Δευτέρα, 1 Μαρτίου 2021

Εργοδική λογοτεχνία

Ποια είναι η γνώμη σας για τα βιβλία που απαιτούν τη συμμετοχή του αναγνώστη; Δεν εννοώ τη διαρκή διαδικασία ερμηνείας του κειμένου στην οποία μπαίνουμε όλοι πάντοτε· ούτε αναφέρομαι τόσο σε βιβλία με υποτυπώδη εργοδικότητα, όπως το Κουτσό, όπου απλώς καλούμαστε να επιλέξουμε έναν τρόπο ανάγνωσης στην αρχή, ο οποίος δεν επηρεάζει ιδιαίτερα την εξέλιξη της αφήγησης.

Εννοώ αυτό που κορυφώθηκε πριν 30-40 χρόνια κυρίως στο πεδίο των αφηγηματικών video games και αναπτύχθηκε από συγγραφείς κυρίως επιστημονικής φαντασίας με κάπως εφηβική στόχευση (CYOA). Ουσιαστικά, το Black Mirror: Bandersnatch αποτελεί και μιαν αναδρομή στο παρελθόν της πρακτικής, και παρότι η ταινία δεν είναι αριστούργημα μ’ έχει βάλει σε σκέψεις εδώ και κάποιους μήνες (η δομή της, όχι η ίδια). Σ’ εμάς η εργοδικότητα ήρθε αρκετά νωρίς για τα δεδομένα της λογοτεχνικής ευαισθησίας μας ως χώρας μέσω του Τριβιζά. Τα 88 Ντολμαδάκια του (όπως και διάφορα άλλα παραμύθια του), που δεν τα έχω διαβάσει ακόμη, αποτελούν αντιπροσωπευτικό παράδειγμα της δεύτερης «δημοφιλούς» εφαρμογής της εργοδικότητας: στο παιδικό βιβλίο.

Προτού περάσω στις σκέψεις μου επί του θέματος, ας αναφερθώ στο περιεχόμενο του όρου «εργοδικότητα» σε περίπτωση που τα παραπάνω παραδείγματα δεν επαρκούν. Ως πρώτο εργοδικό έργο μπορεί να θεωρηθεί το I Ching. Ο όρος «ergodic literature» που επινόησε ο Aarseth στο Cybertext: Perspectives on Ergodic Literature το ’97 προέρχεται από το «έργο» και την «οδό» και σημαίνει την καταβολή προσπάθειας του αναγνώστη (ή χρήστη, όπως προτείνει ο Aarseth) ώστε να υπάρξει εξέλιξη ή να επιτευχθεί συνοχή. Οι τρόποι που μπορεί να συμβεί αυτό ποικίλλουν: α) μπορεί ο αναγνώστης να πηγαίνει από link σε link, πράγμα που σημαίνει ότι κάθε φορά που επιλέγει το x παρακλάδι το y χάνεται και καταλήγει να διαβάζει μόνον μία από τις υπαρκτές ιστορίες, β) μπορεί να χρειάζεται να φτιάξει τη δική του γραμμικότητα μέσα από αφηγηματικά θραύσματα, γ) μπορεί να πρέπει να πάει στη σ. 233 αν δεχθεί να παντρευτεί ή στη σ. 127 αν αρνηθεί, δ) μπορεί να κληθεί κυριολεκτικά να συμπληρώσει τα ______ μιας αφήγησης κ.λπ.

Εξωλογοτεχνικά παραδείγματα: θα πατήσετε τα links που παρέθεσα παραπάνω για περισσότερες πληροφορίες ή θα διαβάσετε απλώς αυτό το κείμενο; Θα το διαβάσετε όλο ή τμήματά του; Κάποιοι είδαν την ανάρτηση του κειμένου αυτού στο Facebook και την αγνόησαν ή πάτησαν like/«καρδούλα» χωρίς να την ανοίξουν. Άλλοι, πάλι, άνοιξαν μεν το link, αλλά διάβασαν το κείμενο αποσπασματικά ασκώντας το αναγνωστικό δικαίωμα που περιγράφει ο Μπαρτ (το οποίο αναφέρει και ο Aarseth στο βιβλίο του που αναφέρθηκε). Το Facebook, όπως και όλο το διαδίκτυο, είναι εξαντλητικά εργοδικό και κάθε ανάρτηση προσφέρει μια σειρά από δυνητικές ενέργειες.

Επειδή ακριβώς προσφέρεται το διαδίκτυο για την εργοδικότητα, η συντριπτική πλειονότητα της εργοδικής λογοτεχνίας στον 21ο αιώνα είναι ηλεκτρονική — ό,τι αποκαλούμε υπερκείμενο [hypertext] (όχι το υπερκείμενο όπως εννοείται στον Genette) ή κυβερνοκείμενο [cybertext]. Η μόνη έντυπη εκδοχή αυτού στην Ελλάδα των τελευταίων 20 ετών (απ’ όσο ξέρω) είναι η Γραφή Δεύτερη του Κυριάκου Σταμέλου, ένα εργοδικό ποίημα όπου αναγνώστης καλείται να διαβάσει κάποιους «χάρτες» στίχων και να βρει τη συνοχή. Ο Kim Newman με το Life's Lottery (αναρωτιέμαι αν είχε κατά νου ότι ακούγεται και ως Life Slaughtery) προσπάθησε να φτιάξει ένα βιβλίο όπου ο αναγνώστης παίρνει τις αποφάσεις του χαρακτήρα απ’ όταν είναι παιδί μέχρι που πεθαίνει. Ωστόσο, αναλίσκεται τόσο πολύ στο «κάνεις το Α, άρα συμβαίνει το Β που οδηγεί στο Γ», στη ψευδορεαλιστική πληθώρα των επιλογών μας, που εν τέλει εστιάζοντας στη δράση υστερεί σε οτιδήποτε βαθύτερο. Το β΄ πρόσωπο που χρησιμοποιεί (όλα σχεδόν τα εργοδικά έργα αυτού του τύπου είναι γραμμένα σε β΄ πρόσωπο) δεν διευκολύνει μια πιο φιλοσοφική προσέγγιση, αφού κιόλας δυστυχώς ο Newman δεν είναι Calvino.

Θεωρώ ότι ιδίως στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση μια εργοδική δομή μπορεί να εφαρμοστεί με αρκετή συστηματικότητα (μάλλον συμφωνεί και το Netflix που έχει πλέον βγάλει 3-4 «διαδραστικά» επεισόδια/ταινίες) — φυσικά, το κόστος θα πολλαπλασιαζόταν κάθε φορά. Το πεδίο έχει ερευνηθεί ελάχιστα από τη «σοβαρή» λογοτεχνία, αλλά πιστεύω ότι η προσέγγιση αυτή έχει τη θέση της στον λογοτεχνικό κανόνα (αν κι εφόσον εντάσσεται οργανικά — το οποίο απαιτεί ένα εκτενέστερο κείμενο από μόνο του). Επίσης, είμαι της γνώμης ότι η φυσική εργοδικότητα των διαδικτυακών links δεν σημαίνει ότι πρέπει να περιορίζεται η όλη προσπάθεια στην ψηφιακή λογοτεχνία. Το έντυπο μέσο (το βιβλίο) έχει και αυτό ανεξερεύνητες δυνατότητες. Πλέον υπάρχει έντυπη λογοτεχνία για ενηλίκους με ανάποδο/χρωματιστό κείμενο (House of Leaves, Only Revolutions, Theories of Forgetting), χωρίς σελιδαρίθμηση (Take it or Leave it του Raymond Federman), με τρύπιες σελίδες (Tree of Codes), με θραύσματα κειμένου που πρέπει να συναρμολογήσουμε (Cent mille milliards de poèmes, Γραφή Δεύτερη), με τη μορφή ερωτηματολογίου (Τεστ Δεξιοτήτων, Alejandro Zambra) ή λεξικού (Το λεξικό των Χαζάρων — βλ. και άλλα του Πάβιτς) και ποιος ξέρει τι άλλο.

Χρειάζονται όλα αυτά, αποτελούν δηλαδή αναπόσπαστο τμήμα της ταυτότητας του βιβλίου ή είναι ανούσια τεχνάσματα; Άμα φύγουν από τη μέση τα πυροτεχνήματα, εξακολουθούμε να διαβάζουμε καλή λογοτεχνία; Όχι πάντα. Αλλά το ίδιο συμβαίνει και με τις κλασικά δομημένες αφηγήσεις. Προσωπικά, βιβλία όπως μερικά από τα προαναφερθέντα μου προσφέρουν, πέραν όλων των άλλων, μια χαρά σχεδόν παιδική, την οποία δεν μου προκαλούν τα κλασικά αφηγήματα. Ο αναγνώστης ήταν πάντα αναγκαίο μέρος του λογοτεχνικού έργου όχι μόνον επειδή χρειάζεται η ύπαρξη του αναγνώστη (το δέντρο που πέφτει στο δάσος και δεν τ’ ακούει κανείς κ.λπ.), αλλά επειδή χρειάζεται η ερμηνεία του, όπως είπαμε και στην αρχή. Κάθε σημαντικό κείμενο υπερβαίνει το δημιουργό του και οι πραγματικές του διαστάσεις μπορούν μόνο να φανούν μέσω του ερμηνευτικού δικτύου που αναπτύσσουν οι πολλαπλές αναγνώσεις. Ο αναγνώστης, όμως, όπως είδαμε, μπορεί να συμμετάσχει και διαφορετικά, ακόμα και στην ίδια τη δημιουργία.

Δημήτρης Μαύρος




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου