Τετάρτη, 21 Απριλίου 2021

«Οίμοι, λέγουσα» της Αγγελικής Σιδηρά

Η παραπομπή του τίτλου της συλλογής στο Δοξαστικό των Αποστίχων της Κασσιανής προϊδεάζει τον αναγνώστη για το βάθος του πόνου που θα αντικρίσει, διαβάζοντας τη συλλογή. Παλιά πίστευα πως ο θάνατος είναι απλώς συνέχεια της ζωής, έχοντας χάσει τη μητέρα μου προτού ακόμα κλείσω διψήφιο αριθμό γενεθλίων και μια δεκαετία μετά τον παππού και τη γιαγιά μου, οι οποίοι πρακτικά με μεγάλωναν – και αφού είχα επιζήσει από όλα αυτά. Όταν όμως απέκτησα η ίδια παιδιά, με τρόμο συνειδητοποίησα ότι ο θάνατος που είναι πραγματικά αβάσταχτος είναι ο πιθανός θάνατος ενός από τα παιδιά σου.

Για έναν τέτοιο θάνατο μιλά η Αγγελική Σιδηρά στο «Οίμοι, λέγουσα», συγκεκριμένα τον θάνατο του γιου της. Όσοι τη γνωρίζουμε προσωπικά, ξέρουμε πόσο της έχει στοιχίσει, πώς έχει μετατραπεί η ίδια σε φάντασμα, πώς προσπαθεί με την τέχνη της να ξορκίσει την οδύνη. Γιατί αυτό είναι και τούτη η συλλογή: μια προσπάθεια να εκφράσει λίγο από τον πόνο που κάνει την καθημερινότητά της έναν αβάσταχτο Γολγοθά.

Όμως η Σιδηρά είναι εξαιρετική ποιήτρια. Κατά τη γνώμη μου δεν έχει τιμηθεί όσο της αξίζει, καθώς δεν έχει σε τίποτα να ζηλέψει άλλες ποιήτριες και άλλους ποιητές της γενιάς της που βρήκαν μεγαλύτερη αναγνώριση από την Πολιτεία και το κοινό. Και επειδή ακριβώς είναι εξαιρετική ποιήτρια, κατορθώνει να μιλήσει για τον πόνο της κάνοντας το προσωπικό της βίωμα διάφανο και αναγάγοντάς το σε κάτι πανανθρώπινο και οικουμενικό. Η μητέρα που θρηνεί είναι άλλωστε ένα από τα αρχέτυπα που έχουν ενσωματωθεί στην κουλτούρα όλων των σύγχρονων λαών – και όχι μόνο μέσω της θρησκείας. Και πώς αλλιώς, δύο παγκόσμιους πολέμους μετά;

Ας επιστρέψουμε όμως στη συλλογή. Ο πόνος, ειδικά όταν είναι βαθύς, είναι δύσκολο να εκφραστεί, επειδή νεκρώνει ένα μεγάλο κομμάτι της ψυχής. Το ξέρει αυτό η ποιήτρια, γι’ αυτό και γράφει:

Κι όσο για την ψυχή μου;
Οι λυγμοί της σκάβουνε
τα σπλάχνα μου. Χτίζουν εντός μου
σταλακτίτες, σταλαγμίτες.

Μεταμορφώνομαι αργά αργά
Σε πέτρα.

(«Μετάλλαξη», απόσπασμα)

Όμως εξακολουθεί να διαπερνά το καθετί. Ειδικά ο πόνος που βλασταίνει από το άδικο μιας στιγμής και θρέφεται από την ανάμνηση. Διαποτίζει κάθε στιγμή, ακόμη και τις πιο χαρούμενες. Στο ποίημα «Τρίγωνα κάλαντα», η ποιήτρια μας δίνει την εικόνα του γιου της όπως τον θυμάται όταν έλεγε τα κάλαντα («η φωνή σου διαπερνά δεκάδες χρόνια»), για να δώσει αμέσως μετά την εικόνα των εγγονιών της που λένε τα κάλαντα και να καταλήξει:

Τρίγωνο ορθογώνιο η ζωή μου.
Η μια πλευρά της το μετά
Η άλλη το πριν
Και υποτείνουσα η άθλια στιγμή.

Με τέτοιου είδους λεκτικά σχήματα, που βασίζονται στο προσωπικό στοιχείο του βιώματος, αλλά συγχρόνως το υπερβαίνουν, καταφέρνει η ποιήτρια να γράψει ποιήματα που αφορούν τον καθένα.

Ο γιος της, ο Αλέξης της, καθρεφτίζεται στο πρόσωπο της εγγονής της, την οποία κάθεται και κοιτάζει όλη νύχτα:

Και τότε εκείνος ξαναζωντανεύει
Μάνα! μου λέει,
Είμ’ εδώ στο πρόσωπό της,
Στα μαλλιά, στα χέρια της.

Μάνα! μου ξαναλέει,
Δεν έφυγα. Μην κλαις!

(«Ομοιότης», απόσπασμα)

Όμως η εγγονή της η Τζωρτζίνα όπως και ο εγγονός της ο Θοδωρής, του οποίου δύο σκίτσα από διαφορετικές χρονικές στιγμές κοσμούν τη συλλογή, δίνουν αναπόφευκτα ερεθίσματα που μεγεθύνουν τον πόνο:

Αυτό που με πληγώνει
Είναι η άσπρη κόλλα
Που έδωσε πίσω η Τζωρτζίνα
Στη δασκάλα της
Όταν της βάλαν έκθεση με θέμα:
«Ο πατέρας μου».

(«Η έκθεση», απόσπασμα)

Η συντριβή είναι φυσικά διαρκής και ατελείωτη, και μένει ζωντανή με καθετί μικρό, όπως τον τρόπο που την προσφωνούν τα άλλα δύο παιδιά της: ο μικρότερος Κουλιώ («και ξαναγίνομαι μικρή κι εκείνος μεγαλώνει, ο προστάτης μου»), ο πιο μεγάλος «μαμά», όμως ο σκοτωμένος γιος ήταν ο μόνος που τη φώναζε «μάνα» και την ταύτιζε με τον υπέρτατό της ρόλο:

Τώρα ίσως καταλάβατε
γιατί θρηνώ. «Μάνα» ποτέ,
ποτέ δεν πρόκειται να ξανακούσω.

(«Προσφώνηση», απόσπασμα)

Η ποιήτρια φτάνει στο σημείο να παρακαλά για τον δικό της θάνατο:

Πίνω το χάπι μου:
Καλώς να ‘ρθείς, αγόρι μου.
Κλείνω τα μάτια μου
Και μ’ αγωνία σε προσμένω.

(«Ασυνέχεια», απόσπασμα).

Αν ο πόνος ήταν ένας χάρτης, η Αγγελική Σιδηρά θα είχε φτιάξει τον πιο λεπτομερή. Μέσα από τα 25 ποιήματα της συλλογής, μας δίνει το ακριβές της στίγμα, σκιαγραφώντας ταυτόχρονα μια ζωή σπαραγμένη από τον πόνο. Τι μένει, όταν μας εγκαταλείπει κάποιος πολύ αγαπημένος; Ένα αβάσταχτο κενό, αβάσταχτο όπως η μοναξιά που ακολουθεί.

Τα παιδιά που χάνονται κληροδοτούν έναν άλλον τύπο ορφάνιας στους γονείς τους. Είναι μια ορφάνια από την ανάποδη, το ίδιο όμως ανελέητη με την κανονική. Το ποίημα που ακολουθεί, με το οποίο θα κλείσω το σύντομο αυτό κείμενο, μιλά κι αυτό για ορφάνια:

ΤΟ ΧΡΥΣΟΨΑΡΟ

                         Στην Τζωρτζίνα

Έδωσε τ’ όνομά του στο χρυσόψαρο
Που της χαρίσανε. Αλέξης.
Σαν σήμερα θα γιόρταζες.
Ακυρωμένες οι βουβές ευχές μας
Ταράζουν τα στάσιμα νερά του ενυδρείου.
Το κορίτσι κολλάει
Το θλιμμένο προσωπάκι του στο τζάμι.
Τα μαλλιά της, χρυσή βροχή,
Διαψεύδουν την ορφάνια της
Και την υγρή εκείνη μοναξιά
Στον διακοσμημένο τάφο.
Αλέξη! φωνάζει στο χρυσόψαρο
Και ύστερα σιγά σιγά
Για να μην ακούσουμε οι άλλοι:
Χρόνια πολλά, μπαμπά μου! ψιθυρίζει.


Χριστίνα Λιναρδάκη


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου