Παρασκευή, 5 Μαρτίου 2021

Από τις τάξεις των αγγέλων: Η ποίηση της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου

Η Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου είναι μια από τις πιο χαρακτηριστικές ποιήτριες της Θεσσαλονίκης που γραμματολογικά εντάσσεται στη Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά. Η ποίηση της έχει χαρακτήρα βιωματικό με υπαρξιακές προεκτάσεις. Το πιο γνωστό της ποίημα είναι «Ο μοτοσικλετιστής», το οποίο διδάσκεται και στα παιδιά του λυκείου. Η ίδια λέει ότι έχει διαβάσει τις κριτικές και τις φιλολογικές αναλύσεις γι’ αυτό αλλά θεωρεί ότι δεν υπάρχουν περιορισμοί στην πρόσληψη ενός καλλιτεχνικού έργου. Διαβάζοντας όμως το αφήγημα της «Συνοικισμός σιδηροδρομικών» - ίσως το ωραιότερο βιβλίο που γράφτηκε για την Θεσσαλονίκη - μπορεί να ανακαλύψει κανείς τις πηγές της έμπνευσης της σε κάποια όνειρα της παιδικής της ηλικίας:

Εκείνο το αόρατο άλογο, που ανάμεσα σε πρωτοϋπνι κι άξαφνο ξύπνημα, το άκουγα να ‘ρχεται από μακριά μ’ ένα τρελό ποδοβολητό, χτυπώντας τα πέταλα του πάνω στους σκοτεινούς κυβόλιθους του δρόμου κι ύστερα ν’ απομακρύνεται σιγά σιγά ο τρομερός ήχος, κι εγώ να απομένω κουκουλωμένη με τα σεντόνια, δειλή, κρυφή, βαθιά ταραγμένη, χωρίς ποτέ να θέλω να μάθω αν εκείνο το άλογο ή μια δική μου εξημμένη φαντασία, μια φαντασίωση, ήταν μια έκσταση της παιδικής ψυχής….

O μοτοσικλετιστής
Τί ν’ απόγινε άραγε
Εκείνος ο θορυβοποιός
Της νύχτας
Καβάλα στο μηχανικό του ζώο
Να κραδαίνει την άσφαλτο
Χωρίς φρένο
Να παίζει ώρα ύπνου
Με τις φρένες μας
Εδώ μέσα
Στο σακατεμένο κρανίο

Προχτές το μεσονύχτι
Που κοίταζα απ’ το παράθυρό μου
Το νέο φεγγάρι
Άκουσα θόρυβο παράξενο
Να ’ρχεται από ψηλά
Και μου φάνηκε πως τον είδα
Ένας άγγελος πάνω σε μοτοσυκλέτα
Να διασχίζει τους δρόμους τ’ ουρανού
Κι απ’ το σπασμένο καθρεφτάκι του
Να με κοιτάζει περίλυπος

Βγάλε μου σε παρακαλώ
Μια ωραία φωτογραφία
Να τη στείλω στο κορίτσι μου
Έτσι απάνω στη μοτοσυκλέτα μου
Με το ένα χέρι στο χειρόφρενο
Το άλλο να σιάζει τα σγουρά μαλλιά μου
Θέλω να φαίνεται καλά
Το καινούργιο μου πέτσινο
Το σιδερένιο κράνος
Να διακρίνεται προπάντων
Ο ίλιγγος στο πρόσωπο μου
Και κείνο του θανάτου
Το αναπόφευκτο


Οι άνθρωποι του μόχθου, όπως οι ξυλοκόποι και οι οικοδόμοι, αποτέλεσαν για την ποιήτρια αντικείμενο παρατήρησης από την παιδική της ηλικία κι αργότερα ενέπνευσαν τα κείμενα της:

Κόβανε ώρες ολόκληρες μέσα στην κάψα και στον ιδρώτα κι ήταν να τους λυπάσαι κατάκαρδα, επειδή φοβόσουν ότι από στιγμή σε στιγμή θα σπάσει η μέση τους και το μισό σώμα τους θα μείνει καρφωμένο πάνω στο πριόνι που έβγαζε λάμψεις καυτερές και απειλητικές πάνω από έναν άσπλαχνο ήλιο για τα κορμιά των ξυλοκόπων, που απ’ τη μέση και πάνω είχαν χρώμα καφετί κι έναν ιδρώτα καφετί, όχι από τίποτε ηλιοθεραπείες σε ξανθιές αμμουδιές και γαλάζια ακρογιάλια, αλλά από κείνες τις υπερκοπώσεις για το ψωμί τους που σήμερα το λέμε επιβίωση. Έπιναν λοιπόν «οι πεινώντες και διψώντες» τους καφέδες και τις βυσσινάδες της μητέρας σαν νεροφίδες, κάναν και κανένα τσιγάρο, κατάβρεχαν κάπου κάπου το ζεματιστό κεφάλι τους με το λάστιχο της αυλής, κι ήταν ν’ αναρωτιέσαι για κάτι τέτοιες δουλειές ποια… θεϊκή παρακοή πληρώνανε αυτοί «οι πτωχοί τω πνεύματι» και ποιου θεού τιμωρού πιάνανε οι κατάρες… όταν πια τελείωναν το κόψιμο των ξύλων, μια στοίβα βουνό, και πλένονταν έτσι πρόχειρα στο πλυσταριό της αυλής, κι ενώ το σούρουπο έπαιρνε να πέφτει, έφευγαν ικανοποιημένοι από την αμοιβή του πατέρα μου…

Οικοδόμοι
Από τις τάξεις των αγγέλων
Προέρχονται οι οικοδόμοι
Άγγελοι μελαψοί
Ανεβοκατεβαίνουν τις σιδερένιες κλίμακες
Κι αντί για τα ωσαννά
Τραγούδια λαϊκά τραγουδανε
Χωρίς σουραύλια και βιολιά

Αυτοί οι άγγελοι
Οικοδομούν για τον κύριό τους
Και δεν εκπίπτουν βέβαια
Ποτέ του παραδείσου
Μόνο που πέφτουν άξαφνα
Απ’ το γιαπί —χωρίς φτερά—
Τσακίζουνε στη γη το αγγελικό κορμί τους


Η οικογένειά της δεν απέκτησε ποτέ το πολυπόθητο αγόρι, όμως αυτό δεν την εμπόδισε να γράψει ένα ποίημα για τον αδερφό που θα μπορούσε να έχει:

Θρήνος
Τι κρίμα αυτός ο θάνατος
Τί πανάρχαιος
Ο αδελφός μου κείται εδώ
Και περιμένει άταφος
Καθισμένος σε μια καρέκλα καφενείου
Ανάμεσα σε καπνούς
Και χτύπους από τραπουλόχαρτα.


Η ζωή στον συνοικισμό των σιδηροδρομικών σφράγισε την πορεία της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπουλου. Τα μέλη της οικογένειας της, όσα γνώρισε και για όσα άκουγε μύθους και θρύλους, επανέρχονται συχνά στα ποιήματα της:

Ανεξίτηλο σκοτάδι
Τί ήταν τελικά ο παππούς μου
Ένας αυθεντικός καρβουνιάρης
Να κυνηγάει τον πελάτη με το τουφέκι
«Κάρβουνο πιο μαύρο κι απ’ τη νύχτα —έλα»
Κι αυτές με τα τσεμπέρια και τις ποδιές
Οι όμορφες γειτόνισσες οι στρίγγλες —πόσο και πόσο
Κι αν έβαζε καμιά φορά το χέρι του
Κάτω απ’ τα φουστάνια τους ήταν σοφός
Κι ας έβρισκαν στο σπίτι μαύρα τα μπούτια τους
Ήταν σοφός αυτός

Μες στη μαυρίλα του
Ήξερε τί κάνει και πού το πάει
Έλεγε: το κάρβουνο θέλει κόλπα θέλει γαλιφιές
Να το πασάρεις στον άλλο
Πρέπει να το πουλήσεις όσο όσο
Ή να το μοιραστείς πάση θυσία
Να φύγει από πάνω σου αυτή ή μαυρίλα

Αυτό το ανεξίτηλο σκοτάδι


Ο παππούς της ποιήτριας εμφανίζεται και σ’ ένα άλλο ποίημα που κινείται στην μυστηριακή ατμόσφαιρα του πρωινού ξυπνήματος όταν ο πατέρας της έπρεπε να σηκωθεί για να πάει στη δουλειά κι η μάνα της, πάντα πιστός συμπαραστάτης, ξυπνούσε μαζί του:

Εκείνη η αμυδρή χαραμάδα φωτός, στις πέντε η ώρα το πρωί, απ’ την κλειστή πόρτα της κουζίνας για να μη μας ξυπνήσουν, οι χαμηλόφωνες κουβέντες τους καθώς έπινε τον καφέ του πριν να ξεκινήσει για το ταξίδι και η μυρουδιά των αλλεπάλληλων τσιγάρων του που έρχονταν ως μέσα στον ύπνο μας , κρατούσε χρόνια και χρόνια σαν μια μυστική και μονότονη μαζί διαδικασία, στις πέντε η ώρα το πρωί που το χειμώνα ήταν πίσσα μαύρο σκοτάδι.

Νυχτερινή συγκέντρωση
Το σπίτι της μητέρας μου
Έχει βαθιές ρωγμές στους τοίχους
Πίσω απ’ τα εικονίσματα
Και τα παλιά κάδρα
Τα μεσάνυχτα
Βγαίνει ο παππούς μου ο καρβουνιάρης
Και μοιράζει κάρβουνα στους αγίους
Έπειτα κατεβαίνουν μαζί στο σαλόνι
Κι ανάβουν μια μεγάλη φωτιά
Να ζεστάνουν λίγο τα κοκαλάκια τους
Το πρωί που σηκώνεται η μητέρα μου
Το σπίτι της είναι ακόμα ζεστό


Την μητέρα της, όπως και τις άλλες γυναίκες του συνοικισμού, η ποιήτρια τις θυμάται να δουλεύουν και να πλένουν ώρες ατελείωτες:

…αυτές οι γυναίκες της υπομονής, της μερόνυχτης δουλειάς, της αγόγγυστης κόπωσης, οι μάνες με τα πολλά παιδιά και τη λάτρα τους, με το ξύπνημά τους τα ξημερώματα να ανάψουν τα ξύλα στο καζάνι της κουζίνας ή του πλυσταριού, και ν’ αρχίσουν τις ατελεύτητες μπουγάδες, πολλές φορές ως τη νύχτα, με τα χέρια στα ζεματιστά νερά, στη σόδα στην ποτάσα, τη θολόσταχτη, το λουλάκι∙


Μπουγάδα
Στην αρχή άσπρο άσπρο το νερό
Όνειρο πρωινό διαβρωμένο
Κλειδιά μεγάλα ξεκλείδωναν την κάμαρά μου
Άρον άρον κι έγέρθητι και περιπάτει
(Δεν είχα πού να πάω)
Πάνω στον αφρό της σκάφης
Καράβι λουλακί
(Έριχνε άγκυρα η μητέρα πλύστρα)
Μες στο καζάνι έβραζε το αίμα
Κι από την υδρορροή χύνονταν κρυφά
Στα λουλούδια και στα δέντρα
Ύστερα πάλι άσπρα άσπρα τα σεντόνια
Σύρμα το σύρμα κρέμονταν αθώα
Μ’ ένα στιλέτο μανταλάκι στην πλάτη τους
Κοκάλωναν αργά αργά


Η ζωή της μητέρας της όπως και των περισσότερων γυναικών της εποχής καθορίζονταν από τις φροντίδες του σπιτιού και την αναμονή του άντρα που έλειπε για μεγάλα διαστήματα:

…το καλοκαίρι έτρεχε αχνιστός ιδρώτας απ’ τα μαλλιά και το πρόσωπο της μάνας μου, θόλωναν τα μάτια της, το φόρεμα της έσταζε, κολλούσε πάνω της και το σώμα της αποκτούσε τη διαφάνεια των αγαλμάτων, ενώ από τους ανοιχτούς πόρους του εισχωρούσε ως μέσα στα άσπλαχνα της μια θανάσιμη υγρασία…

Η μητέρα
Απ’ τα μεγάλα πρόσωπα
Του πατρικού σπιτιού μας
Μονάχα η μητέρα απόμεινε
«’Όλα καλά κι άγια» λέει πάντα
Και του πατέρα μας θυμάται
Τα κατορθώματα

Κι όταν με το τρένο ταξιδεύει
Κοιτάζει απ’ το παράθυρο τα ξένα δέντρα
Κι αφαιρείται
Κι όσο βραδιάζει
Και το τρένο την πηγαίνει μακριά
Κάθε βαθιά πληγή
Μέσα στα σπλάχνα της
Ολοένα ξεθωριάζει


Όσο όμως κι αν αγαπούσε την μητέρα ο πατέρας ήταν ο ήρωας της παιδικής της ηλικίας:

…εμείς ανεβαίναμε απάνω του σαν ν’ ανεβαίναμε σ΄ ένα βράχο, ολόκληρος ανέδιδε κάρβουνο και ταξίδια μακρινά κι εκείνο το άρωμα του φρέσκου αέρα που μας μεθούσε. Παρ’ όλο που κάπνιζε σέρτικα τσιγάρα, το στόμα του ποτέ δε μύριζε τσιγαρίλα, η ανάσα του μοσχοβολούσε ύπαιθρο, ρίγανη και θυμάρι που η μηχανή του τα’ κανε να φρίσσουν πάντα μες την ταχύτητα θαρρείς ενός εφιαλτικού χρόνου, που ωστόσο ήταν μόνο δικός του. Όταν περνούσε σαν σίφουνας μπροστά από μικρούς σταθμούς, μες από το σταθμαρχείο λέγανε χωρίς να προλάβουν να δουν ποιο ήταν ο μηχανοδηγός, «α, αυτός ήταν σίγουρα ο Κέντρος» και με τη φόρα που περνούσε σήκωνε ψηλά πέτρες και ξύλα, ξερίζωνε χόρτα, και τα κλαδιά απ'  τις λεύκες ανταριάζονταν, ξυπνούσαν αλαφιασμένα τα φίδια, οι χελώνες κι όλα τα ζούδια του Θεού, χάναν το νου τους οι λαγοί, πετάγονταν απ’ τις φωλιές τους τα νεογνά, και τα σιτάρια του αγρού λύγιζαν από το φρούμασμα του σιδερένιου δράκου.


Ο πατέρας
Ό πατέρας μου ήταν μηχανοδηγός
Κάρβουνο μύριζαν τα πέτσινα ρούχα του
Κάτω απ’ τη μαύρη του τραγιάσκα
Άρχιζαν τα καπνισμένα μάτια του
Ο πατέρας μου δε μιλούσε πολύ
Μόνο χαμογελούσε κάπου κάπου
Με τα ηλιοψημένα χείλια του
Προπάντων όταν έπινε τσίπουρο
Κάτω απ’ την κληματαριά της αυλής

Αψηλός και δυνατός ήταν
Κι όταν με σήκωνε αψηλά
Με τ’ ατσαλένια μπράτσα του
Δε φοβόμουν καθόλου
Όπως κι εκείνος δε φοβόταν
Ούτε τη ζωή του
Ούτε το θάνατό του:
Περνούσε με το τρένο του
Σφυρίζοντας
Μες απ’ τις σκοτεινές
Τις στοιχειωμένες σήραγγες
Και τις νικούσε


Απόστολος Σπυράκης




1 σχόλιο: