος πάλι έχει βρει μόνος του και, δίχως να το έχει σκοπό, ένα είδος νηφαλιότητας στην οποία Εκείνη ήλπιζε για χρόνια δίχως να ξέρει πώς να την ορίσει και τι όνομα να της δώσει. Η νέα κατάσταση των πραγμάτων θα αλλάξει τη ζωή τους και θα δώσει άλλη τροπή στη σχέση τους. Την επαύριον, οι ήρωές του Προν θα λέγονται αλλιώς και ο αναγνώστης καλείται να ανακαλύψει το νέο τους όνομα.

Κατερίνα Τσιτσεκλή
 

* Ο Πατρίσιο Προν γεννήθηκε στο Ροσάριο της Αργεντινής το 1975 και σήμερα ζει και εργάζεται ως κριτικός λογοτεχνίας και συγγραφέας στη Μαδρίτη. Το έργο του έχει μεταφραστεί σε περισσότερες από οκτώ γλώσσες και έχει τιμηθεί με πολλές διακρίσεις. Το 2019 απέσπασε το Βραβείο Alfaguara καλύτερου μυθιστορήματος για το βιβλίο του Αύριο θα μας λένε αλλιώς.

 

Δευτέρα, 10 Μαΐου 2021

Το ποίημα της Δευτέρας: "Δάκρυα οργής" του Νίκου Σουβατζή




Δάκρυα οργής

Πριν γίνει ποίημα
ήταν ένα άγριο άλογο
στην απέραντη στέπα
Πριν γίνει ποίημα
ήταν ένας ανυπότακτος λύκος
στο χιονισμένο δάσος

Πριν γίνει ποίημα
ήταν μια σελίδα
από ημερολόγιο
επαναστατικού πολέμου
Πριν γίνει ποίημα
ήταν αετοφωλιά
σε απόκρημνο γκρεμό

Πριν γίνει ποίημα
ήταν άνεμος
σε πανιά πυρπολικού
Πριν γίνει ποίημα
ήταν δάκρυα οργής
στα μάτια του ποιητή


Νίκος Σουβατζής
από την ποιητική συλλογή του Ανατολική περίπολος