Τετάρτη, 3 Φεβρουαρίου 2021

"Η πανοπλία" της Ευτυχίας Μισύρη

 Η Πανοπλία είναι μια συλλογή δομημένη έτσι ώστε ο αναγνώστης να ακολουθεί τον crescendo βηματισμό της ποιήτριας, και είναι γεγονός ότι αυτό επιτυγχάνεται πλήρως. Ανθρωποκεντρική; Σαφέστατα, και μάλιστα με μια ιδιαίτερα ισχυρή παρουσία του υποκειμένου: οι άλλοι, οι συνθήκες, το περιβάλλον, συνήθως κινούνται σε απομακρυσμένες τροχιές. Η αρχή γίνεται με την παρουσία και την εδραίωση ενός εγώ που σταδιακά θα οριοθετήσει το κλίμα όπου θα κινηθούν όσοι θα εμφανιστούν στην πορεία. Ένα εγώ σχεδόν κυνηγημένο, αγωνιώδες, σε διαρκή κίνηση μέσα σ’ ένα τοπίο αφιλόξενο, σκληρό και ξένο. Το ενδιαφέρον της ποιήτριας επικεντρώνεται στην πορεία του εγώ προς τον Άλλον, στην συνάντηση και τους φόβους που αυτή εμπεριέχει, και παρόλο που στα 27 ποιήματα που απαρτίζουν τη συλλογή ο δρόμος δεν είναι πάντα χωρίς ανατροπές, ο αναγνώστης ακολουθεί και ψηλαφεί τις λεπτές ισορροπίες. 

Στις προαναφερθείσες ανατροπές θα έβαζα το ότι συχνά πρόκειται για μια έντονα εσωστρεφή ποίηση, με λίγα ανοίγματα στον αναγνώστη. Και ενώ η γλώσσα είναι ένα από τα δυνατά στοιχεία της συλλογής, λόγω της αμεσότητας και της απλότητας που φτάνει κατευθείαν στον στόχο, οι συμβολισμοί παραμένουν κλειστοί και αφήνουν στον αναγνώστη την αίσθηση ότι τα συμβαίνοντα και τα γραφόμενα δεν τον περιλαμβάνουν. Η γραφή της Ευτυχίας Μισύρη είναι προσανατολισμένη στις αντιθέσεις και τις ασυμβατότητες: εστιάζει στην δράση τόσο όσο και στην αντίδραση στα συναισθήματα και στις σκέψεις, με αποτέλεσμα τα ποιήματα να ισορροπούν (με επιτυχία) σε ένα λεπτό σκοινί αγωνίας και ανεπαίσθητης ανασφάλειας. Το τοπίο μέσα και έξω είναι σκοτεινό, η απειλή όσο και η διαφυγή αόρατες, υπαρκτές παρόλα αυτά.

Μίλησα πριν για την αμεσότητα της γλώσσας. Είναι κατά τη γνώμη μου ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία στην Πανοπλία, επειδή όχι μόνο επιτρέπει στις έννοιες και στις σκέψεις να κυκλοφορούν απρόσκοπτα αλλά κυρίως επειδή κάνει το ίδιο και στην συγκίνηση. Ακόμα και στα ποιήματα που λόγω έντονης εσωστρέφειας ο αναγνώστης κρατιέται σε «απόσταση ασφαλείας» από τα τεκταινόμενα, η ακριβής έκφραση που αφήνει την άκρη υπερβολές και άχρηστες περιπλοκότητες, του παρέχει ένα παράθυρο κατανόησης, ενσυναίσθησης. Επίσης η αρτιότητα της γλώσσας είναι αυτό που επιτρέπει και ταυτόχρονα ενισχύει τον δύσκολο συνδυασμό αποσπασματικής ματιάς και διεισδυτικής σκέψης που αποτελεί το βασικό χαρακτηριστικό στους στίχους της Μισύρη σε όλη τη συλλογή. Και τις φορές που η επαφή ανάμεσα στον δημιουργό και τον αναγνώστη γίνεται άμεσα και απρόσκοπτα, πάλι στην γλωσσική ευελιξία οφείλεται. Και η ελάχιστη ειρωνεία παραίτησης δεν φτάνει ποτέ στον κυνισμό.

Διαβάζοντας την Πανοπλία, η αίσθηση που αποκόμισα είναι ότι η Ευτυχία Μισύρη παράγει μια ποίηση της ησυχίας, χωρίς εξάρσεις. Βρίσκει τον δρόμο της στις πιο σκοτεινές γωνιές του μυαλού και ψηλαφεί τις πιο λεπτές συναισθηματικές αγκυλώσεις του φόβου. Ίσως η εσωστρέφεια που την κυνηγάει να είναι τελικά η παράπλευρη απώλεια αυτής της διεισδυτικής ματιάς. Η αποσπασματικότητα, παρόλο που δεν στερείται γοητείας, αποτελεί το βασικό εμπόδιο για μια συνολική συνάντηση της ποιήτριας με τον αναγνώστη. Οι στίχοι είναι οι γέφυρες που θα περίμενε κανείς, σε πολλές περιπτώσεις όμως οδηγούν σε κλειδωμένες πόρτες, η απόσταση μεγαλώνει, η αποστασιοποίηση αποδεικνύεται αναπόφευκτη.

Άφησα το σημαντικότερο για το τέλος: τον ποιητικό μονόλογο που κλείνει τη συλλογή. Δεν υπάρχουν πολλοί τρόποι να το πει κανείς, πρόκειται για ένα εξαιρετικό κείμενο, ένα πολύ δυνατό φινάλε. Εξηγούμαι: από τεχνικής άποψης είναι ποιητικός λόγος γραμμένος σε πρόζα χωρίς αυτό να αλλοιώνει τα αμιγώς ποιητικά χαρακτηριστικά του, οι συμβολισμοί και η ποιητική αφαιρετικότητα συνυπάρχουν απρόσκοπτα με την κλασική δομή του πεζού «αρχή-μέση-τέλος», και το αποτέλεσμα είναι μια δυναμική ισορροπία αντίθετων στοιχείων που λειτουργεί χωρίς το παραμικρό ψεγάδι. Η σκιαγράφηση των συγκινήσεων γίνεται και στα δύο επίπεδα, με τον αναγνώστη να έχει τελικά την ευκαιρία να χαθεί σε ένα καλειδοσκοπικό σύμπαν με σταματημένο χρόνο και κάτω από ένα φως στραμμένο στις σκέψεις της ποιήτριας αλλά και στις δικές του.

Παραθέτω κάποια από τα ποιήματα που μου άρεσαν περισσότερο:

ΤΑ ΣΚΟΤΑΔΙΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ[1]
Βγάλε μου την ασπίδα
βγάλε μου τον θώρακα
βγάλε μου το κράνος
και τις κνημίδες
βγάλε μου τα ρούχα και το δέρμα
τα χρόνια και τη μνήμη
βγάλε μου τα ερωτηματικά
και τ’ αποσιωπητικά
τους τίτλους και τις κατακλείδες.

Γδύσε με ως τη σύλληψη
της ζωής και της ιδέας.
Έπειτα μπήξε μια δυνατή
φωνή και διώξε
τους περίεργους που μαζεύτηκαν
να δουν το θέαμα.

Έλα τώρα
να κοιταχτούμε οι δυο μας
σαν δολοφόνοι με κοινό
ένοχο μυστικό.
Με φόβο!
Δίχως φόβο!
Με πάθος!
Δίχως πάθη!
Κατάματα
στα σκοτάδια του έρωτα!


ΠΕΝΤΕ ΣΤΙΧΟΙ[2]
Πεντάστιχο
σε τοίχο χαμηλό
στη σκονισμένη
πλευρά της πόλης.
Ψίθυρος ανατριχιαστικός
όπως μαζί όταν είμαστε
ριγμένοι ο ένας
μες τον άλλον.

«Κοίτα
να μην συνηθίσεις
μακριά σου.
Κοίτα
να μη σε ξεχάσεις».


ΜΕΓΓΕΝΗ[3]
Αδικημένο χώμα
κάτω από γκρίζα πέτσα.
Αδικημένος ουρανός
πίσω από περιττώματα καμινάδων.
Αδικημένα τα βλέμματά μας
μέσα από κρύες σχισμές.
Αδικημένα τ’ ακούσματά μας
σκοτώθηκαν πριν φτάσουνε
στ’ αυτιά μας.

Αχ, πόσο λαχτάρισαν
τ’ άδικα να ειπωθούν!
Κι έγιναν γραφικά να κλαίγονται
δεξιά κι αριστερά σαν επαίτες
τις Κυριακές στις εκκλησίες.

Mέγγενη το φωτοστέφανο
σε κεφάλι αγίου.

Κρις Λιβανίου

 


[1] σελ. 18.

[2] σελ. 19.

[3] σελ. 40.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου