Παρασκευή, 19 Μαρτίου 2021

Ποίηση και επανάσταση: Ο επώνυμος ποιητής για το 1821 (μέρος Α)

Η περίοδος από την πτώση της Κρήτης (1669) μέχρι την Επανάσταση του 1821 χαρακτηρίστηκε από την προσπάθεια των λογίων να αφυπνίσουν πνευματικά τους υπόδουλους Έλληνες. Tον 17ο και τον 18ο αιώνα άλλωστε, είχε γεννηθεί στην Ευρώπη ο Διαφωτισμός, μια πνευματική κίνηση που πυροδότησε εξελίξεις στην τέχνη, τη φιλοσοφία και την πολιτική σκέψη, για να οδηγήσει στη Γαλλική Επανάσταση του 1789. Οι Έλληνες της Δύσης, μαγεμένοι από τις εξελίξεις, μεταλαμπάδευσαν στην Ελλάδα τα ιδανικά του Διαφωτισμού και την πίστη στη δύναμη της επανάστασης και έτσι γεννήθηκε ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός που έθεσε στο επίκεντρο την επιτακτική ανάγκη του ελληνικού λαού για ελευθερία. Οι εκπρόσωποι του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, οι επώνυμοι δηλαδή Έλληνες δημιουργοί, σε αντίθεση προς τον ανώνυμο ποιητή του δημοτικού τραγουδιού για τον οποίο δεν υπήρχε καν γλωσσικό ζήτημα, χωρίστηκαν σε δύο «στρατόπεδα»:

- τους αρχαϊστές, που προτιμούσαν την αρχαΐζουσα γλώσσα, όπως ο Ευγένιος Βούλγαρις (1716-1806) από την Κέρκυρα, ο οποίος έγραψε φιλολογικά και φιλοσοφικά έργα, ο Νικηφόρος Θεοτόκης (1736-1805), επίσης από την Κέρκυρα και συγγραφέας πολλών επιστημονικών έργων, καθώς και οι Νεόφυτος Δούκας (1760-1845), Παναγιώτης Κοδρικάς (1762-1827) και Αθανάσιος Πάριος (1725-1813).

- τους δημοτικιστές, που προτιμούσαν τη δημοτική. Δημοτικιστές ήταν ο Ιώσηπος Μοισιόδακας (1730-1780), συγγραφέας παιδαγωγικών κυρίως έργων, ο Δημήτρης Καταρτζής (1730-1807) και αρκετοί άλλοι. Μεταξύ των μαθητών του Καταρτζή συγκαταλεγόταν και ο Ρήγας Φεραίος (1758-1798) από το Βελεστίνο, ένα μικρό χωριό της Θεσσαλίας, ο οποίος μετέβη στη Βιέννη, όπου ανέπτυξε μεγάλη πολιτική και εθνική δράση. Ο Ρήγας έγραψε πολλά έργα, μεταξύ αυτών και τον ορμητικό «Θούριο» που ξεκινά με τους γνωστούς σε όλους στίχους: « Ως πότε, παλληκάρια, να ζούμεν στα στενά,/μονάχοι, σαν λιοντάρια, στες ράχες, στα βουνά;».

«Θούριος» του Ρήγα Φεραίου (απόσπασμα, ο όρκος των Πατριωτών)

«Ω Βασιλεύ του Κόσμου, ορκίζομαι σε Σε,
στην γνώμην των Τυράννων να μην ελθώ ποτέ!
Μήτε να τους δουλεύσω, μήτε να πλανηθώ
εις τα ταξίματά τους, για να παραδοθώ.
Εν όσω ζω στον κόσμον, ο μόνος μου σκοπός,
για να τους αφανίσω, θε να 'ναι σταθερός.
Πιστός εις την Πατρίδα, συντρίβω τον ζυγόν,
αχώριστος για να 'μαι υπό τον στρατηγόν.
Κι αν παραβώ τον όρκον, ν' αστράψ' ο Oυρανός
και να με κατακάψη, να γένω σαν καπνός!»

Ο Ρήγας Φεραίος έγραψε τον «Θούριο» με ακράδαντη πίστη στη δύναμη του λόγου: ήταν το μέσο να εμψυχώσει τους συμπατριώτες του και να τους παρακινήσει να πάρουν τα όπλα. Ήξερε πως καμία επαναστατική κίνηση δεν ήταν εφικτή, αν το ηθικό του λαού δεν ήταν ακμαίο και αν δεν κινητοποιούνταν τα ιδανικά του που θα λειτουργούσαν σαν τη φλόγα που θα υποδαύλιζε τον αγώνα του. Αυτές οι σκέψεις άλλωστε ήταν κοινές μεταξύ όσων έπιασαν τη γραφίδα με την ελπίδα ότι οι λέξεις τους μπορεί να άλλαζαν κάτι στη σκέψη και την καρδιά των συμπατριωτών τους. Συχνά οι συλλήψεις τους ήταν συμβολικές και αντλούσαν από τον θησαυρό της αρχαιότητας. Ήταν και αυτή μια κίνηση σκόπιμη και στρατηγική που αποσκοπούσε στην κατάδειξη της συνέχειας ανάμεσα στο μεγαλειώδες παρελθόν της χώρας και το δύσκολο παρόν της: μια χώρα που είχε αναδείξει τέτοιο μεγαλείο σίγουρα θα εύρισκε τον τρόπο να ξεπεράσει τις όποιες δυσκολίες και να αναδυθεί τρανή ξανά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα άντλησης από την αρχαιότητα είναι και ο τίτλος «Θούριος»: τη λέξη δανείστηκε ο Ρήγας από τους Αττικούς ποιητές Αισχύλο και Αριστοφάνη. Αλλά και στον Όμηρο (Ιλιάδα Ο 127) απαντά το επίθετο «θούρος» για τον Άρη, με τη σημασία: ορμητικός, μαινόμενος, πολεμικός. Μόνο που με τη χρήση της από τον Ρήγα, η λέξη «θούριος» εισάγεται εκ νέου στο ελληνικό λεξιλόγιο, αυτή τη φορά ως συνώνυμη της επανάστασης.

Ο «Θούριος» όμως γράφτηκε όχι απλά για να διαβαστεί, αλλά για να τραγουδηθεί και να χορευτεί. Για να διευκολύνει την ευρεία του διάδοση, ο Ρήγας ζήτησε να τον τραγουδούν στο σκοπό ενός πολύ γνωστού τραγουδιού της εποχής του «Μια προσταγή μεγάλη», που αναφερόταν στα κατορθώματα του Λάμπρου Κατσώνη (1752-1804), ο οποίος εκείνα τα χρόνια είχε αναθερμάνει τις ελπίδες των σκλαβωμένων για την απόκτηση της ελευθερίας τους με τη βοήθεια της Ρωσίας. Όσο για τον χορό, ο «Θούριος» χορεύεται στον συρτό της γενέτειρας του Ρήγα, του Βελεστίνου. Ο Ρήγας ήξερε ότι ένα τραγούδι που μπορεί εύκολα να τραγουδηθεί και που μπορεί επιπλέον να χορευτεί, ένας εμψυχωτικός παιάνας σαν τον «Θούριο» ήταν ό,τι πιο δυναμωτικό για την ψυχή των υπόδουλων Ελλήνων. Γι’ αυτό άλλωστε τον έγραψε και με απλά νοήματα, εύκολα προσιτά στον λαό.

Από την άλλη, ο στρατηγός Γιάννης Μακρυγιάννης (1797-1864) δεν είχε άλλη επιλογή από την απλή γλώσσα. Τα Απομνημονεύματά του είναι αρκετά για να μας πείσουν ότι η λογοτεχνία δεν είναι προνόμιο μόνο των συγγραφέων ή των ποιητών. Ο Μακρυγιάννης έδωσε το παρόν με αυταπάρνηση σε όλο τον Αγώνα και μόνο όταν εκείνος τέλειωσε, κάθισε να γράψει. Αλλά και τότε παρέμεινε αγωνιστής. Το χειρόγραφο των Απομνημονευμάτων του το βρήκε ο Γιάννης Βλαχογιάννης το 1901 σε έναν τενεκέ, στο υπόγειο του γιου του Μακρυγιάννη και το δημοσίευσε το 1907: έως τότε ήταν άγνωστο. Τα Απομνημονεύματα είναι φυσικά γραμμένα σαν πεζός λόγος, περιλαμβάνουν όμως ορισμένα ποιήματα όπως το ακόλουθο:

Ο Ήλιος εβασίλεψε
- Έλληνά μου βασίλεψε –
Και το Φεγγάρι εχάθη
Κι’ ο καθαρός Αυγερινός που πάει κοντά την Πούλια
Τα τέσσερα κουβέντιαζαν και κρυφοκουβεντιάζουν.
Γυρίζει ο Ήλιος και τους λέει, γυρίζει και τους κρένει·
«Εψές οπού βασίλεψα πίσου από μια ραχούλα,
Άκ’ σα γυναίκεια κλάματα κι’ αντρών τα μοιργιολόγια
Γι’ αυτά τα ‘ρωικά κορμιά στον κάμπο ξαπλωμένα,
Και μες στο αίμα το πολύ είν’ όλα βουτημένα.
Για την πατρίδα πήγανε στον Άδη, τα καημένα.

Ο Βλαχογιάννης χαρακτήρισε το ποίημα αυτό ως παραλλαγή τραγουδιού των κλεφτών Ψειραίων και ισχυρίστηκε ότι «οι τρεις τελευταίοι στίχοι και το τσάκισμα “Έλληνά μου βασίλεψε” εποιήθησαν αυτοσχεδίως υπό του Μακρυγιάννη», όμως η παραλλαγή του τραγουδιού είναι πολύ μεγαλύτερη και πολύ διαφορετική. Ωστόσο, ο Μακρυγιάννης όντως χρησιμοποίησε τη σύλληψη του ήλιου και κάποιους στερεοτυπικούς στίχους και έγραψε σαν δημοτικός ποιητής. Τα Απομνημονεύματα αντικατοπτρίζουν ένα σπουδαίο κομμάτι της ζωής του ελληνισμού στα 60 πρώτα χρόνια του 19ου αιώνα. Αναπαριστούν, σαν μια ζωηρή νωπογραφία, τα ιστορικά γεγονότα του απελευθερωτικού αγώνα και των πρώτων χρόνων της πολιτικής διακυβέρνησης του ελεύθερου κράτους, αλλά και μεταφέρουν τον αυθορμητισμό μιας πηγαίας λογοτεχνικότητας μέσα από έναν γραπτό λόγο φορτισμένο από τη συγκίνηση της βιωμένης προφορικής μαρτυρίας.



[συνεχίζεται]


Χριστίνα Λιναρδάκη


* Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό Έρεισμα.


Πηγές:

Fauriel, Claude (1824), Ελληνικά δημοτικά τραγούδια (δύο τόμοι). Εισαγωγή και εκδοτική επιμέλεια: Αλέξης Πολίτης. Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, 1999.

Αθανασόπουλος, Ε., Κοκκινάκη, Ε. & Μπίστα, Π. (2014), Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Ινστιτούτο Τεχνολογίας Υπολογιστών και Εκδόσεων «Διόφαντος».

Δημητρακόπουλος, Φ.Α. (1990), Ο νεοελληνισμός στη λογοτεχνία: 19ος - 20ός αιώνας, Αθήνα: Επικαιρότητα.

Καραμπερόπουλος, Δημήτριος (2017), Ρήγα Βελεστινλή, Θούριος: Ανάλυση, διαθέσιμο στο karaberopoulos.gr (τελευταία πρόσβαση: 8.1.2021)

Μακρυγιάννης, Γιάννης (1829 κ.ε.), Απομνημονεύματα. Εισαγωγή-σχόλια: Σπύρος Ι. Ασδραχάς. Αθήνα: εκδόσεις Καραβία, 1957.

Πολίτης, Λίνος (1998), Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 142-146.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου