Παρασκευή, 5 Φεβρουαρίου 2021

"Η αφηρημένη Τέχνη του Έψιλον" της Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου

Eκλογίκευση

Κάπου θα έχεις θάψει ένα κομμάτι φως. Σπάνιο εύρημα για αρχαιολόγους του μέλλοντος. Τα βράδια, όταν δεν σε παρακολουθεί καμία τύψη, βγαίνεις κρυφά στον κήπο, σκύβεις κάτω από το τελευταίο δέντρο, ακονίζεις πίστη και αρχίζεις λίγο λίγο να πετάς το χώμα από τη σκέψη σου.

Στη νέα συλλογή της Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου οι λέξεις καρποφορούν, μεταφέρουν αναμνήσεις και εμπειρίες ζωής, αποκτούν ιστορία. Το έψιλον που πρωταγωνιστεί στον τίτλο της συλλογής και των ποιημάτων έχει και αυτό τη δική του ιστορία, στην αρχαιότητα συμβόλιζε το φως. Γι’ αυτό και είχε τοποθετηθεί στην κορυφή του αετώματος της ανατολικής πύλης του Ναού του Απόλλωνα, στους Δελφούς, ενώ τα ρητά «Γνώθι σαυτόν» και «Μηδέν άγαν» ήταν σκαλισμένα αντίστοιχα, στην αριστερή και δεξιά πλευρά του. Η ποιήτρια διαχέει το δικό της φως σε 81  ποιήματα που οι τίτλοι τους εμπνέονται από λέξεις που αρχίζουν από έψιλον, προσδίδοντας έτσι μια ποιητική διάσταση στα λήμματα του λεξιλογίου·μεταγγίζει μέσα τους τις αναμνήσεις της, τις εμπειρίες της για τη ζωή, τη δική της οπτική για τον κόσμο. Το γράμμα έψιλον, αρχικό του μικρού της ονόματος, ακούγεται σαν ένα κάλεσμα για να δείξει στον άνθρωπο ένα μονοπάτι, εκεί που πριν δεν φαινόταν παρά αδιέξοδο, για να τον βγάλει από το δάσος.

Η ποίησή της είναι μια σύνθεση από λέξεις και εικόνες, μια συνομιλία της ποιητικής με την εικαστική τέχνη. Οι λέξεις ζωντανεύουν εικόνες που θυμίζουν πίνακες ζωγραφικής και αν τις ανασυνθέσεις, αφηγούνται την ιστορία της σύγχρονης εποχής· μέσα της ο άνθρωπος περιφέρεται χωρίς προσανατολισμό, φοβισμένος και μόνος. Η ποιήτρια επιστρατεύει μια γλώσσα υπαινιχτική, πλούσια σε αλληγορίες και συμβολισμούς που συναντώνται και στη ζωγραφική, για να εισχωρήσει σε εκείνη τη ρωγμή της ψυχής και να την ενεργοποιήσει για να αγωνιστεί ενάντια στην αδράνεια και την παθητικότητα της εποχής.

Η σιωπή δεν είναι πάντα η καλύτερη προφύλαξη!

Στο ποίημα Έγερση, το πρώτο της συλλογής, οι τυμπανοκρουσίες μέσα στη νύχτα, ο δημόσιος χώρος και το συγκεντρωμένο πλήθος μας εισάγουν σε μια ατμόσφαιρα αιωρούμενης απειλής και παραπέμπουν συνειρμικά σε δυσάρεστες πολιτικές εξελίξεις, για ένα κρίσιμο ζήτημα που εκκρεμούσε καιρό. Οι φόβοι προσωποποιούνται, η αγωνία για το μέλλον είναι το κοινό συναίσθημα που ενώνει τις ψυχές των ανθρώπων.

Τυμπανοκρουσίες περίεργες μέσα στη νύχτα λες και ο δήμιος αναμένει να εκτελέσει την απάθεια. Πλήθος οι φόβοι συγκεντρωμένοι σιωπούν, αφού η σιωπή είναι η πιο ακίνδυνη προφύλαξη... Ακούς λοιπόν, τα τύμπανα ειρήνης. Και ετοιμάζεσαι για έναν πόλεμο συγκατάνευσης. Είναι μεγάλος ηρωισμός η παραδοχή της πιο μεγάλης σου ήττας. Ανασηκώνεσαι. Τα σεντόνια συνηγορούν στον απαγχονισμό της τελευταίας σου αδράνειας. Πολύ καιρό γονάτισες και έχουν γεμίσει πληγές όλες οι αναμονές που σέρνονταν στο πάτωμα.

Στο ποίημα Επέλαση, ένα περιβόλι δέχεται επίθεση από ένα μαχαίρι που εκτελεί αδιακρίτως, καρπούς, ατίθασα κλαδιά, νέους βλαστούς. Ο άνθρωπος δεν είναι παρά ένα φύλλο που ζητάει βοήθεια από τον γείτονα της διπλανής αυλής. Εκείνος δεν ανταποκρίνεται, δεν ανοίγει την πόρτα. Η ποιήτρια  εδώ, μας μεταφέρει μέσα από έναν ανθρωπομορφισμό την αίσθηση του πολέμου και μαζί της οικολογικής καταστροφής που συμβαίνει σήμερα στον πλανήτη. Τη διττή κραυγή αγωνίας του ανθρώπου και της φύσης.

Το περιβόλι απλώνει ατίθασα κλαδιά, προκαλεί το μαχαίρι. Εκείνο ακάθεκτο αλώνει καρπούς, συμπορεύεται με κλάδεμα που εκτελεί νέο βλαστό. Τα απογεύματα ευφυές διασωθέν φύλλο έρχεται και σου χτυπάει εκκωφαντικά την αβεβαιότητα της μέρας. Κλείνεις τη σκέψη ερμητικά, δεν ανοίγεις. Σφαλίζεις και τα μάτια... Ωστόσο η σκληρή πραγματικότητα παραμένει εκεί: «επιβεβαιώνονται όλες οι προβλέψεις της ατέλειας, φυσάει πάντα αγέρι μες στο σούρουπο, ελευθερώνοντας χώμα και νεκρούς από άλλη αυλή».

Το ποίημα προβάλλει την παθητικότητα, την έλλειψη αλληλεγγύης του δυτικού ανθρώπου. Τη συνήθεια που έχει να κλείνει τα μάτια στα κακώς κείμενα, με την ελπίδα ότι τα προβλήματα θα φύγουν μακριά εάν απλώς αγνοηθούν. Ωστόσο όλες οι ενδείξεις συνηγορούν για το αντίθετο. Μήπως ο πόλεμος για την ευτυχία δεν περνάει από την διπλανή αυλή; Εκεί που σταματάει η δυστυχία του άλλου δεν εξασφαλίζεται και η ασφάλεια για το μέλλον; 

Και τι είναι ο άνθρωπος χωρίς ρίζες που τροφοδοτούν το νόημα όλης της ύπαρξής του παρά ένα φύλλο στον άνεμο, έρμαιο των καιρών και της εποχής;

Σε μια εποχή που όλη η ανθρωπογεωγραφία του κόσμου αλλάζει οι ρίζες εσωτερικοποιούνται· η γλώσσα είναι το σπίτι που ο άνθρωπος φέρνει πάντα μέσα του, μαζί με τις πολιτιστικές του αξίες. Μια τροφοδοτική πηγή που υπάρχει πάντα εκεί για να προστρέχει σε καιρούς χαλεπούς, για να βρίσκει τον προσανατολισμό του, για να μην χάνεται.

Φεύγεις πάντα επιστρέφοντας. Σαν δέντρο που όσο και να υψωθεί, έχει το κάλεσμα της ρίζας. Δύσκολο να είναι ο άνθρωπος πουλί. Πρέπει να έχει καλά ακονισμένη την πυξίδα στα φτερά του. Για να μην χάνεται σε ύψη δυσανάλογα ή σε γκρεμούς που δεν πατήσανε ποτέ οι πτώσεις όλων των ανθρώπων.

Στο ποίημα εξουσία, ο ισχυρός άνθρωπος κρατάει ένα σκήπτρο, πανάρχαιο σύμβολο εξουσίας. Το σκήπτρο μεταμορφώνεται σε κύπελο που το γεμίζει νοθευμένο κρασί ένα χέρι έπαρσης και νοθεύει όλες του τις πράξεις. Το ποίημα απεικονίζει τον ισχυρό άνθρωπο, εκείνον που δεν έχει το ηθικό υπόβαθρο και την πνευματική καλλιέργεια για να νιώσει την ευθύνη της εξουσίας που του δόθηκε και να την χρησιμοποιήσει για το κοινό καλό αλλά την χρησιμοποιεί για να αποκτήσει περισσότερη δύναμη και πλουτισμό. Με τον καιρό χάνει κάθε ηθικό ενδοιασμό, και μαζί την ανθρωπινότητά του.

Έρχεται άξαφνα ένα σκήπτρο και χώνεται μέσα στη σκέψη σου. Νιώθεις τη δύναμή του μέχρι την άκρη των δαχτύλων σου... Το σκήπτρο τούτο γίνεται κύπελλο που το γεμίζει κρασί νοθευμένο ένα χέρι έπαρσης. Πίνεις ασύστολα, μεθάς όλες σου τις πράξεις... Και ένα βράδυ που καμιά απαγόρευση δεν σε κοιτάζει, που και ο τελευταίος φρουρός της συνειδήσεως έχει αποσυρθεί στη μέγιστη ασχήμια του κόσμου, συντελείται το μεγάλο έγκλημα. Όλες μαζί φονεύουνε το τελευταίο πρόσωπό σου. ...Ύστερα κινείσαι χωρίς όρια, χωρίς μάτια, χωρίς αυτιά... Ελεύθερος από κάθε τι που θα μπορούσε να σου ψιθυρίσει ένα μικρό, ανεπαίσθητο έστω κάλεσμα απαγορευτικό. 

Στο ποίημα Έριδα, μια κόκκινη γλώσσα γεμάτη καρφιά πληγώνει τις λέξεις. Συμβολίζει τις διαφωνίες και τις διαμάχες των πολιτικών, όταν καθένας θέλει να επιβάλλει τη γνώμη του, αντί να προσπαθούν να συνεργαστούν όλοι μαζί αρμονικά για το καλό του τόπου. Γύρω τους στροβιλίζεται η ειρήνη, την κρατούν αγκαλιά και την χορεύουν μαχαίρια...

Ό,τι δεν έχει ειπωθεί, αναδύεται σαν αίσθηση στην ποίησή της· τα διεθνή συμφέροντα που κυβερνούν τον κόσμο, τα σύννεφα του πολέμου που αιωρούνται πάνω από τη γη, δοσοληψίες και συμφωνίες που κλείνονται στα κρυφά. Ζητά από τον άνθρωπο να στρέψει το βλέμμα του και δει την αληθινή ουσία των πραγμάτων, το τραύμα που εξαπλώνεται στον χώρο και τον χρόνο και προβάλλεται στο μέλλον.

Αυτό το τραύμα, συμβολίζεται στο ποίημα Εκφώνηση, με την εικόνα μιας πεταλούδας που κάθεται πάνω σε αγκάθια και αιμορραγεί πάνω σε έναν κρίνο που βάφεται κόκκινο. Η πεταλούδα συμβολίζει τον χρόνο. Ο κόκκινος κρίνος, θρησκευτικό σύμβολο του ευαγγελισμού, είναι το δυσοίωνο μήνυμα που φέρνει ο χρόνος για το μέλλον.

Υπάρχουν λόγοι που δεν εκφωνούνται. Δεν υπάρχει κοινό να τους προσλάβει. Κοινό έδαφος, κοινό παρόν, κοινό μέλλον ή έστω παρελθόν σκονισμένο. Υπάρχουνε λόγοι που πρέπει να μείνουνε σε πάπυρους σιωπής. Και να περάσει ύστερα ένας που καπηλεύεται τον χρόνο τους, να ζωγραφίσει επάνω κάτι άσχετο. Μια πεταλούδα πάνω από τα αγκάθια. Ένα λευκό κρίνο επάνω από την αμαρτία. Και καθώς θα έρχεται ολοένα πιο βαθύ το κίτρινο του χρόνου, μια παράξενη τέχνη θα αναδύεται επάνω στον καμβά. Η πεταλούδα συνέχεια θα αιμορραγεί δίχως να πεθαίνει. Και το κρίνο θα έχει τόσο κόκκινο, που κάθε ευαγγελισμός θα κείτεται αιμόφυρτος στο μέλλον.

Η εποχή μας είναι «εποχή μιας χρήσεως», όπως την έχει χαρακτηρίσει αλλού η ποιήτρια·δεν παράγει τίποτα αξιομνημόνευτο που να αντέχει στη διάρκεια του χρόνου, δεν μπορεί να συντηρήσει των ανθρώπων τα όνειρα, να βάλει φρένο στη μεγάλη ικανότητά της να γεννάει εφιάλτες. Το όραμά της είναι τόσο υλιστικό που έχει αντικαταστήσει ό,τι προσφέρει αληθινή ευτυχία και πνευματική υπόσταση στον άνθρωπο με μια ψευδαίσθηση ευδαιμονίας που δίνει η κατανάλωση υλικών αγαθών. Δημιουργεί ανθρώπους κομμένους και ραμμένους στα μέτρα της, ομοιόμορφους, τους στερεί τη μοναδικότητά τους.

Μέσα της ο άνθρωπος νιώθει κάθε μέρα συναισθηματικά νεκρός. Γιατί τι άλλο είναι ο άνθρωπος χωρίς τα συναισθήματα που καλλιεργούν την ψυχή του, τι είναι ο άνθρωπος χωρίς την καλλιέργεια της σκέψης του και την ελευθερία της επιλογής του;

Εγκράτεια σύστηνε ο καιρός και χαλινάρι. Κρασί κερνούσε και δεν ήταν κόκκινο. Μα το λευκό δεν ταίριαζε στη γεύση του κορμιού. Όσα άλογα κάλπαζαν μέσα σου ακίνητα άφηναν νεκρό χλιμίντρισμα στο προσκεφάλι. Το πρωί το μάζευες μέσα στο σάβανο της μέρας, κατέβαινες τα σκαλοπάτια από το όνειρο μέχρι τη νύχτα. Κάπου στη γωνιά της λήθης σχίζεις τη γη, απιθώνεις νεκρό και μνημόσυνο αντάμα. Ύστερα ζεις από συνήθεια.

Η ποίησή της μιλάει μέσα από τις εικόνες της για τη στέρηση που διαβάζει στο βλέμμα των ανθρώπων, την επιθυμία  τους για αγάπη, ευτυχία, ασφάλεια...

Βλέμματα πεινασμένα διψούν για επικοινωνία, κοιτάνε πίσω από κλειδαρότρυπες μήπως και συναντήσουν κάποιο άλλο βλέμμα, δεν βγαίνουν από τον περίκλειστο χώρο τους. Ατέρμονες αναμονές που μέσα τους χύνεται όλο το κρασί του πάθους. Xαμένες ευκαιρίες που μαζεύονται σαν αδέσποτες μέρες στο χαλάκι της πόρτας. Όνειρα που δεν έχουν αρκετό φως, βήματα ταριχευμένα στην ανασφάλεια.

Η εποχή μας έχει ξεχάσει τον έρωτα εκείνον που γίνεται κινητήρια δύναμη και έμπνευση για να αλλάξει ο άνθρωπος τον εαυτό του και τον κόσμο.  

...Όποιος δεν έχει πει ένα τουλάχιστον «σ’αγαπώ», ανακατεύει στα χείλη συνέχεια τον άγγελό του σαν ηλιαχτίδα που θέλει να του φανερωθεί μες στην πυκνή ομίχλη....

Πάντα υπάρχει μια υπενθύμιση ότι κάτι πρέπει να αλλάξει στη ζωή, όσο είναι καιρός· γλιστράει σαν μήνυμα, ώρες απρόσμενες, κάτω από τη χαραμάδα της πόρτας: Μία ακόμα σελίδα, επίμονα λευκή, πρόκληση για την ανίατη εγρήγορσή σου.

Η ποίησή της υπηρετεί εκείνη την ανάγκη της ψυχής να έρθει σε επαφή, να επικοινωνήσει με τον άλλον. Η λαχτάρα κάθε ανθρώπου για ουσιαστική επικοινωνία κρύβεται σαν το φτερούγισμα μιας ζωντανής καρδιάς μέσα στις λέξεις της· κηρύσσει ένα πόλεμο για την ευτυχία.

Να πεις μία έστω φορά Όχι σε ό,τι για χρόνια ολόκληρα υπέγραφες σαν συμβόλαιο θανάτου. Να πάρεις ένα πύρινο βλέμμα, να βγεις στους δρόμους, να κάψεις τα οδοφράγματα που κλείνουν τους δρόμους κάποιας ευτυχίας. Έχεις διαβάσει πολλά γι’ αυτήν. Και έχεις ονειρευτεί ακόμα περισσότερα. Κάπου εκεί στο όνειρο και στη γνώση κρύβεται η αλήθεια της....

Η ποίησή της ρίχνει φως στις ρωγμές εκείνες της πραγματικότητας που αποπροσανατολίζουν τον άνθρωπο, γίνεται μια μορφή αντίστασης. Σε μια εποχή ένδειας, ακόμα και οι λέξεις λιγνεύουν, αντανακλούν την εποχή, χάνουν το ειδικό τους βάρος. Η ποιήτρια προτρέπει τον άνθρωπο να κυνηγήσει τα όνειρά του, να εγγράψει τις δικές του αναμνήσεις στις λέξεις που δίνουν πληρότητα στη ζωή. Να μην μείνουν γι’ αυτόν άψυχες λέξεις στο χαρτί ο έρωτας, η αγάπη, η φιλία, η δημιουργικότητα. Να αγωνιστεί για να δώσει εκ νέου νόημα στην έννοια της ειρήνης, της δικαιοσύνης, της αλληλεγγύης στις διαχρονικές αξίες εκείνες που διαφυλάσσουν το όραμα της ανθρωπότητας για ένα καλύτερο κόσμο.

Κατερίνα Τσιτσεκλή


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου