Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 2021

Οδυσσέας Ελύτης και Νίκος Καββαδίας: έξω στο φως. Α' μέρος



Στο μπουλμέ, βιδωτή σ’ ένα μπρατσόλι, κρεμόταν μια χάλκινη λάμπα του πετρελαίου. Ο ανεμιστήρας γύριζε καβουρντίζοντας το κενό.

Σηκώθηκε κι έσβησε το ηλεκτρικό που τρεμόπαιζε. Από τα φινιστρίνια μπήκε σπασμένο το φως μιας αυγής σε ανατολικό μήκος.[1]

Το ελληνικό φως. Ο νους πηγαίνει στον Ελύτη: στο Μονόγραμμα, στο Άξιον Εστί, πώς αλλιώς; Κι όμως, δύο ριζικά διαφορετικές οπτικές σε ό,τι αφορά το φως, όπως αυτή που φωτίζει τη Βάρδια του Νίκου Καββαδία και τη Μαρία Νεφέλη του Ελύτη μεταξύ άλλων, βάζουν τα πράγματα σε αντεστραμμένες τροχιές και μπορεί να σπρώξουν τις σκέψεις σε αιρετικά ταξίδια.

Το να φέρει κανείς κοντά δύο τόσο διαφορετικούς μεταξύ τους δημιουργούς όπως αυτοί, πόσο μάλλον όταν το πλησίασμα αφορά και διαφορετικού λογοτεχνικού είδους κείμενα, τα ρίσκα είναι μεγάλα και οι αμφιβολίες πολλές. Υπάρχουν βέβαια και κοινοί τόποι μεταξύ τους που μπορούν να γεννήσουν παραλληλισμούς, όπως για παράδειγμα ότι ο Καββαδίας είναι πρωτίστως ποιητής παρόλο που έγραψε το εξαιρετικό μυθιστόρημα της Βάρδιας, και ότι ο Ελύτης εφηύρε εκ νέου την αφηγηματικότητα και την ανήγαγε σε θεμελιώδες εργαλείο στην ποίησή του.

Είναι γεγονός ότι ο Οδυσσέας Ελύτης, εκτός από όλα τα άλλα, ήξερε από φως: έγραφε έξω στο φως κι έμπαινε ο ήλιος και καθόταν πάνω στις λέξεις, στις πέτρες και στα δέντρα. Ο Καββαδίας από την άλλη έζησε και έγραψε στο ημίφως των καραβιών, στον ασύρματο, σε σκοτεινές καμπίνες και στα κακόφημα ξενοδοχεία των λιμανιών του κόσμου: όταν κοιτούσε μέσα του έβλεπε μόνο σκοτάδι. Έγραφε για να ομολογήσει και να ξορκίσει το φόβο. Το ερώτημα αν τα κατάφερε παραμένει.

Μεσάνυχτα και ταξιδεύεις δίχως πλευρικά!

Σκιάζεσαι μήπως στο γιαλό τα φώτα σε προδίνουν,

μα πρύμα πλώρα μόνη εσύ πατάς στοχαστικά,

κρατώντας στα χεράκια σου το λύχνο του Αλαδδίνου.[2]

Στη Βάρδια όλα κινούνται στο σκοτάδι της νύχτας στη γέφυρα, ή στην καλύτερη περίπτωση στο μισοσκόταδο της τροπικής βροχής, των άδειων εκκλησιών, της καμπίνας. Και τις φορές που υπάρχει φως, αυτό είναι τεχνητό, θαμπό, ανεπαρκές: ο Γεράσιμος, ο ασυρματιστής, ο δόκιμος είναι σε μια διαρκή προσπάθεια να διακρίνουν όσα είναι μπροστά τους, δυσκολεύονται, καταλήγουν να κοιτάζουν μέσα τους, εκεί που τα πράγματα είναι ακόμα περισσότερο σκιώδη. Τα νερά και ο ουρανός είναι κατά κανόνα σκοτεινά, κρύβουν μυστικά, σκέψεις, καρχαρίες και υφάλους, γεννούν μια απροσδιόριστη έλξη για αυτό το άγνωστο που τους περιμένει αργά ή γρήγορα όλους στη γωνία: οι ήρωες στη Βάρδια, ο καθένας με τον τρόπο του και για τους δικούς του προσωπικούς λόγους, είναι δέσμιοι ενός αέναου ταξιδιού. Στηριγμένοι στα φώτα πορείας.

Δεν είναι μόνο ο ουρανός και τα περιγράμματα των ανθρώπων που τυλίγονται στο σκοτάδι, είναι και η θάλασσα: υπάρχει το άυλο σκοτάδι του ουρανού και του αέρα αλλά και το υγρό, πάνω στο οποίο κινείται το καράβι και οι ναυτικοί. Επιπλέουν όλοι πάνω σε μια σκοτεινή υγρή μάζα, μια θάλασσα που δεν έχει την παραμικρή σχέση με το Αιγαίο του Ελύτη. Με κάποιες εξαιρέσεις βέβαια:

Πιάσαμε από ζημιά στο τιμόνι, με το «Αργοναύτης». Δεν ήμουνα πάνου από δεκαεφτά! Πρωί. Ξυριζόμουνα στην καμπίνα μου. Από την πόρτα έβλεπα τις ασάλευτες φοινικιές κι ένα φως να λούζει τη θάλασσα, τη στεριά. Ένα φως που το ξαναβρήκα έπειτ’ από χρόνια στη Δήλο, πάλι πρωί… Bali![3]

Και αν οι άνθρωποι στη Βάρδια είναι παγιδευμένοι στο σκοτάδι (τόσο σε ρεαλιστικό όσο και σε συμβολικό επίπεδο), στον Ελύτη τα πράγματα κινούνται αντίστροφα. Ακόμα και στις περιπτώσεις που το φως καίει και θαμπώνει τα περιγράμματα των πραγμάτων και των σκέψεων, παραμένει λυτρωτικό και μια πηγή αναγέννησης. Στη Βάρδια το σκοτάδι κερδίζει έδαφος από την πρώτη σελίδα, στη Μαρία Νεφέλη και στο Μονόγραμμα οι στίχοι το διαλύουν βήμα-βήμα, αφαιρούν τον όποιο φόβο, ανάβουν τα αστέρια και το μετατρέπουν σε ένα χώρο για να ακουμπήσει κανείς μύχιες σκέψεις. Οι στίχοι του Ελύτη φαίνεται να ακολουθούν την πορεία του ήλιου στον ουρανό και να προσαρμόζονται στην διαδρομή του, να φωτίζονται από αυτόν και να κρύβονται στις σκιές του, ενώ η Βάρδια είναι τελικά ένα βιβλίο όπου από την αρχή του και μέχρι το τέλος προσπαθεί μάταια να ξημερώσει, και καλύπτεται από ένα άρρωστο κίτρινο φως που καταλήγει να θαμπώσει τα χρώματα και τις σκέψεις. Εκτός από το πράσινο και το κόκκινο. Φώτα πορείας.

Ο «Πυθέας», cargo πέντε χιλιάδων τόνων, standard του πρώτου πολέμου, με χαβούζες και μηχανή παλινδρομική, ταξίδευε με εφτά μίλια ανοιχτά του Singapore. Από τα φινιστρίνια έμπαινε μαραζωμένο άρρωστο φως, που μύριζε φανικό.[4]

Ο Καββαδίας θα αντλήσει το φως από την ανάμνηση. Θα γυρίσει πίσω στον χρόνο και στον τόπο που έλαβε χώρα η συνάντηση ή το γεγονός που τροφοδοτεί τις σκέψεις του και θα επικεντρωθεί στην ατμόσφαιρα και κατ’ επέκταση στην εικόνα.

Βαστούσε ακόμη εκείνο το γλυκό φως, κείνη η χάρη της Μαρσίλιας, που χωρίζει το σούρουπο από τη νύχτα.[5]

Στην Βάρδια όλοι προσπαθούν διαρκώς να δουν, να καταλάβουν, αγωνιώντας παράλληλα για το φόβο που κρύβεται στο δυσδιάκριτο, και που υφέρπει σε ολόκληρο το μυθιστόρημα. Ο ασυρματιστής δείχνει να είναι αυτός που κινείται καλύτερα απ’ όλους στις ασάφειες και τις σπασμένες αναμνήσεις. Ήρωες και συγγραφέας έχουν εξασκηθεί να βλέπουν στο ημίφως, να διακρίνουν τις σκιές όντας σκιές και οι ίδιοι, εναλλάσσοντας καράβια, προορισμούς και λιμάνια. Επιστρέφοντας όμως, αναπόφευκτα. Αυτό όμως είναι μια διαφορετική ανάγνωση.

Η βροχή, ώρα πού’ χε σταματήσει. Άστραφτε μόνο (…). Ο Γεράσιμος έχει γυρισμένες τις πλάτες και κοιτάζει μέσα του και μπροστά.[6]

Η Βάρδια είναι η χαρτογράφηση της έλξης του Κόλλια από την άβυσσο. Γραπωμένος στο καράβι και στον ασύρματο, κάποιες φορές στη γέφυρα με τον γραμματικό, ατενίζει με δέος και φόβο τον όγκο μιας σκοτεινής θάλασσας, το είδος του θανάτου που ονειρεύεται και ελπίζει. Στην πραγματική ζωή δεν θα έχει την τύχη να πεθάνει όπως φανταζόταν, όμως αυτό τελικά μικρή σημασία έχει. Ο κεντρικός άξονας παραμένει η ανάγκη του να επιπλέει και να διασχίζει, ακόμα ζωντανός, τον προσεχή του τάφο. Να συναντιέται με τον καρχαρία που τον περιμένει, και να κρύβεται στις σκιές. Οι σκοτεινές θάλασσες που ταξιδεύει, μεγάλες μα κούφιες,[7] βρίσκονται σε πλήρη αντιδιαστολή με τις εικόνες του Ελύτη: στους στίχους του έχει κανείς την αίσθηση ότι το βλέμμα του χαϊδεύει διάφανα νερά.

Μέρες νωπές στην όμπρα και στη σιέννα

πού’ μοιαζε το νησί μ’ ένα Λασήθι απέραντο

ελαφρύ κι απιθωμένο μόλις

πάνω σε μια θαμπωτική θρυψαλλιασμένη θάλασσα.[8]


(συνεχίζεται)

Κρις Λιβανίου

[1] Νίκος Καββαδίας, Βάρδια, εκδ. Άγρα, Αθήνα, 1989, σελ. 14.

[2] «Λύχνος του Αλαδδίνου», in. Νίκος Καββαδίας, Πούσι, εκδ. Άγρα, Επετειακή έκδοση για τα 40 χρόνια από το θάνατο του Ν. Καββαδία, Αθήνα, 2015, στ. 21-24.

[3] Βάρδια, σελ. 105.

[4] Βάρδια, σελ. 20.

[5] Βάρδια, σελ. 136.

[6] Βάρδια, σελ. 56.

[7] Βάρδια, σελ. 37.

[8] Οδυσσέας Ελύτης, Μαρία Νεφέλη, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα, 1999, σελ. 58.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου