Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2021

Οδυσσέας Ελύτης και Νίκος Καββαδίας: έξω στο φως. Β΄ Μέρος

Μπορείτε να βρείτε το πρώτο μέρος του άρθρου εδώ

Το φως δεν είναι μόνο οπτική αίσθηση, είναι και αφή, τόσο στον Ελύτη όσο και στον Καββαδία, παρόλο που εκφράζεται με εκ διαμέτρου αντίθετους τρόπους. Το σκοτάδι και το μισόφωτο, συνήθως στις άδειες εκκλησίες των λιμανιών στη Βάρδια εκτός από τα μάτια, αγγίζει και το δέρμα: από άυλο στοιχείο γίνεται αίσθηση που πλησιάζει σταδιακά το σώμα, τυλίγει τους ανθρώπους, αφαιρεί σιγά-σιγά το περίγραμμά τους και τους παρέχει άλλοτε κρησφύγετο και άλλοτε διαφυγή. Τους βυθίζει στην προσωπική τους ερημιά επίσης. Και δεν είναι μόνο το σκοτάδι, είναι και η ομίχλη, το πούσι, οι νύχτες χωρίς αστέρια στη μέση του ωκεανού: όλα συνώνυμα μιας ίδιας ατμόσφαιρας.

Δε βλέπεις παραπέρα από ένα μέτρο, από μισό, λιγότερο, τίποτα, περισσότερο κι από το τίποτα. Το’ χει από νωρίς κατεβάσει. Το πούσι έχει τη δική του μυρωδιά, όπως η καταιγίδα, ο τυφώνας, η τρικυμία του κάθε καιρού.[1]

Το φως που στη Μαρία Νεφέλη αποτελεί το φυσικό περιβάλλον του ποιητή, στην Βάρδια είναι κατά κανόνα σύντομη ανατροπή από μια παγιωμένη συνθήκη ασάφειας και προσωπικού εγκλεισμού σε βίαιες ενδόμυχες σκέψεις. Στον Κόλλια το φως του ήλιου θα ξορκίσει τα εσωτερικά σκοτάδια. Οι σκέψεις και οι λέξεις του ξεπροβάλλουν με τα φώτα σβηστά, σαν τους αρουραίους των λιμανιών. Είναι όμως και για τους δύο ποιητές σημείο επαφής και σύνδεσης, προσπάθεια οριοθέτησης και καλώς ή κακώς υπόσχεση μιας καινούριας μέρας.

Το μεγάλο πουλί άπλωσε τα φτερά του. Μπατάρισε κι έπεσε στο κατάστρωμα, μπροστά στην πόρτα του ασυρμάτου… Ξημέρωνε.

Ο ήλιος. Μια λουρίδα πέφτει λοξά στο πρόσωπό του. Το σκορπίζει. Και μιαν άλλη από το φινιστρίνι το πλάθει σε κύβους. Δεν έχει πια φωνή. Τα χείλη του παίζουνε μόνο.[2]

Το φως, εκτός από τις λέξεις που το περιγράφουν, έχει ανάγκη από απεικόνιση, από έναν καμβά: ο ρόλος και η παρουσία του ουρανού τόσο στον Καββαδία όσο και στον Ελύτη είναι θεμελιώδης. Η Μαρία Νεφέλη ξεδιπλώνεται στον μπλε ουρανό, καταλαμβάνει τον χώρο ανάμεσα την κυκλαδίτικη αίσθηση της γης και τον ήλιο που οριοθετεί ανθρώπους και συναισθήματα, εκεί που την Βάρδια την σκεπάζει ένας γκρίζος θόλος, χωνευτήρι λιμανιών, ταξιδιών και ανθρώπων. Και αν ο ουρανός του καθένα απλώς καθρεφτίζει τον ήλιο του;

Θε μου τι μπλε ξοδεύεις για να μη σε βλέπουμε![3]

Στην Βάρδια λοιπόν δεν υπάρχει φυσικό φως. Το ερώτημα είναι τι υπάρχει στη θέση του: τα φώτα της Βηρυτού όταν πέφτει το σκοτάδι, των σπιτιών, οι στενοί δρόμοι κάτω από τις μαρκίζες, φώτα νέον, ρεκλάμες, θολά τζάμια. Και η ζωγραφική: οι δημιουργοί και τα χρώματα, οι τίντες, οι μορφές που διασχίζουν τα έργα, το φως και το σκοτάδι στα τελάρα. Ένας ολόκληρος κόσμος, κλειδωμένος στους πίνακες που συντροφεύουν τον Καββαδία σε κάθε βάρδια, σε κάθε ταξίδι. Οι ζωγράφοι και οι γραμμές τον βοηθούν να οριοθετεί περιγράμματα, σκέψεις και αναμνήσεις, και τελικά το φως χρησιμοποιεί τα χρώματα για να τρυπήσει το σκοτάδι.

Ένας ζητιάνος, καθισμένος χάμω, τραγουδούσε ένα τραγούδι που δεν έβγαινε από το στόμα του, μα σα να ‘ρχόταν απ’ όλες τις ανοιχτές πόρτες, απ’ όλους τους δρόμους, απ’ όλα τα στόματα. Ήταν η ώρα που, σαν από ένα χέρι, ανάβουν και φέγγουν μεμιάς οι στενοί δρόμοι της πλατείας, που πάνε στη θάλασσα. Πράσινο, μπλέ, κίτρινο, βυσσινί. Monique, Madame Marika, Chryssa, Malvina, Madame Violette. Και πέρα μακριά, αν ανέβαινες σε μια φοινικιά της πλατείας, εσύ που διαβάζεις καλά τ’ αστέρια, θα’ βλεπες μέσα σε μπερδεμένα φαιδρά φώτα: «Blanche», δίπλα σ’ ένα πράσινο ψάρι. Ώρα που όλοι ξεκινάνε για τη θάλασσα, όπως κάποτε οι Φοίνικες, ντυμένοι κοντούς μανδύες βαμμένους με βήσσαλο. Σταθήκαμε έξω από το ζαχαροπλαστείο του Bohsali και κοιταζόμαστε στα μάτια.[4],[5]

Δεν υπάρχει επίπλαστη αισιοδοξία που να συνδέεται με την ύπαρξη ή μη του φωτός, ούτε στον Ελύτη, ούτε στον Καββαδία. Το φως είναι ο καμβάς πάνω στον οποίο στερεοποιούνται στίχοι, συναντήσεις, ταξίδια, γυναίκες και έρωτες, ενώ η απουσία του αναγκάζει αναγνώστη και δημιουργούς να επικεντρωθούν στα μη ορατά, όσα δεν έχουν ανάγκη το περίγραμμα που θα τους έδινε το φως για να υπάρξουν:

Πενθώ τον ήλιο και πενθώ τα χρόνια που έρχονται

Χωρίς εμάς και τραγουδώ τ’ άλλα που πέρασαν

Εάν είναι αλήθεια[6]

Στην Βάρδια το φως αντιστέκεται στη νύχτα σε μια προεξοφλημένη ήττα ήδη από τις πρώτες σελίδες. Η αντίστιξη που διέπει το σύνολο του μυθιστορήματος δεν θα αλλάξει το τελικό αποτέλεσμα: η τελευταία αναχώρηση γίνεται με τους ήρωες, τους ζωντανούς και τον μόλις πεθαμένο, να τρέχουν μέσα στο σκοτάδι και την υγρασία για να προλάβουν να σαλτάρουν στο καράβι που φεύγει για ένα ακόμα ταξίδι μακριά από αυτή τη στεριά του πολέμου, του φόβου και της σύφιλης. Ο μύθος της αέναης αναχώρησης, της αναπόφευκτης φυγής συνεχίζεται στο διηνεκές.

Πάντα εμείς το φως κι η σκιά

 

Πάντα εσύ τ’ αστεράκι κι εγώ το σκοτεινό

πλεούμενο

Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά

Το βρεμένο μουράγιο και η λάμψη επάνω στα κουπιά[7]

                                                                                                                                               Κρις Λιβανίου



[1] Βάρδια, σελ. 91.

[2] Βάρδια, σελ. 145-146.

[3] Μαρία Νεφέλη, σελ. 32.

[4] Βάρδια, σελ. 75.

[5] Μία από τις σπάνιες φορές που στη Βάρδια η νύχτα δεν κάνει τίποτα για να φοβερίσει τους ανθρώπους.

[6] Οδυσσέας Ελύτης, Μονόγραμμα, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα, 1998, στ. 1-3, σελ. 13.

[7] Μονόγραμμα, στ. 13-16, σελ. 15.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου