Τετάρτη, 17 Φεβρουαρίου 2021

"Ο κήπος με τις φράουλες" του Φίλιππου Φιλίππου

 

Ένα ζευγάρι, ο Αργύρης και η Φαίδρα, ζει σε ένα υπέροχο σπίτι στη Σαρωνίδα, χτισμένο στην πλαγιά του λόφου, με μια μεγάλη βεράντα και θέα προς τη θάλασσα. Και στο σπίτι τους έχουν έναν κήπο με περιφραγμένη μάντρα που απομακρύνει τα αδιάκριτα βλέμματα, χαρίζοντάς τους μιαν αίσθηση ιδιωτικότητας. Την άνοιξη φωλιάζουν στα δέντρα κορυδαλλοί που γεμίζουν το χώρο με γλυκά κελαηδήματα. Ανάμεσα στα πολλά δέντρα, λουλούδια και φυτά, ξεχωρίζουν οι φραουλιές που τις φροντίζει μονάχα ο Αργύρης.

Εκείνος είναι πρώην αποτυχημένος ειδικός φρουρός και νυν συγγραφέας, χωρίς ιδιαίτερη όμως έμπνευση τον τελευταίο καιρό, συχνά με λίγο αλκοόλ ενεργοποιεί τη σκέψη του και τη χαμένη του συγγραφική ευχέρεια. Εκείνη είναι πρώην ηθοποιός του Εθνικού Θεάτρου, που θέλει απεγνωσμένα να κάνει ένα παιδί και αντιμετωπίζει δυσκολίες. Παρά την ειδυλλιακή φύση που περιβάλλει τη ζωή τους, η σχέση τους μόνο ειδυλλιακή δεν είναι, καθώς εκνευρισμοί, εντάσεις, αμφισβητήσεις, προβλήματα και μια σταδιακά μεγεθυνόμενη φθορά αποδυναμώνουν διαρκώς την αγάπη, μετατρέποντάς την σε αντιπάθεια. Ακολουθεί μια τακτική επίσκεψη της Φαίδρας στο γυναικολόγο και έπειτα όλα αλλάζουν. Τόσο ξαφνικά; Ναι. Η μπεζ Μερσεντές της παρεκκλίνει της πορείας της και καταλήγει σε έναν γκρεμό. Το στήθος της συγκρούεται με τη στεφάνη του τιμονιού, το κεφάλι της χτυπά στο παρμπρίζ, και, δυστυχώς, τελικά υποκύπτει στα τραύματά της.

«Μα η Φαίδρα φορούσε πάντα ζώνη ασφαλείας» είπα στον υπαστυνόμο παραξενεμένος. «Ακόμα κι όταν ήθελε να μετακινήσει το αμάξι ή να το βάλει στο γκαράζ». «Δεν ξέρω τίποτα  που να μπορεί να μας φωτίσει» είπε, σηκώνοντας τους ώμους του».

Ατύχημα ή αυτοκτονία; Η ερώτηση αιωρείται στην ατμόσφαιρα!

Κι ενώ ο ατυχής - ευτυχής σύζυγος μοιάζει έτοιμος να γευτεί τη μεγάλη κληρονομιά που προέρχεται από τη γυναίκα του, εμφανίζεται ένα ζευγάρι εκβιαστών που υποστηρίζουν πως εκείνοι διέπραξαν το φόνο για χάρη του, γνωρίζοντας την τεταμένη σχέση τους και θέλοντας να του κάνουν μια μικρή εκδούλευση. Και τώρα ασφαλώς ήρθε η ώρα να πληρωθούν γι΄ αυτό. Έτσι, εισέρχεται και μια τρίτη συνισταμένη ερμηνείας του θανάτου της Φαίδρας: η δολοφονία.

Ο Αργύρης προσπαθεί να αντιμετωπίσει τους εκβιαστές και εκπλήσσεται όταν διαπιστώνει πως γνωρίζει τη γυναίκα που τον απειλεί. Τον έχει ήδη προσεγγίσει και τον έχει γοητεύσει. Είναι η Αλίκη.

«Ψηλή, γοητευτική, με μαλλιά μαύρα και μακριά, στο χρώμα των φτερών του κορακιού -μάλλον δεν τα έβαφε- τραβούσε τα βλέμματα πάνω της. Η γοητεία της πήγαζε ακριβώς από κείνα τα μαύρα μαλλιά και το σταρένιο δέρμα ».

Σταδιακά ο συγγραφέας αρχίζει να φτιάχνει τη δική του αλχημεία, καθώς ενώνει το αστυνομικό με το αισθηματικό στοιχείο. Τη στιγμή που σχεδιάζεται ένας φόνος, η ιστορία ξεχειλίζει από έναν ερωτισμό που διαχέεται στις σελίδες του βιβλίου σαν άρωμα γυναίκας. Κι ενώ η αστυνομία κάνει έρευνες για να εξιχνιάσει το θάνατο της Φαίδρας και ο Αργύρης προσπαθεί να ξεφύγει από τους εκβιαστές του, συνάμα υποτάσσεται στη γοητεία μιας μοιραίας γυναίκας. Εκείνη υποστηρίζει πως τον αγαπά πολύ και θέλει να βάλουν σε εφαρμογή το τολμηρό σχέδιό της. Ως πού θα καταφέρει να τον παρασύρει; Διαδοχικές αποκαλύψεις που έρχονται στο φως μοιάζουν να κατευθύνουν την εξέλιξη της ιστορίας.

Ως προς τα πρόσωπα της αστυνομικής πλοκής στο μυθιστόρημα υπάρχει βεβαίως, ένας αστυνομικός που διερευνά την υπόθεση, μονάχα που δεν έχει σημαντικό ρόλο στην αφήγηση και την εξέλιξη. Επίσης μικρή συμμετοχή στην πλοκή έχουν και οι λίγο περίεργοι γείτονες, το ζεύγος Μαγκλάρα, που μπορούν να εμφανιστούν στην πιο ακατάλληλη στιγμή για να ζητήσουν κάτι, απειλώντας να ανατρέψουν την τελευταία στιγμή ένα καλοστημένο σχέδιο. Οι πρωταγωνιστές της πλοκής και κεντρικοί ήρωες της υπόθεσης, όμως, είναι οι ίδιοι οι θύτες και τα θύματα, έτσι καθώς εμπλέκονται μεταξύ τους σε έναν τελείως προσωπικό παιχνίδι, σε ένα γαϊτανάκι έρωτα και θανάτου, όπου κανείς άλλος δεν χωρά, κανείς δεν μπορεί να διεισδύσει και κανείς δεν μπορεί να φανταστεί.

Ο κεντρικός ήρωας βέβαια παραμένει ο Αργύρης που ενώ μοιάζει να αναζητά διαρκώς  τον έρωτα, καταλήγει να διαχειρίζεται με μια χειρουργική ψυχραιμία τα όσα απρόοπτα του συμβαίνουν.

Και πίσω από όλα αυτά, πίσω από τις κουρτίνες της μυθοπλαστικής δράσης, όταν ανοίγουν για λίγο διακριτικά ξεπροβάλλει μια πόλη. Είναι η Αθήνα με το δικό της στίγμα, τις περίεργες ιστορίες της νύχτας, τις συμμορίες, τα ξεκαθαρίσματα λογαριασμών, το μαύρο χρήμα, τους θαμώνες των μπαρ. Παρουσιάζεται αληθινή, χωρίς ίχνος εξωραϊσμού, μια πόλη με προβλήματα. Αθόρυβη μα διαρκώς αναγνωρίσιμη στο σκηνικό της ιστορίας, δηλώνει την παρουσία της με περιστατικά δυσάρεστα και πρόσωπα γνωστά.

Αυτό που γοητεύει όμως σίγουρα το συγγραφέα, είναι ο έρωτας και το πάθος που λειτουργούν πλήρως αποσυντονιστικά, καθώς έχουν τα δικά τους απαιτητά αιτήματα που κανείς δεν ξέρει ως πού μπορούν να φτάσουν, σαν μια δύναμη ορμητική που μπορεί να υπερβεί όρια και κανόνες. Κι όταν το σχέδιο του φόνου  είναι προδιαγεγραμμένο, τότε όλα μοιάζουν με δρόμο χωρίς επιστροφή.

Το μυθιστόρημα διαβάζεται απνευστί, έχει γρήγορη δράση και εξελίξεις που αλλάζουν κατευθύνσεις. Χωρίς βία, χωρίς ενοχλητικά αιμοσταγείς σκηνές ή εικόνες φρίκης, ο συγγραφέας επιχειρεί και επιτυγχάνει μια πιο ρεαλιστική σύνδεση των κινήτρων του δράστη με ωφελιμιστικούς ή ερωτικούς στόχους και όχι ψυχιατρικής φύσεως αίτια. Δεν γίνεται καμία προσπάθεια να ανέβει αίφνης η αδρεναλίνη του αναγνώστη. Η ανάγνωση δημιουργεί μια διαρκή αίσθηση αναμονής, χωρίς ίχνη άγχους ή έντονης αγωνίας. Μάλλον κοινωνιολογική, ψυχολογική και φιλοσοφική είναι η σύνδεση που αναφύεται πίσω από το έγκλημα.

Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο που στο τέλος αναφέρονται δύο εμβληματικές  συγγραφικές θεωρήσεις περί εγκλήματος: oι απόψεις της Πατρίτσια  Χάισμιθ  περί απονομής δικαιοσύνης και του Ντοστογιέφσκι στο Έγκλημα και Τιμωρία για την ψυχολογία, την ηθική  και την εν γένει ιδεολογική αντιμετώπιση του φόνου από τον ίδιο το  δράστη. Οι απόψεις τους φαίνεται ότι ενδιαφέρουν ιδιαίτερα το συγγραφέα και τον βοηθούν να χτίσει  τη φιλοσοφική βάση της αστυνομικής του πλοκής για να υπηρετήσει με μαθηματική ακρίβεια το τέλειο έγκλημα.

«Ωστόσο λένε πως δεν υπάρχει τέλειο έγκλημα. Λένε επίσης πως κάθε έγκλημα συνοδεύεται από την τιμωρία του δράστη, που επέρχεται πάντα με κάποιον τρόπο , ώστε να αποδοθεί δικαιοσύνη». 

Η Πατρίσια Χάισμιθ όμως, αντιθέτως, υποστηρίζει: Βρίσκω το δημόσιο αίσθημα περί δικαιοσύνης αρκετά βαρετό και τεχνητό, γιατί ούτε η ζωή ούτε η φύση ενδιαφέρονται αν θα απονεμηθεί δικαιοσύνη ή όχι.

Τι θα συμβεί άραγε στον κήπο με τις φράουλες;

Υπάρχει τελικά τέλειο έγκλημα ή όχι;

Ήλια Λούτα

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου