Τετάρτη, 14 Απριλίου 2021

Η Άννα Κομνηνή κατά των Σταυροφόρων

Στις 12 Απριλίου 1204, οι Σταυροφόροι καταλαμβάνουν την Κωνσταντινούπολη σηματοδοτώντας την αρχή του τέλους της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Πολλά χρόνια πριν, η Άννα Κομνηνή τούς παρατηρούσε να έρχονται κατά σμήνη αναγκάζοντας τον πατέρα της Αλέξιο Κομνηνό να κινητοποιήσει όλες τις διαθέσιμες δυνάμεις που είχε:

Ποιος δεν θυμάται τα άπειρα εκείνα πλήθη των Κελτών που κατέκλυσαν τη βασιλεύουσα τότε που ξεσηκώθηκαν από τα μέρη τους κι όρμησαν στα δικά μας; Τότε εκείνος έπεσε σε πέλαγος φροντίδων αχανές: γνώριζε από καιρό ότι εκείνοι ονειρεύονταν τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία έβλεπε πως ήταν πλήθος μεγαλύτερο από την άμμο και τ’ άστρα ήξερε πως ολόκληρο το ρωμαϊκό στράτευμα δεν έφτανε ούτε στο πολλοστημόριο των δικών τους δυνάμεων. Ακόμα και να συγκεντρωνόταν όλο μαζί και πολύ περισσότερο που στο μεγαλύτερο μέρος τους ήταν διασπαρμένοι: άλλοι φρουρούσαν τις κοιλάδες της Σερβίας και τη Δαλματίας, άλλοι βρίσκονταν στον ίστρο φυλάγοντας τα σύνορα από τις επιδρομές των Κομάνων και των Δακών και πολλοί είχαν αναλάβει να φρουρούν το Δυρράχιο για να μην πέσει στα χέρια των Κελτών . Αυτά έβλεπε ο αυτοκράτορας και δόθηκε ολόκληρος στην αντιμετώπιση του προβλήματος βάζοντας όλα τα άλλα σε δεύτερη μοίρα.

Το κράτος των Βυζαντινών βρισκόταν σε δύσκολη θέση μετά την ήττα τους στο Ματζικέρτ (1071) από τους Σελτζούκους Τούρκους,  όταν ξεκίνησε από τα δυτικά, με παρακίνηση του Πάπα, η πρώτη Σταυροφορία (1096-1099). Η Άννα Κομνηνή, που περιφρονούσε βαθιά τους σταυροφόρους, γράφει στην Αλεξιάδα (μετάφραση Αλόης Σιδέρη, εκδόσεις Άγρα 1990):

Κάποιος Κέλτης, Πέτρος το όνομα, επονομαζόμενος Κουκούπετρος... κατόρθωσε να συγκεντρώσει από παντού τους Κέλτες που άρχισαν να καταφθάνουν καθένας από τα μέρη του με τα όπλα τους και τα άλογα τους κι όλη την άλλη πολεμική προπαρασκευή. Γεμάτοι ζήλο και ορμή πλημμύριζαν όλους τους δρόμους. Τους Κέλτες εκείνους στρατιώτες ακολουθούσαν άνθρωποι άοπλοι, πλήθος αμέτρητο σαν την άμμο και σαν τα’ άστρα με φοινικόκλαδα και σταυρούς στους ώμους, γυναίκες και παιδιά που είχαν εγκαταλείψει τα σπίτια τους. Ήταν σαν να ‘βλεπες ποτάμια να συρρέουν από παντού και, περνώντας ως επί το πλείστον από τη Δακία, να ορμάνε πανστρατιά στα δικά μας εδάφη
.

Το έργο της Άννας Κομνηνής (1083-1153) αποτελεί την πρώτη απόπειρα γυναίκας στην Ευρώπη να γράψει ιστορικό έργο. Μετά από μια αποτυχημένη προσπάθεια να πάρει τον θρόνο από τον αδερφό της Ιωάννη, εξορίστηκε στην Μονή της Κεχαριτωμένης στην Κωνσταντινούπολη όπου και έμεινε για μεγάλο χρονικό διάστημα μελετώντας τους αρχαίους συγγραφείς. Στον πρόλογο του βιβλίου της, φτιάχνει ένα πορτρέτο του εαυτού της και εξηγεί τον τρόπο με τον οποίο δούλεψε:

...εγώ η Άννα κόρη των βασιλέων Αλεξίου και Ειρήνης, πορφυρογέννητη και πορφυροθρεμμένη, όχι άμοιρη γραμμάτων, αλλά με σοβαρότατη σπουδή των ελληνικών, χωρίς να έχω παραμελήσει ούτε τη ρητορική και αφού διάβασα προσεκτικά τόσο τα έργα του Αριστοτέλη όσο και τους διαλόγους του Πλάτωνος και κόσμησα το πνεύμα μου με τα μαθηματικά, την αστρονομία και τη μουσική... γι' αυτό και θέλω με το σύγγραμμα μου αυτό, να εξιστορήσω τα έργα του πατέρα μου...

Όλο το ιστορικό υλικό που έχω συλλέξει, ας είναι μάρτυς μου ο Θεός και η υπερκόσμιος μήτηρ αυτού και δική μου δέσποινα – το μάζεψα από ορισμένα ασήμαντα κείμενα γραμμένα χωρίς καμιά φιλοδοξία ύφους από κάποιους γέροντες που είχαν χρηματίσει στρατιώτες τον καιρό που ο πατέρας μου κρατούσε τα σκήπτρα των Ρωμαίων κι αργότερα είχαν εγκαταλείψει τη τύρβη της κοσμικής ζωής για να μεταβούν στη γαλήνια κατάσταση των μοναχών. Τα γραπτά εκείνα που έπεσαν στα χέρια μου είχαν ύφος απλό και αφελές, μόνος σκοπός τους ήταν η αλήθεια, δεν έκανα καμιά επίδειξη κομψότητας κι ούτε ήταν φορτωμένα με ρητορικά σχήματα. Αλλά και οι προφορικές διηγήσεις των γερόντων ήταν όμοιες με τις γραπτές και στο σκοπό και στην έκφραση∙ μέσω αυτών μπορούσα να ελέγχω την αλήθεια της ιστορίας μου, παραβάλλοντας και επαληθεύοντας τα ιστορούμενα από μένα με τα λεγόμενα τους και τα δικά τους με τα δικά μου που εγώ τα είχα ακούσει πολλές φορές από τον πατέρα και τη μητέρα μου και τους προς πατρός θείους μου. Απ' αυτά όλα έχει συνυφανθεί ολόκληρο το σώμα της αλήθειας.


Στο βιβλίο αντικατοπτρίζεται το πνεύμα της εποχής, όπου οι θρησκευτικές δοξασίες κυριαρχούσαν και οι βασιλιάδες έδιναν μεγάλη σημασία στους οιωνούς και στα όνειρα:

Στον ουρανό εμφανίστηκε ένας μεγάλος κομήτης, ο μεγαλύτερος που είχε φανεί ποτέ. Άλλοι τον παρομοίαζαν με μικρό δοκάρι κι άλλοι με ακόντιο. Έπρεπε, είν’ αλήθεια, τα παράδοξα που επρόκειτο να μας αναστατώσουν να δηλωθούν άνωθεν με ένα είδος προεξαγγελτικού προοιμίου. Επί σαράντα ολόκληρα μερόνυχτα μπορούσε κανείς να βλέπει ο ολοκάθαρα τον κομήτη, που μάλιστα παρουσιαζόταν ν’ ανατέλλει από τη Δύση και να κατευθύνεται προς στην Ανατολή. Τρομοκρατημένοι όσοι τον έβλεπαν, ζητούσαν να μάθουν ποιο προμήνυμα έφερνε. Ο αυτοκράτορας εξ άλλου, μολονότι δεν έδινε προσοχή σε κάτι τέτοια και πίστευε πως προέρχονται από κάποια φυσική αιτία, όμως ρωτούσε τους ειδικούς στα θέματα αυτά. Κάλεσε μάλιστα και τον Βασίλειο που είχε πρόσφατα αναλάβει το αξίωμα του δημάρχου του Βυζαντίου (ο άνθρωπος αυτός έδειχνε μεγάλη αφοσίωση στον αυτοκράτορα), και τον ρωτούσε για το άστρο που είχε εμφανιστεί. Εκείνος επιφυλάχτηκε ν’ απαντήσει την επαύριον κι επέστρεψε στο κατάλυμα του, ένα παλαιό ιερό του ευαγγελιστή Ιωάννη, όπου βάλθηκε να παρατηρεί το άστρο τη στιγμή που επρόκειτο να δύσει ο ήλιος. Ενώ το μελετούσε, κουράστηκε απ’ την πολλή σκέψη και τον πήρε ο ύπνος. Τότε είδε τον άγιο στολισμένο με ιερά άμφια. Καταχαρούμενος ο Βασίλειος, φαντάστηκε πως δεν βλέπει πια όνειρο, αλλά οπτασία. Είχε αναγνωρίσει τον Άγιο και τον κατέλαβε δέος. Τρέμοντας όλος τον παρακάλεσε να του φανερώσει τι προμηνούσε το άστρο. «Κινήσεις των Κελτών προμυνάει το άστρο», είπε ο Άγιος «κι η εξαφάνιση του θα φανερώσει την αποχώρησή τους από δω».

Ορισμένοι ιστορικοί, όπως ο περίφημος Eduard Gibbon, θεωρούσαν ότι η Αλεξιάδα στερούνταν σοβαρότητας επειδή είχε γραφτεί από γυναίκα, όμως σήμερα το έργο της γνωρίζει την αποδοχή που του αξίζει. Ο άγγλος ιστορικός E. R. A. Sewter αναφέρει ότι η Αλεξιάδα είναι «ένα έξοχο ανάγνωσμα, μια μαρτυρία πιο γνήσια, πιο ζωντανή, πιο συναρπαστική από όλες όσες γράφτηκαν την ίδια εποχή από Λατίνους συγγραφείς στη Δύση». Άλλοι ειδικοί όπως ο John C. Carr στο βιβλίο του Η Δυναστεία των Κομνηνών (εκδόσεις Ψυχογιός 2020), θεωρούν την αφήγηση της Άννας Κομνηνής περισσότερο λογοτεχνική παρά ιστορική. Εκτός από τις αναφορές στον πατέρα της, σε κάποιες σελίδες συναντούμε και περιγραφές της μητέρας της Ειρήνης, μιας γυναίκας που στέκονταν πάντα δίπλα στον ηγέτη του Βυζαντίου:

Ο δεύτερος και σημαντικότερος λόγος για να συνεκστρατεύσει η βασίλισσα ήταν ότι ο αυτοκράτορας χρειαζόταν αδιάκοπη φρούρηση από ένα είδος πολυόματη δύναμη γιατί από παντού ξεφύτρωναν πολλοί επίβουλοι εχθροί του: κι η νύχτα τον επιβουλευόταν, και το μεσημέρι, και το βράδυ του φύλαγε κάποιο κακό και το πρωί μπορούσε να φέρει τα χειρότερα – μάρτυς μου ο Θεός. Δεν έπρεπε λοιπόν ο βασιλιάς, που τόσα κακά τον παραμόνευαν, να φρουρείται από χιλιάδες μάτια τη στιγμή που κάποιοι τέντωναν εναντίον του τα τόξα τους, άλλοι ακόνιζαν το ξίφος κι άλλοι, όταν δεν μπορούσαν να δράσουν, άφηναν τη γλώσσα τους ελεύθερη να λοιδορεί και να κακολογεί; Να γιατί η μητέρα μου ήταν το παν για τον κύριο και πατέρα μου: τη νύχτα ήταν το άγρυπνο μάτι, την ημέρα ο πιο προσεκτικός φύλακας, στο τραπέζι ευεργετικό αντίδοτο και σωτήριο φάρμακο εναντίον του δηλητηρίου.

Όλοι οι Κομνηνοί ήταν μαχητές και πέρασαν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους σε στρατόπεδα και σε σκηνές μακριά από την Κωνσταντινούπολη, επιθεωρώντας και προετοιμάζοντας τον στρατό για τις ατελείωτες μάχες. Να πως περιγράφει μια τέτοια επιθεώρηση η Άννα Κομνηνή:

Στο διάστημα της πορείας του προς τη Θεσσαλονίκη, επειδή από παντού συνέρρεαν προς αυτόν τα τάγματα, θεώρησε σκόπιμο να παρατάξει το στράτευμα σε σχηματισμό μάχης. Σε λίγο, οι φάλαγγες στέκονταν κατά λόχους με τους λοχαγούς επικεφαλής, η τάξη των ουραγών ακολουθούσε και το μέσο γέμιζαν οι οπλίτες με όπλα που άστραφταν, σφιγμένοι ο ένας πλάι τον άλλον σαν ένα είδος τείχος πόλης. Θέαμα φοβερό ήταν η παράταξη εκείνη: θα ‘λεγες πως έβλεπες χάλκινους ανδριάντες, στρατιώτες χυμένους σε μέταλλο, όλους ακίνητους στην πεδιάδα∙ τα δόρατα μόνο κινούνταν ελαφρά ριγώντας σαν από πόθο για αίμα πηχτό. Αφού παρέταξε έτσι το στρατό του ο βασιλιάς, τον έθεσε σε κίνηση υποδεικνύοντας στους στρατιώτες πώς να κινούνται πότε προς τα δεξιά και πότε προς τ’ αριστερά. Ύστερα ξεχώρισε από την όλη στρατιά τους νεοσύλλεκτους και έκανε αξιωματικούς εκείνους που ο ίδιος είχε αναθρέψει και είχε εκπαιδεύσει στα στρατιωτικά, ήταν συνολικά τριακόσιοι, όλοι τους νέοι, ώστε μόλις είχαν φυτρώσει τα γένια τους, υψηλού αναστήματος και σφριγηλοί στο σώμα, εξαιρετικά επιδέξιοι τοξότες και σταθερότατοι στο χειρισμό του δόρατος. Ανήκαν σε διάφορες φυλές κι ήταν σαν μια στρατιά που την συγκροτούσαν επίλεκτοι απ’ όλο το ρωμαϊκό στράτευμα και στρατηγός τους ήταν ο βασιλιάς. Απ’ αυτούς λοιπόν ξεχώρισε και πάλι τους ικανοτέρους κι αφού τους χειροτόνησε συνταγματάρχες τους έστειλε στις κοιλάδες απ’ όπου επρόκειτο να περάσει το βάρβαρο στράτευμα.

Εκτός από τις μάχες, οι Βυζαντινοί ειδικεύονταν και στην διπλωματία μέσω της οποίας κατάφεραν να διατηρήσουν ζωντανή την αυτοκρατορία για περίπου χίλια χρόνια. Όμως και η διπλωματία ήταν μια διαδικασία επίπονη, που απαιτούσε πολλές ώρες συζητήσεων και δεν άφηνε τον βασιλιά να ησυχάσει:

Χαράματα ακόμα, όταν ο ήλιος φώτιζε μόλις τον ορίζοντα στην ανατολή, καθόταν τον βασιλικό του θρόνο προστάζοντας τους κέλτες να μπαίνουν ελεύθερα κάθε μέρα... έφτανε κάποτε το βράδυ κι εκείνος, νηστικός όλη την ημέρα, σηκωνόταν απ’ το θρόνο για να πάει στον μικρό βασιλικό κοιτώνα. Στεκόταν όρθιος ολονυκτίς, συχνά από το βράδυ ως τα μεσάνυχτα, πολλές φορές ως το πρώτο λάλημα το πετεινού... ύστερα αναπαυόταν λιγάκι κα πάλι με την ανατολή του ήλιου, καθόταν στο θρόνο του και να πάλι νέοι κόποι και αγώνες διπλάσιοι να διαδέχονται τους νυκτερινούς εκείνους.

Οι Κομνηνοί αποτέλεσαν την τελευταία σπουδαία αναλαμπή του Βυζαντίου και στα χρόνια τους άνθισαν οι τέχνες και τα γράμματα, γεγονός που μπορεί να δει κανείς στο έργο της Άννας Κομνηνής που βρίθει παραπομπών στην αρχαία Ελλάδα και κυρίως στον Όμηρο. Γεννημένη μέσα στο αυτοκρατορικό περιβάλλον, ήταν σε θέση να περιγράψει τη μεγαλειώδη στάση του πατέρα της σε στιγμές δύσκολες όπως όταν χρειάστηκε να αντιμετωπίσει έναν φοβερό Λατίνο πολεμιστή:

Πράγματι ο Δούκας του Δυρραχίου, άνθρωπος προσεκτικός στο έπακρο που δεν επέτρεπε ούτε στιγμή ύπνο στον εαυτό του, μόλις αντιλήφτηκε ότι ο Βαϊμούντος, μετά τη διαπεραίωση του, είχε αποβιβαστεί στην πεδιάδα του Ιλλυρικού όπου και έστησε το στρατόπεδό του, έστειλε έναν Σκύθη που, βάζοντας κατά το λεγόμενο στα πόδια φτερά, ανακοίνωσε στον αυτοκράτορα την διαπεραίωση του εχθρού. Ο αγγελιαφόρος βρήκε το αυτοκράτορα να γυρίζει από το κυνήγι. Μπήκε τρέχοντας και, με το κεφάλι καταγής, φώναξε δυνατά πως ο Βοϊμούντος είχε περάσει. Πάγωσαν όλοι όσοι έτυχαν εκεί στη θέση όπου βρέθηκε ο καθένας σα να ‘χαν μουδιάσει με μόνο το άκουσμα του ονόματος του Βοϊμούντου. Μα ο αυτοκράτορας, γεμάτος θάρρος και ψυχραιμία, λύνοντας τον ιμάντα απ’ το σαντάλι του «Για την ώρα» είπε, « ας γευματίσουμε∙ το ζήτημα του Βοϊμούντου θα το σκεφτούμε αργότερα».


Απόστολος Σπυράκης


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου