Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2021

"Η επιστροφή του βαρόνου Βένκχαϊμ" του Λάσλο Κρασναχορκάι

 


Ο τίτλος του βιβλίου, ήδη από το ξεκίνημά του, προαναγγέλει μια επιστροφή που θα κινήσει μια σειρά από γεγονότα. Ολοκληρώνοντας την τετραλογία του ο συγγραφέας, αναφέρεται στην Ουγγαρία του σήμερα. Ωστόσο, η περιγραφή της χώρας του γίνεται με μιαν αέναη ρευστότητα, και πέρα από τις σαφείς υπαινικτικές ή καταγγελτικές αναφορές, τα όρια του συγκεκριμένου τόπου σταδιακά διευρύνονται, καθώς το τοπίο μοιάζει να γίνεται ολοένα και πιο πολύ απροσδιόριστο και απόκοσμο. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα σουρεαλιστικό, που με μια αφήγηση συχνά μακρόσυρτη αλλά έντονα ποιητική, μας εισάγει σε ένα άγνωστο, πρωτόφαντο δυστοπικό σύμπαν.

Το πρώτο κεφάλαιο λέγεται Προειδοποίηση, λειτουργεί τελείως αυτόνομα και τοποθετείται στην αρχή του βιβλίου, πριν καν από τους τίτλους δικαιωμάτων και πριν, φυσικά, ξεκινήσει η πλοκή. Με ένα μήλο περιστρεφόμενο στα χέρια του, ο ιμπρεσάριος θέτει τους όρους του στους μουσικούς πριν τη μία και μοναδική παράσταση. Εμπιστοσύνη και εξομολόγηση, μονάχα μονόδρομη όμως, αυτό είναι το πρώτο δεδομένο της σχέσης που καθορίζεται εκ προοιμίου, μια μορφή απόλυτης και αδιαπραγμάτευτης εξάρτησης, μια σαφής μορφή επιβολής εξουσίας. Με την πρώτη, σταθερή εξαγγελία τα περιθώρια διαφυγής είναι ήδη περιορισμένα και η πορεία μοιάζει προδιαγεγραμμένη.

Κι έπειτα ξεκινά η αφήγηση της ιστορίας με δύο βασικές κεντρικές φιγούρες που λειτουργούν ανεξάρτητα μεταξύ τους, εν παραλλήλω, με μόνο τους κοινό ότι ζουν στον ίδιο χρόνο, στην ίδια χώρα, την Ουγγαρία. Δύο διαφορετικοί μοναχικοί άνθρωποι που οι ζωές τους λειτουργούν αντιστικτικά, ο ένας παγκοσμίου φήμης μελετητής των βρύων, που μια μέρα ξαφνικά αποκηρύσσει την επιστημονική του γνώση και ο άλλος φιγούρα βγαλμένη από τον κόσμο του Ντοστογιέφσκι.

Πρώτα εμφανίζεται ο κύριος καθηγητής, ο διακεκριμένος επιστήμονας, με μια ψυχαναγκαστική συμπεριφορά, να βγάλει ή να μη βγάλει πάλι το φελιζόλ για να δει τι ακριβώς διαδραματίζεται γύρω του, καθώς έρχεται αντιμέτωπος με την κόρη του, που συνοδεία πολλών δημοσιογράφων κρατά πλακάτ «τώρα θα πληρώσεις». Το κλειστοφοβικό σύμπαν έχει οριστεί ήδη. Μια κόρη τρομακτική που διεκδικεί από τον πατέρα ποιος ξέρει τι και με έναν τρόπο ανεξήγητο τελείως. Κι αυτός, ένας άνθρωπος διεθνώς αναγνωρισμένος για τις μελέτες του, που έχει καταλήξει μόνος σε μια καλύβα, προσηλωμένος στις εσωτερικές του σκέψεις, έρχεται αντιμέτωπoς με μια ακατανόητη κατάσταση. Τι ακριβώς διαδραματίζεται στα λεγόμενα Βάτα ανάμεσα στον καθηγητή και την κόρη του, σε έναν τόπο αφημένο στην τύχη του, αδιάφορο και μοναχικό, σε ένα χέρσο κομμάτι γης βαλτώδες; Πόσα περιθώρια υπάρχουν για να δραπετεύσει κάποιος που απειλείται σε πολύ συγκεκριμένες συνθήκες και μάλιστα από την ίδια του την κόρη; Τι συμβαίνει όταν ο εσωτερικός φόβος γιγαντώνεται σε σχέση με τον υπαρκτό, διαρκώς εντεινόμενο εξωτερικό κίνδυνο; Ο κύριος καθηγητής μένει εκεί περιμένοντας, και αρχικά η αίσθηση της απειλής για τιμωρία και όχι η ίδια η τιμωρία, μονάχα η απειλή, είναι αυτή που γιγαντώνεται στο μυαλό του τροφοδοτώντας λαβυρινθώδεις δρόμους παραληρήματος. Στη συνέχεια όμως θα εμπνευστεί καταιγιστικούς τρόπους αντίδρασης για να αντιμετωπίσει την αθλιότητα που απλώνει δίχτυα εναντίον του.

Την ίδια στιγμή οι αυτοαποκαλούμενες τοπικές δυνάμεις μιας χώρας διαβρωμένης και σαθρής αναλαμβάνουν δράση μέσα στο χάος ως φορείς μιας ιδεολογίας καθαρότητας. Κι ενώ ο κύριος καθηγητής προσπαθεί απεγνωσμένα να αντιδράσει να αντισταθεί στην απειλή που τον περιβάλλει, πυροβολώντας ένθεν κακείθεν, φτάνει το νέο ότι επιστρέφει στη γενέτειρά του ο βαρόνος Μπέλα Βένκχαϊμ.

Και με μια γραφή που μαγεύει, εμφανίζεται ο βαρόνος στο αεροδρόμιο του Σβέχτατ μπροστά στο βαρονικό κλάδο που έφερνε το όνομά του -στους συγγενείς οι οποίοι αποφασίζουν να υποστηρίξουν αυτόν τον «ηλίθιο» για να διατηρήσουν τη φήμη του ονόματός τους- ένας εντυπωσιακά ψηλός ασπρομάλλης με κίτρινο πουκάμισο και κίτρινο παντελόνι και με ένα πλατύγυρο καπέλο, τελείως χαμένος και συνεσταλμένος, ερχόμενος από την Αργεντινή, αφού έχει καταφέρει να δραπετεύσει, διαφεύγοντας του κινδύνου να φυλακιστεί λόγω των υπέρογκων χρεών του στο καζίνο. Κι έπειτα κατευθύνεται προς την πατρίδα του, με το τρένο, κοιτώντας έξω από το παράθυρο, και καθώς ατενίζει την ουγγρική γη, τα οργώματα, τα αγροκτήματα, τους λαγούς και τα ελαφάκια ξανάρχονται  στην επιφάνεια οι θαμπές μνήμες της ζωής του.

Στο μεταξύ διαχέεται και η φήμη του, παραλλαγμένη από τον Τύπο και από στόμα σε στόμα, και από χρεωκοπημένος αριστοκράτης φτάνει να θεωρείται ένας πάμπλουτος ευεργέτης που έχει σκοπό να κάνει μια μεγάλη δωρεά στον τόπο του.

Η παρουσίαση της εικόνας του θυμίζει τον πρίγκιπα Μίσκιν στον Ηλίθιο του Ντοστογιέφσκι. Μια προσωπικότητα απόμακρη και ευγενική, με μια αφέλεια και μια αθωότητα που τον κάνει να ερμηνεύει τελείως διαφορετικά την πραγματικότητα γύρω του, χωρίς να πατά ποτέ στέρεα σε τούτη τη γη. Εξάλλου και στο Η μελαγχολία της αντίστασης, ο Λάσλο Κρασναχορκάι είχε πλάσει έναν ήρωα με παρόμοια χαρακτηριστικά, που λειτουργούσε ως το αρνητικό του φιλμ του κόσμου τούτου, ουσιαστικά ως ένα αντεστραμμένο είδωλο του αποδεκτού. Πάνω σε αυτή τη διαφορετικότητα, στήνει τώρα το παιχνίδι της παρερμηνείας, της φημολογίας, της αποδοχής και της απόρριψης. 

Ο βαρόνος έρχεται να συναντήσει την παλιά αγαπημένη του, που της στέλνει διαρκώς γράμματα. Οι συναρτήσεις της ψυχής του τον κατευθύνουν απαρέγκλιτα στον παλιό έρωτα «… πιστέψτε ότι μία και μοναδική ικανότητά μου παρέμεινε άθραυστη και αυτή είναι ο πόνος, με τον οποίο αναπολώ την πόλη μου και μέσα της Εσάς, Μάριετα, τώρα που πέρασα τα εξήντα πέντε χρόνια ζωής, ίσως μου επιτρέπεται να ομολογήσω ότι τη δική μου ζωή αυτά τα δύο πράγματα την κράτησαν στον αφρό, ότι δηλαδή ήξερα μια πόλη και ότι μέσα της γνώριζα Εσάς, και δεν επιθυμώ να σας κρύψω πως αυτό δεν σημαίνει τίποτε άλλο απ΄ το ότι δεν αγαπούσα τίποτα περισσότερο σ΄ αυτή τη ζωή από τούτη την πόλη και μέσα της Εσάς, και το γνωρίζετε, δεν αποκαλύπτω δα και κανένα μεγάλο μυστικό λέγοντάς το…».

Αναζητά την όμορφη κοπέλα που της μιλούσε κάποτε για τον Τουργκένιεφ, που χρόνια ολόκληρα άναβε φωτιά στην ψυχή του, όμως είναι μονάχα μια ηλικιωμένη κυρία δίχως ίχνη εκείνης της παλιάς σπίθας και αυτό τον δυσκολεύει πολύ στην αντίληψη της νέας πραγματικότητας. Η επαφή του με το παρόν είναι ασύμβατη, καθώς αυτό που έχει στο μυαλό του έχει χαθεί για πάντα. Η επιστροφή του τον φέρνει πάλι σε μια πόλη που μοιάζει σε πολλά εξωτερικά στοιχεία με το παρελθόν, αλλά παντού είναι αλλιώτικη και παραδομένη στη φθορά. Αδυνατώντας να κατανοήσει τις αλλαγές που συμβαίνουν γύρω του, την εγκατάλειψη και τη διαβρωτική επήρεια που απλώνεται στα κτίρια, στη φύση και στις ζωές των ανθρώπων, πορεύεται σε ένα δρόμο μοναχικό, χωρίς να κατανοεί και χωρίς να γίνεται ο ίδιος κατανοητός. Αυτό που γυρεύει δεν υπάρχει πια, και ό,τι νιώθει πως αγαπά είναι μονάχα μια σκιά.

Και ο κόσμος γύρω του μοιάζει να βρίσκεται σε ένα ατελεύτητο παραλήρημα, σε μι σαρωτική ηθική παρακμή, σε μια διαρκή αίσθηση χάους. Δημαγωγοί και πολιτικάντηδες μοιάζουν να κατευθύνουν τον άβουλο όχλο, ενώ κάποιοι προσπαθούν να τον προσεγγίσουν  για να επωφεληθούν όσο μπορούν περισσότερο από τα φημολογούμενα πλούτη του. Μέσα σε αυτή τη δίνη, παρασυρμένοι όλοι από την έλλειψη προσανατολισμού και από την ψευδή αίσθηση της ελπίδας που  γεννά μια σκηνοθετημένη φήμη, προσηλωμένοι υπνωτιστικά σε μια απατηλή εικόνα, αναλώνονται στην οργάνωση μιας φιέστας υποδοχής που καταλήγει σε πλήρες φιάσκο. Εδώ, στο σκηνικό της υποδοχής που στήνεται υπάρχει διακριτή η επίδραση του Γκόγκολ, με τις αλλεπάλληλες προετοιμασίες και ματαιώσεις που εμφανίζονται στον Επιθεωρητή. Και τα σημάδια σε αυτόν τον τόπο εξακολουθούν να είναι δυσοίωνα.

Με ένα λόγο μακροσκελή, διαρκώς υπαινικτικό, που κινείται ή επηρεάζεται από τα σκοτάδια της παρακμής, ο συγγραφέας ουσιαστικά χτυπά την έλλειψη ή τη διαστρέβλωση των ιδεολογιών. Η έννοια της καθαρότητας, της απομάκρυνσης των σκουπιδιών, γνωστή ήδη από τη Μελαγχολία της αντίστασης επανέρχεται και εδώ με διαφορετικό τρόπο, με τις συμμορίες με τις μηχανές που δρουν ανενόχλητοι υπερασπιζόμενοι την κάθαρση της χώρας από τα υποτιθέμενα κακοποιά στοιχεία, σε ένα παιχνίδι κυνηγητού όπου παραποιούνται τα όρια του καλού και του κακού.

Και, εντέλει, ολοκληρώνεται το χρονικό του προαναγγελθέντος θανάτου μιας πόλης ασθμαίνουσας και υπνωτισμένης, διαβρωμένης από τη φθορά και τη διαφθορά που η ίδια αποδέχτηκε και καθιέρωσε ως πρωταρχική δύναμη της ζωής.

Η αλληγορία που τόσο στέρεα χτίζει ο συγγραφέας κινείται στα πολιτικά και σύγχρονα ατοπήματα αλλά ταυτόχρονα και στις εσωτερικές συνειδησιακές διεργασίες  που γεννά ο φόβος, η νοσταλγία, η αναμέτρησή μας με τον ίδιο μας τον εαυτό, η ασύμβατη συμπόρευσή μας με το εδώ και το τώρα. Και παρόλο που ο συγγραφέας κάνει ουσιαστικά focus στην Ουγγαρία, ο ορίζοντας της δυστοπίας μοιάζει να μας αφορά όλους. Στην πραγματικότητα ξεπροβάλλει ένας κόσμος ανερμάτιστος, ενώ αναδύεται ακραιφνές το υπαρξιακό βάρος της ανθρώπινης υπόστασης.

Ήλια Λούτα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου