Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2021

"Σακραμέντο και Λοντάι": Αφηγήσεις Ελλήνων μεταναστών από τις αρχές του 20ού αιώνα


"Σακραμέντο και Λοντάι, ο Θεός να σε φυλάει/ Σακραμέντο και Βαλέο, τι έχω πάθει δεν το λέω"
, ιστορεί ένα παλιό ρεμπέτικο με τον τίτλο "Γουέστ", ηχογραφημένο στις αρχές του 20ού αιώνα στην Αμερική. Τα τραγούδι περιγράφει τις περιπέτειες των Ελλήνων στην μακρινή ήπειρο όπου έψαχναν την τύχη τους. Το Σακραμέντο είναι η γνωστή πόλη της Καλιφόρνιας, ενώ το Λοντάι (Lodi) και το Βαλέο (Vallejo) είναι άλλες μικρότερες πολιτείες της περιοχής. Ένας από τους Έλληνες μετανάστες των αρχών του αιώνα ήταν ο Κωνσταντίνος Σπηλιόπουλος, που έφτασε στην Αμερική και περιπλανήθηκε σε μια σειρά από πολιτείες τις οποίες περιγράφει στην αυτοβιογραφία του. Ξεκίνησε από την Νέα Υόρκη και κατόπιν βρέθηκε στο Σικάγο όπου "ο χειμών ήτο πολύ δριμύς και επί βδομάδες ολόκληρες έριχνε χιόνια ημέρα – νύχτα και ο μεγάλος και δυνατός αέρας εκρουστάλιαζε τη γη".

Μετά το Σικάγο, ο Σπηλιόπουλος πήγε στο Κεντάκι για να εργαστεί στην επισκευή του σιδηρόδρομου, ενός έργου που άλλαζε την φύση αυτής της τεράστιας χώρας. Εκεί ο εργοδότης "μας έριξε μέσα εις ένα βαλτώδες μέρος, όπου περνάει το μεγαλύτερο ποτάμι της Αμερικής ο Μισσισίπης, ο οποίος είχε κατεβάσει και τα νερά του εσκέπασαν και κατέστρεψαν την σιδηροδρομική γραμμήν". Στην συνέχεια, ο ανήσυχος Σπηλιόπουλος, συνεχίζοντας την οδύσσειά του, θα βρεθεί στην πολιτεία του Κολοράντο: "Εκεί ήταν μια ερημιά απέραντος. Τριγύρω ήσαν ψηλά βουνά, απέραντα δάση κατάλευκα γεμάτα χιόνι. Εις το πλατύ του ρέμα ήτο ένα ξεροπόταμο απ’ όπου επέρναγε η σιδηροδρομική γραμμή …μέσα από ένα βαθύ ρέμμα, όπου ήταν ο ποταμός Κολοράντο. Ήταν πολύ επικίνδυνο μέρος. Από το Τουρέγκω έως το Ματρόζε 100 μίλια απόσταση, Δεν υπήρχε δρόμος. Εμείς επερπάταγαμε σαν τα κατσίκια στα μονοπάτια... Έπεφταν εκείνα τα θεόρατα βράχια κάτω εις το ρέμα και εχαλούσαν την γραμμήν. Σε πολλά μέρη , το ποτάμι έπαιρνε την γραμμήν και τότε εμείς ανεβαίναμε επάνω εις του γκρεμούς και εσπάζαμε εκείνα τα θεόρατα βράχια με δυναμίτες και τα εκατρακυλούσαμε κάτω εις το ποτάμι και εβουλώναμε τα νερά και τότε επηγάιναμε και διορθώναμε τη γραμμή. Αυτή ήταν η βαριά δουλειά μας".

Ο Σπηλιόπουλος θα περιπλανηθεί στην έρημο της Νεβάδα, όπου "όθεν και αν εκοιτούσες έβλεπες έναν απέραντο κάμπον, άσπρον ωσάν το χορίδιν (ασβέστην). Δένδρον, χορτάρι χαμόκλαδον, πέτρα, χώμα, υγρασία ή ξερό ξυλαράκι δεν έβλεπες πουθενά. Δεν είχα ιδή εις την ζωήν μου τοιαύτην ξεραΐλα και ερημιά". Τελικά,  ο Σπηλιόπουλος, ακούγοντας κάποιες διηγήσεις συμπατριωτών του, θα πορευτεί προς την Καλιφόρνια, μια περιοχή που ταίριαζε στους Έλληνες λόγω της ομοιότητας του κλίματος με το ελληνικό: "Τις ημέρες εκείνες είχα γνωριστεί με κάποιον ονομαζόμενον Δημήτριον Μακρήν. Κατήγετο από την Σπάρτη ήταν και αυτός τυχοδιώκτης σαν εμένα. Είχε ταξιδέψει με φορτηγά( τραίνα) ολόκληρη την Αμερική και μου έλεγε ότι στο άκρον της Αμερικής, είναι μια πολιτεία που είναι Παράδεισος του Κόσμου. Εκεί χειμώνας δεν υπάρχει, ούτε χιόνια πέφτουν όπως εδώ. Χειμώνα- καλοκαίρι είναι το ίδιο και ο κόσμος ζει καλύτερα και διαφορετικότερα από εδώ. Επί πολλές μέρες μου μιλούσε για την Καλιφόρνια…"

Πολλοί Έλληνες μετανάστες, παρά την σκληρή εργασία τους, δεν κατάφεραν ποτέ να αποκτήσουν περιουσία, επειδή ξόδεψαν όλα τα χρήματά τους σε τυχερά παιχνίδια, όπως λέει το ίδιο ρεμπέτικο: "Στο Σολέκι και στο Μπιούτι, μου τη σκάσαν στο μπαρμπούτι", το Σολέκι είναι βέβαια το Σολτ Λέικ Σίτι, η πρωτεύουσα της Γιούτα, και το Μπιούτι (Butte) μια πόλη της Μοντάνα - ως γνωστόν οι Έλληνες άλλαζαν τα ονόματα προσαρμόζοντάς τα στο δικό τους ιδίωμα. Ο Σπηλιόπουλος δεν ήταν δυνατόν να μην επηρεαστεί από την συνήθεια της χαρτοπαιξίας, ο πειρασμός ήταν πολύ δυνατός: "Είχαν περάσει τα μεσάνυχτα που ήμουν μέσα εις ένα χαρτοπαίγνιον και είχαν προσηλωθεί τα μάτια μου απάνω εις ένα τραπέζι όπου ήτο σωρεμένο το χρυσίο του κόσμου. Χιλιάδες χιλιάδων χρυσές εικοσόλιρες, δεκόλιρες και πεντόλιρες έλαμπαν μπροστά εις τους παίχτας. Τα τραπουλόχαρτα επηγαινοέρχοντο από χέρι εις χέρι. Δεν είχα ιδή ποτές μου τόσο χρυσάφι. Μου εφαινόταν ότι ονειρευόμουν".

«Μέσ’ στη Νέα Υόρκη μπήκα, όλο τζογαδόρους βρήκα», συνεχίζει το ρεμπέτικο, όμως η Νέα Υόρκη, το Πίτσμπουργκ, η Ουάσιγκτον, η Βαλτιμόρη δεν είχαν μόνο τζογαδόρους, αλλά και σκληρά εργαζόμενους που πρόσθεσαν τον ιδρώτα και το αίμα τους στην δημιουργία της αμερικανικής αυτοκρατορίας. Έναν τέτοιο ανώνυμο Έλληνα ανακάλυψε η Έλλη Παπαδημητρίου, στην οποία διηγήθηκε την περιπέτειά του: "Έφθασα και στο άγαλμα της Ελευθερίας, Νέα Υόρκη, όπου με περίλαβε μια γυναίκα , με συνόδεψε εις το σταθμό της Πενσυλβάνιας, με έβαλαν εις το τρένο, μου έδωσε εις το χέρι μια γεμάτη χαρτοσακούλα με φρούτα, τυρί και ψωμί και έναν αριθμό εις το σακάκι μου. Όταν έφθασα εις το Πίτσιμπουργκ ύστερα από δεκαοχτώ ή είκοσι ώρες, μέσα εις τον σταθμό με περίλαβε πάλι μια γυναίκα, μου εζήτησε τη διεύθυνση και μου λέγει με το νόημα: «Κάθισε εδώ μέχρι να γυρίσω»…"

Αφού δούλεψε αρκετά χρόνια στα εργοστάσια ο Έλληνας μετανάστης, καθώς η μεγάλη οικονομική κρίση απλώνονταν σε όλη την Αμερική, φεύγει για την Ουάσιγκτον, όπου οι συνθήκες ήταν βίαιες: "Απεφάσισα και πήγα, της νύχτας μαγειρείο με 7 μέρες 12 ώρες. Το μαγαζί ήτονε χωρισμένο σε δύο. Το μισό για τους άσπρους και το άλλο μισό για τους μαύρους. Εγώ λοιπόν είχα αναλάβει τους μαύρους και την κουζίνα. Μια μέρα λέγω μιανού: « Εδώ, κινδυνεύει η ζωή τ’ ανθρώπου». Τρέχει όξω, μου φέρνει μια κουμπούρα. «Να», μου λέγει, «άμα δεις τίποτα, φωτιά. Μόνο τα μαχαίρα σου να φυλάς καλά να μην αρπάξει κανένα κανείς μαύρος και σε κτυπήσει».

Εμένα δεν μου άρεσαν αυτά όλα. Αλλά ας κάνω υπομονή. Ένα βράδυ κατά τις 12 τα μεσάνυχτα, κατά το νόμο, έπρεπε να σταματήσει το σερβίρισμα της μπύρας. Τέλος άξαφνα ακούω φωνές, κτύπους, φασαρία. Βγαίνω έξω βλέπω τον πατριώτη μου να τον έχουνε στριμώξει σ’ ένα τραπέζι κι ένας ήταν έτοιμος να του δώσει με μια μπουκάλα της μπύρας στο κεφάλι. Τότε όρμησα σαν τρελός, τι έκανα δεν ήξερα, όπου σε λίγο ήλθε η αστυνομία. Εξήτασε την υπόθεση. Εγώ εγύρισα στην κουζίνα. Μερικοί και μερικές που μ’ εγνωρίζανε την άλλη μέρα μου λέγανε: «Γεια σου Λόντο». Εγώ δεν ήξερα γιατί μου το λένε. Έχασα λοιπόν την υπομονή μου και τους ρωτώ: «Μα δε μου λέτε σας παρακαλώ, γιατί αυτό το κομπλιμέντο και με φωνάζετε Λόντο;». Και τότε μου εξήγησαν για τη φασαρία που είχε γίνει και που γλίτωσε ο πατριώτης. Τότε έφυγα αμέσως από τη δουλειά, κι έρχομαι στη Βαλτιμόρη, όπου με είχε ζητήσει ένας άλλος μου πατριώτης και έπιασα σερβιτόρος τη νύχτα…".


Παρ’ όλες τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν, οι Έλληνες κατάφεραν να ριζώσουν κι αυτή η γενιά της μαζικής μετανάστευσης συνετέλεσε στην δημιουργία των μνημείων που μπορεί να θαυμάσει κανείς σήμερα στην μεγαλύτερη μητρόπολη του κόσμου όμως η πορεία τους δεν ήταν σε κανένα σημείο εύκολη όπως μαρτυρεί ο ίδιος μετανάστης: "Όπου μια μέρα μου λέγει ένας: «Να σηκωθείς το πρωί να έλθεις μαζί μου». Με σύστησε εις τους προϊσταμένους, με έδωσαν δουλειά με μια δεκάρα την ώρα. Το εργοστάσιο ονομαζόντανε «Αμέρικαν Μπρίτζη Κόμπανι» το ονομάζανε και «σφαγείο» κι εργάστηκα εκεί, είδα φόβους, είδα τρόμους, σκοτωμούς, χέρια, ποδάρια, δάκτυλα αλλά δεν άργησα να συνηθίσω.

Ήτανε μεγάλο εργοστάσιο, την εποχή εκείνη ως 3000 οι εργάτες.. .Είχε πολλά διαμερίσματα ; μασίν σοπ, φάουντρι σοπ, κάρπαντερ και άλλα. Περνούσες γέφυρα πάνω απ’ το τρένο της Πενσυλβάνια για να μπεις, στη μέση της γέφυρας σου ζητούνε το διακριτικό, το μπατζ και αριθμό της κάρτας σου. Εγώ εξαρχής ήμουνα στο Μέιν, το μεγάλο Σοπ, κάνανε κομμάτια κομμάτια γεφύρια, τα μεγαλύτερα σίδερα και βάρη 30- 40 τόνοι, όλα τα κομμάτια του Εμπάιρ Στετ εκεί γίνανε.

Στην αρχή εγώ έψηνα τα καρφιά, μετρούσαμε τα μεγέθη με το μέτρο, μετρούσαμε και την ποσότητα, καρφώναμε 1000- 1500 τη μέρα με υδραυλική δύναμη. Έβαζε το σίδερο στη μέση δίχαλο υπήρχε γερανός πάνω σε ράγες, τον μετακουνούσε ηλεκτρικό ρεύμα, το σίδερο τρυπημένο στα μέτρα του καρφιού , απ’ την άλλη άνθρωπος βαστούσε βίδα, περνούσε το κεφάλι του καρφιού και πατούσε. Δούλεψα 9 χρόνια, έφτασα ως την υδραυλική πίεση, 10 σέντσια την ώρα, ύστερα 12, ύστερα 15…

Υπήρχανε και τρομοκράτες πληρωμένοι των μποσάδων. Αν παίρνανε είδηση πως ανήκεις σε γιούνιον με ιδεολογία σε βγάζανε, ειδοποιούσανε κι αλλού πως τ’ όνομα τούτο, το νούμερο τούτο έχει την «ιδεολογία», είναι γιουνισμάνης, να μη σε παίρνουνε στη δουλειά πουθενά…

Αυτές τις νέες κόλασες που βλέπετε σήμερα και θαυμάζετε το Εμπάερ στετ Μπίλδιν, το υψηλότερο κτίριο του κόσμου,το Πάναμα Κανάλ, το Τζιώρτζ Ουάσιγκτον, η μεγαλύτερη γέφυρα και πολλά άλλα κτίρια, όλα τα μεγαλύτερα βάρητα που έβγαζε το «Αμέρικαν Μπρίτζη Κόμπανι», σε όλα έχω φτύσει αίμα και πολλοί χάσανε τη ζωή τους, άλλοι τα χέρια τους , άλλοι τα ποδάρια τους, άλλοι τα μάτια τους. Τόσα πολλά, που δεν μπορώ να τα γράψω λεπτομερώς. Λυπάμαι όπου η νέα γενεά θαυμάζει και νομίζει ότι όλα αυτά τα έργα εφύτρωσαν σαν βασιλικοί…


Απόστολος Σπυράκης



Πηγές:
1. «Ο Κωνσταντής Σπηλιόπουλος ένας αξιόλογος μετανάστης εκ Δάφνης Καλαβρύτων στην Αμερική το 1904», Θεσσαλονίκη 1999.
2. Έλλη Παπαδημητρίου «Κοινός Λόγος» - τόμος Γ, Ερμής 2003.
3. http://www.passagetoellis.gr/History.aspx
4. https://www.vmrebetiko.gr/item/?id=4159

 

Τετάρτη, 27 Ιανουαρίου 2021

Τρία ποιήματα της Αμερικανίδας ποιήτριας Laura Kasischke

Η Αμερικανίδα ποιήτρια Λόρα Καζίσκι (Laura Kasischke, 1961- ) έχει λάβει πολλές διακρίσεις για την ποίησή της, την οποία χαρακτηρίζει η ευφυής και έντιμη απεικόνιση της καθημερινής οικογενειακής ζωής. Η Καζίσκι χρησιμοποιεί εξαιρετική εικονοποιΐα και ηχοποιΐα, καθώς και έντονα αφηγηματικά στοιχεία. Για τα τελευταία, ενδεχομένως ευθύνεται η επιτυχής ενασχόλησή της με τον πεζό λόγο. Σημειώνεται ενδεικτικά ότι δύο μυθιστορήματά της έχουν γίνει ταινίες: το The Life Before her Eyes το 2007 (ελληνικός τίτλος: Μπροστά στα μάτια της) και το White Bird in a Blizzard το 2014 (ελληνικός τίτλος: Η θύελλα μέσα της). Δεν είναι ίσως παράξενο που τα μυθιστορήματά της περιέχουν έντονο το ποιητικό στοιχείο.

A Doll’s House

A little plastic bed, and at
the foot of it, a plastic cat.
The dresser with its seven drawers
that do not open up, of course.
The hollow stove, all square and pink.
The master bathroom’s unplumbed sink.
In this, a debt the wife must pay.

A child she drove to school today.
A teapot. Sieve. A tiny broom.
A husband in a basement room.
This is the little dream they have –
this future they believe they have.
Wilfully blind, they eat and fuck.
To wake and sleep, it is enough.
And always there’s this untouched cake.
The TV’s blank. The phone is fake.
The thing you never dared to fear
will never make its way in here.
So mostly you can just go on
moving your furniture around
while relishing your privacy
and privilege, while on her knees
some little girl considers these
bitter matters of family.

The thing you never dared to fear.
But always there, and always here.
The thing outside that’s looking in –
has always been, has always been.
(But since a face fills her house, too –

if it spares her, she might spare you.)


Kουκλόσπιτο

Ένα μικρό κρεβάτι πλαστικό και, στα πόδια,
μια γάτα πλαστική ολόιδια.
Η κομότα με τα συρτάρια της τα επτά
που ασφαλώς είναι πάντοτε κλειστά.
Ο άδειος φούρνος, τετράγωνος και κουφετί.
Ο νιπτήρας στην κρεβατοκάμαρα, ένα απλό κουτί.
Και η σύζυγος που να πληρώσει έχει μια οφειλή.

Το παιδί το πήγε σχολείο σήμερα με τ’ αμάξι η καλή.
Μια τσαγιέρα. Σούρωμα. Μια μικρούλα σκούπα.
Ο σύζυγος σε ένα υπόγειο δωμάτιο σαν κούπα.
Αυτό είναι το μικρό όνειρο που έχουν –
το μέλλον που πιστεύουνε πως έχουν.
Εκόντες τυφλοί, τρώνε και πηδιούνται.
Τους αρκεί να ξυπνούν και πάλι να κοιμούνται.
Και πάντοτε είναι εκεί το ανέγγιχτο γλυκό.
Η τηλεόραση σβηστή. Το τηλέφωνο βουβό.
Εκείνο που δεν τόλμησες ποτέ να φοβηθείς
δεν θα σε κάνει ποτέ να ηττηθείς.
Έτσι κατά βάση μπορείς απλά να συνεχίζεις
τα έπιπλα στο δωμάτιο γύρω-γύρω να γυρίζεις
ενώ απολαμβάνεις την ηρεμία
και τα προνόμιά σου, ενώ στα γόνατα πεσμένο
κάποιο μικρό κορίτσι σκέφτεται θλιμμένο
τέτοια πικρά ζητήματα οικογενειακά.

Εκείνο που δεν τόλμησες ποτέ να φοβηθείς.
Μα είναι πάντοτε εκεί για να το δεις.
Εκείνο που είναι έξω μα μέσα κοιτά –
ήταν από πάντα, ήταν πάντα εκεί μπροστά.
(Μα καθώς υπάρχει κάποιο πρόσωπο το δωμάτιό της να γεμίσει,

αν τη λυπηθεί, ίσως δεν σε λυπήσει).


*

Drachma

I’m not interested in a single
thing in this museum case.
Not that coin, filthy, ancient.
Not that little marble phallus.
Not this tiny Isis, or this
Byzantine slave bracelet, or that blue-
green shard of Roman glass.

What I want is that
lost shoebox full of faded snapshots back.

But I moved too many times
when I was young.
Couldn’t settle.
Didn’t care.
A friend’s garage.
My ex’s basement.
A rented storage shed.

And now my grandfather is still there, waiting
in a worn-out chair, half-
awake, a book
closed in his lap. He
held strange beliefs
and drank too much.
Collected things.
He made a lot of noise
the day he died.
I was a child, not in the room
Itself, but also not outside.

Years later
my mother would admit
it might have been wrong to leave a kid
in front of a television
set for seven hours, listening
to that. But I

was sloppy drunk
when she said this,
and she was dying, too, by then, and if

Ι hadn’t been so careless
for so long
with my possessions, I could show you now
a photo of his face.

Instead, it’s in some box I left someplace.

Some Greek soldier’s drachma, wasted.
Some Roman housewife’s broken vase.


Δραχμή

Δεν με ενδιαφέρει τίποτα
σ’ αυτή τη μουσειακή προθήκη.
Όχι εκείνο το νόμισμα, βρώμικο, αρχαίο.
Όχι τούτος ο μικρός μαρμάρινος φαλλός.
Ούτε τούτη η μικροσκοπική Ίσιδα, ή τούτο
το βραχιόλι βυζαντινού σκλάβου, ή αυτό το μπλε-
πράσινο θραύσμα ρωμαϊκού γυαλιού.

Αυτό που θέλω είναι εκείνο
το χαμένο κουτί από παπούτσια γεμάτο ξεθωριασμένες φωτογραφίες.

Μα μετακόμισα πολλές φορές
όταν ήμουν νέα.
Δεν μπορούσα να ριζώσω.
Δεν μ’ ένοιαζε.
Το γκαράζ κάποιου φίλου.
Το υπόγειο του πρώην.
Μια νοικιασμένη αποθήκη.

Και τώρα ο παππούς μου είναι ακόμη εκεί, περιμένει
σε μια φαγωμένη καρέκλα, μισο-
ξυπνητός, ένα βιβλίο
κλειστό στην ποδιά του. Είχε
παράξενες πεποιθήσεις
και έπινε υπερβολικά.
Έκανε πολύ θόρυβο
τη μέρα που πέθανε.
Ήμουν παιδί, όχι στο ίδιο
δωμάτιο μαζί του, αλλά ούτε κι έξω.

Χρόνια αργότερα
η μάνα μου θα παραδεχόταν
ότι ίσως ήταν λάθος να αφήσεις ένα παιδί
μπροστά από μια τηλεόραση
επί επτά ώρες, να ακούει εκείνο
τον θόρυβο. Μα εγώ

ήμουν πιωμένη
όταν το είπε,
κι εξ άλλου πέθαινε κι εκείνη τότε και αν

δεν ήμουν τόσο απρόσεκτη
για τόσο πολύ καιρό
με τα υπάρχοντά μου, θα μπορούσα τώρα να σου δείξω
μια φωτογραφία του προσώπου του.

Αντ’ αυτού, βρίσκεται σε ένα κουτί που άφησα κάπου.

Η δραχμή κάπου Έλληνα στρατιώτη, χαμένη.
Το βάζο κάποιας Ρωμαίας νοικοκυράς.

* Τα δύο αυτά ποιήματα δημοσιεύθηκαν στο The Yale Review, Spring 2020, vol. 108, No.1.


*

Ο ωτακουστής ή Τι νόμιζα πως άκουσα τη μητέρα μου να λέει στο τηλέφωνο, σε ένα άλλο δωμάτιο, τριάντα έξι χρόνια πριν

Το κρατώ πάντα κρυμμένο στο βάζο με την άρμη που μου έδωσες μην ανησυχείς, κανείς δεν με ακούει, ο άντρας μου είναι στο μπάνιο & η κόρη μου είναι στο δωμάτιό της και φορά στα αυτιά εκείνα τα ακουστικά με το σφουγγάρι

ναι, το κράτησα όλα αυτά τα χρόνια, και το κράτησα κρυμμένο, αλλά – πρέπει να σου πω κάτι:

κάτι πάνω του άλλαξε από την τελευταία φορά που μιλήσαμε το κέλυφος άνοιξε και –

ηρέμησε σε παρακαλώ θα σου πω περίμενα χρόνια να σου πω πώς; πώς μπορούσα να σε καλέσω; Δεν ήξερα πού ζεις: δεν ξέρω ούτε το όνομά σου!

σου το λέω λοιπόν τώρα: η κολλώδης ραφή που το κρατούσε κλειστό κάποια στιγμή άρχισε να διαλύεται δεν ξέρω προς τα Χριστούγεννα, νομίζω μα ήταν σταδιακό, απαλό όχι κάτι που φαίνεται εύκολα μέσα από το νερό, μέσα από το γυαλί οπότε ίσως να ξεκίνησε νωρίτερα από τότε, τότε όμως ήταν που το πρόσεξα –

(φυσικά και είναι ακόμη ζωντανό το ξέρω επειδή το ξέρω)

λοιπόν αφού το σφράγισμα άρχισε να χαλαρώνει, τα πράγματα άρχισαν να επιταχύνονται και μπορούσα να δω στο εσωτερικό κι αυτό που είδα ήταν μια γλώσσα όμως πολύ χλωμή η γλώσσα ήταν λευκή, στην πραγματικότητα, και λεπτή σαν φύλλο χαρτιού επίσης λεία χωρίς εξογκώματα ή αυλακιές δεν υπήρχε όμως αμφιβολία: ήταν μία γλώσσα

ζητώ συγνώμη χρησιμοποίησα μόνο παρατατικό έτσι ώστε να καταλάβεις καλύτερα πώς μου φάνηκε όταν όλο αυτό ήταν καινούριο και παράξενο να σου περιγράψω τι είδα τότε όχι επειδή άλλαξε γιατί δεν άλλαξε εκτός από το πόσο οικεία είναι

περνούσα μία ώρα μαζί της κάθε πρωί και αν ο καιρός είναι καλός, και όλοι έχουν ξαπλώσει, τη βγάζω έξω το βράδυ, ξαπλώνω στο γρασίδι, κρατάω το βάζο στο στήθος μου, και μαζί παρακολουθούμε τα μεταλλικά ανθοπέταλα να γυρίζουν το ένα γύρω από το άλλο σ’ εκείνη την επικίνδυνη ανάμνηση του παραδείσου ή του παρελθόντος σε παρακαλώ μην κλαις κανείς δεν φταίει και τίποτα δεν χάλασε, τίποτα δεν είναι λάθος δεν υπάρχει ενόχληση δεν φαίνεται να υπάρχει πόνος υπάρχει μόνο χρόνος, που αφήνει κάτι πιο χαλαρό και έχω κάνει τις προετοιμασίες θα πεθάνει όταν πεθάνω

όχι, δεν ακούει και αν ακούει ε, τότε η τιμωρία του ωτακουστή είναι δική της δεν μπορεί να την αποφύγει πέρασε όλη τη ζωή της κρατώντας την ανάσα της μόνο για να ακούσει τον ήχο που απορρόφησαν τα βρύα τα οποία έφραξαν τα αυτιά ενός μικρού θνησιγενούς γατιού όλη της τη ζωή ξανά και ξανά στο τραπέζι της κουζίνας να παίζει τις κασέτες μιας συζήτησης που κατέγραψε με ένα μικρόφωνο το οποίο έχωσε σε ένα φέρετρο τριάντα έξι χρόνια πριν μη βρίσκοντας κανένα νόημα σε κείνες και ψάχνοντας για το βάζο στο οποίο είναι σίγουρη ότι ακόμη επιπλέει η γλώσσα του φαντάσματος της μάνας της


* Το ποίημα δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Poetry τον Νοέμβριο του 2018. Διαβάστε το πρωτότυπο εδώ.



Μετάφραση: Χριστίνα Λιναρδάκη 



Σημ.: Πρώτη ηλεκτρονική δημοσίευση των μεταφράσεων στο περιοδικό Vakxikon.gr, τεύχος 47 (https://www.vakxikon.gr/kasishkepoems/).

Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2021

Το ποίημα της Δευτέρας: "Οι πατρίδες" του Δημήτρη Τρωαδίτη

 




Οι πατρίδες


Οι πατρίδες
ξεπουλημένα γραμμάτια
στην αγορά της υποκρισίας
σκυλιά που εξακοντίζουν άγος
στις παραληρούσες μάζες

οι πατρίδες
λίστες φοροφυγάδων
αμείλικτων πολιτικών
που αγορεύουν
σε ρημαγμένους δρόμους

οι πατρίδες
μοιάζουν με νύχτες
ξέχειλες από αγυρτείες
ανέξοδα μεθύσια
ανύπαρκτες ηδονές.


Δημήτρης Τρωαδίτης
από τη συλλογή του Με μια εμμονή στην κωλότσεπη


Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2021

"Η επιστροφή του βαρόνου Βένκχαϊμ" του Λάσλο Κρασναχορκάι

 


Ο τίτλος του βιβλίου, ήδη από το ξεκίνημά του, προαναγγέλει μια επιστροφή που θα κινήσει μια σειρά από γεγονότα. Ολοκληρώνοντας την τετραλογία του ο συγγραφέας, αναφέρεται στην Ουγγαρία του σήμερα. Ωστόσο, η περιγραφή της χώρας του γίνεται με μιαν αέναη ρευστότητα, και πέρα από τις σαφείς υπαινικτικές ή καταγγελτικές αναφορές, τα όρια του συγκεκριμένου τόπου σταδιακά διευρύνονται, καθώς το τοπίο μοιάζει να γίνεται ολοένα και πιο πολύ απροσδιόριστο και απόκοσμο. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα σουρεαλιστικό, που με μια αφήγηση συχνά μακρόσυρτη αλλά έντονα ποιητική, μας εισάγει σε ένα άγνωστο, πρωτόφαντο δυστοπικό σύμπαν.

Το πρώτο κεφάλαιο λέγεται Προειδοποίηση, λειτουργεί τελείως αυτόνομα και τοποθετείται στην αρχή του βιβλίου, πριν καν από τους τίτλους δικαιωμάτων και πριν, φυσικά, ξεκινήσει η πλοκή. Με ένα μήλο περιστρεφόμενο στα χέρια του, ο ιμπρεσάριος θέτει τους όρους του στους μουσικούς πριν τη μία και μοναδική παράσταση. Εμπιστοσύνη και εξομολόγηση, μονάχα μονόδρομη όμως, αυτό είναι το πρώτο δεδομένο της σχέσης που καθορίζεται εκ προοιμίου, μια μορφή απόλυτης και αδιαπραγμάτευτης εξάρτησης, μια σαφής μορφή επιβολής εξουσίας. Με την πρώτη, σταθερή εξαγγελία τα περιθώρια διαφυγής είναι ήδη περιορισμένα και η πορεία μοιάζει προδιαγεγραμμένη.

Κι έπειτα ξεκινά η αφήγηση της ιστορίας με δύο βασικές κεντρικές φιγούρες που λειτουργούν ανεξάρτητα μεταξύ τους, εν παραλλήλω, με μόνο τους κοινό ότι ζουν στον ίδιο χρόνο, στην ίδια χώρα, την Ουγγαρία. Δύο διαφορετικοί μοναχικοί άνθρωποι που οι ζωές τους λειτουργούν αντιστικτικά, ο ένας παγκοσμίου φήμης μελετητής των βρύων, που μια μέρα ξαφνικά αποκηρύσσει την επιστημονική του γνώση και ο άλλος φιγούρα βγαλμένη από τον κόσμο του Ντοστογιέφσκι.

Πρώτα εμφανίζεται ο κύριος καθηγητής, ο διακεκριμένος επιστήμονας, με μια ψυχαναγκαστική συμπεριφορά, να βγάλει ή να μη βγάλει πάλι το φελιζόλ για να δει τι ακριβώς διαδραματίζεται γύρω του, καθώς έρχεται αντιμέτωπος με την κόρη του, που συνοδεία πολλών δημοσιογράφων κρατά πλακάτ «τώρα θα πληρώσεις». Το κλειστοφοβικό σύμπαν έχει οριστεί ήδη. Μια κόρη τρομακτική που διεκδικεί από τον πατέρα ποιος ξέρει τι και με έναν τρόπο ανεξήγητο τελείως. Κι αυτός, ένας άνθρωπος διεθνώς αναγνωρισμένος για τις μελέτες του, που έχει καταλήξει μόνος σε μια καλύβα, προσηλωμένος στις εσωτερικές του σκέψεις, έρχεται αντιμέτωπoς με μια ακατανόητη κατάσταση. Τι ακριβώς διαδραματίζεται στα λεγόμενα Βάτα ανάμεσα στον καθηγητή και την κόρη του, σε έναν τόπο αφημένο στην τύχη του, αδιάφορο και μοναχικό, σε ένα χέρσο κομμάτι γης βαλτώδες; Πόσα περιθώρια υπάρχουν για να δραπετεύσει κάποιος που απειλείται σε πολύ συγκεκριμένες συνθήκες και μάλιστα από την ίδια του την κόρη; Τι συμβαίνει όταν ο εσωτερικός φόβος γιγαντώνεται σε σχέση με τον υπαρκτό, διαρκώς εντεινόμενο εξωτερικό κίνδυνο; Ο κύριος καθηγητής μένει εκεί περιμένοντας, και αρχικά η αίσθηση της απειλής για τιμωρία και όχι η ίδια η τιμωρία, μονάχα η απειλή, είναι αυτή που γιγαντώνεται στο μυαλό του τροφοδοτώντας λαβυρινθώδεις δρόμους παραληρήματος. Στη συνέχεια όμως θα εμπνευστεί καταιγιστικούς τρόπους αντίδρασης για να αντιμετωπίσει την αθλιότητα που απλώνει δίχτυα εναντίον του.

Την ίδια στιγμή οι αυτοαποκαλούμενες τοπικές δυνάμεις μιας χώρας διαβρωμένης και σαθρής αναλαμβάνουν δράση μέσα στο χάος ως φορείς μιας ιδεολογίας καθαρότητας. Κι ενώ ο κύριος καθηγητής προσπαθεί απεγνωσμένα να αντιδράσει να αντισταθεί στην απειλή που τον περιβάλλει, πυροβολώντας ένθεν κακείθεν, φτάνει το νέο ότι επιστρέφει στη γενέτειρά του ο βαρόνος Μπέλα Βένκχαϊμ.

Και με μια γραφή που μαγεύει, εμφανίζεται ο βαρόνος στο αεροδρόμιο του Σβέχτατ μπροστά στο βαρονικό κλάδο που έφερνε το όνομά του -στους συγγενείς οι οποίοι αποφασίζουν να υποστηρίξουν αυτόν τον «ηλίθιο» για να διατηρήσουν τη φήμη του ονόματός τους- ένας εντυπωσιακά ψηλός ασπρομάλλης με κίτρινο πουκάμισο και κίτρινο παντελόνι και με ένα πλατύγυρο καπέλο, τελείως χαμένος και συνεσταλμένος, ερχόμενος από την Αργεντινή, αφού έχει καταφέρει να δραπετεύσει, διαφεύγοντας του κινδύνου να φυλακιστεί λόγω των υπέρογκων χρεών του στο καζίνο. Κι έπειτα κατευθύνεται προς την πατρίδα του, με το τρένο, κοιτώντας έξω από το παράθυρο, και καθώς ατενίζει την ουγγρική γη, τα οργώματα, τα αγροκτήματα, τους λαγούς και τα ελαφάκια ξανάρχονται  στην επιφάνεια οι θαμπές μνήμες της ζωής του.

Στο μεταξύ διαχέεται και η φήμη του, παραλλαγμένη από τον Τύπο και από στόμα σε στόμα, και από χρεωκοπημένος αριστοκράτης φτάνει να θεωρείται ένας πάμπλουτος ευεργέτης που έχει σκοπό να κάνει μια μεγάλη δωρεά στον τόπο του.

Η παρουσίαση της εικόνας του θυμίζει τον πρίγκιπα Μίσκιν στον Ηλίθιο του Ντοστογιέφσκι. Μια προσωπικότητα απόμακρη και ευγενική, με μια αφέλεια και μια αθωότητα που τον κάνει να ερμηνεύει τελείως διαφορετικά την πραγματικότητα γύρω του, χωρίς να πατά ποτέ στέρεα σε τούτη τη γη. Εξάλλου και στο Η μελαγχολία της αντίστασης, ο Λάσλο Κρασναχορκάι είχε πλάσει έναν ήρωα με παρόμοια χαρακτηριστικά, που λειτουργούσε ως το αρνητικό του φιλμ του κόσμου τούτου, ουσιαστικά ως ένα αντεστραμμένο είδωλο του αποδεκτού. Πάνω σε αυτή τη διαφορετικότητα, στήνει τώρα το παιχνίδι της παρερμηνείας, της φημολογίας, της αποδοχής και της απόρριψης. 

Ο βαρόνος έρχεται να συναντήσει την παλιά αγαπημένη του, που της στέλνει διαρκώς γράμματα. Οι συναρτήσεις της ψυχής του τον κατευθύνουν απαρέγκλιτα στον παλιό έρωτα «… πιστέψτε ότι μία και μοναδική ικανότητά μου παρέμεινε άθραυστη και αυτή είναι ο πόνος, με τον οποίο αναπολώ την πόλη μου και μέσα της Εσάς, Μάριετα, τώρα που πέρασα τα εξήντα πέντε χρόνια ζωής, ίσως μου επιτρέπεται να ομολογήσω ότι τη δική μου ζωή αυτά τα δύο πράγματα την κράτησαν στον αφρό, ότι δηλαδή ήξερα μια πόλη και ότι μέσα της γνώριζα Εσάς, και δεν επιθυμώ να σας κρύψω πως αυτό δεν σημαίνει τίποτε άλλο απ΄ το ότι δεν αγαπούσα τίποτα περισσότερο σ΄ αυτή τη ζωή από τούτη την πόλη και μέσα της Εσάς, και το γνωρίζετε, δεν αποκαλύπτω δα και κανένα μεγάλο μυστικό λέγοντάς το…».

Αναζητά την όμορφη κοπέλα που της μιλούσε κάποτε για τον Τουργκένιεφ, που χρόνια ολόκληρα άναβε φωτιά στην ψυχή του, όμως είναι μονάχα μια ηλικιωμένη κυρία δίχως ίχνη εκείνης της παλιάς σπίθας και αυτό τον δυσκολεύει πολύ στην αντίληψη της νέας πραγματικότητας. Η επαφή του με το παρόν είναι ασύμβατη, καθώς αυτό που έχει στο μυαλό του έχει χαθεί για πάντα. Η επιστροφή του τον φέρνει πάλι σε μια πόλη που μοιάζει σε πολλά εξωτερικά στοιχεία με το παρελθόν, αλλά παντού είναι αλλιώτικη και παραδομένη στη φθορά. Αδυνατώντας να κατανοήσει τις αλλαγές που συμβαίνουν γύρω του, την εγκατάλειψη και τη διαβρωτική επήρεια που απλώνεται στα κτίρια, στη φύση και στις ζωές των ανθρώπων, πορεύεται σε ένα δρόμο μοναχικό, χωρίς να κατανοεί και χωρίς να γίνεται ο ίδιος κατανοητός. Αυτό που γυρεύει δεν υπάρχει πια, και ό,τι νιώθει πως αγαπά είναι μονάχα μια σκιά.

Και ο κόσμος γύρω του μοιάζει να βρίσκεται σε ένα ατελεύτητο παραλήρημα, σε μι σαρωτική ηθική παρακμή, σε μια διαρκή αίσθηση χάους. Δημαγωγοί και πολιτικάντηδες μοιάζουν να κατευθύνουν τον άβουλο όχλο, ενώ κάποιοι προσπαθούν να τον προσεγγίσουν  για να επωφεληθούν όσο μπορούν περισσότερο από τα φημολογούμενα πλούτη του. Μέσα σε αυτή τη δίνη, παρασυρμένοι όλοι από την έλλειψη προσανατολισμού και από την ψευδή αίσθηση της ελπίδας που  γεννά μια σκηνοθετημένη φήμη, προσηλωμένοι υπνωτιστικά σε μια απατηλή εικόνα, αναλώνονται στην οργάνωση μιας φιέστας υποδοχής που καταλήγει σε πλήρες φιάσκο. Εδώ, στο σκηνικό της υποδοχής που στήνεται υπάρχει διακριτή η επίδραση του Γκόγκολ, με τις αλλεπάλληλες προετοιμασίες και ματαιώσεις που εμφανίζονται στον Επιθεωρητή. Και τα σημάδια σε αυτόν τον τόπο εξακολουθούν να είναι δυσοίωνα.

Με ένα λόγο μακροσκελή, διαρκώς υπαινικτικό, που κινείται ή επηρεάζεται από τα σκοτάδια της παρακμής, ο συγγραφέας ουσιαστικά χτυπά την έλλειψη ή τη διαστρέβλωση των ιδεολογιών. Η έννοια της καθαρότητας, της απομάκρυνσης των σκουπιδιών, γνωστή ήδη από τη Μελαγχολία της αντίστασης επανέρχεται και εδώ με διαφορετικό τρόπο, με τις συμμορίες με τις μηχανές που δρουν ανενόχλητοι υπερασπιζόμενοι την κάθαρση της χώρας από τα υποτιθέμενα κακοποιά στοιχεία, σε ένα παιχνίδι κυνηγητού όπου παραποιούνται τα όρια του καλού και του κακού.

Και, εντέλει, ολοκληρώνεται το χρονικό του προαναγγελθέντος θανάτου μιας πόλης ασθμαίνουσας και υπνωτισμένης, διαβρωμένης από τη φθορά και τη διαφθορά που η ίδια αποδέχτηκε και καθιέρωσε ως πρωταρχική δύναμη της ζωής.

Η αλληγορία που τόσο στέρεα χτίζει ο συγγραφέας κινείται στα πολιτικά και σύγχρονα ατοπήματα αλλά ταυτόχρονα και στις εσωτερικές συνειδησιακές διεργασίες  που γεννά ο φόβος, η νοσταλγία, η αναμέτρησή μας με τον ίδιο μας τον εαυτό, η ασύμβατη συμπόρευσή μας με το εδώ και το τώρα. Και παρόλο που ο συγγραφέας κάνει ουσιαστικά focus στην Ουγγαρία, ο ορίζοντας της δυστοπίας μοιάζει να μας αφορά όλους. Στην πραγματικότητα ξεπροβάλλει ένας κόσμος ανερμάτιστος, ενώ αναδύεται ακραιφνές το υπαρξιακό βάρος της ανθρώπινης υπόστασης.

Ήλια Λούτα

Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2021

"Ο Μπίλλυ και η Αμαλία στο νησί" του Γιάννη Δίγκα

Το βιβλίο περιέχει δεκατέσσερις ανθρώπινες ιστορίες που αναπτύσσονται σε ισάριθμα σύντομα διηγήματα, αποκαλύπτοντας διαφορετικούς τρόπους διαχείρισης της φθοράς του χρόνου, της αγωνίας του θανάτου, της δυσκολίας των σχέσεων, της ματαιότητας των ονείρων, του πόνου, της μοναξιάς ή της βίας. Η ματιά του Γιάννη Δίγκα, ο οποίος είναι διδάκτορας κοινωνιολογίας του Δικαίου, είναι συμπονετική, συχνά συγχωρητική και, μολονότι παρατηρεί τα γεγονότα από την απαιτούμενη απόσταση, δεν τα παραδίδει στον αναγνώστη ωμά, αλλά στρογγυλεμένα.

Ο Μπίλλυ και η Αμαλία είναι οι ήρωες του πρώτου διηγήματος και το νησί κάποιο Αιγαιοπελαγίτικο νησί στο οποίο συναντιούνται. Ο συγγραφέας πιάνει το νήμα της ιστορίας τους όταν η γηραιά Αμαλία βρίσκεται κοντά στο τέλος της ζωής της, όμως το σύντομο διάστημα (ουσιαστικά λίγοι μήνες) που περνούν από τότε που ο Ιρλανδός απόκληρος Μπίλλυ τη συναντά και μέχρι τον θάνατό της (ο οποίος ακολουθείται λίγο μετά και από τον δικό του) προσφέρει αρκετό χώρο ώστε οι χαρακτήρες να μην παρουσιαστούν επιγραμματικά, σαν καρικατούρες, αλλά να αποκτήσουν το απαραίτητο βάθος και να προσλάβουν οντότητα με αξιομνημόνευτα χαρακτηριστικά. Στο διήγημα, ένα από τα κυρίαρχα ερωτήματα είναι: πώς γίνεται να έλκονται ετερώνυμοι άνθρωποι; Όπως και στα ερωτήματα που αναδύονται στα επόμενα διηγήματα, έτσι και σε αυτό οι απαντήσεις έρχονται από την ίδια τη ζωή και είναι πάντα μυστηριώδεις και αινιγματικές, έστω κι αν τις χαρακτηρίζει η αδήριτη ανάγκη για ανθρωπιά.

Η διάρκεια που καλύπτει κάθε διήγημα διαφέρει. Έτσι, στο «Ψυχικό», που είναι το δεύτερο διήγημα του βιβλίου, παρακολουθούμε την ιστορία των πρωταγωνιστών από την αρχή της σχέσης τους και τον πρώτο ενθουσιασμό τους μέχρι το τελικό ξεφούσκωμά του. Ωστόσο, στο διήγημα φαίνεται ανάγλυφα το πώς οι άνθρωποι δυσκολευόμαστε να αποδεχθούμε τις αλλαγές σε ό,τι συνιστά την περιοχή της ασφάλειάς μας και έτσι οι πρωταγωνιστές μας προσπερνούν το γεγονός του ξεθυμασμένου ενθουσιασμού και προχωρούν σε μια σειρά προσπαθειών για τεχνητή γονιμοποίηση. Κάπου μέσα σε αυτή τη σειρά θα γίνει και το απρόσμενο: ένας από μηχανής θεός με την όψη μιας καθαρίστριας θα κάνει το ψυχικό και θα διευκολύνει τις εξελίξεις. Στα «Γλυκά», πάλι, που είναι το τρίτο διήγημα, η διάρκεια είναι πολύ μικρότερη: ένα πάρτι, ένα one-night stand και οι προσδοκίες της αφρατούλας πρωταγωνίστριας που τη συνόδευαν σε όλη της τη ζωή – για να διαψευστούν μέσα σε ένα βράδυ. Από την αντίδρασή της καταλαβαίνουμε πώς ένας άνθρωπος μπορεί να γίνει βουλιμικός… Τις ερωτικές προσδοκίες μιας ζωής που διαψεύδονται πραγματεύεται και το διήγημα «Απόρριψη», μόνο που σε αυτό έχουμε μια ενδιαφέρουσα αντιστροφή ρόλων μεταξύ γυναίκας και άντρα.

Δεν είναι ωστόσο όλοι οι πρωταγωνιστές συμπαθητικοί και ικανοί να εγείρουν την κατανόηση ή τη συμπόνοια μας. Στο «Πρώτα οι δειλοί», παρακολουθούμε έναν αχώνευτο, εγωιστή τύπο που βρίσκει εντέλει το τέλος που του αξίζει, σε μια κατάληξη που με έκανε να προβληματιστώ για το αν είναι επιτυχημένη ή δεν είναι τελικά απλώς ένα κλισέ. Και ο άνθρωπος που απασχολεί στη «Φλυαρία» είναι εξίσου αχώνευτος και σε αυτόν οι εξελίξεις σηματοδοτούνται από την αυτοδικία, όμως αυτές οι εξελίξεις είναι λιγότερο αναμενόμενες και άρα περισσότερο επιτυχημένες.

Τη ματαιότητα των πραγμάτων παρουσιάζει ο «Υιοθετημένος», ενώ το «Μίσος» πραγματεύεται το αναπόφευκτο της ροής της ζωής, την ίδια στιγμή που «Ο Κινέζος μοναχός» μιλάει για τις προσωπικές μας δεσμεύσεις και τις ερμηνείες τους από τρίτους. Η «Ήττα» πάλι μιλάει γενικά για τους ψυχαναγκασμούς και τον τρόπο που έχει η ζωή να απαντά στη διάθεσή μας να ελέγχουμε τα πάντα.

Όλα τα διηγήματα του βιβλίου προτείνουν στον αναγνώστη μια ματιά στους μηχανισμούς γεγονότωμ που πιθανώς να έχει βιώσει και ο ίδιος – ή, αν όχι, που σίγουρα έχει παρατηρήσει γύρω του. Είναι κάπως σαν ένα κλείσιμο του ματιού από την πλευρά του συγγραφέα. Ο Μπίλλυ και η Αμαλία στο νησί είναι ένα βιβλίο που διαβάζεται ευχάριστα, με πραγματικό ενδιαφέρον, το αδικεί όμως λίγο η προφορικότητα στην έκφραση και η εμφάνισή του (το διάστιχο, τα πάμπολλα επιμελητικά λάθη, ο λανθασμένος τρόπος εμφάνισης των σημειώσεων). Ακόμη κι αυτά όμως δεν είναι ικανά να αναιρέσουν την αλήθεια του που είναι η εξιστόρηση του αναπάντεχου, όπως μας συναντά μέσα στη ροή της ζωής.

Χριστίνα Λιναρδάκη 

Δευτέρα, 18 Ιανουαρίου 2021

Το ποίημα της Δευτέρας: "Στην Καραϊβική" της Αθηνάς Τιτάκη




 Στην Καραϊβική

Έχω κενό δωμάτιο, θα σας φιλοξενήσω. 

Όπως παλιά τους ταξιδιώτες, μόνο και μόνο για τις περιγραφές, τις ιστορίες, τη διαφορά στην οπτική, τις πιθανότητες της αλήθειας. 
'Οπως παλιά, με ζωηρή φωτιά, τάβλες του τραπεζιού να ακουμπάτε το σιδερένιο σας κύπελλο ή τη γροθιά σας σταθερή, κι εγώ τα μοσχοκάρυδα, το ρόφημα και μια υποψία πως θα 'χω εκρηκτικότερη φαντασία απ' το ηφαίστειο του Μονσεράτ κατά τη διερεύνηση της περιπέτειας, της εξελικτικής σας νίκης, ενάντια στο τρωτό παρελθόν, που κάποια στιγμή

Αναπόφευκτα 
θα μου διηγηθείτε. 

Αθηνά Τιτάκη
από τη συλλογή Ενενήντα εννιά σφυγμοί κι ένας κορέκτορας




Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2021

"Απ' το χιόνι ως το βαθύ κόκκινο" του Δημήτρη Α. Δημητριάδη


Γράφω γιατί μου λείπεις
πάντα μου λείπεις
κι ο μόνος ήχος του κόσμου
είναι ένα ατέλειωτο μπλουζ
[1]

Η επαφή του αναγνώστη με τους στίχους του Δημήτρη Δημητριάδη είναι από τις πλέον αυτονόητες που έχω συναντήσει τελευταία, και ο κύριος λόγος που γράφω γι’ αυτή τη συλλογή. Το ζητούμενο για τον ποιητή είναι να επικοινωνήσει ευθέως και άμεσα, γράφει με τον ίδιο τρόπο που θα κοιτούσε τον άλλον στα μάτια: χωρίς κενά και πιθανότατα χωρίς παρερμηνείες.

Προσωπική ποίηση στο σύνολό της, στο Απ’ το χιόνι ως το βαθύ κόκκινο το Εγώ είναι ο ποιητής που στέκεται απέναντι στον αναγνώστη ξεδιπλώνοντας φόβους, αγωνίες και απογοητεύσεις. Εκθέτοντας τετελεσμένα. Η ματιά του επανέρχεται σε παρελθούσες εποχές και σκέψεις σε μια προσπάθεια να ξορκιστεί ο χρόνος και ίσως και το αποτέλεσμά του, να ξορκιστούν οι φθορές, οι απουσίες. Η πορεία είναι αναμφισβήτητα προς τα πίσω, στην ανάμνηση και στα ατελέσφορα, στα όνειρα και σε ό,τι τελικά ξημέρωσε αντί αυτών, αλλά δεν υπάρχει πίκρα, μόνο αποδοχή. Και η απουσία της αισιοδοξίας έστω και σε ψίθυρο είναι αυτό που θα φώτιζε τα πάντα αλλιώς, που ενδεχομένως θα εξασφάλιζε μια συνέχεια. Το μοναδικό άνοιγμα στο μέλλον γίνεται στο τελευταίο ποίημα, και το μόνο που επιτυγχάνεται είναι να τονιστεί η απουσία φωτός που διέπει ό,τι προηγήθηκε.

Ξεκάθαρες εικόνες και ψύχραιμη ματιά στα πράγματα, αυτά είναι τα στοιχεία που οριοθετούν το περίγραμμα των ποιημάτων, δεν υπάρχουν υπεκφυγές και το κυριότερο δεν υπάρχουν προσποιήσεις: όλα είναι εδώ, ανοιχτά χαρτιά μπροστά στον αναγνώστη. Εικόνες που αρκετές φορές απεικονίζουν μια βιαιότητα σχεδόν ωμή, σκιτσαρισμένη με αδρές γραμμές και ικανή να δημιουργήσει μια αίσθηση ηλεκτροσόκ, και που εξαφανίζεται ακριβώς όπως ήρθε: σαν στιγμιαία λάμψη χωρίς να αφήσει ίχνη. Έλεγα πιο πάνω ότι τα γραφόμενα στο Απ’ το χιόνι ως το βαθύ κόκκινο περιγράφουν το παρελθόν, ενίοτε και το παρόν, αλλά δεν δείχνουν κανένα μέλλον, καμία εικόνα που να έπεται όσων έχουν συμβεί και που θα μπορούσε να θεμελιώσει μια συνέχεια. Δεν θα μπω σε κλασικά κλισέ περί απαισιόδοξης ή αισιόδοξης ποίησης γιατί στο τέλος της μέρας μου φαίνονται στείρα και σαφώς υποκειμενικά, θα ήθελα όμως να υπογραμμίσω το γεγονός ότι το μόνο οικείο μέρος για τον Δημητριάδη είναι το παρελθόν: παρόλα τα δύσκολα τοποθετεί εκεί, είναι χώρος γνώριμος και άρα ασφαλής. Εκεί είναι που βλέπει κανείς σε όλη της την έκταση την κάθετη ρήξη ανάμεσα στην μέσα και την έξω πραγματικότητα που αποτελεί έναν από τους πυλώνες της συλλογής. Στην πραγματικότητα ο ποιητής αναγνωρίζει στον εαυτό του μια παρουσία μετέωρη ανάμεσα σε μια ταυτότητα που πλέον του φαίνεται μακρινή και σε μια άλλη που πήρε την θέση της προηγούμενης αλλά που την αισθάνεται σαν ξένο ρούχο. Η ιδιαιτερότητα των στίχων του πηγάζει από την απόσταση ανάμεσα στο πριν και το τώρα, από τα κενά και όλα όσα τελικά έμειναν μετέωρα σε πλέον μη αναστρέψιμες συνθήκες. Δεν υπάρχει φως είναι γεγονός, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο ποιητής αλλά και ο αναγνώστης δεν μπορούν να βρουν τον δρόμο τους μέσα στις σκιές, το αντίθετο μάλιστα.

Παραθέτω δύο ποιήματα που μου άρεσαν περισσότερο:

ΒΛΕΠΩ ΞΑΝΑ

Μέσα σ’ αυτό το σκοτεινό σακάτεμα
σ’ αυτό το μακελειό

βλέπω ξανά
τα μακρινά τραγούδια
να πέφτουν άηχα
σαν σιγανή βροχή

γλείφοντας τα πρόσωπα των επιζώντων.[2]


ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ

Οι λέξεις
ακούν καθαρά τον μονόλογο της φωτιάς

το τραγούδι που αφέθηκε στο χρόνο
και δεν ακούγεται πουθενά

τη σιωπή που υπάρχει μέσα σου
και κανείς θόρυβος
δεν μπορεί να την καλύψει.[3]

Κρις Λιβανίου

[1] in. «Γιατί μόνο ο θάνατος δεν έχει λέξεις», στ. 1-4, σελ. 13.

[2] σελ. 31.

[3] σελ. 44.

Δευτέρα, 11 Ιανουαρίου 2021

Τα καλύτερα βιβλία που διαβάσαμε το 2020


 

Όπως πάντα στην αρχή του νέου χρόνου, ανακοινώνουμε τα βιβλία που προκρίναμε ανάμεσα σε εκείνα που διαβάσαμε:

Ποίηση

1. Τέλος του Λάζαρου Γεωργιάδη
2. Η μονωδία της έρημος του Ζ. Δ. Αϊναλή
3. Φιλιά στο κενό της Μαργαρίτας Παπαγεωργίου
4. Κάθε μέρα εκδρομή της Μυρτώς Αναγνωστοπούλου
5. Και βέβαια τους φοβάμαι της Κορίνας Καλούδη
6. Στον Βλαδίμηρο Μαγιακόφσκι του Νίκου Γαλάνη


Ελληνική πεζογραφία

1. Η θάλασσα του Μιχάλη Μακρόπουλου
2. Ο βασιλιάς της του Χ. Α. Χωμενίδη
3. Οι ρετσίνες του βασιλιά του Ισίδωρου Ζουργού


Ξένη πεζογραφία

1. Σιωπή του Ντον ΝτεΛίλο
2. Ο Παριζιάνος της Ιζαμπέλα Χαμάντ
3. Μακρύ πέταλο από θάλασσα της Ιζαμπέλ Αλιέντε


Καλό 2021 με ακόμη περισσότερα καλά βιβλία!

για το στίγμαΛόγου

Κρις Λιβανίου
Χριστίνα Λιναρδάκη
Ήλια Λούτα
Κατερίνα Τσιτσεκλή