Τετάρτη, 31 Μαρτίου 2021

"Οι αναχωρητές έχουν κιόλας βαρεθεί στην Εδέμ" της Ευθυμίας Γιώσα

Αναχωρητής αποκαλείται ο άνθρωπος που επιλέγει να εγκαταλείψει τα εγκόσμια και να αποσυρθεί σε ένα τόπο ερημικό, μακριά από την ανθρώπινη κοινωνία. Θα μπορούσε ωστόσο κάποιος να είναι αναχωρητής χωρίς να αλλάξει τόπο διαμονής, ακόμα κι αν συνεχίσει να ζει μέσα στην πόλη; Η Ευθυμία Γιώσα στη νέα της ποιητική συλλογή, η οποία αποτελείται από είκοσι κείμενα ποιητικής πρόζας, μιλάει για την αναχώρηση ως μια ψυχική κατάσταση απόσυρσης των ανθρώπων από τα κοινωνικά και πολιτικά δρώμενα και όχι με την καθιερωμένη της έννοια. Η Εδέμ στην οποία αναφέρεται είναι η σύγχρονη πόλη και οι αναχωρητές της είναι οι άνθρωποι που ζουν στο τέλμα της, απορροφημένοι από τη ρουτίνα της καθημερινότητας, ερμητικά κλεισμένοι στον μικρόκοσμό τους, χωρίς ιδιαίτερες ανησυχίες, χωρίς δεύτερες σκέψεις· βιώνουν μέσα της, καθένας ξεχωριστά, το δικό του κενό.

Μήπως αυτή η παραίτηση του ανθρώπου από τα πιστεύω του, από τη διεκδίκηση των ονείρων του δεν είναι μια μορφή προδοσίας του ίδιου του εαυτού του, δεν καθορίζει με αυτή τη στάση του μια κοινή μοίρα, μια ανελευθερία που εδραιώνεται, αφού αφήνει άλλους να αποφασίζουν για τη ζωή του; Η ποιήτρια στοχάζεται την προδοσία, όταν προέρχονται εξ οικείων τα βέλη. Οι λέξεις της ταξιδεύουν στο χώρο και στο χρόνο, ανασύρουν σκηνές από το παρελθόν για να ρίξουν φως στη σημερινή πραγματικότητα, να αποκαλύψουν τις βαθύτερες αιτίες της φθοράς που κρύβονται πίσω από την επιφάνεια των πραγμάτων. Το πολιτικό σκηνικό της εποχής μας φέρνει στο φως μνήμες από το βάθος του χρόνου.

Στο ποίημα "Μεταθανάτιοι μονόλογοι", η ποιήτρια συνομιλεί διακειμενικά με τον Καβάφη με αφορμή το ποίημα του "Μάρτιαι Ειδοί". Και ενώ εκείνος εστιάζεται στην προσωπικότητα του Καίσαρα, εκείνη επικεντρώνεται στον Βρούτο. Ο Βρούτος ήταν περισσότερο ιδεολόγος παρά προδότης, μοιάζει να λέει, στράφηκε εναντίον του Καίσαρα γιατί υπερασπίστηκε τις δημοκρατικές ιδέες του. Στους μονολόγους της, ο Καίσαρας δείχνει να κατανοεί τα αίτια της πράξης του Βρούτου, αντίθετα ο Βρούτος φαίνεται να έχει μετανιώσει οικτρά, αφού γνωρίζει πλέον ότι η δολοφονία του Καίσαρα δεν επανέφερε τη Δημοκρατία στη Ρώμη:

Η δική του μαχαιριά ήταν από ζυμάρι ―μαλακή, αφράτη, ανόητη. Αποφάσισα να πιστέψω ότι δεν είναι ένας στυγνός προδότης, αλλά ένας προδότης εξ ανάγκης. Μπορεί να μην είναι καν προδότης, δεν ξέρω. Ξέρω μονάχα πως στην πληγή απ’ το δικό του μαχαίρι μία προνύμφη ναυμαχεί στο κουκούλι της με τη χρυσαλλίδα που κάποτε θα γίνει.

..Μεγάλωσα και σταμάτησα να σκάβω το χώμα. Άρχισα να σκάβω εντός μου, όμως ούτε εκεί κατάφερα να βγάλω άκρη. Όχι. Σας το λέω, όχι. Δεν πρόδωσα τον Καίσαρα. Τον Βρούτο πρόδωσα. Εις τους αιώνας των αιώνων, τον Βρούτο θα προδίδω.


Στο ποίημα γίνεται ένας παραλληλισμός με το πολιτικό σκηνικό της εποχής μας, τις δολοπλοκίες και τα πισώπλατα μαχαιρώματα των πολιτικών, τις αλλαγές πεποιθήσεων και πολιτικών θέσεων, το κυνήγι της εξουσίας. Η διαπίστωση ότι σήμερα προδοσία των οραμάτων τους γίνεται για ωφελιμιστικούς λόγους αφήνει μια πικρή γεύση.

Μιλάει με κάποια δόση ειρωνείας για τον εθιμοτυπικό χαρακτήρα της γιορτής της εργατικής πρωτομαγιάς και την αθρόα συμμετοχή όλων στις διακοπές του Αυγούστου. Μέσα στο κλίμα της γενικής παραλυσίας και του βολέματος του Αυγούστου, ο Μάιος έχει χαθεί:

...Όσους θριάμβους κι αν προετοιμάσω, θα παραμονεύει πάντα ένας Αύγουστος, συνώνυμος της πιο σπουδαίας ήττας... Με τον γάτο του Τσεσάιρ να με σκουντάει κάθε τόσο για να απολαύσω το θεματικό του χαμόγελο... Μ’ ένα λεξιλόγιο ιδιαζόντως ειδεχθές που πνίγεται στα «υποτίθεται» και στα «αργότερα». Με τη μισθωτή ανοησία της ποσοστιαίας τεκμηρίωσης. Χωρίς Μάιο.

...Όμως ο Μάιος υπάρχει και τον έχω ζήσει. Έχω επιμεληθεί τις λιακάδες του, έχω σκουπίσει τα σκαλοπάτια του, έχω υπερασπιστεί τις κόκκινες τουλίπες του. Κάποτε οι εκπλήξεις σταματάνε να έρχονται και τότε ζητούν να τις επινοήσεις...

Μέσα στην ποίησή της αναδύεται η άλλη πλευρά, εκείνη που ρίχνει οχυρά και παλιά πρότυπα, εκείνη που υιοθετεί μια στάση ζωής και ένα όραμα για να δώσει ανάσες ζωής σε έναν μονοδιάστατο κόσμο. Η ποιήτρια στρέφει το βλέμμα στο νυχτερινό ουρανό και αφουγκράζεται την αέναη ροή της εξέλιξης, τις αόρατες εκείνες δυνάμεις που αντιπαλεύουν ό,τι παλιό και σαθρό για να γεννηθεί μέσα από τις στάχτες του το καινούργιο. Μέσα σε αυτό το σύμπαν oι κοινωνικοί αγώνες για τα δικαιώματα του ανθρώπου συνεχίζονται.

...Όταν τα ακόντια εκτοξεύονται στα σύνορα Δράκοντα με Κηφέα, στη Μικρή Άρκτο συνωστίζονται επαναστάτες. Με τα μοιρογνωμόνια και τις μπογιές τους, τα κλειδοκύμβαλα και τις προκηρύξεις τους. Ορισμένοι κουρδίζουν ήδη σχέδια κι αντιδράσεις, ενώ γελούν στοχαστικά βερνικώνοντας το λήμμα «εργάτης»...

Πρόκειται για μια ποίηση που έχει κλίση προς την καλοσύνη, ακολουθεί τα χνάρια των «Δικαίων» του Μπόρχες, στους οποίους η ποιήτρια αφιερώνει τη συλλογή της, και μάχεται όλα τα στερεότυπα και τα οχυρά της προκατάληψης. Επιθυμεί να βρουν το δρόμο τους οι λέξεις της να αφυπνίσουν τις συνειδήσεις των ανθρώπων ενάντια στην αδικία· υποκινεί αφίξεις ασώτων...

Η ποίησή της φιλοξενεί τη μοναξιά του μοναχικού ανθρώπου, την απελπισία του ανώνυμου πρόσφυγα και ό,τι στην εποχή μας βάλλεται, τον έρωτα, τη φιλία, την αγάπη· κάθε ιδέα και ιδανικό που αξίζει να διασωθεί. Το ποιητικό της σύμπαν καταργεί τον τόπο και τον χρόνο, η ώρα μετριέται με τους χτύπους της καρδιάς και η συγκίνηση διαστέλλει τις στιγμές, όπως στα όνειρα. Η ποιήτρια συνομιλεί με ήρωες βιβλίων, αγαπημένους συγγραφείς και αφανείς ήρωες της καθημερινότητας.

Η επιθυμία της να μπορούσε να είχε συμπαρασταθεί στον 29χρονο πρόσφυγα που αυτοπυρπολήθηκε στο Κέντρο Υποδοχής και Ταυτοποίησης στη Χίο γίνεται ποίημα.

Καθόμασταν στην προβλήτα του λιμανιού και λέγαμε στα ψάρια ιστορίες. Πώς παραλίγο να βγάλουμε κι εμείς λέπια και να μας πιάσουνε στα δίχτυα οι ψαράδες...

...Ξέπλεξες τα δάχτυλα κι άρχισες να γελάς μ’ ένα γέλιο ασυγκράτητο ―τόσο που για μια στιγμή κόντεψες να πνιγείς. Σε ρώτησα γιατί, κι είπες θυμήθηκες πώς είχες πηδήξει πάνω από μια φωτιά πριν από χρόνια χωρίς να καείς. Μόνο την άλλη μέρα κατάλαβα. Μα ως συνήθως ήταν πλέον αργά.


Αφιερώνει ένα άλλο ποίημα στη μνήμη ενός από τα θύματα της αστυνομικής βίας. Ο 15χρονος Μπερκίν Ελβάν βγήκε έξω για να αγοράσει ψωμί σε μια εργατική συνοικία της Κωνσταντινούπολης και τραυματίστηκε στο κεφάλι από δακρυγόνο της αστυνομίας που επιχειρούσε, σε κοντινό σημείο, να διαλύσει μια διαδήλωση. Πέθανε ύστερα από 269 μέρες νοσηλείας σε κωματώδη κατάσταση στο νοσοκομείο. Η ποιήτρια προσφέρει στο νεαρό αγόρι εκείνο το ψωμί που λαχτάρησε για μια αιωνιότητα και τον τοποθετεί στον ανθισμένο κήπο του Χάμιλτον Νάκι, για να ξεχνάει με το άρωμα των λουλουδιών το οινόπνευμα των διαδρόμων. Η αποστολική φιγούρα του Πέτρου και ο μελαγχολικός βασιλιάς του Μπωντλαίρ του κρατούν συντροφιά.

...Τον Πέτρο τον σκέφτομαι συνήθως τα μεσημέρια. Τις νύχτες σταματάω στον κήπο του Χάμιλτον Νάκι· είναι δροσερός και ήσυχος, με σαφή κλίση στη φιλοσοφία... ...Καταλαβαίνω γιατί ο Νάκι πήρε σύνταξη σαν κηπουρός κι ονειρεύομαι τη μεταμόσχευση μιας στεφάνης γεμάτης νέκταρ στη θέση της καρδιάς...

...Τρεις φορές τη μέρα θα ξυπνάω και θα τρώω ψωμί. Ξεκίνησα στα δεκαπέντε μου και θα συνεχίσω για μια αιωνιότητα.


Η αναφορά της ποιήτριας στον κήπο του Νάκι δεν είναι τυχαία. Ο Νάκι υπήρξε κηπουρός της ιατρικής σχολής του Κέιπ Τάουν, παράλληλα όμως υπήρξε και ένας άνθρωπος που καλλιέργησε την έμφυτη κλίση του στη χειρουργική, παρόλο που δεν μπόρεσε ποτέ επίσημα να σπουδάσει, γιατί ήταν μαύρος και ζούσε στην εποχή του απαρτχάιντ. Ήταν ένας από τους Δίκαιους του Μπόρχες που καλλιέργησε τον κήπο του όπως θα ήθελε ο Βολταίρος. Η ποιήτρια νιώθει ευγνωμοσύνη γιατί σε αυτόν τον κόσμο έζησε ο Νάκι· ένας άνθρωπος που αθόρυβα και ταπεινά καλλιέργησε την κλίση του και έκανε καλύτερο τον κόσμο.

Το ποιητικό της τοπίο, διάσπαρτο από διακειμενικές αναφορές, αναπάντεχες συναντήσεις λέξεων, και φράσεις που καταλήγουν σε απρόσμενα διαφορετικό νόημα από το αναμενόμενο, είναι και αυτό ένας κήπος.

Στο ποίημα "Προτάσεις θάρρους στους Νικία, Λάχη και Σωκράτη", η ποιήτρια γράφει:

...Διαπιστώνω την υποκρισία της θλίψης και την αποδέχομαι...

...Στέλνω τηλεγράφημα στην Αντιγόνη και στον Σαρτρ και τους πληροφορώ ότι πολλοί νεκροί δεν έχουν τάφο· αντιθέτως, πολλοί ζωντανοί έχουν εξασφαλίσει έναν.

Η ποιήτρια επιστρατεύει συχνά υπερρεαλιστικές εικόνες και επίσημη γλώσσα για να δώσει έμφαση στα συναισθήματά της, όπως στο ποίημα Απόσταξη:

Θλιβερά είναι τα στέμφυλα που απειθούν ενώπιον των χειλιών σου.

Ανυπόμονη κοντράλτο ρίχνεται στο καζάνι προτού υπολογίσει πόσα «εάν» εξατμίζονται στο λεπτό. Στους πόσους αλκοολικούς βαθμούς αραιώνεται η πλήξη...


Άλλοτε πάλι η ποίησή της παίρνει τη μορφή και τις μεταμφιέσεις παραμυθιού, όταν περιπλανιέται στην πόλη.

Στον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό φυλλομετρά μια νυχτερίδα τη ζωή της. Περπατάει σκυφτή πάνω στις ράγες, ερμηνεύοντας το τίποτα με όρους φορμαλισμού.

Περασμένα μεσάνυχτα της μίλησα κι εγώ για ρέπλικες, αντιγραφές και τα διαπιστευτήρια, κι εκείνη, με μια δραματική βεβαιότητα στην άκρη της φωνής, αρκέστηκε να πει πως μ’ έχει κάποτε ξανασυναντήσει...


Εδώ, η τυχαία συνάντηση δυο περιπλανώμενων ψυχών προήλθε από την ίδια ανάγκη για περιπλάνηση και ενδοσκόπηση. Ο διάλογος φανερώνει ότι υπήρξε μια στιγμή βαθιάς συνεννόησης, μια επικοινωνία σε ένα βαθύτερο επίπεδο συνείδησης.

Η ποιήτρια δεν περιγράφει την πραγματικότητα αλλά τον απόηχό της, τον αντίκτυπο που έχει στο μυαλό και στην καρδιά, όπως εδώ που αναφέρεται στη ρουτίνα της καθημερινότητας:

Τα πρωινά δεχόμαστε σφαίρες ―κυρίως στους κροτάφους ―, τα μεσημέρια τις χωνεύουμε και τα απογεύματα εξασκούμαστε στην ανίχνευση ναρκών. Αποφλοιωμένες διαθέσεις μαρτυρούν την αλήθεια, εκείνη που της έχουμε αναθέσει να κατεβάζει τα σκουπίδια όταν εμείς βαριόμαστε ή είμαστε κουρασμένοι.

Στην ποίησή της ενυπάρχει ένα «εμείς» που καταφεύγει σε χώρους ονειρικούς που έχει δημιουργήσει η τέχνη, όταν δεν έχει αλλού να πάει.

Κάποτε, στην πόλη, διάγουμε ονειρικές καθυποτάξεις. Ανακαλύπτουμε κρατήρες γεμάτους με σταφύλια. Ανάβουμε τριάντα επτά λάμπες γκαζιού πάνω σε μια γέφυρα που την συναρμολογούμε όταν δεν έχει μείνει άλλο μέρος για να φιληθούμε. Δειπνούμε στους συρμούς με γύρη προσδοκίες και άχνη. Ξεφαντώνουμε στις γειτονιές κλαίγοντας, παρέα μ’ έναν δράκο. Ξαγρυπνούμε στην ταράτσα με τον Σεμπάστιαν και τη Βεατρίκη διαβάζοντας εκ περιτροπής ένα κοινόχρηστο απόσπασμα της μέλλουσας ζωής.

Η ποιήτρια αναφέρεται στον Σεμπάστιαν Σαν Βισέντε, ισπανό επαναστάτη που πρωτοστάτησε στους απεργιακούς αγώνες στο Μεξικό το 1920 και μετά χάθηκε. Ανήκει και αυτός στους Δίκαιους του Μπόρχες και είναι ο κεντρικός ήρωας σε δυο βιβλία του Μεξικανού συγγραφέα Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο. Η Βεατρίκη είναι η ηρωίδα του Δάντη, σύμβολο του αγνού έρωτα. Οι γεμάτοι σταφύλια κρατήρες βρίσκονται στο νησί Λανθαρότε στην Ισπανία και αποδεικνύουν για άλλη μια φορά ότι η φύση ξέρει από υπερρεαλισμό. Η γέφυρα, στην οποία αναφέρεται, είναι η γέφυρα του Καρόλου στην Πράγα, της οποίας οι τριάντα επτά λαμπτήρες γκαζιού μένουν διαρκώς αναμμένοι από το τέλος Νοεμβρίου μέχρι τις αρχές της νέας χρονιάς, σαν υπόσχεση αγάπης, ειρήνης και ευημερίας στον κόσμο.

Η ποίησή της χτίζει μια αόρατη γέφυρα που φέρνει το παρελθόν κοντά, ανασταίνει εποχές και σπέρνει συγκινήσεις στο μυαλό και στην καρδιά· μας θυμίζει ανθρώπους που αγάπησαν και πάλεψαν για ένα δίκαιο κόσμο.

Είναι γεγονός ότι η σύγχρονη πραγματικότητα έχει αποκοπεί από την πνευματική της κληρονομιά και τις πνευματικές της αναζητήσεις και έχει ξεχάσει τον έρωτα εκείνο που ανακαλύπτει την ομορφιά της ζωής και εμπνέει την τέχνη. Οι ηθικές και ανθρωπιστικές της αξίες έχουν διαβρωθεί και μαζί το ελεύθερο πνεύμα και η κριτική σκέψη. Ο άνθρωπος μοιάζει να απομονώνεται ολοένα και περισσότερο από τη συλλογική δράση ενώ το ρήγμα της κοινωνικής αδικίας βαθαίνει. Η ανθρωπότητα πορεύεται στα σκοτεινά, χωρίς προσανατολισμό και μια παράξενη σιγή έχει απλωθεί, όπως πριν από την καταιγίδα.

Η ποιήτρια καυτηριάζει τον ατομικισμό και το έλλειμμα ανθρωπιάς της εποχής μας. Καλλιεργεί τον κήπο της ποίησής της σαν επίμονος κηπουρός, περιμένοντας κάποια στιγμή να ξυπνήσει ο ναρκωμένος κόσμος.

...Οι αναχωρητές έχουν κιόλας βαρεθεί στην Εδέμ, κι οι φαροφύλακες είναι πλέον τυφλοί ― πάνω σε κόκκινους λωτούς προσπίπτουν τα καράβια... Η θάλασσα ξεβράζει συνδηλώσεις που κανείς δεν θέλει να περιθάλψει κι οι αφηγητές έχουν ξεχάσει να μιλούν.

Εγώ θα περιμένω τις κυψέλες να βουίξουν. Εσείς μπορείτε να προχωρήσετε...



Κατερίνα Τσιτσεκλή
 

Δευτέρα, 29 Μαρτίου 2021

Το ποίημα της Δευτέρας: "Η δεύτερη φορά" του Νίκου Τζώρτζη




Η δεύτερη φορά

Στέκει μπροστά μου,

στη μέση περίπου
της μεγάλης ουράς.
Η σειρά μας αργεί.
Συστηνόμαστε
και πιάνουμε κουβέντα.

Κάποια στιγμή τον ρωτώ
τι θα Του ζητήσει·
μια δεύτερη
παιδική ηλικία, μου λέει,
έστω και χωρίς παιχνίδια·

τι σύμπτωση, του λέω,
το ίδιο θα’ θελα κι εγώ
– μα ψεύδομαι γιατί
ξέρω πως θα’ χει φύγει,
δεν θα’ ναι εδώ,

δεν θέλω να’ ναι εδώ
για να μ’ ακούσει,
όταν θα Του ζητώ:
αυτή τη φορά 
να μπορέσω πια

να μεγαλώσω.

Νίκος Ι. Τζώρτζης
από τη συλλογή του Αναψηλάφηση


Πέμπτη, 25 Μαρτίου 2021

Ελληνικά δημοτικά τραγούδια στην Επανάσταση του ’21: το κλέφτικο (Μέρος Β)

(συνέχεια από το μέρος Α)

Μέσα από την πράξη της αφήγησης, το κλέφτικο τραγούδι δίνει υπόσταση σε ένα πανελλήνιο και παράλληλα βαθιά ατομικό όνειρο, αυτό της επανάκτησης και της εδραίωσης μιας εθνικής ταυτότητας: το όνειρο της ανεξαρτησίας. Ο λόγος που το όνομα του δημοτικού ποιητή χάνεται στην ιστορία είναι γιατί η ουσιαστική αξία, το θεμελιώδες νόημα βρίσκεται στη φωνή, στις λέξεις. Οι άνθρωποι που αποτέλεσαν τους αποδέκτες στα κλέφτικα τραγούδια, άκουγαν στους στίχους την δική τους φωνή, όχι κάποιου άλλου: η δύναμη του ποιητή έγκειται ακριβώς εκεί, στην ικανότητα να διαβάζει τις ψυχές και να περιγράφει τους φόβους βγάζοντάς τους έξω στο φως και άρα απομυθοποιώντας τους. Ο δημοτικός ποιητής λοιπόν δεν είναι μια ταυτότητα αλλά εκείνη η φωνή που αναπαράγεται στο διηνεκές, γιατί το σύνολο αναγνωρίζει τον εαυτό του σε ό,τι λέγεται και γιατί πετυχαίνει να δώσει στον ανώνυμο άνθρωπο την ηρωική διάσταση του εαυτού του.

Και αν ο δημοτικός ποιητής είναι ανώνυμος, οι ήρωές του αντίθετα είναι ονοματισμένοι, γνωστοί. Και παρόλες τις αναμφισβήτητες αναλογίες, δεν είναι ούτε ο Πορφύρης, ούτε o Κωνσταντής των παραλογών: είναι ο Λιάκος ο Παναρίτης από την Ήπειρο με τα παιδιά και την γυναίκα του, είναι ο Νικοτσάρας από την Λάρισα, ο Κατσαντώνης από τα Τρίκαλα. Τους ξέρουμε, κι αυτό τα αλλάζει όλα.

ΤΟΥ ΚΑΤΣΑΝΤΩΝΗ

Στες δεκαπέντε του Μαϊού, στες είκοσι του μήνα,

ο Βεληγκέκας κίνησε να πάη στον Κατσαντώνη .

Επάησε κ’ εκόνεψε σ’ ενού παπά το σπίτι.

-        «Παπά, ψωμί, παπά, κρασί, να πιουν τα παλληκάρια».

Κ’ εκεί πού ’τρωγε κ’ έπινε, εκεί που ωμιλούσε,

μαύρα μαντάτα του ’ρθανε από τον Κατσαντώνη.

Στα γόνατα γονάτισε, «Γραμματικέ», φωνάζει,

«τα παλληκάρια σύναξε κι όλο τον ταϊφά μου.

Εγώ πηγαίνω εμπροστά, στην Κρύα τη βρυσούλα».

Στη στράτα όπου πήγαινε, στη στράτα που πηγαίνει,

οι κλέφτες τον καρτέρεψαν και τον γλυκορωτούσαν.

-        «Πού πας, Βελή μπολούκμπαση, ρετζάλι του Βεζίρη;»

-        «Σ’ εσέν’, Αντώνη, κερατά, σ’ εσένα, Κατσαντώνη».

Ο Κατσαντώνης φώναξεν από το μετερίζι.

-        «Δεν είν’ εδώ τα Γιάννινα, δεν είναι οι ραγιάδες,

για να τους ψένης σαν τραγιά, σαν τα παχιά κριάρια

εδώ ’ναι τα ψηλά βουνά και κλέφτικα τουφέκια».

Τρία τουφέκια τόδωσαν, τα τρί’ αράδ’ αράδα,

το ’να τον πήρε ξώδερμα και τ’ άλλο στο κεφάλι,

το τρίτο, το φαρμακερό, τον πήρε στην καρδιά του.

Το στόμα τ’ αίμα γέμισε, τα χείλη του φαρμάκι.[1]

C. Fauriel, Chants populaires de la Grèce moderne, tome I, Paris 1824, σ. 172.

 

Αλλά δεν είναι μόνο αυτοί: είναι η Λιάκαινα που η γενναιότητά της έμεινε παροιμιώδης και αποτέλεσε έμπνευση για ένα εξαιρετικά σύνθετο τραγούδι[2]:

ΤΗΣ ΛΙΑΚΑΙΝΑΣ

Μα την τρομάρα που είδα ‘γω στου Λιάκου τη γυναίκα,

’ξήντ’ Αρβανίτες την κρατούν και δέκα τη ξιτάζουν.

«Λιάκαινα δεν παντρεύεσαι, Τούρκον άντρα να πάρης;»

-        «Κάλλια να ιδώ το αίμα μου στη γης να κοκκινίση,

παρά να ιδώ τα μάτια μου Τούρκος να τα φιλήση.»

Κι ο Λιάκος την αγνάντευε από το καραούλι,

τον μαύρο του ερώταε, τον μαύρο του ρωτάει

«Δύνασαι, μαύρε μ’, δύνασαι να βγάλεις την κυρά σου;»

-        «Δύναμ’ ο μαύρος, δύναμαι, εγώ να σου την βγάλω,

να μ’ αυγατίσης την ταή σαρανταπέντε χούφτες,

και δέσε μ’ μ’ ίγκλες δώδεκα, κουσκούνια δεκαπέντε.»

Σαν κίνησαν και πάησαν σαν τ’ άξια παλικάρια,

βάνει στα κάπ’λα την κυρά, και φεύγει της φευγάλας.[3]

                                                     

                                                                                                            Ήπειρος. Χασιώτης, σ. 103. Πρβ.Fauriel, 1, 138,

Passow (= U) 87, Χασιώτης, σ. 102.

 

Είναι επίσης οι γυναίκες των Λαζαίων, η Μόσχω του Τζαβέλα και η Δέσπω του Μπότση από το Σούλι που πολέμησε με όσους είχαν απομείνει από την οικογένειά της και στο τέλος έβαλε φωτιά και κάηκαν όλοι για να γλιτώσουν την αιχμαλωσία και την ταπείνωση, μα πάνω από όλα για να πεθάνει όπως δεν είχε ζήσει μέχρι τότε: ελεύθερη. Και έτσι φτάνουμε στην δεύτερη κατά σειρά ανατροπή που λαμβάνει χώρα στα κλέφτικα: στην εξίσωση, προσωρινή έστω, της γυναίκας με τον άντρα πολεμιστή. Οι γυναίκες βγήκαν από το σπίτι, πήραν τα όπλα και έμειναν στην ιστορία και μάλιστα σε αρκετές περιπτώσεις την έγραψαν, για την γενναιότητα, την αποφασιστικότητα και το ελεύθερο πνεύμα τους, για το γεγονός ότι πολέμησαν τον εχθρό σαν ίσος προς ίσο. Ένας ιδιάζων άτυπος φεμινισμός, μια αλλαγή εκ βάθρων συντελείται έστω και παροδικά στην παροιμιωδώς αμετάβλητη ελληνική κοινωνία της υπαίθρου: η θέση της γυναίκας επεκτείνεται, ξεπερνάει προκαθορισμένες συμπεριφορές και περνάει σε άλλο επίπεδο. Η γυναικεία φιγούρα βγαίνει από μια ζωή σε δεύτερο πλάνο, παίρνει όπλα, ρίσκα και αποφάσεις, και γίνεται κυρία της ζωής της για όσο κρατάει μια επανάσταση, ένας πόλεμος κι ένας θάνατος στα δικά της μέτρα.

ΤΗΣ ΔΕΣΠΩΣ

Αχός βαρύς ακούγεται, πολλά ντουφέκια πέφτουν

μήνα σε γάμο ρίχνονται, μήνα σε χαροκόπι;

ουδέ σε γάμο ρίχνονται, κι ουδέ σε χαροκόπι

η Δέσπω κάνει πόλεμο με νύφες και μ’ αγγόνια.

Αρβανιτιά την πλάκωσε στου Δημουλά τον πύργο.

«Γιώργαινα ρίξε τ’ άρματα, δεν είν’ εδώ το Σούλι,

εδώ είσαι σκλάβα του πασά, σκλάβα των Αρβανίτων.»

-        «Το Σούλι κι αν προσκύνησε, κι αν τούρκεψεν η Κιάφα,

η Δέσπω αφέντες Λιάπηδες, δεν έκανε, δεν κάνει.»

Δαυλί στο χέρι άρπαξε, κόρες και νύφες κράζει:

-        «Σκλάβες Τουρκών μη ζήσουμε, παιδιά μαζί μ’ ελάτε.»

και τα φουσέκια άναψε, κι όλοι φωτιά γενήκαν.[4]

 

                                                                                                            Fauriel, 1, 302.

Τα κλέφτικα τραγούδια χαρτογραφούν λοιπόν την μία ανατροπή μετά την άλλη, δίνουν τις πρώτες αδρές γραμμές μιας κοινωνίας που αλλάζει ανατρέποντας ισορροπίες και σταθερές, που επαναπροσδιορίζει αξίες και ιδανικά και δίνει ευκαιρίες σε ανθρώπους μέχρι τότε κλειδωμένους σε συνθήκες που δεν είχαν ανατραπεί, ούτε καν αμφισβητηθεί για αιώνες. Είναι γεγονός και έχει άλλωστε αναφερθεί ποικιλοτρόπως στο παρελθόν, ότι τα κλέφτικα τραγούδια είδαν το φως σε ιστορικά και κοινωνικά ιδιαίτερες συνθήκες και απεικονίζουν αυτές ακριβώς. Παρόλο που οι ρίζες τους φτάνουν πολύ πίσω, στα ακριτικά και στις παραλογές χωρίς αμφιβολία, δεν μπορεί κανείς να υποτιμήσει το γεγονός ότι στην εποχή τους ήταν σύγχρονα. Κι αυτό αλλάζει πολλά, στον τρόπο μετάδοσής τους αρχικά, αλλά και στην απήχηση που απέκτησαν στην συνέχεια. Κυκλοφορούσαν σαν πυρίτιδα αναμμένη απ’ άκρη σ’ άκρη της Ελλάδας, από την ηπειρωτική χώρα μέχρι τα νησιά και την Κρήτη (όπου αργότερα έδωσαν πνοή σε μαντινάδες και δίστιχα[5]), εμπλουτίζονταν και προσαρμόζονταν στις εκάστοτε συνθήκες, με άλλα λόγια «φωτογράφιζαν» μια επανάσταση εν εξελίξει.

Είναι το πάθος και η ισχυρή αφηγηματικότητα που εξασφάλισαν την απήχηση και την εμβέλεια που γνώρισαν τα κλέφτικα τραγούδια, είναι όμως και η χρησιμότητά τους: είναι διηγήσεις που μαλακώνουν τον φόβο του πολέμου, την ανέχεια και το κρύο είτε επειδή μια πολιορκία άντεξε στα πυρά του εχθρού, είτε επειδή παρόλη την εκάστοτε ήττα «είμαστε ακόμα εδώ και συνεχίζουμε τον αγώνα». Τα κλέφτικα κράτησαν ζωντανή τη φλόγα που έκρινε μάχες στην καλύτερη περίπτωση αμφίρροπες, και παρηγόρησαν ανθρώπους έχασαν τα πάντα περισσότερες φορές από όσες θα ήθελαν να θυμούνται. Ο θάνατος ήταν εκεί μπροστά τους, η ατίμωση και η ανέχεια των οικογενειών τους μια καθημερινή πιθανότητα. Ο κλέφτης, με ρίζες στην γη που χάνονται στους αιώνες και ματιά στον ουρανό, βρήκε τον τρόπο να δημιουργήσει τις ευκαιρίες και τις προϋποθέσεις για αυτό που σήμερα ονομάζουμε ανατροπή των δεδομένων της Ιστορίας. Το τίμημα ήταν βαρύ, συχνά ισοπεδωτικό, όσο ήταν βέβαια και το πείσμα του: η τελική νίκη ήταν δεδομένη.

 

ΤΟΥ ΚΛΕΦΤΗ ΠΟΥ ΠΕΘΑΙΝΕΙ

Σαράντα κλέφτες ήμασταν, σαράντα δυο νομάτοι

όλ’ έναν όρκο κάναμαν μεσ’ στ’ άγιοτ ο Βαγγέλιο

«Αν αρρωστήσ’ ο σύντροφος να τον φυλάν’ οι άλλοι».

Ήρθε καιρός κι αρρώστησεν ο δόλιος μας ο πρώτος

σαράντα μέρες κάναμαν, σαράντα μερονύχτια,

συν δυο, συν τρεις κουβέντιαζαν, συν πέντε κουβεντιάζουν.

-       Παιδιά, να τον αφήκουμε τον δόλιο μας τον πρώτο».

Κι αυτός ο δόλιος τους άκουσε, τους κράζει και τους λέει.

-       «Παιδιά μ’, να μη μ’ αφήκετε στον έρημο τον τόπο

βγαίνουν τ’ αρκούδια και με σκιούν, οι λύκοι και με τρώγουν,

μούν’ πάρτε με και σύρτε με ψηλά σ’ εκείν’ τη ράχη,

πού ’ναι τα πεύκια τα ψηλά κ’ οι μαρμαρένιες βρύσες

σκάψτε πλατιά, σκάψτε βαθιά, ίσια για δυο νομάτους

και στη δεξιά μου τη μεργιά αφήστε παραθύρι,

να στεκ’ ορθός να πολεμώ και δίπλα να γιομίζω,

νά ‘ρχουνται τα κλεφτόπουλα να με καλημεράνε

να μπαιν’, να βγαίνουν τα πουλιά, της άνοιξης τ’ αηδόνια,

να λέω πως ήρθ’ η άνοιξη, ήρθε το καλοκαίρι».[6]

 

                                                                                                            Γ. Χασιώτου, Συλλογή των κατά την Ήπειρον

Δημοτικών ασμάτων, Αθήναι, 1866, σ. 94-95.

 

Συνοπτική βιβλιογραφία:

-  Ακαδημία Αθηνών, Δημοσιεύματα του Λαογραφικού Αρχείου αρ. 7, Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια (Εκλογή), τ. Α’ Οι συλλογές, Αθήνα, 1962.

-  Κακριδής Ι. Θ., Οι αρχαίοι Έλληνες στην Νεοελληνική Λαϊκή Παράδοση, εκδ. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα, 1979.

-  Πολίτης Α., Το Δημοτικό Τραγούδι. Κλέφτικα., εκδ. Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα, 2001.

-  Καψωμένος E., «Κριτήρια συνάρτησης λογοτεχνίας-κοινωνίας-ιστορίας. Η σχέση ήρωα-εξουσίας-θείου στο μοντέλο δράσης των ηρωικών δημοτικών τραγουδιών», Δεύτερο Πανελλήνιο Συνέδριο Ελληνικής Σημειωτικής Εταιρείας (Αθήνα, 17-18 Δεκεμβρίου 1983), «Η δυναμική των σημείων», Πεδία και μέθοδοι μιας κοινωνιοσημειωτικής, Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη, 1986.

-  Καψωμένος Ε., Δημοτικό τραγούδι, μια διαφορετική προσέγγιση, εκδ. Πατάκη, Αθήνα, 1999.

-  Καψωμένος Ε., Το Κρητικό Ιστορικό Δημοτικό τραγούδι. Η δομή και η ιδεολογία του, εκδ. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα, 1987.

-  Πολίτης A., «Το Δημοτικό Τραγούδι», Ιστορία του ελληνικού έθνους, Τ. ΙΑ’, Αθήνα, 1975.

-  Saunier G., Ελληνικά Δημοτικά τραγούδια – Συναγωγή μελετών (1968-2000), εκδ. Ίδρυμα Ουράνη, Αθήνα, 2001.

-  Σπανδωνίδης Π., το Κλέφτικο τραγούδι και η αρχαϊκή Τέχνη, Θεσσαλονίκη, 1952.

-  Svoronos N., Histoire de la Grèce moderne, éd. P.U.F., coll. « Que sais-je ? », Paris, 1953.

-  Σβορώνος N., Επισκόπηση της νεοελληνικής ιστορίας, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα, 1976.

-  Βακαλόπουλος Α. E., Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, Τ. 2, Θεσσαλονίκη, 1974.



[1] Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια (εκλογή), εκδ. Ακαδημία Αθηνών, σελ. 201.

[2] Σύνθετο λόγω της χρήσης του ακριτικού μοτίβου της παρουσίας του αλόγου με τις μεταφυσικές ιδιότητες και τον διάλογο με τον αναβάτη, το οποίο συναντάμε επίσης στην παραλογή «του Νεκρού Αδερφού», αλλά και λόγω της γυναικείας άρνησης σε γάμο με αλλόθρησκο/εχθρό. Τα δύο μοτίβα, από τα παλαιότερα στα δημοτικά τραγούδια, συνυπάρχουν εδώ σε μια άρτια παραλλαγή.

[3] Το δημοτικό τραγούδι. Κλέφτικα., επιμέλεια Αλέξης Πολίτης, εκδ. Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα, 2001, σελ. 53.

[4] Το δημοτικό τραγούδι. Κλέφτικα., επιμέλεια Αλέξης Πολίτης, εκδ. Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα, 2001, σελ. 45.

[5] Εκάματε τις βάσεις σας στον τόπο τον δικό μας

και πρέπει να σας κάψομε, να γιάνει ο καημός μας.

Να γιάνει του Έλληνα ο καημός οπού τόνε πειράζει,

να αισθανθεί ελεύθερος, που κείνο λογαριάζει.

Επιάσετε την Κρήτη μας, που ήταν αετός κι επέτα,

με δίμουρη πολιτική, σαν την κακή γυναίκα.

(in. Το Κρητικό Ιστορικό Δημοτικό Τραγούδι, σελ. 247.)

[6] Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια (εκλογή), εκδ. Ακαδημία Αθηνών, σελ. 281.


Κρις Λιβανίου

* Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό Έρεισμα.


Τετάρτη, 24 Μαρτίου 2021

Ελληνικά δημοτικά τραγούδια στην Επανάσταση του ’21: το κλέφτικο (Μέρος Α)

 

Είναι πλέον ευρέως αποδεκτό ότι οι μελετητές αποφεύγουν να χρονολογήσουν τα δημοτικά τραγούδια παρόλες τις ιστορικές τους αναφορές, γιατί μεταξύ άλλων κάτι τέτοιο δεν εξυπηρετεί άμεσα κάποιο ερευνητικό σκοπό. Είναι γεγονός ότι το πότε ακούστηκε, τραγουδήθηκε ή συλλέχθηκε κάποιο τραγούδι, μικρή σημασία έχει. Αντίθετα, αυτό που έχει ενδιαφέρον είναι η διάρκεια της παρουσίας του και η εξάπλωσή του: μπορούμε έτσι να συμπεράνουμε την απήχηση που είχε ή εξακολουθεί να έχει στους ανθρώπους, το ειδικό του βάρος στο ελληνικό φαντασιακό, τον βαθμό που καθρέφτιζε σκέψεις, συναισθήματα και ανάγκες.

Στα μοιρολόγια, στις παραλογές ή στα ακριτικά τραγούδια για παράδειγμα, το ιστορικό πλαίσιο είτε είναι απολύτως απόν, είτε είναι τόσο γενικό που δεν καθορίζει κανένα χρονολογικό περίγραμμα. Δεν είναι όμως παντού έτσι: τα ιστορικά για προφανείς λόγους, και τα κλέφτικα εκπίπτουν από αυτόν τον κανόνα και μετατρέπουν την ιστορικό-χρονολογική συνθήκη σε έναν σημαντικό παράγοντα για την προσέγγιση και την μελέτη τους. Ενώ δηλαδή εκφράζουν την λαϊκή σκέψη με την αμεσότητα και την διαύγεια που συναντάμε και στις υπόλοιπες κατηγορίες, το κάνουν σε δεδομένες και ξεκάθαρες ιστορικές συγκυρίες και καταστάσεις. Όταν αυτό που σήμερα ονομάζουμε Επανάσταση του ’21 άρχισε να παίρνει σάρκα και οστά, να γίνεται ιστορική πραγματικότητα και κοινωνικο-πολιτική συνθήκη για τους μέχρι τότε σκλαβωμένους Έλληνες, το κλέφτικο τραγούδι ήρθε να εκφράσει καταρχάς τις αλλαγές που συντελούνταν σε πραγματικό χρόνο: ήταν η πρώτη προφορική έκφραση που αποτύπωνε ό,τι εκτυλισσόταν στο παρόν, και το έκανε χωρίς να χάσει τίποτα από μια λογοτεχνική και ανθρωπολογική ταυτότητα αιώνων. Έτσι απέκτησε μια σύγχρονη χροιά, άγνωστη μέχρι τότε στο δημοτικό τραγούδι και αυτό το στοιχείο αποτέλεσε ακόμα μία επανάσταση, στην λαϊκή έκφραση αυτή τη φορά. Εποχή μεταβατική αν μη τι άλλο, οι ανατροπές αφορούσαν κάθε παράμετρο της -αγροτικής τότε- ζωής: οι άνθρωποι βρίσκονταν σε πόλεμο με έναν προ αιώνων εγκατεστημένο εχθρό ενώ ταυτόχρονα προσπαθούσαν να διασφαλίσουν τα όποια στεγανά και κεκτημένα. Το κλέφτικο τραγούδι λόγω θεματολογίας αλλά και «δημοσιογραφικότητας» στέκεται λοιπόν στην κόψη της ιστορίας.

Ως λογοτεχνικό προϊόν παρουσιάζει ιδιαιτερότητες: από τη μια μεριά συναντάμε όλα τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του δημοτικού τραγουδιού όπως για παράδειγμα την ανωνυμία του ποιητή, το τυπικό της ηρωοποίησης και τη φυσιολατρία, και από την άλλη έχουμε στοιχεία που λειτουργούν στον αντίποδα, όπως οι χωροχρονικές συντεταγμένες και τα ονοματισμένα ιστορικά πρόσωπα. Το κλέφτικο τραγούδι αποδεικνύεται λοιπόν ένας ποιητικός λόγος και ένας συγκινησιακός τόπος στηριγμένος σε ένα πλέγμα αντιθέσεων: με ρίζες και άγκυρες σε ένα παρελθόν που φτάνει μέχρι την αρχαιότητα, κινείται και εξελίσσεται σε ένα ιστορικά φορτισμένο παρόν, χωρίς ενεργό ρόλο ύπαρξης στο μέλλον. Τουλάχιστον φαινομενικά.

Η επανάσταση του ’21 είναι ένα ιστορικό δεδομένο κλειδωμένο σε ένα ορισμένο χρονολογικό πλαίσιο, και τα δημοτικά τραγούδια που άνθισαν εντός του θα μπορούσαν να μετατραπούν από βιωματική έκφραση σε «μουσειακό» είδος έρευνας και να πεθάνουν. Ο λόγος που δεν συνέβη αυτό είναι ότι ενώ οι ιστορικές συνθήκες και οι πρωταγωνιστές τους είναι στην πρώτη γραμμή της αφήγησης, ο δημοτικός ποιητής, στρεφόμενος στο φαντασιακό του παρελθόν, επιτυγχάνει να μετατρέψει ένα στενό ιστορικό πλαίσιο σε μια οικουμενική για τον Έλληνα πραγματικότητα. Πώς; Με το να επικεντρωθεί στον άνθρωπο που τον ακούει. Τα κατορθώματα του Τζαβέλα, του Νικοτσάρα και του Κατσαντώνη είναι εκεί για να μιλήσουν στην ψυχή του ακροατή, να περιγράψουν το δικό του όνειρο (τρομακτικό ιδιαίτερα στην αρχή, ας μην το ξεχνάμε) για ελευθερία, τους φόβους και την ανασφάλεια που αναπόφευκτα γεννούν οι ανατροπές, και στο τέλος να του δώσει το μόνο συστατικό που μπορεί να κάνει την διαφορά: την ελπίδα.

Και όποιος λέει ελπίδα αφουγκράζεται αμέσως θάρρος, το στοίχημα έχει κερδηθεί. Όχι επειδή έχει αναιρεθεί ο φόβος για την επιβίωση και την εξασφάλιση μιας οποιασδήποτε συνέχειας, αλλά επειδή μέσα από τα κλέφτικα και παρόλη την αβεβαιότητα που εγκαθίσταται βίαια σε κάθε επανάσταση, ο άνθρωπος βλέπει ότι ίσως τα πράγματα στο μέλλον να δείχνουν αλλιώς, να γίνουν ευνοϊκότερα, να μπορέσει να γραφτεί μια διαφορετική ιστορία. Το κλέφτικο τραγούδι βρίσκεται σε θέση να ασκήσει επιρροή στις πράξεις των ανθρώπων γιατί πάνω από όλα αποτελεί έμπνευση. Δίνοντας την πρώτη ώθηση στο όνειρο για μια ζωή που τελικά να τους ανήκει, επιτρέπει στους ανθρώπους που μέχρι εκείνη τη στιγμή πολεμούσαν για την καθημερινή επιβίωση, να επικεντρωθούν στην μεγαλύτερη εικόνα και να δουν τον εαυτό τους ως μέρος της. Ιδού η πρώτη ανατροπή της Επανάστασης και ταυτόχρονα η πρώτη νίκη.


[συνεχίζεται]

Κρις Λιβανίου


* Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό Έρεισμα.



Δευτέρα, 22 Μαρτίου 2021

Ποίηση και επανάσταση: ο επώνυμος ποιητής για το 1821 (μέρος Β)

(συνέχεια από το μέρος Α)

Τον αγώνα για την ελευθερία ύμνησαν και δύο Ζακυνθινοί ποιητές. Πρώτος, ο Ανδρέας Κάλβος (1792-1869), ο οποίος είδε να ενσαρκώνονται στον Αγώνα οι ελληνοκεντρικές ιδέες του Νεοελληνικού Διαφωτισμού και πίστεψε πως οι σύγχρονοί του Έλληνες είναι αντάξιοι των κλασικών προγόνων, γι’ αυτό και ύμνησε τους ηρωικούς θριάμβους της αρετής των αγωνιστών:

«Εις τον Ιερόν Λόχον» του Ανδρέα Κάλβου (απόσπασμα)

Ας μη βρέξη ποτέ
Το σύννεφον, και ο άνεμος·
Σκληρός ας μη σκορπίση
Το χώμα το μακάριον
Που σας σκεπάζει.

Ας το δροσίση πάντοτε
Με τ’ αργυρά της δάκρυα
Η ροδόπεπλος κόρη·
Και αυτού ας ξεφυτρώνουν
Αιώνια τ’ άνθη.

Ω γνήσια της Ελλάδος
Τέκνα· ψυχαί που επέσατε
Εις τον αγώνα ανδρείως,
Τάγμα εκλεκτών Ηρώων,
Καύχημα νέον.

Σας άρπαξεν η τύχη
Την νικητήριον δάφνην,
Και από μυρτιάν σας έπλεξε
Και πένθιμον κυπάρισσον
Στέφανον άλλον.

Αλλ’ αν τις απεθάνη
Δια την πατρίδα, η μύρτος
Είνε φύλλον ατίμητον,
Και καλά τα κλαδιά
Της κυπαρίσσου.

Πολλά θέματα της ποίησης του Κάλβου αντλούνται από το ένδοξο αρχαιοελληνικό παρελθόν ή τη μυθολογία. Τα θέματα αυτά παρουσιάζονται σε συνδυασμό με αναφορές στη φυσική ομορφιά του τοπίου, τα ψυχικά χαρίσματα των ανθρώπων και τη χριστιανική λατρεία των Ελλήνων. Η φωνή του μοιάζει να είναι η φωνή ενός εκπροσώπου της ελληνικής εθνικής κοινότητας. Ωστόσο, η εποχή και οι σύγχρονοι του Κάλβου τον αγνόησαν εξαιτίας της γλωσσικής μορφής των ωδών του, που δεν ικανοποιούσε ούτε τους δημοτικιστές ούτε τους αρχαϊστές. Πραγματικά, τη γλώσσα του χαρακτηρίζει η ανομοιομορφία: είναι μια γλώσσα που παραμένει ανυπότακτη σε γραμματικούς κανόνες, ενώ ο κορμός της απαρτίζεται από αρχαϊκές λέξεις, οι οποίες εμφανίζονται δίπλα-δίπλα με δημώδεις ή ιδιωματικούς τύπους. Η εικονοποιΐα του, από την άλλη, είναι μεγαλειώδης, επιβλητική, συχνά μεταφυσική, βιβλική και σκοτεινή, και συντείνει σε ένα υψηλό ύφος που γίνεται κάποτε δυσπρόσιτο. Μια τέτοια ποίηση δεν ήταν ποτέ δυνατόν να βρει λαϊκή απήχηση. Έτσι, ο Κάλβος ήρθε στο προσκήνιο μόλις το 1889, εξαιτίας μιας διάλεξης του Παλαμά.

Ο δεύτερος Ζακυνθινός ποιητής είναι ο ποιητής του εθνικού μας ύμνου, ο Διονύσιος Σολωμός (1798-1857). Η επανάσταση του 1821 συγκλονίζει τον Έλληνα ποιητή. Γι’ αυτό και το 1824, στον «Διάλογό» του, θα αναρωτηθεί: «Μήπως έχω άλλο στο νου μου πάρεξ ελευθερία και γλώσσα;». Τον Μάιο του 1823, σ’ έναν μόνο μήνα, θα γράψει τις 158 στροφές του «Ύμνου εις την Ελευθερία». Πρόκειται για ένα ποίημα «πηγαίο, ορμητικό, νεανικό», όπως έγραψε ο Λίνος Πολίτης, που καθιερώνει αμέσως τον 25χρονο ποιητή. Η Ελευθερία, μορφή ποιητική και όχι ψεύτικη, μια αλληγορία που ταυτίζεται με την Ελλάδα, αστράφτει από την πρώτη στιγμή γνώριμη στα μάτια του ποιητή: Σε γνωρίζω από την κόψη / του σπαθιού την τρομερή, / σε γνωρίζω από την όψη/ που με βια μετράει τη γη.

Ο «Ύμνος» είχε μεγάλη απήχηση, μεταφράστηκε στις περισσότερες ξένες γλώσσες και η λυρική του φωνή ενίσχυσε το κίνημα του φιλελληνισμού. Ωστόσο, είναι ένα μόνο από τα πατριωτικά ποιήματα που έγραψε ο Σολωμός και όχι το μοναδικό γνωστό:

«Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» του Διονύσιου Σολωμού (απόσπασμα από το πρώτο σχεδίασμα)

2
Παράμερα στέκει
Ο άντρας και κλαίει·
Αργά το τουφέκι
Σηκώνει, και λέει·
«Σε τούτο το χέρι
Τι κάνεις εσύ;
Ο εχθρός μου το ξέρει
Πως μου ‘σαι βαρύ.»
Της μάννας ω λαύρα!
Τα τέκνα τριγύρου
Φθαρμένα και μαύρα,
‘Σαν ήσκιους ονείρου·
Λαλεί το πουλάκι
‘Σ του πόνου τη γη,
Και βρίσκει σπειράκι
Και μάννα φθονεί.

3
Γροικούν να ταράζη
Του εχθρού τον αέρα
Μιαν άλλη, που μοιάζει
Τ’ αντίλαλου πέρα·
Και ξάφνου πετιέται
Με τρόμου λαλιά·
Πολληώρα γροικειέται,
Κι ο κόσμος βροντά.

4
Αμέριμνον όντας
Τ’ Αράπη το στόμα
Σφυρίζει, περνώντας
‘Σ του Μάρκου το χώμα·
Διαβαίνει, κι’ αγάλι
Ξαπλώνετ’ εκεί,
Που εβγήκε η μεγάλη
Του Μπάιρον ψυχή.

Στην ποίηση του Σολωμού, η ελευθερία ταυτίζεται με την Ελλάδα (όπως στην ποίηση του Κάλβου η ελευθερία ήταν ταυτισμένη με την αρετή), ενώ η πατρίδα και η πίστη θεωρούνται το ουσιαστικότερο και υψηλότερο περιεχόμενο της αληθινής ανθρώπινης ουσίας. Η ποίηση, για τον Σολωμό, πηγάζει από την ανάγκη για νόημα (κάθε ποίημα κηρύσσει μια ιδέα, το Χρέος) και έχει θεμελιώδη ρυθμό ταυτισμένο με τη γλώσσα. Σε όλο το έργο του ο Σολωμός κήρυξε τις αθάνατες αξίες της ζωής: δικαιοσύνη, ελευθερία, αλήθεια, θρησκεία, αγάπη, χρέος. Χρέος προς τον εαυτό μας, χρέος προς την πατρίδα, χρέος προς τον διπλανό μας, χρέος προς την ανθρωπότητα. Κι αν κάτι πρέπει να υπογραμμίσει μέσα μας το 1821 σήμερα, 200 χρόνια μετά, είναι αυτό ακριβώς το Χρέος, όπως το τραγούδησαν και το έγραψαν οι ποιητές της επανάστασης του 1821.-

Χριστίνα Λιναρδάκη

* Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό Έρεισμα.

Πηγές:

Fauriel, Claude (1824), Ελληνικά δημοτικά τραγούδια (δύο τόμοι). Εισαγωγή και εκδοτική επιμέλεια: Αλέξης Πολίτης. Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, 1999.

Αθανασόπουλος, Ε., Κοκκινάκη, Ε. & Μπίστα, Π. (2014), Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Ινστιτούτο Τεχνολογίας Υπολογιστών και Εκδόσεων «Διόφαντος».

Δερμιτζάκης, Μπάμπης (1992), «Ο Κάλβος και οι πρώτες μεγάλες στιγμές της νεοελληνικής λογοτεχνίας», Έρευνα, τεύχ. 18.

Δημητρακόπουλος, Φ.Α. (1990), Ο νεοελληνισμός στη λογοτεχνία: 19ος - 20ός αιώνας, Αθήνα: Επικαιρότητα.

Κάλβος, Ανδρέας (1824/1826), Ωδαί: Η Λύρα, Τα λυρικά. Βιογραφία: Ιωάννης Ζερβός. Σειρά: Μεγάλοι Έλληνες ποιητές (τόμος 8). Αθήνα: εκδόσεις Κισσός, 1982.

Πολίτης, Λίνος (1998), Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 142-146.

Σολωμός, Διονύσιος, Άπαντα τα Ευρισκόμενα. Σειρά: Μεγάλοι Έλληνες ποιητές (τόμος 2). Αθήνα: εκδόσεις Κισσός, 1982.

Παρασκευή, 19 Μαρτίου 2021

Ποίηση και επανάσταση: Ο επώνυμος ποιητής για το 1821 (μέρος Α)

Η περίοδος από την πτώση της Κρήτης (1669) μέχρι την Επανάσταση του 1821 χαρακτηρίστηκε από την προσπάθεια των λογίων να αφυπνίσουν πνευματικά τους υπόδουλους Έλληνες. Tον 17ο και τον 18ο αιώνα άλλωστε, είχε γεννηθεί στην Ευρώπη ο Διαφωτισμός, μια πνευματική κίνηση που πυροδότησε εξελίξεις στην τέχνη, τη φιλοσοφία και την πολιτική σκέψη, για να οδηγήσει στη Γαλλική Επανάσταση του 1789. Οι Έλληνες της Δύσης, μαγεμένοι από τις εξελίξεις, μεταλαμπάδευσαν στην Ελλάδα τα ιδανικά του Διαφωτισμού και την πίστη στη δύναμη της επανάστασης και έτσι γεννήθηκε ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός που έθεσε στο επίκεντρο την επιτακτική ανάγκη του ελληνικού λαού για ελευθερία. Οι εκπρόσωποι του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, οι επώνυμοι δηλαδή Έλληνες δημιουργοί, σε αντίθεση προς τον ανώνυμο ποιητή του δημοτικού τραγουδιού για τον οποίο δεν υπήρχε καν γλωσσικό ζήτημα, χωρίστηκαν σε δύο «στρατόπεδα»:

- τους αρχαϊστές, που προτιμούσαν την αρχαΐζουσα γλώσσα, όπως ο Ευγένιος Βούλγαρις (1716-1806) από την Κέρκυρα, ο οποίος έγραψε φιλολογικά και φιλοσοφικά έργα, ο Νικηφόρος Θεοτόκης (1736-1805), επίσης από την Κέρκυρα και συγγραφέας πολλών επιστημονικών έργων, καθώς και οι Νεόφυτος Δούκας (1760-1845), Παναγιώτης Κοδρικάς (1762-1827) και Αθανάσιος Πάριος (1725-1813).

- τους δημοτικιστές, που προτιμούσαν τη δημοτική. Δημοτικιστές ήταν ο Ιώσηπος Μοισιόδακας (1730-1780), συγγραφέας παιδαγωγικών κυρίως έργων, ο Δημήτρης Καταρτζής (1730-1807) και αρκετοί άλλοι. Μεταξύ των μαθητών του Καταρτζή συγκαταλεγόταν και ο Ρήγας Φεραίος (1758-1798) από το Βελεστίνο, ένα μικρό χωριό της Θεσσαλίας, ο οποίος μετέβη στη Βιέννη, όπου ανέπτυξε μεγάλη πολιτική και εθνική δράση. Ο Ρήγας έγραψε πολλά έργα, μεταξύ αυτών και τον ορμητικό «Θούριο» που ξεκινά με τους γνωστούς σε όλους στίχους: « Ως πότε, παλληκάρια, να ζούμεν στα στενά,/μονάχοι, σαν λιοντάρια, στες ράχες, στα βουνά;».

«Θούριος» του Ρήγα Φεραίου (απόσπασμα, ο όρκος των Πατριωτών)

«Ω Βασιλεύ του Κόσμου, ορκίζομαι σε Σε,
στην γνώμην των Τυράννων να μην ελθώ ποτέ!
Μήτε να τους δουλεύσω, μήτε να πλανηθώ
εις τα ταξίματά τους, για να παραδοθώ.
Εν όσω ζω στον κόσμον, ο μόνος μου σκοπός,
για να τους αφανίσω, θε να 'ναι σταθερός.
Πιστός εις την Πατρίδα, συντρίβω τον ζυγόν,
αχώριστος για να 'μαι υπό τον στρατηγόν.
Κι αν παραβώ τον όρκον, ν' αστράψ' ο Oυρανός
και να με κατακάψη, να γένω σαν καπνός!»

Ο Ρήγας Φεραίος έγραψε τον «Θούριο» με ακράδαντη πίστη στη δύναμη του λόγου: ήταν το μέσο να εμψυχώσει τους συμπατριώτες του και να τους παρακινήσει να πάρουν τα όπλα. Ήξερε πως καμία επαναστατική κίνηση δεν ήταν εφικτή, αν το ηθικό του λαού δεν ήταν ακμαίο και αν δεν κινητοποιούνταν τα ιδανικά του που θα λειτουργούσαν σαν τη φλόγα που θα υποδαύλιζε τον αγώνα του. Αυτές οι σκέψεις άλλωστε ήταν κοινές μεταξύ όσων έπιασαν τη γραφίδα με την ελπίδα ότι οι λέξεις τους μπορεί να άλλαζαν κάτι στη σκέψη και την καρδιά των συμπατριωτών τους. Συχνά οι συλλήψεις τους ήταν συμβολικές και αντλούσαν από τον θησαυρό της αρχαιότητας. Ήταν και αυτή μια κίνηση σκόπιμη και στρατηγική που αποσκοπούσε στην κατάδειξη της συνέχειας ανάμεσα στο μεγαλειώδες παρελθόν της χώρας και το δύσκολο παρόν της: μια χώρα που είχε αναδείξει τέτοιο μεγαλείο σίγουρα θα εύρισκε τον τρόπο να ξεπεράσει τις όποιες δυσκολίες και να αναδυθεί τρανή ξανά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα άντλησης από την αρχαιότητα είναι και ο τίτλος «Θούριος»: τη λέξη δανείστηκε ο Ρήγας από τους Αττικούς ποιητές Αισχύλο και Αριστοφάνη. Αλλά και στον Όμηρο (Ιλιάδα Ο 127) απαντά το επίθετο «θούρος» για τον Άρη, με τη σημασία: ορμητικός, μαινόμενος, πολεμικός. Μόνο που με τη χρήση της από τον Ρήγα, η λέξη «θούριος» εισάγεται εκ νέου στο ελληνικό λεξιλόγιο, αυτή τη φορά ως συνώνυμη της επανάστασης.

Ο «Θούριος» όμως γράφτηκε όχι απλά για να διαβαστεί, αλλά για να τραγουδηθεί και να χορευτεί. Για να διευκολύνει την ευρεία του διάδοση, ο Ρήγας ζήτησε να τον τραγουδούν στο σκοπό ενός πολύ γνωστού τραγουδιού της εποχής του «Μια προσταγή μεγάλη», που αναφερόταν στα κατορθώματα του Λάμπρου Κατσώνη (1752-1804), ο οποίος εκείνα τα χρόνια είχε αναθερμάνει τις ελπίδες των σκλαβωμένων για την απόκτηση της ελευθερίας τους με τη βοήθεια της Ρωσίας. Όσο για τον χορό, ο «Θούριος» χορεύεται στον συρτό της γενέτειρας του Ρήγα, του Βελεστίνου. Ο Ρήγας ήξερε ότι ένα τραγούδι που μπορεί εύκολα να τραγουδηθεί και που μπορεί επιπλέον να χορευτεί, ένας εμψυχωτικός παιάνας σαν τον «Θούριο» ήταν ό,τι πιο δυναμωτικό για την ψυχή των υπόδουλων Ελλήνων. Γι’ αυτό άλλωστε τον έγραψε και με απλά νοήματα, εύκολα προσιτά στον λαό.

Από την άλλη, ο στρατηγός Γιάννης Μακρυγιάννης (1797-1864) δεν είχε άλλη επιλογή από την απλή γλώσσα. Τα Απομνημονεύματά του είναι αρκετά για να μας πείσουν ότι η λογοτεχνία δεν είναι προνόμιο μόνο των συγγραφέων ή των ποιητών. Ο Μακρυγιάννης έδωσε το παρόν με αυταπάρνηση σε όλο τον Αγώνα και μόνο όταν εκείνος τέλειωσε, κάθισε να γράψει. Αλλά και τότε παρέμεινε αγωνιστής. Το χειρόγραφο των Απομνημονευμάτων του το βρήκε ο Γιάννης Βλαχογιάννης το 1901 σε έναν τενεκέ, στο υπόγειο του γιου του Μακρυγιάννη και το δημοσίευσε το 1907: έως τότε ήταν άγνωστο. Τα Απομνημονεύματα είναι φυσικά γραμμένα σαν πεζός λόγος, περιλαμβάνουν όμως ορισμένα ποιήματα όπως το ακόλουθο:

Ο Ήλιος εβασίλεψε
- Έλληνά μου βασίλεψε –
Και το Φεγγάρι εχάθη
Κι’ ο καθαρός Αυγερινός που πάει κοντά την Πούλια
Τα τέσσερα κουβέντιαζαν και κρυφοκουβεντιάζουν.
Γυρίζει ο Ήλιος και τους λέει, γυρίζει και τους κρένει·
«Εψές οπού βασίλεψα πίσου από μια ραχούλα,
Άκ’ σα γυναίκεια κλάματα κι’ αντρών τα μοιργιολόγια
Γι’ αυτά τα ‘ρωικά κορμιά στον κάμπο ξαπλωμένα,
Και μες στο αίμα το πολύ είν’ όλα βουτημένα.
Για την πατρίδα πήγανε στον Άδη, τα καημένα.

Ο Βλαχογιάννης χαρακτήρισε το ποίημα αυτό ως παραλλαγή τραγουδιού των κλεφτών Ψειραίων και ισχυρίστηκε ότι «οι τρεις τελευταίοι στίχοι και το τσάκισμα “Έλληνά μου βασίλεψε” εποιήθησαν αυτοσχεδίως υπό του Μακρυγιάννη», όμως η παραλλαγή του τραγουδιού είναι πολύ μεγαλύτερη και πολύ διαφορετική. Ωστόσο, ο Μακρυγιάννης όντως χρησιμοποίησε τη σύλληψη του ήλιου και κάποιους στερεοτυπικούς στίχους και έγραψε σαν δημοτικός ποιητής. Τα Απομνημονεύματα αντικατοπτρίζουν ένα σπουδαίο κομμάτι της ζωής του ελληνισμού στα 60 πρώτα χρόνια του 19ου αιώνα. Αναπαριστούν, σαν μια ζωηρή νωπογραφία, τα ιστορικά γεγονότα του απελευθερωτικού αγώνα και των πρώτων χρόνων της πολιτικής διακυβέρνησης του ελεύθερου κράτους, αλλά και μεταφέρουν τον αυθορμητισμό μιας πηγαίας λογοτεχνικότητας μέσα από έναν γραπτό λόγο φορτισμένο από τη συγκίνηση της βιωμένης προφορικής μαρτυρίας.



[συνεχίζεται]


Χριστίνα Λιναρδάκη


* Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό Έρεισμα.


Πηγές:

Fauriel, Claude (1824), Ελληνικά δημοτικά τραγούδια (δύο τόμοι). Εισαγωγή και εκδοτική επιμέλεια: Αλέξης Πολίτης. Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, 1999.

Αθανασόπουλος, Ε., Κοκκινάκη, Ε. & Μπίστα, Π. (2014), Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Ινστιτούτο Τεχνολογίας Υπολογιστών και Εκδόσεων «Διόφαντος».

Δημητρακόπουλος, Φ.Α. (1990), Ο νεοελληνισμός στη λογοτεχνία: 19ος - 20ός αιώνας, Αθήνα: Επικαιρότητα.

Καραμπερόπουλος, Δημήτριος (2017), Ρήγα Βελεστινλή, Θούριος: Ανάλυση, διαθέσιμο στο karaberopoulos.gr (τελευταία πρόσβαση: 8.1.2021)

Μακρυγιάννης, Γιάννης (1829 κ.ε.), Απομνημονεύματα. Εισαγωγή-σχόλια: Σπύρος Ι. Ασδραχάς. Αθήνα: εκδόσεις Καραβία, 1957.

Πολίτης, Λίνος (1998), Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 142-146.




Τετάρτη, 17 Μαρτίου 2021

Σφηνάκια του Μάρτη

Ζωγραφική συνομιλία με την ποίηση των Αντώνη Φωστιέρη και Γιάννη Ψυχοπαίδη

Ένα υπέροχο εικαστικά και συγκινησιακά βιβλίο, αυτή η συλλογή-έγχρωμο ζωγραφικό λεύκωμα είναι ένας διάλογος ανάμεσα στον γνωστό ποιητή Αντώνη Φωστιέρη και τον ζωγράφο Γιάννη Ψυχοπαίδη, ο οποίος προλογίζει επίσης τη συλλογή με μια αμιγώς ποιητική εισαγωγή. Δεκαεπτά τα ποιήματα του Φωστιέρη, δεκαέξι τα σχέδια του Ψυχοπαίδη που τα συνοδεύουν (συν μία προσωπογραφία του Φωστιέρη) σε μια έκδοση-κόσμημα, έναν θησαυρό από τους σπάνιους της εποχής μας.

Παραθέτω, αντί εξωφύλλου, ένα από τα έγχρωμα σχέδια και ένα σύντομο ποίημα από τη συλλογή:

Το κελί
Έξω παφλάζουνε τα χρώματα της μέρας
Σκέψεις αισθήματα χαράζουν το κενό.
Κι εσύ κλεισμένος κλειδωμένος έγκλειστος
Στους τέσσερις στίχους.

Μια συνομιλία επιτυχίας, όπου εικόνες και λέξεις συνυφαίνονται σε ένα εξαιρετικά αρμονικό σύνολο, συμπληρώνοντας οι μεν τις δε με έναν έντονα καταφατικό τρόπο.


*


Ποίημα για τη διάρκεια του Πέτερ Χάντκε

Ο βραβευμένος με το Νόμπελ Λογοτεχνίας 2019 "για το επιδαστικό του έργο το οποίο με ευρηματικούς τρόπους διερευνά την ιδιαιτερότητα και τα όρια της ανθρώπινης εμπειρίας"Αυστριακός Πέτερ Χάντκε μάς παρουσιάζεται σε αυτό το βιβλίο με το "Ποίημά του για τη διάρκεια" σε μετάφραση της ποιήτριας Ιωάννας Διαμαντοπούλου. Όπως γράφει η μεταφράστρια στον πρόλογο του βιβλίου, "έτσι επιτυγχάνεται το συνεχές του χρόνου, με ανακλήσεις αυτόματες, παρηγορητικές και μη, με τη μη αποφυγή του πόνου αλλά με την εξοικείωση μαζί του." 

Η διάρκεια στο μακροσκελές αυτό ποίημα είναι η αίσθηση του εαυτού όπως πορεύεται μέσα στον χρόνο, μέσα από την καθημερινή τριβή με τη φθορά, την καθημερινή μάχη με την τύχη, την καθημερινή ελπίδα για το όνειρο. Όπως γράφει ο Χάντκε:

Τη βίωσα σαν ταξιδιώτης,
σαν ονειροπόλος, σαν αφουγκραζόμενος,
σαν παίκτης, σαν παρατηρητής,
σε ένα γήπεδο, σε μιαν εκκλησία,
σε πάμπολλα δημόσια ουρητήρια.

Η αίσθηση της διάρκειας είναι

ένα γεγονός εγρήγορσης,
μια πράξη συνειδητοποίησης ενδότερου γίνεσθαι,
μια αίσθηση του περιβάλλεσθαι, του συλλαμβάνεσθαι [...]

Μέσα σε έναν εφήμερο κόσμο, η διάρκεια μόνο υπαρξιακές και μεταφυσικές διαστάσεις μπορεί να έχει. Από την άλλη, έχει απολύτως φυσικές, αφού 

όποιος δε βίωσε τη Διάρκεια
δεν έζησε.

Και για να το διευκρινίσουμε με λόγια απλά:

Διάρκεια είναι η περίπτωση,
που στο παιδί,
που δεν είναι πια παιδί
- ίσως είναι πλέον γέρος-, 
τα μάτια του παιδιού ξαναβρίσκω.


*


Κραυγές στην έρημο του Γρηγόρη Σακαλή

Η έβδομη ποιητική συλλογή του Γρηγόρη Σακαλή μένει πιστή στην προσπάθεια του ποιητή να μετατρέψει την ποίηση σε μέσο υπεράσπισης όσων βρέθηκαν ή επιλέγουν να βρίσκονται μακριά από την πεπατημένη:

είμαι υπέρ των δικαιωμάτων
των μειονοτήτων
των ομοφυλόφιλων
των ΛΟΑΤ
των οροθετικών
των πορνών
των εξαρτημένων
από ουσίες και τηλεόραση
των μεταναστών
των μοναχικών
των ανθρώπων με αναπηρία
των ψυχικά άρρωστων
των εξαθλιωμένων
και τόσων άλλων
που όλοι μας ξέρουμε
μα κάνουμε πως δεν τους βλέπουμε


Η ειλικρίνεια του ποιητή μερικές φορές αγγίζει την ωμότητα, όμως η ποίηση θα έπρεπε ούτως ή άλλως να είναι μια δυνατή φωνή ενάντια στην αδικία, αυτή είναι μία από τις αποστολές της.



*

 Γράμμα στον θάνατο του Βασίλη Ζηλάκου

Πότε σε sotto voce και πότε σε υψηλό ύφος, εν είδει επιφωνημάτων που αρθρώνονται σαν κραυγές και διαρρηγνύουν τον ρου της αφήγησης, το πρώτο μέρος της ποιητικής συλλογής του Βασίλη Ζηλάκου έχει τη μορφή δραματικού μονολόγου. Το πρώτο αυτό μέρος, πράγματι ένα γράμμα στον θάνατο, περιέχει τους προβληματισμούς αλλά και τις βεβαιότητες του ποιητή για το φαινόμενο του θανάτου μέσα στο οποίο γεννιόμαστε, μεγαλώνουμε και καλούμαστε να ζήσουμε:

Μπορώ να εκφέρω την πρόταση: «όταν πεθάνω θα γίνω ένα τίποτα», αλλά κάνοντας αυτό αποδίδω απλώς ένα κατηγόρημα σε κάποιο υποκείμενο που συνεχίζω να αποκαλώ με το όνομά μου.

Η έννοια της πλήρους απουσίας είναι κενή νοήματος για μένα.

Δεν κατέχω τίποτα εξόν του αισθήματος της βεβαιότητας του θανάτου. Μα αν γνώριζα πως θα πεθάνω, η ζωή μου σήμερα θα ήταν άδεια, μια σκυθρωπή ησυχία που δεν θα κοιλοπονούσε.

Θάνατε, θάνατε πώς και με καλείς να ζήσω;

Μοιάζει λοιπόν ο θάνατος στο έργο αυτό του Ζηλάκου να είναι ο μοχλός της κίνησης της ζωής. Το δεύτερο μέρος έρχεται να επιβεβαιώσει το πρώτο με ένα ποίημα που ξεκινά, επαναλαμβάνει και τελειώνει με την ίδια φράση «Ο θάνατος θάνατος δεν είναι». Και πράγματι δεν είναι αφού, μέχρι να φτάσει, έχει επιτρέψει όλη μας τη ζωή και όλα όσα έχουμε νιώσει. Από τη συλλογή δεν λείπουν οι μεταφυσικές νότες, όμως προβάλλουν μια προσωπική πίστη και είναι απολύτως θεμιτές:

Αγάπη! Ή αλλιώς, θυσία ώσπου ο θάνατος πια να μην είναι

Αγάπη! Για να κοιτάξει ο άνθρωπος τον Άνθρωπο

Αγάπη! Πέρα από τον άνθρωπο Αγάπη!

Κι ο Κόσμος, εδώ, σχεδόν μέσα και πάλι
Γιατί ο θάνατος ΘΑΝΑΤΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ!

 Χριστίνα Λιναρδάκη


Δευτέρα, 15 Μαρτίου 2021

Το ποίημα της Δευτέρας: ένα σατιρικό δημοτικό τραγούδι "του χορού"

 

Κωνσταντή γλεντή γλεντή

βάρ' τα τούμπανα καλά!

Να χορέψουν τα παιδιά

με τα κόκκινα βρακιά.

Να χορέψουν τα κορίσια,

σαν αρνιά και σαν κατσίκια. 

Να χορέψουν οι κοπέλες

με τις κόκκινες μπροστέλες. 

Να χορέψουν οι γαμπροί, 

σαν κοκότια στην αυλή. 

Να χορέψουν οι νυφάδες, 

σαν ψαριές, ντούριες φοράδες. 

Να χορέψουν ο γερόντοι, 

σαν παλιάλογα στ' αλώνι.

Να χορέψουν οι γριές, 

σαν τομάρια, σαν προβιές. 

Να χορέψουν κι οι παπάδες

σαν τραϊά, σαν καναράδες.


Αγόριανη, Σπανδωνίδη 123, 240