Τετάρτη, 31 Μαρτίου 2021

"Οι αναχωρητές έχουν κιόλας βαρεθεί στην Εδέμ" της Ευθυμίας Γιώσα

Αναχωρητής αποκαλείται ο άνθρωπος που επιλέγει να εγκαταλείψει τα εγκόσμια και να αποσυρθεί σε ένα τόπο ερημικό, μακριά από την ανθρώπινη κοινωνία. Θα μπορούσε ωστόσο κάποιος να είναι αναχωρητής χωρίς να αλλάξει τόπο διαμονής, ακόμα κι αν συνεχίσει να ζει μέσα στην πόλη; Η Ευθυμία Γιώσα στη νέα της ποιητική συλλογή, η οποία αποτελείται από είκοσι κείμενα ποιητικής πρόζας, μιλάει για την αναχώρηση ως μια ψυχική κατάσταση απόσυρσης των ανθρώπων από τα κοινωνικά και πολιτικά δρώμενα και όχι με την καθιερωμένη της έννοια. Η Εδέμ στην οποία αναφέρεται είναι η σύγχρονη πόλη και οι αναχωρητές της είναι οι άνθρωποι που ζουν στο τέλμα της, απορροφημένοι από τη ρουτίνα της καθημερινότητας, ερμητικά κλεισμένοι στον μικρόκοσμό τους, χωρίς ιδιαίτερες ανησυχίες, χωρίς δεύτερες σκέψεις· βιώνουν μέσα της, καθένας ξεχωριστά, το δικό του κενό.

Μήπως αυτή η παραίτηση του ανθρώπου από τα πιστεύω του, από τη διεκδίκηση των ονείρων του δεν είναι μια μορφή προδοσίας του ίδιου του εαυτού του, δεν καθορίζει με αυτή τη στάση του μια κοινή μοίρα, μια ανελευθερία που εδραιώνεται, αφού αφήνει άλλους να αποφασίζουν για τη ζωή του; Η ποιήτρια στοχάζεται την προδοσία, όταν προέρχονται εξ οικείων τα βέλη. Οι λέξεις της ταξιδεύουν στο χώρο και στο χρόνο, ανασύρουν σκηνές από το παρελθόν για να ρίξουν φως στη σημερινή πραγματικότητα, να αποκαλύψουν τις βαθύτερες αιτίες της φθοράς που κρύβονται πίσω από την επιφάνεια των πραγμάτων. Το πολιτικό σκηνικό της εποχής μας φέρνει στο φως μνήμες από το βάθος του χρόνου.

Στο ποίημα "Μεταθανάτιοι μονόλογοι", η ποιήτρια συνομιλεί διακειμενικά με τον Καβάφη με αφορμή το ποίημα του "Μάρτιαι Ειδοί". Και ενώ εκείνος εστιάζεται στην προσωπικότητα του Καίσαρα, εκείνη επικεντρώνεται στον Βρούτο. Ο Βρούτος ήταν περισσότερο ιδεολόγος παρά προδότης, μοιάζει να λέει, στράφηκε εναντίον του Καίσαρα γιατί υπερασπίστηκε τις δημοκρατικές ιδέες του. Στους μονολόγους της, ο Καίσαρας δείχνει να κατανοεί τα αίτια της πράξης του Βρούτου, αντίθετα ο Βρούτος φαίνεται να έχει μετανιώσει οικτρά, αφού γνωρίζει πλέον ότι η δολοφονία του Καίσαρα δεν επανέφερε τη Δημοκρατία στη Ρώμη:

Η δική του μαχαιριά ήταν από ζυμάρι ―μαλακή, αφράτη, ανόητη. Αποφάσισα να πιστέψω ότι δεν είναι ένας στυγνός προδότης, αλλά ένας προδότης εξ ανάγκης. Μπορεί να μην είναι καν προδότης, δεν ξέρω. Ξέρω μονάχα πως στην πληγή απ’ το δικό του μαχαίρι μία προνύμφη ναυμαχεί στο κουκούλι της με τη χρυσαλλίδα που κάποτε θα γίνει.

..Μεγάλωσα και σταμάτησα να σκάβω το χώμα. Άρχισα να σκάβω εντός μου, όμως ούτε εκεί κατάφερα να βγάλω άκρη. Όχι. Σας το λέω, όχι. Δεν πρόδωσα τον Καίσαρα. Τον Βρούτο πρόδωσα. Εις τους αιώνας των αιώνων, τον Βρούτο θα προδίδω.


Στο ποίημα γίνεται ένας παραλληλισμός με το πολιτικό σκηνικό της εποχής μας, τις δολοπλοκίες και τα πισώπλατα μαχαιρώματα των πολιτικών, τις αλλαγές πεποιθήσεων και πολιτικών θέσεων, το κυνήγι της εξουσίας. Η διαπίστωση ότι σήμερα προδοσία των οραμάτων τους γίνεται για ωφελιμιστικούς λόγους αφήνει μια πικρή γεύση.

Μιλάει με κάποια δόση ειρωνείας για τον εθιμοτυπικό χαρακτήρα της γιορτής της εργατικής πρωτομαγιάς και την αθρόα συμμετοχή όλων στις διακοπές του Αυγούστου. Μέσα στο κλίμα της γενικής παραλυσίας και του βολέματος του Αυγούστου, ο Μάιος έχει χαθεί:

...Όσους θριάμβους κι αν προετοιμάσω, θα παραμονεύει πάντα ένας Αύγουστος, συνώνυμος της πιο σπουδαίας ήττας... Με τον γάτο του Τσεσάιρ να με σκουντάει κάθε τόσο για να απολαύσω το θεματικό του χαμόγελο... Μ’ ένα λεξιλόγιο ιδιαζόντως ειδεχθές που πνίγεται στα «υποτίθεται» και στα «αργότερα». Με τη μισθωτή ανοησία της ποσοστιαίας τεκμηρίωσης. Χωρίς Μάιο.

...Όμως ο Μάιος υπάρχει και τον έχω ζήσει. Έχω επιμεληθεί τις λιακάδες του, έχω σκουπίσει τα σκαλοπάτια του, έχω υπερασπιστεί τις κόκκινες τουλίπες του. Κάποτε οι εκπλήξεις σταματάνε να έρχονται και τότε ζητούν να τις επινοήσεις...

Μέσα στην ποίησή της αναδύεται η άλλη πλευρά, εκείνη που ρίχνει οχυρά και παλιά πρότυπα, εκείνη που υιοθετεί μια στάση ζωής και ένα όραμα για να δώσει ανάσες ζωής σε έναν μονοδιάστατο κόσμο. Η ποιήτρια στρέφει το βλέμμα στο νυχτερινό ουρανό και αφουγκράζεται την αέναη ροή της εξέλιξης, τις αόρατες εκείνες δυνάμεις που αντιπαλεύουν ό,τι παλιό και σαθρό για να γεννηθεί μέσα από τις στάχτες του το καινούργιο. Μέσα σε αυτό το σύμπαν oι κοινωνικοί αγώνες για τα δικαιώματα του ανθρώπου συνεχίζονται.

...Όταν τα ακόντια εκτοξεύονται στα σύνορα Δράκοντα με Κηφέα, στη Μικρή Άρκτο συνωστίζονται επαναστάτες. Με τα μοιρογνωμόνια και τις μπογιές τους, τα κλειδοκύμβαλα και τις προκηρύξεις τους. Ορισμένοι κουρδίζουν ήδη σχέδια κι αντιδράσεις, ενώ γελούν στοχαστικά βερνικώνοντας το λήμμα «εργάτης»...

Πρόκειται για μια ποίηση που έχει κλίση προς την καλοσύνη, ακολουθεί τα χνάρια των «Δικαίων» του Μπόρχες, στους οποίους η ποιήτρια αφιερώνει τη συλλογή της, και μάχεται όλα τα στερεότυπα και τα οχυρά της προκατάληψης. Επιθυμεί να βρουν το δρόμο τους οι λέξεις της να αφυπνίσουν τις συνειδήσεις των ανθρώπων ενάντια στην αδικία· υποκινεί αφίξεις ασώτων...

Η ποίησή της φιλοξενεί τη μοναξιά του μοναχικού ανθρώπου, την απελπισία του ανώνυμου πρόσφυγα και ό,τι στην εποχή μας βάλλεται, τον έρωτα, τη φιλία, την αγάπη· κάθε ιδέα και ιδανικό που αξίζει να διασωθεί. Το ποιητικό της σύμπαν καταργεί τον τόπο και τον χρόνο, η ώρα μετριέται με τους χτύπους της καρδιάς και η συγκίνηση διαστέλλει τις στιγμές, όπως στα όνειρα. Η ποιήτρια συνομιλεί με ήρωες βιβλίων, αγαπημένους συγγραφείς και αφανείς ήρωες της καθημερινότητας.

Η επιθυμία της να μπορούσε να είχε συμπαρασταθεί στον 29χρονο πρόσφυγα που αυτοπυρπολήθηκε στο Κέντρο Υποδοχής και Ταυτοποίησης στη Χίο γίνεται ποίημα.

Καθόμασταν στην προβλήτα του λιμανιού και λέγαμε στα ψάρια ιστορίες. Πώς παραλίγο να βγάλουμε κι εμείς λέπια και να μας πιάσουνε στα δίχτυα οι ψαράδες...

...Ξέπλεξες τα δάχτυλα κι άρχισες να γελάς μ’ ένα γέλιο ασυγκράτητο ―τόσο που για μια στιγμή κόντεψες να πνιγείς. Σε ρώτησα γιατί, κι είπες θυμήθηκες πώς είχες πηδήξει πάνω από μια φωτιά πριν από χρόνια χωρίς να καείς. Μόνο την άλλη μέρα κατάλαβα. Μα ως συνήθως ήταν πλέον αργά.


Αφιερώνει ένα άλλο ποίημα στη μνήμη ενός από τα θύματα της αστυνομικής βίας. Ο 15χρονος Μπερκίν Ελβάν βγήκε έξω για να αγοράσει ψωμί σε μια εργατική συνοικία της Κωνσταντινούπολης και τραυματίστηκε στο κεφάλι από δακρυγόνο της αστυνομίας που επιχειρούσε, σε κοντινό σημείο, να διαλύσει μια διαδήλωση. Πέθανε ύστερα από 269 μέρες νοσηλείας σε κωματώδη κατάσταση στο νοσοκομείο. Η ποιήτρια προσφέρει στο νεαρό αγόρι εκείνο το ψωμί που λαχτάρησε για μια αιωνιότητα και τον τοποθετεί στον ανθισμένο κήπο του Χάμιλτον Νάκι, για να ξεχνάει με το άρωμα των λουλουδιών το οινόπνευμα των διαδρόμων. Η αποστολική φιγούρα του Πέτρου και ο μελαγχολικός βασιλιάς του Μπωντλαίρ του κρατούν συντροφιά.

...Τον Πέτρο τον σκέφτομαι συνήθως τα μεσημέρια. Τις νύχτες σταματάω στον κήπο του Χάμιλτον Νάκι· είναι δροσερός και ήσυχος, με σαφή κλίση στη φιλοσοφία... ...Καταλαβαίνω γιατί ο Νάκι πήρε σύνταξη σαν κηπουρός κι ονειρεύομαι τη μεταμόσχευση μιας στεφάνης γεμάτης νέκταρ στη θέση της καρδιάς...

...Τρεις φορές τη μέρα θα ξυπνάω και θα τρώω ψωμί. Ξεκίνησα στα δεκαπέντε μου και θα συνεχίσω για μια αιωνιότητα.


Η αναφορά της ποιήτριας στον κήπο του Νάκι δεν είναι τυχαία. Ο Νάκι υπήρξε κηπουρός της ιατρικής σχολής του Κέιπ Τάουν, παράλληλα όμως υπήρξε και ένας άνθρωπος που καλλιέργησε την έμφυτη κλίση του στη χειρουργική, παρόλο που δεν μπόρεσε ποτέ επίσημα να σπουδάσει, γιατί ήταν μαύρος και ζούσε στην εποχή του απαρτχάιντ. Ήταν ένας από τους Δίκαιους του Μπόρχες που καλλιέργησε τον κήπο του όπως θα ήθελε ο Βολταίρος. Η ποιήτρια νιώθει ευγνωμοσύνη γιατί σε αυτόν τον κόσμο έζησε ο Νάκι· ένας άνθρωπος που αθόρυβα και ταπεινά καλλιέργησε την κλίση του και έκανε καλύτερο τον κόσμο.

Το ποιητικό της τοπίο, διάσπαρτο από διακειμενικές αναφορές, αναπάντεχες συναντήσεις λέξεων, και φράσεις που καταλήγουν σε απρόσμενα διαφορετικό νόημα από το αναμενόμενο, είναι και αυτό ένας κήπος.

Στο ποίημα "Προτάσεις θάρρους στους Νικία, Λάχη και Σωκράτη", η ποιήτρια γράφει:

...Διαπιστώνω την υποκρισία της θλίψης και την αποδέχομαι...

...Στέλνω τηλεγράφημα στην Αντιγόνη και στον Σαρτρ και τους πληροφορώ ότι πολλοί νεκροί δεν έχουν τάφο· αντιθέτως, πολλοί ζωντανοί έχουν εξασφαλίσει έναν.

Η ποιήτρια επιστρατεύει συχνά υπερρεαλιστικές εικόνες και επίσημη γλώσσα για να δώσει έμφαση στα συναισθήματά της, όπως στο ποίημα Απόσταξη:

Θλιβερά είναι τα στέμφυλα που απειθούν ενώπιον των χειλιών σου.

Ανυπόμονη κοντράλτο ρίχνεται στο καζάνι προτού υπολογίσει πόσα «εάν» εξατμίζονται στο λεπτό. Στους πόσους αλκοολικούς βαθμούς αραιώνεται η πλήξη...


Άλλοτε πάλι η ποίησή της παίρνει τη μορφή και τις μεταμφιέσεις παραμυθιού, όταν περιπλανιέται στην πόλη.

Στον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό φυλλομετρά μια νυχτερίδα τη ζωή της. Περπατάει σκυφτή πάνω στις ράγες, ερμηνεύοντας το τίποτα με όρους φορμαλισμού.

Περασμένα μεσάνυχτα της μίλησα κι εγώ για ρέπλικες, αντιγραφές και τα διαπιστευτήρια, κι εκείνη, με μια δραματική βεβαιότητα στην άκρη της φωνής, αρκέστηκε να πει πως μ’ έχει κάποτε ξανασυναντήσει...


Εδώ, η τυχαία συνάντηση δυο περιπλανώμενων ψυχών προήλθε από την ίδια ανάγκη για περιπλάνηση και ενδοσκόπηση. Ο διάλογος φανερώνει ότι υπήρξε μια στιγμή βαθιάς συνεννόησης, μια επικοινωνία σε ένα βαθύτερο επίπεδο συνείδησης.

Η ποιήτρια δεν περιγράφει την πραγματικότητα αλλά τον απόηχό της, τον αντίκτυπο που έχει στο μυαλό και στην καρδιά, όπως εδώ που αναφέρεται στη ρουτίνα της καθημερινότητας:

Τα πρωινά δεχόμαστε σφαίρες ―κυρίως στους κροτάφους ―, τα μεσημέρια τις χωνεύουμε και τα απογεύματα εξασκούμαστε στην ανίχνευση ναρκών. Αποφλοιωμένες διαθέσεις μαρτυρούν την αλήθεια, εκείνη που της έχουμε αναθέσει να κατεβάζει τα σκουπίδια όταν εμείς βαριόμαστε ή είμαστε κουρασμένοι.

Στην ποίησή της ενυπάρχει ένα «εμείς» που καταφεύγει σε χώρους ονειρικούς που έχει δημιουργήσει η τέχνη, όταν δεν έχει αλλού να πάει.

Κάποτε, στην πόλη, διάγουμε ονειρικές καθυποτάξεις. Ανακαλύπτουμε κρατήρες γεμάτους με σταφύλια. Ανάβουμε τριάντα επτά λάμπες γκαζιού πάνω σε μια γέφυρα που την συναρμολογούμε όταν δεν έχει μείνει άλλο μέρος για να φιληθούμε. Δειπνούμε στους συρμούς με γύρη προσδοκίες και άχνη. Ξεφαντώνουμε στις γειτονιές κλαίγοντας, παρέα μ’ έναν δράκο. Ξαγρυπνούμε στην ταράτσα με τον Σεμπάστιαν και τη Βεατρίκη διαβάζοντας εκ περιτροπής ένα κοινόχρηστο απόσπασμα της μέλλουσας ζωής.

Η ποιήτρια αναφέρεται στον Σεμπάστιαν Σαν Βισέντε, ισπανό επαναστάτη που πρωτοστάτησε στους απεργιακούς αγώνες στο Μεξικό το 1920 και μετά χάθηκε. Ανήκει και αυτός στους Δίκαιους του Μπόρχες και είναι ο κεντρικός ήρωας σε δυο βιβλία του Μεξικανού συγγραφέα Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο. Η Βεατρίκη είναι η ηρωίδα του Δάντη, σύμβολο του αγνού έρωτα. Οι γεμάτοι σταφύλια κρατήρες βρίσκονται στο νησί Λανθαρότε στην Ισπανία και αποδεικνύουν για άλλη μια φορά ότι η φύση ξέρει από υπερρεαλισμό. Η γέφυρα, στην οποία αναφέρεται, είναι η γέφυρα του Καρόλου στην Πράγα, της οποίας οι τριάντα επτά λαμπτήρες γκαζιού μένουν διαρκώς αναμμένοι από το τέλος Νοεμβρίου μέχρι τις αρχές της νέας χρονιάς, σαν υπόσχεση αγάπης, ειρήνης και ευημερίας στον κόσμο.

Η ποίησή της χτίζει μια αόρατη γέφυρα που φέρνει το παρελθόν κοντά, ανασταίνει εποχές και σπέρνει συγκινήσεις στο μυαλό και στην καρδιά· μας θυμίζει ανθρώπους που αγάπησαν και πάλεψαν για ένα δίκαιο κόσμο.

Είναι γεγονός ότι η σύγχρονη πραγματικότητα έχει αποκοπεί από την πνευματική της κληρονομιά και τις πνευματικές της αναζητήσεις και έχει ξεχάσει τον έρωτα εκείνο που ανακαλύπτει την ομορφιά της ζωής και εμπνέει την τέχνη. Οι ηθικές και ανθρωπιστικές της αξίες έχουν διαβρωθεί και μαζί το ελεύθερο πνεύμα και η κριτική σκέψη. Ο άνθρωπος μοιάζει να απομονώνεται ολοένα και περισσότερο από τη συλλογική δράση ενώ το ρήγμα της κοινωνικής αδικίας βαθαίνει. Η ανθρωπότητα πορεύεται στα σκοτεινά, χωρίς προσανατολισμό και μια παράξενη σιγή έχει απλωθεί, όπως πριν από την καταιγίδα.

Η ποιήτρια καυτηριάζει τον ατομικισμό και το έλλειμμα ανθρωπιάς της εποχής μας. Καλλιεργεί τον κήπο της ποίησής της σαν επίμονος κηπουρός, περιμένοντας κάποια στιγμή να ξυπνήσει ο ναρκωμένος κόσμος.

...Οι αναχωρητές έχουν κιόλας βαρεθεί στην Εδέμ, κι οι φαροφύλακες είναι πλέον τυφλοί ― πάνω σε κόκκινους λωτούς προσπίπτουν τα καράβια... Η θάλασσα ξεβράζει συνδηλώσεις που κανείς δεν θέλει να περιθάλψει κι οι αφηγητές έχουν ξεχάσει να μιλούν.

Εγώ θα περιμένω τις κυψέλες να βουίξουν. Εσείς μπορείτε να προχωρήσετε...



Κατερίνα Τσιτσεκλή
 

1 σχόλιο:

  1. Όπως λέει και ο τίτλος της συλλογής, ακόμη και η τελειότητα είναι βαρετή και η Ευθυμία Γιώσα έχει βαλθεί να το αποδείξει. Γράφοντας ανορθόδοξα, μερικές φορές στα όρια του παραλόγου, καταφέρνει ωστόσο να πείσει τον αναγνώστη να διαβάσει απνευστί όλα τα πεζοποιήματα της συλλογής, γιατί μέσα τους βρίσκονται θραύσματα που τον αφορούν. Τα θραύσματα αυτά προέρχονται από κάθε γωνία του επιστητού, απηχούν από σχολικά μαθήματα μέχρι προσωπικές υποσχέσεις και συγκολλούνται αρμονικά μαζί εξαιτίας της βεβαιότητας ότι η ζωή έχει τον δικό της τρόπο να συμβαίνει. Μια πολύ καλή συλλογή.

    ΑπάντησηΔιαγραφή