Δευτέρα, 17 Μαΐου 2021

Το ποίημα της Δευτέρας: "Επιστροφή" του Κώστα Στεφανόπουλου

 



Επιστροφή


Ίσκιος μοναχικού πανιού
σε ήρεμα νερά νησιού
και γέλια του μικρού παιδιού
που στη μνήμη παραμένουν,
πριν της ζωής το σούρουπο,
σαν σκιές σ' έναν καθρέφτη.
Θ' ανταμώσουμε στην όχτη
του μακρινού μας ουρανού.


Κώστας Στεφανόπουλος
Από τη συλλογή του Αειναύτες της ψυχής και του ανέμου


Παρασκευή, 14 Μαΐου 2021

"Ανθρώπινο δικαίωμα" του Χαρίλαου Νικολαΐδη

Εντάξει, θα είμαι ειλικρινής. Όταν άνοιξα το βιβλίο, μου έπεσε το σαγόνι. Στίχος και λέξη (ή δύο, το πολύ τρεις λέξεις στον στίχο) σε ένα ολόκληρο βιβλίο είναι κάτι που δεν έχω ξαναδεί. Οφείλω να αναγνωρίσω ότι δημιουργεί μια αποτελεσματική πρώτη εντύπωση, την οποία κατόπιν έρχεται να στηρίξει - και με το παραπάνω - το περιεχόμενο των ποιημάτων.

Τα ποιήματα λοιπόν είναι γεμάτα από υπαρξιακές προεκτάσεις που ενίοτε απηχούν αρχαίες κοσμοθεωρίες, όπως το αυγό του κόσμου στο ποίημα "καταγωγή". Μια από τις μεγάλες δυνάμεις του Νικολαΐδη άλλωστε είναι ότι μπορεί και μεταμορφώνει το ατομικό σε υπόθεση όχι απλά συλλογική, αλλά κοσμική:

Από
παιδί

ήμουν
το σύμπαν

που έμενε
μόνο του

στο
διάλειμμα.
(απόσπασμα από το ποίημα "ταυτότητα").

Σε αυτό βοηθούν και οι ανατροπές, ένας αγαπημένος τρόπος του ποιητή, όπως έχουμε δει και στις προηγούμενες δύο συλλογές του. Στο ποίημα "ενημέρωση" δύο νέοι άνθρωποι πεθαίνουν σε ένα τροχαίο επειδή "παραβίασαν/ το όριο ταχύτητας/ βγήκαν/ απ' τις ράγες". Αντί όμως ο θάνατός τους να προκαλέσει θρήνο, προκαλεί καχυποψία, αφού: 

Θεωρούνται
πλέον

εξαιρετικά
επικίνδυνοι.

Αυτή η αναπάντεχη κατάληξη του ποιήματος δεν ξαφνιάζει απλώς: δίνει μια εικόνα του κόσμου μας, μια εικόνα της ανηλεότητας και της απανθρωπιάς που τον χαρακτηρίζει. Το θέμα του ποιήματος λοιπόν (ο θάνατος δύο νέων ανθρώπων) γίνεται τελικά ένα κάτοπτρο μέσα στο οποίο καθρεφτίζεται ο κόσμος μέσα στον οποίο ζούμε.

Η εικόνα αυτή εντείνεται στο αμέσως επόμενο ποίημα που έχει τίτλο "πατρίδα" και στο οποίο βλέπουμε τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη να ανταλλάσσουν ένα τρυφερό φιλί αφού έχουν βυθίσει όλα τα καράβια που προσπάθησαν να τις διασχίσουν. Πέρα από το οξύμωρο που περιέχει, το ποίημα είναι αυτο-επεξηγηματικό, αφού ο Χαρίλαος είναι από τα Ελληνόπουλα που έφυγαν στο εξωτερικό κι εκεί πια ζει: το να παρουσιάζει την πατρίδα του σαν τα δύο μυθικά τέρατα που συνθλίβουν οτιδήποτε προσπαθεί να προχωρήσει, αντηχεί την απογοήτευσή του για τον τρόπο που γίνονται τα πράγματα εδώ.

Παρ' όλα αυτά, η πατρίδα δεν ξεριζώνεται. Έτσι, στο ποίημα "υποχρέωση σεβασμού των δικαιωμάτων", ο ίδιος ταυτίζεται μαζί της:

Κοίτα 
εμένα

όχι 
τον 

χάρτη.

Αν με 
περιδιαβείς

θα 
βρεις

τα ίδια
σύνορα.

Και όταν απλώνει τα χέρια στο ποίημα "προσωπική ελευθερία και ασφάλεια":

Μεγαλώνει

ο
κύκλος

που με
περιέχει.

Το σχήμα μας φαίνεται να αλλάζει τον κόσμο μας. Τα απλωμένα χέρια (άραγε απλώνονται για να αγκαλιάσουν; επειδή αγαλλιάζουν;) μεγαλώνουν το περίγραμμά μας άρα και τον κόσμο γύρω μας. Απλώνουμε τα χέρια όταν νιώθουμε ασφάλεια και εμπιστοσύνη. Όταν νιώθουμε ότι αγαπάμε και μας αγαπούν. Τότε νιώθουμε ήρεμοι και ελεύθεροι να εκφραστούμε:

ελευθερία έκφρασης

Κρεμάω
το

κουβάρι
για

στολίδι

στην 
εξώπορτα.

Βγαίνω
αρχίζω

να 
ξετυλίγομαι.

Το μέσα γίνεται επέκταση του έξω και μαζί αποτελούν ένα αξεδιάλυτο σύνολο. Δεν είναι αλήθεια; Δεν θα υπερέβαλλα, πιστεύω, αν έλεγα ότι το "Ανθρώπινο δικαίωμα" του Νικολαΐδη κάνει καλό στην ψυχή. Διαβάστε το!


Χριστίνα Λιναρδάκη

Τετάρτη, 12 Μαΐου 2021

"Αύριο θα μας λένε αλλιώς" του Πατρίτσιο Προν

Γιατί δυο άνθρωποι που αγαπιούνται χωρίζουν μετά από πέντε χρόνια συμβίωσης και μάλιστα κλαίγοντας ο ένας στην αγκαλιά του άλλου; Και πώς η περιρρέουσα ατμόσφαιρα της σύγχρονης εποχής επηρεάζει τον έρωτα; Το μυθιστόρημά του Πατρίσιο Προν Αύριο θα μας λένε αλλιώς έχει σαν θέμα ένα ερωτευμένο ζευγάρι και τον παράδοξο χωρισμό του που συμβαίνει για αδιευκρίνιστους λόγους. Με αφετηρία τη στιγμή του χωρισμού, ο συγγραφέας καταγράφει τις διαφορετικές ζωές δυο ανθρώπων που τους συνδέει ακόμα η αγάπη και οι κοινές αναμνήσεις, και μας συστήνει τον έναν μέσα από τα μάτια του άλλου. Η αφήγηση κινείται σε παρόντα χρόνο, κάνοντας παράλληλα συνεχείς αναδρομές στο παρελθόν της σχέσης που δίνουν βάθος και ποιητικότητα στο κείμενο.

Εκείνος και Εκείνη ζουν και εργάζονται στη Μαδρίτη και ηλικιακά πλησιάζουν τα σαράντα. Εκείνος είναι συγγραφέας δοκιμίων και περνάει τις περισσότερες ώρες του διαβάζοντας και γράφοντας στο καταφύγιό τους· ένα διαμέρισμα που από τα παράθυρά του μπορεί κανείς να βλέπει τους πολυσύχναστους δρόμους της πόλης και τον ήλιο να αντανακλάται στις ταράτσες των σπιτιών, αλλά και τα ελικόπτερα της αστυνομίας που περιπολούν τον ουρανό της, από τότε που συνέβη μια τρομοκρατική επίθεση. Εκείνη είναι αρχιτέκτονας, εργάζεται σε ένα αρχιτεκτονικό γραφείο και ταξιδεύει συχνά σε άλλες πόλεις και άλλες χώρες, φωτογραφίζοντας κτίρια που παρουσιάζουν αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον. Ανήκουν στους τυχερούς ανθρώπους της γενιάς τους που οι δουλειές τους τούς διασφαλίζουν απέναντι στις ασυνέχειες της επαγγελματικής ζωής στη Μαδρίτη και τους παρέχουν τη δυνατότητα να βρουν ένα διαμέρισμα όπου θα μπορούσαν να δουν τους εαυτούς τους να μένουν εκεί για πάντα...

Όταν την είχε πρωτογνωρίσει, Εκείνος είχε θαυμάσει την πρωτοτυπία των αρχιτεκτονικών σχεδίων της. Ωστόσο εκείνα τα σχέδια δεν έμελλε ποτέ να υλοποιηθούν όπως τα είχε σχεδιάσει Εκείνη, όπως και τα σχέδια που θα έκανε αργότερα, μέσα στα επόμενα χρόνια. Οι εργοδότες της, άνδρες μεγαλύτεροι στην ηλικία και καταξιωμένοι αρχιτέκτονες θα τα άλλαζαν πάντα, έτσι ώστε να αποκτούν τη δική τους σφραγίδα, εξαφανίζοντας την πρωτοτυπία της δουλειάς της. Πώς ζούσε Εκείνη με αυτό; Είχε αναρωτηθεί συχνά Εκείνος, χωρίς να το έχει συζητήσει αρκετά μαζί της. Από την άλλη πλευρά, Εκείνος είχε αρχίσει να καταξιώνεται ως συγγραφέας στο χώρο του. Ο Προν αφήνει εδώ αιχμές για την εκμετάλλευση των νέων και ειδικότερα των γυναικών στον εργασιακό χώρο.

Όταν είχαν πρωτογνωριστεί, οι συζητήσεις τους ήταν ζωηρές και ενδιαφέρουσες, θυμόταν Εκείνη, αλλά με τον καιρό, ένα είδος ιδιωτικού ιδιολέκτου είχε δημιουργηθεί ανάμεσά τους και δεν χρειαζόταν πια να μιλάνε παρά ελάχιστα. Μια αδιόρατη αποξένωση είχε εγκατασταθεί ανάμεσά τους, που προερχόταν ίσως από μια μορφή αδικίας που υφίστατο Εκείνη και έριχνε τη σκιά της στη σχέση τους, χωρίς να την αναφέρουν ποτέ. Κατά τη διάρκεια μιας συζήτησης, Εκείνος θα αναφέρει τυχαία ότι έχει αποκλείσει την ιδέα να κάνει παιδί καιρό πριν τη γνωρίσει, χωρίς να ρωτήσει πώς ένιωθε Εκείνη με αυτό. Όταν, σε μια άλλη στιγμή, Εκείνη τον ρώτησε πώς έβλεπε το κοινό τους μέλλον, της απάντησε ότι δεν ήθελε να αλλάξει τίποτα στη ζωή τους, απλώς θα περνούσε ο χρόνος και θα γερνούσαν μαζί.

Ίσως τότε Εκείνη να ένιωσε για πρώτη φορά ένα συναίσθημα ασφυξίας να την κατακλύζει. Η αγάπη τους υπήρχε και ήταν δυνατή, αλλά στα μάτια της Εκείνος τώρα φαινόταν σαν ένας άνδρας που αρνείται να μεγαλώσει και να αναλάβει τις ευθύνες της ενήλικης ζωής του, ένας άνδρας που ήθελε να παραμείνει παιδί. Ακόμα και η απόφασή του να γίνει συγγραφέας, τώρα έμοιαζε στα μάτια της σαν παράταση αυτής της παιδικής επιθυμίας για προστασία και απομόνωση, το παιχνίδι ενός παιδιού που έχει τη χαρά να εφευρίσκει πράγματα και μετά να κάνει και τους άλλους να τα πιστεύουν. Εκείνη ήξερε ότι, εάν το σχολίαζε, Εκείνος θα απαντούσε ότι όλα όσα κάνουμε στην ενήλικη ζωή μας είναι παράταση ή αποτέλεσμα αυτού που ήμασταν παιδιά...

Ο χωρισμός τους έρχεται ξαφνικά μαζί με ένα μικρό πουλί που μπαίνει από το ανοιχτό παράθυρο στο καθιστικό τους και πέφτει νεκρό, αφού πρώτα χτυπηθεί απεγνωσμένα στους τοίχους, προσπαθώντας να βρει το άνοιγμα που Εκείνος έφραζε άθελά του με το σώμα του. Το συμβάν ήταν για Εκείνη ένας οιωνός, η έκφραση του αδιεξόδου που βίωνε τόσο καιρό μέσα της, σάμπως Εκείνος άθελά του να της έφραζε την έξοδο προς την αληθινή ζωή. Αργότερα, την ίδια μέρα του ανακοινώνει, αυτό που προσπαθούσε από καιρό να του πει αλλά δεν έβρισκε τα λόγια ή το θάρρος, ότι θέλει να χωρίσουν...

Ο χωρισμός τους αφήνει και τους δυο διαλυμένους. Ωστόσο Εκείνη φεύγει και κοιτάει μπροστά....Μαζί της χάνεται και όλος αυτός ο οικείος κόσμος των ψιθύρων και των μικρών αστείων που είχαν δημιουργήσει και ήταν το καταφύγιό τους, απέναντι σε ένα παρόν που πότιζε τα πάντα... Εκείνος μένει πίσω και προσπαθεί να καταλάβει τους λόγους που την έκαναν να φύγει, κάνοντας μια αναδρομή στις αναμνήσεις του, σε αυτό που υπήρξε η κοινή τους ζωή για να εντοπίσει το σημείο ρήξης και να την πείσει να γυρίσει κοντά του.

...Μερικές φορές είχε την εντύπωση, από τη ρήξη τους και μετά, πως οι προσπάθειές του να καταλάβει αυτό τον χωρισμό και να τον αποδεχθεί ―που τον υποχρέωναν να επιστρέφει σε λεπτομέρειες της ιστορίας τους όπως αυτή― τον έκαναν να μοιάζει με ιατροδικαστή, κάποιον που προσπαθούσε να κάνει ένα νεκρό σώμα να «μιλήσει»· ίσως σε κάθε ερωτική ιστορία κατέληγε να γίνει έρευνα ή καλύτερα νεκροψία...

Ο Πατρίσιο Προν αποκαλύπτει τις διαφορές της γυναικείας και της ανδρικής ψυχής και ρίχνει φως στους βαθύτερους λόγους που διαλύθηκε μια ερωτική σχέση με προοπτική ζωής και μαζί τη διαβρωτική επιρροή που ασκεί στον έρωτα η πραγματικότητα της σημερινής εποχής. Ο συγγραφέας παρουσιάζει την ηρωίδα του δυναμική και επαναστατημένη, να ξέρει τι θέλει από τη ζωή και να μπορεί να το διεκδικήσει, δείχνει να υπερασπίζεται περισσότερο τη γυναικεία οπτική για τις σχέσεις και για τον κόσμο.

Θα κοπεί άραγε κάποια στιγμή ο ομφάλιος λώρος του έρωτα που τους ενώνει ακόμα ψυχικά, ή κάποτε θα ξανασυναντηθούν οι δρόμοι τους; Σε αυτό το κομμάτι θα παίξει πλέον ρόλο η τύχη και η μοίρα που καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τη ζωή των ανθρώπων. Ένα μικρό γλίστρημα και ο ομφάλιος λώρος που τους ενώνει ακόμα μπορεί να σπάσει για πάντα.

Παρακολουθούμε τώρα Εκείνον και Εκείνη να χάνονται μέσα στη δίνη της ζωής, να πλαισιώνονται από φίλες και φίλους που οι σύντομες ερωτικές τους ιστορίες τούς αφήνουν μετά από ένα διάστημα μόνους. Είναι η γενιά του Tinder, άνθρωποι που πειραματίζονται με τις σχέσεις και εξαλείφουν ο ένας τον άλλον με μια απλή κίνηση και σχεδόν όλοι καταλήγουν απογοητευμένοι και πληγωμένοι. Οι διευρυμένες δυνατότητες που υπόσχεται το διαδίκτυο για νέες γνωριμίες και σχέσεις, αποδεικνύονται του σωρού. Η τυποποιημένη γλώσσα που έχουν υιοθετήσει και οι φράσεις κλισέ, κάνουν τη συνομιλία να χάνει κάθε ουσία και βάθος. Παλιά στερεότυπα και προκαταλήψεις αναβιώνουν στις σχέσεις, μέσα από τα νέα ονόματα που τους δίνουν οι χρήστες, ενώ οι λέξεις έρωτας και αγάπη έχουν εξοβελιστεί από το λεξιλόγιό τους ως παλιομοδίτικες, παρότι κατά βάθος είναι το μόνο που αναζητούν. Επιπλέον, η προσφορά είναι τόσο συντριπτική που οποιαδήποτε επιλογή μοιάζει εκ των προτέρων λανθασμένη. Πίσω τους κρύβεται η τεράστια οικονομική δύναμη που έχουν αποκτήσει οι εταιρείες των τηλεπικοινωνιών, μια από τις πολλές εκφάνσεις ενός συστήματος που έχει ως μοναδικό σκοπό τη μεγιστοποίηση του κέρδους και προβάλλει τον άνθρωπο ως ένα ακόμα καταναλωτικό προϊόν. Το να βρεις μια αληθινή σχέση που να δημιουργήθηκε στο διαδίκτυο είναι τόσο πιθανό όσο και το να συναντήσεις μονόκερο, σχολιάζει σε κάποια στιγμή Εκείνη. Εκείνος και Εκείνη είχαν υπάρξει μονόκεροι, ο έρωτάς τους ήταν αυτό το σπάνιο είδος προς εξαφάνιση στη σημερινή εποχή.

Ο συγγραφέας ξεδιπλώνει καρέ-καρέ τις συνήθειες της εποχής και ασκεί δριμεία κριτική στη γενιά του που παρασύρεται χωρίς κριτική σκέψη από το θάμπος της νέας τεχνολογίας και χάνει τη μεγάλη εικόνα. Προσπαθεί να θυμηθεί πότε ήταν η τελευταία επαναστατημένη γενιά... Ακόμα και ο κόσμος των εκδόσεων στρεφόταν τώρα προς τα εμπορικά βιβλία και απέρριπτε την πρωτοτυπία και την ιδιαιτερότητα της καλής λογοτεχνίας, αν δεν ήταν εμπορική. Η εποχή που η τέχνη και η λογοτεχνία ήταν ένας τρόπος να κατοικηθεί ο κόσμος έχει προ πολλού παρέλθει...

Στη γραφή του Προν υπάρχει ένας υποδόριος ρομαντισμός, μια νοσταλγία για τις αυθεντικές αξίες που χάνονται. Έτσι δημιουργείται μια ατμόσφαιρα αγωνίας, μια άμεση ανάγκη να ανευρεθεί και να διασωθεί κάτι που είναι άκρως πολύτιμο και κινδυνεύει να πεθάνει για πάντα· ο έρωτας και η ποίηση χάνονται από τον κόσμο και ο κόσμος φαίνεται να χάνει την ομορφιά του. Όλα έχουν μια τραγικότητα που περνά απαρατήρητη, ασχολίαστη: το χάσμα της επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων, ο μολυσμένος αέρας με σκόνη και μόρια καπνού που κατά περιόδους προκαλεί ασφυξία στους κατοίκους της πόλης, δέντρα με σαθρές ρίζες που κινδυνεύουν να πέσουν με την πρώτη καταιγίδα γιατί το χώμα που τα κρατάει είναι λεπτό και από κάτω υπάρχουν μόνο σκουπίδια, η πνευματική και η οικονομική κρίση που έχει σαν αποτέλεσμα το κλείσιμο μαγαζιών και βιβλιοπωλείων, τα ελικόπτερα της αστυνομίας που περιπολούν τον ουρανό της πόλης και ο ολοκληρωτισμός που επιβάλλεται στο όνομα της ασφάλειας, με αφορμή τον φόβο που έχουν προκαλέσει οι τρομοκρατικές επιθέσεις στην Ευρώπη. Και όλα αυτά συνυπάρχουν μαζί με τα τεράστια επιτεύγματα του ανθρώπου στον τομέα της τεχνολογίας, που δίνει τη δυνατότητα στους ανθρώπους να βρίσκονται μέσα σε λίγες ώρες στην άλλη άκρη του κόσμου, να επικοινωνούν μέσα σε λίγες στιγμές με ανθρώπους που βρίσκονται στην άλλη άκρη της γης...

Στο κείμενό του Προν υπάρχουν συμβολισμοί τόσο διακριτικοί που γίνονται σχεδόν αόρατοι, καθώς χάνονται μέσα στην καθημερινότητα που περιγράφει. Τους προσπερνάς χωρίς να τους αντιληφθείς, αλλά μετά, όταν ολόκληρη η εικόνα επιστρέφει στο μυαλό, θυμίζουν αόριστα ένα παραμύθι ή ένα πίνακα ζωγραφικής που συμβολίζουν από μόνα τους κάτι και δίνουν βάθος στο κείμενο. Όπως όταν Εκείνος αποφασίζει να κόψει τις μισές σελίδες των βιβλίων τους, μία παρά μία, αφήνοντας τα μισά, χωρίς να βγάζουν νόημα, όπως το νόημα της ζωής τους που χάθηκε μετά το χωρισμό, ή όταν οι δυο τους διασχίζουν ένα μικρό δάσος κατά τη διάρκεια μιας καταιγίδας που θυμίζει το παραμύθι των Γκριμ, τον Χάνσελ και τη Γκρέτελ κάτω από έναν απειλητικό ουρανό. Το ότι δεν έχει δώσει ονόματα στους ήρωές του θα μπορούσε να είναι ένας ακόμα συμβολισμός· μέσα από αυτούς αναδύεται το διαχρονικό εκείνο λογοτεχνικό ζευγάρι που ο έρωτάς του απειλείται από τις συνθήκες της κάθε εποχής.

Μέσα στους επόμενους μήνες από τον χωρισμό τους, τα γεγονότα θα έχουν κάνει τον κύκλο τους και οι ήρωές του θα έχουν χάσει τις ψευδαισθήσεις τους. Όταν κάποια στιγμή συναντηθούν τυχαία μετά από μήνες σε μια καφετέρια στην παλιά γειτονιά τους, Εκείνος θα διαπιστώσει ότι η ζωή Εκείνης έχει πάρει μια νέα τροπή και ότι και η ίδια έχει αλλάξει και δείχνει ευχαριστημένη με αυτό. Εκείνος πάλι έχει βρει μόνος του και, δίχως να το έχει σκοπό, ένα είδος νηφαλιότητας στην οποία Εκείνη ήλπιζε για χρόνια δίχως να ξέρει πώς να την ορίσει και τι όνομα να της δώσει. Η νέα κατάσταση των πραγμάτων θα αλλάξει τη ζωή τους και θα δώσει άλλη τροπή στη σχέση τους. Την επαύριον, οι ήρωές του Προν θα λέγονται αλλιώς και ο αναγνώστης καλείται να ανακαλύψει το νέο τους όνομα.

Κατερίνα Τσιτσεκλή
 

* Ο Πατρίσιο Προν γεννήθηκε στο Ροσάριο της Αργεντινής το 1975 και σήμερα ζει και εργάζεται ως κριτικός λογοτεχνίας και συγγραφέας στη Μαδρίτη. Το έργο του έχει μεταφραστεί σε περισσότερες από οκτώ γλώσσες και έχει τιμηθεί με πολλές διακρίσεις. Το 2019 απέσπασε το Βραβείο Alfaguara καλύτερου μυθιστορήματος για το βιβλίο του Αύριο θα μας λένε αλλιώς.

 

Δευτέρα, 10 Μαΐου 2021

Το ποίημα της Δευτέρας: "Δάκρυα οργής" του Νίκου Σουβατζή




Δάκρυα οργής

Πριν γίνει ποίημα
ήταν ένα άγριο άλογο
στην απέραντη στέπα
Πριν γίνει ποίημα
ήταν ένας ανυπότακτος λύκος
στο χιονισμένο δάσος

Πριν γίνει ποίημα
ήταν μια σελίδα
από ημερολόγιο
επαναστατικού πολέμου
Πριν γίνει ποίημα
ήταν αετοφωλιά
σε απόκρημνο γκρεμό

Πριν γίνει ποίημα
ήταν άνεμος
σε πανιά πυρπολικού
Πριν γίνει ποίημα
ήταν δάκρυα οργής
στα μάτια του ποιητή


Νίκος Σουβατζής
από την ποιητική συλλογή του Ανατολική περίπολος


Παρασκευή, 23 Απριλίου 2021

Ποιητές και συνθέτες της Μεγάλης Εβδομάδας



Στα πρώτα χρόνια της εξάπλωσης του Χριστιανισμού, η Ανάσταση του Χριστού γιορταζόταν μαζί με το εβραϊκό Πάσχα, καθώς όμως ο Χριστιανισμός γινόταν κυρίαρχη θρησκεία, υπήρχαν πολλές αντιπαραθέσεις που οδήγησαν τελικά σε ξεχωριστό εορτασμό. Διαμάχες υπήρξαν και για το ποια μέρα ήταν πιο κατάλληλη, έως ότου επικράτησε η συνήθεια να γιορτάζουν την Ανάσταση την Κυριακή και όχι την Παρασκευή, ημέρα του πάθους του Χριστού, όπως επιθυμούσαν κάποιοι.

Το Πάσχα ήταν -και παραμένει- η πιο λαμπρή γιορτή του χριστιανικού εορτολογίου και λάμβανε χώρα σε μια εποχή του χρόνου όπου πραγματοποιούνταν η αναγέννηση της ζωής, μια εποχή με πολλούς συμβολισμούς από τα προϊστορικά χρόνια. Σύμφωνα με ένα αρχαίο Συριακό κείμενο των αρχών του τέταρτου αιώνα, που φέρει τον τίτλο «Η διδασκαλία των Αποστόλων», οι πιστοί ακολουθούσαν αυστηρή νηστεία από την Δευτέρα μέχρι την Πέμπτη του Πάσχα, τρώγοντας μόνο την ενάτη ώρα (προς το απόγευμα ) ψωμί και αλάτι,  ενώ τότε μόνο έπιναν νερό. Παρασκευή και Σάββατο δεν έτρωγαν τίποτε (nihil gu stantes).

Οι ύμνοι που ψάλλονταν την Μεγάλη Εβδομάδα ήταν έργο συλλογικό που αποκρυσταλλώθηκε στην διάρκεια των αιώνων. Οι ποιητές και οι συνθέτες που έφτιαξαν αυτούς τους ύμνους ήταν κατά βάση τα αδέλφια Ιωάννης Δαμασκηνός και Κοσμάς - Επίσκοπος Μαϊουμά, μιας πόλης της αρχαίας Φοινίκης. Άλλοι σημαντικοί συνθέτες τη μεγάλης εβδομάδας είναι η Κασσιανή, ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Σωφρόνιος , ο Πατριάρχης Μεθόδιος, ο Μάρκος ο Επίσκοπος Υδρούντος (πόλης της Ιταλίας), καθώς και ο Ρωμανός ο Μελωδός αλλά και ο αυτοκράτορας Λέων ο Σοφός, ενώ πολλοί ύμνοι έχουν συντεθεί από άγνωστους ποιητές τα ονόματα των οποίων δεν διασώθηκαν. Ο Ιωάννης Ο Δαμασκηνός συνέθεσε τον κανόνα (βασικό ύμνο) της Μεγάλης Δευτέρας, ο οποίος κατά παράδοση αναφερόταν στην διάβαση των Εβραίων από την Ερυθρά Θάλασσα. Στον κανόνα αυτόν, φαίνεται η συνέχεια της καινούριας θρησκείας που πήρε ατόφια την Βίβλο των Εβραίων, ακολουθώντας μια παράδοση αιώνων:

Τω την άβατον κυμαινομένη θάλασσα θείω αυτού προστάγματι αναξηράναντι, και πεζεύσαι δι’αυτής , τον ισραηλίτην λαώ καθοδηγήσαντι, κυρίω άσωμεν ενδόξως γαρ δεδόξασται.

(Τον Κύριο μας που αποξήρανε την άβατη κυματισμένη θάλασσα με το θείο του πρόσταγμα, και καθοδήγησε τον λαό των Ισραηλιτών να την περάσει πεζός, ας Τον δοξάσουμε, γιατί κάθε τιμή του αξίζει.)

Επειδή η Μεγάλη Παρασκευή ήταν πολύ σημαντική για τους πιστούς, την μέρα αυτή ψάλλονταν οι πιο συγκινητικοί ύμνοι, όπως το ποίημα του Γεώργιου Ακροπολίτη (13ος αι) «Τον ήλιον κρυψαντα». Το ποίημα μάς έχει παραδοθεί με τον τίτλο «Carmen in magnum sabbatum- Στιχηρόν ψαλλόμενον τω αγίω και Μεγάλω Σαββάτω» και ψάλλεται μέχρι σήμερα, σύμφωνα με την παράδοση, κατά την διάρκεια της περιφοράς του επιταφίου, συνήθως στα μοναστήρια. Το κείμενο του ποιήματος προέρχεται από μια συγκλονιστική ομιλία του Επιφανίου επισκόπου Σαλαμίνος Κύπρου (4ος-5ος αιώνας) με τίτλο «Λόγος εις την θεόσωμον ταφήν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και εις τον Ιωσήφ τον Αριμαθαίας», όπου χρησιμοποιείται επαναλαμβανόμενα η φράση «δος μοι τούτον τον ξένον». Οι στίχοι έχουν ως εξής:

Τον ήλιον κρύψαντα τας ιδίας ακτίνας και το καταπέτασμα του ναού διαρραγέν τω του Σωτήρος θανάτω ο Ιωσήφ θεασάμενος, προσήλθε τω Πιλάτω και καθικετεύει λέγων∙ Δος μοι τούτον τον ξένον, τον εκ βρέφους ως ξένον ξενωθέντα εν κόσμω. Δος μοι τούτον τον ξένον, ον ομόφυλοι μισούντες θανατούσιν ως ξένον. Δος μοι τούτον τον ξένον, ον ξενίζομαι βλέπειν του θανάτου το ξένον. Δος μου τούτον τον ξένον, όστις είδε ξενίζειν τους πτωχούς και τους ξένους. Δος μοι τούτον τον ξένον, ον Εβραίοι τω φθόνω αποξένωσαν κόσμω. Δος μοι τούτον τον ξένον,ίνα κρύψω εν τάφω ος ως ξένος ου έχει την κεφαλήν που κλίνη… Και τούτοις τοίνυν τοις λόγοις δυσωπών τον Πιλάτον ο ευσχήμων λαμβάνει του Σωτήρος το σώμα , ο και φόβω εν σινδόνι ενειλήσας και σμύρνη κατέθετο εν τάφω…

(Ο Ιωσήφ, όταν είδε τον ήλιο να κρύβει τις ακτίνες του και το καταπέτασμα του ναού να σχίζεται με το θάνατο του Σωτήρα, επισκέφθηκε τον Πιλάτο και τον παρακαλεί με αυτά τα λόγια: Δος μου αυτόν τον ξένο, ο οποίος από βρέφος ζούσε σ’ αυτόν τον κόσμο αποξενωμένος και περιπλανώμενος. Δος μου αυτόν τον ξένο, τον οποίο μισώντας οι ομόφυλοι του θανατώνουν θεωρώντας τον ξένο. Δος μου αυτόν τον ξένο, του οποίου το παράδοξο βλέποντας νιώθω παράξενα. Δος μου αυτόν τον ξένο, ο οποίος ξέρει να φροντίζει του φτωχούς και τους ξένους. Δος μου αυτόν τον ξένο, τον οποίο οι Εβραίοι από φθόνο αποξένωσαν από τον κόσμο. Δος μου αυτόν τον ξένο, για να τον κρύψω στον τάφο, αφού ως ξένος δεν έχει πού ν ‘ ακουμπήσει την κεφαλή του… Και με αυτά τα λόγια παρακαλώντας τον Πιλάτο, ο άρχοντας Ιωσήφ λαμβάνει το σώμα του Σωτήρα. Αφού ευλαβικά το τύλιξε σε σεντόνι και το άλειψε αρώματα, το κατέθεσε στο τάφο…)

Το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου γινόταν ολονυκτία μέχρι τις τρεις το πρωί, όταν άρχιζαν να λαλούν τα κοκόρια (αλεκτροφωνία). Όλη τη νύχτα διαβάζονταν ευχές, προφητείες, το ευαγγέλιο και ψαλμούς με φόβο και τρόμο όπως σημειώνεται στα κείμενα.

Η ολονυκτία του Πάσχα τελείωνε με την Θεία Ευχαριστία, στην διάρκεια της οποίας άναβαν όλες οι καντήλες και ο ναός πλημύριζε από φως. Ένα ακόμα κείμενο που παρουσιάζει τον τρόπο με τον οποίο γινόταν η "Πασχάλιος ακολουθία" είναι το περίφημο ποίημα του Μελίτωνα Σαρδέων (166-180) "Περί Πάσχα" ενώ,  σύμφωνα με τον Αστέριο τον Σοφιστή (337-341) που έζησε στη περιοχή της Αντιόχειας,  η νύχτα του Πάσχα είναι «φωτός πεπληρωμένη» και «αστραπής φαεινοτέρα». 

Την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου, όταν πια ο Χριστιανισμός είχε γίνει το επίσημο δόγμα της αυτοκρατορίας, η γιορτή του Πάσχα τελούνταν με την μέγιστη δυνατή λαμπρότητα και οι λαμπάδες πυρός φώτιζαν όλο τον τόπο, όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά σε κάποια πηγή «ως λαμπάς ημέρας τηλαυγεστέραν την μυστικήν διανυκτέρευσιν επιτελείσθαι». Η φωταγώγηση που ήταν το χαρακτηριστικό της ημέρας, φαίνεται και στους ύμνους που ακούγονται μέχρι σήμερα το βράδυ της ανάστασης. Η σύνθεση πολλών από τους ωραιότερους ύμνους της ανάστασης είναι έργο των ετεροθαλών αδερφών Ιωάννη Δαμασκηνού και Κοσμά Μαϊουμά. Ο πατέρας τους. Ιωάννη Σέργιος Μανσούρ, υπουργός οικονομικών του χαλίφη των Αράβων, είχε υιοθετήσει τον Κοσμά που αναδείχτηκε σε έναν από τους κορυφαίους υμνογράφους του Βυζαντίου. Τα δύο αδέρφια ξεκίνησαν να συνθέτουν τον κανόνα της Αναστάσεως και, όταν ο Κοσμάς άκουσε το «Νυν πάντα πεπλήρωνται φωτός», αναπήδησε από τη χαρά του δεχόμενος αμέσως να χρησιμοποιείται το χαρούμενο κείμενο του αδελφού του αντί για το δικό του, που μιλούσε για την κάθοδο του Ιησού στον Άδη. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός εμπνεύστηκε αυτόν τον φωτεινό ύμνο κλεισμένος μέσα σε κάποια σπηλιά, όπου ασκήτευε. Εκεί βρέθηκε σε έκσταση, σύμφωνα με την παράδοση, βλέποντας σε όραμα το φως για το οποίο μιλά στον κανόνα. Τα λόγια προέρχονται από έναν Πανηγυρικό λόγο του Γρηγόριου του Θεολόγου, που τα προσάρμοσε κατάλληλα ο Ιωάννης, ώστε να βγει ένα λαμπρό αποτέλεσμα:

Νυν πάντα πεπλήρωνται φωτός, ουρανός τε και γη και τα καταχθόνια, εορταζέτω γουν πάσα κτίσις την έγερσιν Χριστού, εν ή εστερέωται.

(Τα πάντα σήμερα είναι γεμάτα από το φως της Ανάστασης, ο ουρανός η γη κι ο Άδης. Όλη η κτίση ας πανηγυρίσει του Χριστού την Ανάσταση, με την οποία η πίστη είναι σφαλισμένη.)

Αύτη η κλητή και αγία ημέρα, η μία των Σαββάτων, η βασιλίς και κυρία, εορτών εορτή, και πανήγυρις εστί πανηγύρεων, εν η ευλογούμεν Χριστόν εις τους αιώνας.

(Αυτή η επίσημη και άγια μέρα, η πρώτη της εβδομάδος, η βασίλισσα όλων των ημερώ, η γιορτή η πιο μεγάλη απ’ τις γιορτές και η πανήγυρις η πιο μεγάλη απ’όλες τις πανηγύρεις, κατά τη οποία ευλογούμε αιώνια τον Χριστό.)

Καθαρθώμεν τας αισθήσεις και οψόμεθα τω απροσίτω φωτί της αναστάσεως Χριστόν εξαστράπτοντα και χαίρετε φάσκοντα τρανώς ακουσόμεθα, επινίκιον άδοντες


(Με καθαρές τις αισθήσεις ας αντικρύσουμε μέσα στο απρόσιτο φως της Ανάστασης τον Χριστό ολόλαμπρο και θ’ ακούσουμε καθαρά να μας λέει, χαίρετε, καθώς θα ψάλουμε τον επινίκιο ύμνο. )

Η ενάτη ωδή του κανόνα προέρχεται από απόσπασμα ενός κειμένου του προφήτη Ησαΐα που διείδε τον ερχομό του Μεσσία:

Φωτίζου, φωτίζου η νέα Ιερουσαλήμ, η γαρ δόξα Κυρίου επί σε ανέτειλε. Χόρευε νυν και αγάλου Σιών, συ δε αγνή τέρπου Θεοτόκε, εν τη εγέρσει του τόκου σου.

(Φωτίζου, φωτίζου η νέα Ιερουσαλήμ, η Εκκλησία του Χριστού, γιατί σε σένα ανέτειλε σαν φως η δόξα του Κυρίου. Τώρα νέα Σιών χόρευε και γέμισε με αγαλλίαση. Και συ, αγνή Θεοτόκε, ευφραίνου για την ανάσταση του γιου σου.)

Το εκτυφλωτικό φως και η χαρά είναι τα κυρίαρχα στοιχεία των ακολουθιών που γιορτάζουν την Ανάσταση:

Σε την φαεινήν λαμπάδα, και Μητέραν του Θεού, την αρίζηλον δόξαν, και ανωτέραν πάντων των ποιημάτων, εν ύμνοις μεγαλύνομεν

(Εσένα Παναγία Παρθένε, που είσαι η φωτεινή λαμπάδα και Μητέρα του Θεού, εσένα που είσαι η μεγαλύτερη και πιο αξιοζήλευτη δόξα στον κόσμο, κι ανώτερη απ’όλα τα δημιουργήματα του Θεού, με ύμνους σε μεγαλύνουμε.)

Αναστάσεως ημέρα, και λαμπρυνθώμεν τη πανηγύρει, και αλλήλους περιπτυξώμεθα. Είπωμεν αδελφοί, και τοις μισούσιν ημάς∙ Συγχωρήσωμεν πάντα τη Αναστάσει, και ούτω βοήσωμεν∙ Χριστός ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας, και τοις εν τοις μνήμασι, ζωήν χαρισάμενος .

(Ημέρα της Ανάστασης, ας λάμψουμε από χαρά για αυτή τη γιορτή. Αδέρφια ας αγκαλιαστούμε, κι ας πούμε σε όσους μας μισούν αγκαλιάζοντας ο ένας τον άλλο. Ας πούμε αδελφοί και σ’αυτούς που μας μισούν: συγχωρεμένα όλα να' ναι για χάρη της Ανάστασης∙ κι ας φωνάξουμε μ’όλη μας την ψυχή: ο Χριστός αναστήθηκε απ’ τους νεκρούς, πατώντας με τον θάνατο του τον θάνατο, και χαρίζοντας τη ζωή, σ’ όσους βρίσκοντταν στα μνήματα.)


Απόστολος Σπυράκης


Πηγές:

1. https://neospalamedes.blogspot.com/2015/04/il-troparion-dammi-questo-straniero-dos.ht
2. http://www.myriobiblos.gr/texts/greek/papadopoulos_music_per3_2.html
3. http://www.apostoliki-diakonia.gr/gr_main/catehism/theologia_zoi/themata.asp?cat=afier&NF=1&contents=contents_Easter.asp&main=Easter&file=10.htm
4. https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/09/carmen-in-magnum-sabbatum.pdf
5. https://orthodoxfathers.com/logos/Agion-Pascha-Agiou-Grigoriou-tou-Theologou
6. https://www.freemonks.gr/index.php?page=com&lang=1&id=147
7. http://www.orp.gr/wordpress/?p=77
8. http://www.imkby.gr/index.php/2013-01-24-14-25-55/imnoi-kai-texni/758-anastaseos-imera 


Καλό Πάσχα και καλή Ανάσταση σε όλους!
Ραντεβού στις 10 Μαΐου.






Τετάρτη, 21 Απριλίου 2021

«Οίμοι, λέγουσα» της Αγγελικής Σιδηρά

Η παραπομπή του τίτλου της συλλογής στο Δοξαστικό των Αποστίχων της Κασσιανής προϊδεάζει τον αναγνώστη για το βάθος του πόνου που θα αντικρίσει, διαβάζοντας τη συλλογή. Παλιά πίστευα πως ο θάνατος είναι απλώς συνέχεια της ζωής, έχοντας χάσει τη μητέρα μου προτού ακόμα κλείσω διψήφιο αριθμό γενεθλίων και μια δεκαετία μετά τον παππού και τη γιαγιά μου, οι οποίοι πρακτικά με μεγάλωναν – και αφού είχα επιζήσει από όλα αυτά. Όταν όμως απέκτησα η ίδια παιδιά, με τρόμο συνειδητοποίησα ότι ο θάνατος που είναι πραγματικά αβάσταχτος είναι ο πιθανός θάνατος ενός από τα παιδιά σου.

Για έναν τέτοιο θάνατο μιλά η Αγγελική Σιδηρά στο «Οίμοι, λέγουσα», συγκεκριμένα τον θάνατο του γιου της. Όσοι τη γνωρίζουμε προσωπικά, ξέρουμε πόσο της έχει στοιχίσει, πώς έχει μετατραπεί η ίδια σε φάντασμα, πώς προσπαθεί με την τέχνη της να ξορκίσει την οδύνη. Γιατί αυτό είναι και τούτη η συλλογή: μια προσπάθεια να εκφράσει λίγο από τον πόνο που κάνει την καθημερινότητά της έναν αβάσταχτο Γολγοθά.

Όμως η Σιδηρά είναι εξαιρετική ποιήτρια. Κατά τη γνώμη μου δεν έχει τιμηθεί όσο της αξίζει, καθώς δεν έχει σε τίποτα να ζηλέψει άλλες ποιήτριες και άλλους ποιητές της γενιάς της που βρήκαν μεγαλύτερη αναγνώριση από την Πολιτεία και το κοινό. Και επειδή ακριβώς είναι εξαιρετική ποιήτρια, κατορθώνει να μιλήσει για τον πόνο της κάνοντας το προσωπικό της βίωμα διάφανο και αναγάγοντάς το σε κάτι πανανθρώπινο και οικουμενικό. Η μητέρα που θρηνεί είναι άλλωστε ένα από τα αρχέτυπα που έχουν ενσωματωθεί στην κουλτούρα όλων των σύγχρονων λαών – και όχι μόνο μέσω της θρησκείας. Και πώς αλλιώς, δύο παγκόσμιους πολέμους μετά;

Ας επιστρέψουμε όμως στη συλλογή. Ο πόνος, ειδικά όταν είναι βαθύς, είναι δύσκολο να εκφραστεί, επειδή νεκρώνει ένα μεγάλο κομμάτι της ψυχής. Το ξέρει αυτό η ποιήτρια, γι’ αυτό και γράφει:

Κι όσο για την ψυχή μου;
Οι λυγμοί της σκάβουνε
τα σπλάχνα μου. Χτίζουν εντός μου
σταλακτίτες, σταλαγμίτες.

Μεταμορφώνομαι αργά αργά
Σε πέτρα.

(«Μετάλλαξη», απόσπασμα)

Όμως εξακολουθεί να διαπερνά το καθετί. Ειδικά ο πόνος που βλασταίνει από το άδικο μιας στιγμής και θρέφεται από την ανάμνηση. Διαποτίζει κάθε στιγμή, ακόμη και τις πιο χαρούμενες. Στο ποίημα «Τρίγωνα κάλαντα», η ποιήτρια μας δίνει την εικόνα του γιου της όπως τον θυμάται όταν έλεγε τα κάλαντα («η φωνή σου διαπερνά δεκάδες χρόνια»), για να δώσει αμέσως μετά την εικόνα των εγγονιών της που λένε τα κάλαντα και να καταλήξει:

Τρίγωνο ορθογώνιο η ζωή μου.
Η μια πλευρά της το μετά
Η άλλη το πριν
Και υποτείνουσα η άθλια στιγμή.

Με τέτοιου είδους λεκτικά σχήματα, που βασίζονται στο προσωπικό στοιχείο του βιώματος, αλλά συγχρόνως το υπερβαίνουν, καταφέρνει η ποιήτρια να γράψει ποιήματα που αφορούν τον καθένα.

Ο γιος της, ο Αλέξης της, καθρεφτίζεται στο πρόσωπο της εγγονής της, την οποία κάθεται και κοιτάζει όλη νύχτα:

Και τότε εκείνος ξαναζωντανεύει
Μάνα! μου λέει,
Είμ’ εδώ στο πρόσωπό της,
Στα μαλλιά, στα χέρια της.

Μάνα! μου ξαναλέει,
Δεν έφυγα. Μην κλαις!

(«Ομοιότης», απόσπασμα)

Όμως η εγγονή της η Τζωρτζίνα όπως και ο εγγονός της ο Θοδωρής, του οποίου δύο σκίτσα από διαφορετικές χρονικές στιγμές κοσμούν τη συλλογή, δίνουν αναπόφευκτα ερεθίσματα που μεγεθύνουν τον πόνο:

Αυτό που με πληγώνει
Είναι η άσπρη κόλλα
Που έδωσε πίσω η Τζωρτζίνα
Στη δασκάλα της
Όταν της βάλαν έκθεση με θέμα:
«Ο πατέρας μου».

(«Η έκθεση», απόσπασμα)

Η συντριβή είναι φυσικά διαρκής και ατελείωτη, και μένει ζωντανή με καθετί μικρό, όπως τον τρόπο που την προσφωνούν τα άλλα δύο παιδιά της: ο μικρότερος Κουλιώ («και ξαναγίνομαι μικρή κι εκείνος μεγαλώνει, ο προστάτης μου»), ο πιο μεγάλος «μαμά», όμως ο σκοτωμένος γιος ήταν ο μόνος που τη φώναζε «μάνα» και την ταύτιζε με τον υπέρτατό της ρόλο:

Τώρα ίσως καταλάβατε
γιατί θρηνώ. «Μάνα» ποτέ,
ποτέ δεν πρόκειται να ξανακούσω.

(«Προσφώνηση», απόσπασμα)

Η ποιήτρια φτάνει στο σημείο να παρακαλά για τον δικό της θάνατο:

Πίνω το χάπι μου:
Καλώς να ‘ρθείς, αγόρι μου.
Κλείνω τα μάτια μου
Και μ’ αγωνία σε προσμένω.

(«Ασυνέχεια», απόσπασμα).

Αν ο πόνος ήταν ένας χάρτης, η Αγγελική Σιδηρά θα είχε φτιάξει τον πιο λεπτομερή. Μέσα από τα 25 ποιήματα της συλλογής, μας δίνει το ακριβές της στίγμα, σκιαγραφώντας ταυτόχρονα μια ζωή σπαραγμένη από τον πόνο. Τι μένει, όταν μας εγκαταλείπει κάποιος πολύ αγαπημένος; Ένα αβάσταχτο κενό, αβάσταχτο όπως η μοναξιά που ακολουθεί.

Τα παιδιά που χάνονται κληροδοτούν έναν άλλον τύπο ορφάνιας στους γονείς τους. Είναι μια ορφάνια από την ανάποδη, το ίδιο όμως ανελέητη με την κανονική. Το ποίημα που ακολουθεί, με το οποίο θα κλείσω το σύντομο αυτό κείμενο, μιλά κι αυτό για ορφάνια:

ΤΟ ΧΡΥΣΟΨΑΡΟ

                         Στην Τζωρτζίνα

Έδωσε τ’ όνομά του στο χρυσόψαρο
Που της χαρίσανε. Αλέξης.
Σαν σήμερα θα γιόρταζες.
Ακυρωμένες οι βουβές ευχές μας
Ταράζουν τα στάσιμα νερά του ενυδρείου.
Το κορίτσι κολλάει
Το θλιμμένο προσωπάκι του στο τζάμι.
Τα μαλλιά της, χρυσή βροχή,
Διαψεύδουν την ορφάνια της
Και την υγρή εκείνη μοναξιά
Στον διακοσμημένο τάφο.
Αλέξη! φωνάζει στο χρυσόψαρο
Και ύστερα σιγά σιγά
Για να μην ακούσουμε οι άλλοι:
Χρόνια πολλά, μπαμπά μου! ψιθυρίζει.


Χριστίνα Λιναρδάκη


Δευτέρα, 19 Απριλίου 2021

Το ποίημα της Δευτέρας: "Το σανδάλι" του Ντέμη Κωνσταντινίδη




Το σανδάλι

Η φωνή του λαχειοπώλη
διαπεραστική πρωί πρωί
μες στην κατάμεστη αίθουσα:
"Ποιος θέλει τρία εκατομμύρια;
Τρία εκατομμύρια!... ποιος τα θέλει;"
Ρουφώ τη σοκολάτα μου απαθής
κοιτώντας κλεφτά προς τη στάση
του ΚΤΕΛ απέναντι.
Τακτοποιεί την εμπριμέ βαλίτσα της
έτοιμη για το μεγάλο ταξίδι.
Ισιώνει τα πυκνά μαλλιά της.
Ένα απαλό αεράκι
μου δροσίζει το σβέρκο.
Στους ανεμιστήρες της οροφής
αναγνωρίζω τις λαιμητόμους.



Ντέμης Κωνσταντινίδης
από την εκτός εμπορίου συλλογή του Οι ψυχές αυτές μένουν απούλητες





Παρασκευή, 16 Απριλίου 2021

"Οι αδέσποτοι - εις μνήμην απόντων Ποιητών"

  

            (…) Ανθρώπινη επινόηση ο χρόνος. Δεν υπάρχει.

Κίνηση μόνο και φθορά σ’ όλα τα σύμπαντα.[1]

Οι αδέσποτοι είναι η τρίτη ποιητική συλλογή του Νίκου Δόικου με την οποία καταπιάνομαι τον τελευταίο καιρό και αυτό μου δίνει την σπάνια ομολογουμένως ευκαιρία να έχω αυτό που θα λέγαμε μια γενικότερη αίσθηση, μια άποψη για ό,τι πλανάται πάνω από τους στίχους. Η τρυφερότητα και οι «στρογγυλεμένες γωνίες» στην σκέψη του Νίκου Δόικου είναι κι εδώ παρόντα, όπως επίσης και το αρκούντως πομπώδες ύφος που τελικά αποτελεί ένα είδος ιδιότυπης υπογραφής και που από ένα σημείο και μετά ενσωματώνεται στην συνολική οπτική και δεν βαραίνει.

Το πρώτο ενδιαφέρον στοιχείο σ’ αυτή τη συλλογή που ταυτόχρονα αποτελεί και συνολικό leitmotif στη δουλειά του Δόικου είναι η επίκαιρη διάσταση της γραφής του. Εγωκεντρική; Πέραν πάσης αμφιβολίας, αλλά επίσης και βαθιά, ανυπέρβλητα ανθρωποκεντρική, με το βλέμμα σχεδόν αποκλειστικά στραμμένο στο άτομο του σήμερα, του τώρα. Η έμπνευση αντλείται από τα συμβαίνοντα, από το περίγραμμα μιας πραγματικότητας που διαρκώς μεταβάλλεται και που συχνά κινείται στα άκρα, οι στίχοι του Δόικου επιχειρούν μια απεικόνιση της αγωνίας του περιβάλλοντος, ρεαλιστικής όσο και υπαρξιακής. Υπάρχει δράση στα ποιήματά του και φως, συμβαίνουν πράγματα. Με πολλά ρήματα και ελάχιστα σημεία στίξης, με ενδιαφέρουσα αφηγηματικότητα και κάποιες φορές ακόμα και σασπένς, δημιουργείται αγωνία, παράγεται ένταση. Αυτό είναι κέρδος.

Ο Νίκος Δόικος προσβλέπει σε μια ισορροπία ανάμεσα στο παρελθόν που μας κυνηγάει και ταυτόχρονα μας διδάσκει, και στο παρόν που είναι το μόνο πραγματικά ρεαλιστικό χαρτί μας σ’ ένα παιχνίδι που κλίνει ξεκάθαρα υπέρ της αλλοτρίωσης. Η εικόνα του κόσμου όπως σκιαγραφείται στους αδέσποτους είναι ζοφερή μεν, αναστρέψιμη δε, ο άνθρωπος είναι αυτός που θα κάνει όλες τις ανατροπές που χρειάζονται και που στο τέλος θα δικαιωθεί από τις επιλογές του. Η συλλογή έχει ένταση επειδή ο Νίκος Δόικος προσπαθεί και τελικά επιτυγχάνει να πλησιάσει μεταξύ τους την ανάμνηση και τα παρόντα δεδομένα που συνεχώς ανατρέπονται και μάλιστα με ταχύτητες τέτοιες που δεν αφήνουν ίχνη, δεν έχουν παρελθόν, ούτε αποτύπωμα. Βρισκόμενος λοιπόν μετέωρος ανάμεσα σε κάτι που δεν υπάρχει πλέον και σε κάτι που αύριο δεν θα θυμάται κανείς, ο ποιητής προσπαθεί να τοποθετηθεί στον χώρο και ταυτόχρονα να οριοθετηθεί από αυτόν. Δεν είναι εύκολο το εγχείρημα και στο τέλος θα καταμετρηθούν απώλειες, αν όμως ο αναγνώστης βρεθεί να αναρωτιέται και να σπρώχνει τα όρια από το ίδιο του το μέλλον, τότε Οι αδέσποτοι θα έχουν θετικό πρόσημο.

 

Παρακάτω σημειώνω ένα από τα ποιήματα που μου άρεσαν περισσότερο:

Της Μιμής[2]

Όπως τα μάρμαρα

η σμίλη του γλύπτη,

όπως τις πόρπες

το καλέμι του αργυροχρυσοχόου,

τα χέρια σου ο χρόνος χαϊδεύει

σαν το νερό που το χώμ’ αυλακώνει

            κι ανθίζουν όλα κι ομορφαίνουν.


Κρις Λιβανίου

[1]Νίκος Δόικος, Οι αδέσποτοι – εις μνήμην απόντων Ποιητών, εκδ. Κοράλλι, Αθήνα 2020, στ. 14-15, σελ. 63.

[2] σελ. 53.

Τετάρτη, 14 Απριλίου 2021

Η Άννα Κομνηνή κατά των Σταυροφόρων

Στις 12 Απριλίου 1204, οι Σταυροφόροι καταλαμβάνουν την Κωνσταντινούπολη σηματοδοτώντας την αρχή του τέλους της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Πολλά χρόνια πριν, η Άννα Κομνηνή τούς παρατηρούσε να έρχονται κατά σμήνη αναγκάζοντας τον πατέρα της Αλέξιο Κομνηνό να κινητοποιήσει όλες τις διαθέσιμες δυνάμεις που είχε:

Ποιος δεν θυμάται τα άπειρα εκείνα πλήθη των Κελτών που κατέκλυσαν τη βασιλεύουσα τότε που ξεσηκώθηκαν από τα μέρη τους κι όρμησαν στα δικά μας; Τότε εκείνος έπεσε σε πέλαγος φροντίδων αχανές: γνώριζε από καιρό ότι εκείνοι ονειρεύονταν τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία έβλεπε πως ήταν πλήθος μεγαλύτερο από την άμμο και τ’ άστρα ήξερε πως ολόκληρο το ρωμαϊκό στράτευμα δεν έφτανε ούτε στο πολλοστημόριο των δικών τους δυνάμεων. Ακόμα και να συγκεντρωνόταν όλο μαζί και πολύ περισσότερο που στο μεγαλύτερο μέρος τους ήταν διασπαρμένοι: άλλοι φρουρούσαν τις κοιλάδες της Σερβίας και τη Δαλματίας, άλλοι βρίσκονταν στον ίστρο φυλάγοντας τα σύνορα από τις επιδρομές των Κομάνων και των Δακών και πολλοί είχαν αναλάβει να φρουρούν το Δυρράχιο για να μην πέσει στα χέρια των Κελτών . Αυτά έβλεπε ο αυτοκράτορας και δόθηκε ολόκληρος στην αντιμετώπιση του προβλήματος βάζοντας όλα τα άλλα σε δεύτερη μοίρα.

Το κράτος των Βυζαντινών βρισκόταν σε δύσκολη θέση μετά την ήττα τους στο Ματζικέρτ (1071) από τους Σελτζούκους Τούρκους,  όταν ξεκίνησε από τα δυτικά, με παρακίνηση του Πάπα, η πρώτη Σταυροφορία (1096-1099). Η Άννα Κομνηνή, που περιφρονούσε βαθιά τους σταυροφόρους, γράφει στην Αλεξιάδα (μετάφραση Αλόης Σιδέρη, εκδόσεις Άγρα 1990):

Κάποιος Κέλτης, Πέτρος το όνομα, επονομαζόμενος Κουκούπετρος... κατόρθωσε να συγκεντρώσει από παντού τους Κέλτες που άρχισαν να καταφθάνουν καθένας από τα μέρη του με τα όπλα τους και τα άλογα τους κι όλη την άλλη πολεμική προπαρασκευή. Γεμάτοι ζήλο και ορμή πλημμύριζαν όλους τους δρόμους. Τους Κέλτες εκείνους στρατιώτες ακολουθούσαν άνθρωποι άοπλοι, πλήθος αμέτρητο σαν την άμμο και σαν τα’ άστρα με φοινικόκλαδα και σταυρούς στους ώμους, γυναίκες και παιδιά που είχαν εγκαταλείψει τα σπίτια τους. Ήταν σαν να ‘βλεπες ποτάμια να συρρέουν από παντού και, περνώντας ως επί το πλείστον από τη Δακία, να ορμάνε πανστρατιά στα δικά μας εδάφη
.

Το έργο της Άννας Κομνηνής (1083-1153) αποτελεί την πρώτη απόπειρα γυναίκας στην Ευρώπη να γράψει ιστορικό έργο. Μετά από μια αποτυχημένη προσπάθεια να πάρει τον θρόνο από τον αδερφό της Ιωάννη, εξορίστηκε στην Μονή της Κεχαριτωμένης στην Κωνσταντινούπολη όπου και έμεινε για μεγάλο χρονικό διάστημα μελετώντας τους αρχαίους συγγραφείς. Στον πρόλογο του βιβλίου της, φτιάχνει ένα πορτρέτο του εαυτού της και εξηγεί τον τρόπο με τον οποίο δούλεψε:

...εγώ η Άννα κόρη των βασιλέων Αλεξίου και Ειρήνης, πορφυρογέννητη και πορφυροθρεμμένη, όχι άμοιρη γραμμάτων, αλλά με σοβαρότατη σπουδή των ελληνικών, χωρίς να έχω παραμελήσει ούτε τη ρητορική και αφού διάβασα προσεκτικά τόσο τα έργα του Αριστοτέλη όσο και τους διαλόγους του Πλάτωνος και κόσμησα το πνεύμα μου με τα μαθηματικά, την αστρονομία και τη μουσική... γι' αυτό και θέλω με το σύγγραμμα μου αυτό, να εξιστορήσω τα έργα του πατέρα μου...

Όλο το ιστορικό υλικό που έχω συλλέξει, ας είναι μάρτυς μου ο Θεός και η υπερκόσμιος μήτηρ αυτού και δική μου δέσποινα – το μάζεψα από ορισμένα ασήμαντα κείμενα γραμμένα χωρίς καμιά φιλοδοξία ύφους από κάποιους γέροντες που είχαν χρηματίσει στρατιώτες τον καιρό που ο πατέρας μου κρατούσε τα σκήπτρα των Ρωμαίων κι αργότερα είχαν εγκαταλείψει τη τύρβη της κοσμικής ζωής για να μεταβούν στη γαλήνια κατάσταση των μοναχών. Τα γραπτά εκείνα που έπεσαν στα χέρια μου είχαν ύφος απλό και αφελές, μόνος σκοπός τους ήταν η αλήθεια, δεν έκανα καμιά επίδειξη κομψότητας κι ούτε ήταν φορτωμένα με ρητορικά σχήματα. Αλλά και οι προφορικές διηγήσεις των γερόντων ήταν όμοιες με τις γραπτές και στο σκοπό και στην έκφραση∙ μέσω αυτών μπορούσα να ελέγχω την αλήθεια της ιστορίας μου, παραβάλλοντας και επαληθεύοντας τα ιστορούμενα από μένα με τα λεγόμενα τους και τα δικά τους με τα δικά μου που εγώ τα είχα ακούσει πολλές φορές από τον πατέρα και τη μητέρα μου και τους προς πατρός θείους μου. Απ' αυτά όλα έχει συνυφανθεί ολόκληρο το σώμα της αλήθειας.


Στο βιβλίο αντικατοπτρίζεται το πνεύμα της εποχής, όπου οι θρησκευτικές δοξασίες κυριαρχούσαν και οι βασιλιάδες έδιναν μεγάλη σημασία στους οιωνούς και στα όνειρα:

Στον ουρανό εμφανίστηκε ένας μεγάλος κομήτης, ο μεγαλύτερος που είχε φανεί ποτέ. Άλλοι τον παρομοίαζαν με μικρό δοκάρι κι άλλοι με ακόντιο. Έπρεπε, είν’ αλήθεια, τα παράδοξα που επρόκειτο να μας αναστατώσουν να δηλωθούν άνωθεν με ένα είδος προεξαγγελτικού προοιμίου. Επί σαράντα ολόκληρα μερόνυχτα μπορούσε κανείς να βλέπει ο ολοκάθαρα τον κομήτη, που μάλιστα παρουσιαζόταν ν’ ανατέλλει από τη Δύση και να κατευθύνεται προς στην Ανατολή. Τρομοκρατημένοι όσοι τον έβλεπαν, ζητούσαν να μάθουν ποιο προμήνυμα έφερνε. Ο αυτοκράτορας εξ άλλου, μολονότι δεν έδινε προσοχή σε κάτι τέτοια και πίστευε πως προέρχονται από κάποια φυσική αιτία, όμως ρωτούσε τους ειδικούς στα θέματα αυτά. Κάλεσε μάλιστα και τον Βασίλειο που είχε πρόσφατα αναλάβει το αξίωμα του δημάρχου του Βυζαντίου (ο άνθρωπος αυτός έδειχνε μεγάλη αφοσίωση στον αυτοκράτορα), και τον ρωτούσε για το άστρο που είχε εμφανιστεί. Εκείνος επιφυλάχτηκε ν’ απαντήσει την επαύριον κι επέστρεψε στο κατάλυμα του, ένα παλαιό ιερό του ευαγγελιστή Ιωάννη, όπου βάλθηκε να παρατηρεί το άστρο τη στιγμή που επρόκειτο να δύσει ο ήλιος. Ενώ το μελετούσε, κουράστηκε απ’ την πολλή σκέψη και τον πήρε ο ύπνος. Τότε είδε τον άγιο στολισμένο με ιερά άμφια. Καταχαρούμενος ο Βασίλειος, φαντάστηκε πως δεν βλέπει πια όνειρο, αλλά οπτασία. Είχε αναγνωρίσει τον Άγιο και τον κατέλαβε δέος. Τρέμοντας όλος τον παρακάλεσε να του φανερώσει τι προμηνούσε το άστρο. «Κινήσεις των Κελτών προμυνάει το άστρο», είπε ο Άγιος «κι η εξαφάνιση του θα φανερώσει την αποχώρησή τους από δω».

Ορισμένοι ιστορικοί, όπως ο περίφημος Eduard Gibbon, θεωρούσαν ότι η Αλεξιάδα στερούνταν σοβαρότητας επειδή είχε γραφτεί από γυναίκα, όμως σήμερα το έργο της γνωρίζει την αποδοχή που του αξίζει. Ο άγγλος ιστορικός E. R. A. Sewter αναφέρει ότι η Αλεξιάδα είναι «ένα έξοχο ανάγνωσμα, μια μαρτυρία πιο γνήσια, πιο ζωντανή, πιο συναρπαστική από όλες όσες γράφτηκαν την ίδια εποχή από Λατίνους συγγραφείς στη Δύση». Άλλοι ειδικοί όπως ο John C. Carr στο βιβλίο του Η Δυναστεία των Κομνηνών (εκδόσεις Ψυχογιός 2020), θεωρούν την αφήγηση της Άννας Κομνηνής περισσότερο λογοτεχνική παρά ιστορική. Εκτός από τις αναφορές στον πατέρα της, σε κάποιες σελίδες συναντούμε και περιγραφές της μητέρας της Ειρήνης, μιας γυναίκας που στέκονταν πάντα δίπλα στον ηγέτη του Βυζαντίου:

Ο δεύτερος και σημαντικότερος λόγος για να συνεκστρατεύσει η βασίλισσα ήταν ότι ο αυτοκράτορας χρειαζόταν αδιάκοπη φρούρηση από ένα είδος πολυόματη δύναμη γιατί από παντού ξεφύτρωναν πολλοί επίβουλοι εχθροί του: κι η νύχτα τον επιβουλευόταν, και το μεσημέρι, και το βράδυ του φύλαγε κάποιο κακό και το πρωί μπορούσε να φέρει τα χειρότερα – μάρτυς μου ο Θεός. Δεν έπρεπε λοιπόν ο βασιλιάς, που τόσα κακά τον παραμόνευαν, να φρουρείται από χιλιάδες μάτια τη στιγμή που κάποιοι τέντωναν εναντίον του τα τόξα τους, άλλοι ακόνιζαν το ξίφος κι άλλοι, όταν δεν μπορούσαν να δράσουν, άφηναν τη γλώσσα τους ελεύθερη να λοιδορεί και να κακολογεί; Να γιατί η μητέρα μου ήταν το παν για τον κύριο και πατέρα μου: τη νύχτα ήταν το άγρυπνο μάτι, την ημέρα ο πιο προσεκτικός φύλακας, στο τραπέζι ευεργετικό αντίδοτο και σωτήριο φάρμακο εναντίον του δηλητηρίου.

Όλοι οι Κομνηνοί ήταν μαχητές και πέρασαν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους σε στρατόπεδα και σε σκηνές μακριά από την Κωνσταντινούπολη, επιθεωρώντας και προετοιμάζοντας τον στρατό για τις ατελείωτες μάχες. Να πως περιγράφει μια τέτοια επιθεώρηση η Άννα Κομνηνή:

Στο διάστημα της πορείας του προς τη Θεσσαλονίκη, επειδή από παντού συνέρρεαν προς αυτόν τα τάγματα, θεώρησε σκόπιμο να παρατάξει το στράτευμα σε σχηματισμό μάχης. Σε λίγο, οι φάλαγγες στέκονταν κατά λόχους με τους λοχαγούς επικεφαλής, η τάξη των ουραγών ακολουθούσε και το μέσο γέμιζαν οι οπλίτες με όπλα που άστραφταν, σφιγμένοι ο ένας πλάι τον άλλον σαν ένα είδος τείχος πόλης. Θέαμα φοβερό ήταν η παράταξη εκείνη: θα ‘λεγες πως έβλεπες χάλκινους ανδριάντες, στρατιώτες χυμένους σε μέταλλο, όλους ακίνητους στην πεδιάδα∙ τα δόρατα μόνο κινούνταν ελαφρά ριγώντας σαν από πόθο για αίμα πηχτό. Αφού παρέταξε έτσι το στρατό του ο βασιλιάς, τον έθεσε σε κίνηση υποδεικνύοντας στους στρατιώτες πώς να κινούνται πότε προς τα δεξιά και πότε προς τ’ αριστερά. Ύστερα ξεχώρισε από την όλη στρατιά τους νεοσύλλεκτους και έκανε αξιωματικούς εκείνους που ο ίδιος είχε αναθρέψει και είχε εκπαιδεύσει στα στρατιωτικά, ήταν συνολικά τριακόσιοι, όλοι τους νέοι, ώστε μόλις είχαν φυτρώσει τα γένια τους, υψηλού αναστήματος και σφριγηλοί στο σώμα, εξαιρετικά επιδέξιοι τοξότες και σταθερότατοι στο χειρισμό του δόρατος. Ανήκαν σε διάφορες φυλές κι ήταν σαν μια στρατιά που την συγκροτούσαν επίλεκτοι απ’ όλο το ρωμαϊκό στράτευμα και στρατηγός τους ήταν ο βασιλιάς. Απ’ αυτούς λοιπόν ξεχώρισε και πάλι τους ικανοτέρους κι αφού τους χειροτόνησε συνταγματάρχες τους έστειλε στις κοιλάδες απ’ όπου επρόκειτο να περάσει το βάρβαρο στράτευμα.

Εκτός από τις μάχες, οι Βυζαντινοί ειδικεύονταν και στην διπλωματία μέσω της οποίας κατάφεραν να διατηρήσουν ζωντανή την αυτοκρατορία για περίπου χίλια χρόνια. Όμως και η διπλωματία ήταν μια διαδικασία επίπονη, που απαιτούσε πολλές ώρες συζητήσεων και δεν άφηνε τον βασιλιά να ησυχάσει:

Χαράματα ακόμα, όταν ο ήλιος φώτιζε μόλις τον ορίζοντα στην ανατολή, καθόταν τον βασιλικό του θρόνο προστάζοντας τους κέλτες να μπαίνουν ελεύθερα κάθε μέρα... έφτανε κάποτε το βράδυ κι εκείνος, νηστικός όλη την ημέρα, σηκωνόταν απ’ το θρόνο για να πάει στον μικρό βασιλικό κοιτώνα. Στεκόταν όρθιος ολονυκτίς, συχνά από το βράδυ ως τα μεσάνυχτα, πολλές φορές ως το πρώτο λάλημα το πετεινού... ύστερα αναπαυόταν λιγάκι κα πάλι με την ανατολή του ήλιου, καθόταν στο θρόνο του και να πάλι νέοι κόποι και αγώνες διπλάσιοι να διαδέχονται τους νυκτερινούς εκείνους.

Οι Κομνηνοί αποτέλεσαν την τελευταία σπουδαία αναλαμπή του Βυζαντίου και στα χρόνια τους άνθισαν οι τέχνες και τα γράμματα, γεγονός που μπορεί να δει κανείς στο έργο της Άννας Κομνηνής που βρίθει παραπομπών στην αρχαία Ελλάδα και κυρίως στον Όμηρο. Γεννημένη μέσα στο αυτοκρατορικό περιβάλλον, ήταν σε θέση να περιγράψει τη μεγαλειώδη στάση του πατέρα της σε στιγμές δύσκολες όπως όταν χρειάστηκε να αντιμετωπίσει έναν φοβερό Λατίνο πολεμιστή:

Πράγματι ο Δούκας του Δυρραχίου, άνθρωπος προσεκτικός στο έπακρο που δεν επέτρεπε ούτε στιγμή ύπνο στον εαυτό του, μόλις αντιλήφτηκε ότι ο Βαϊμούντος, μετά τη διαπεραίωση του, είχε αποβιβαστεί στην πεδιάδα του Ιλλυρικού όπου και έστησε το στρατόπεδό του, έστειλε έναν Σκύθη που, βάζοντας κατά το λεγόμενο στα πόδια φτερά, ανακοίνωσε στον αυτοκράτορα την διαπεραίωση του εχθρού. Ο αγγελιαφόρος βρήκε το αυτοκράτορα να γυρίζει από το κυνήγι. Μπήκε τρέχοντας και, με το κεφάλι καταγής, φώναξε δυνατά πως ο Βοϊμούντος είχε περάσει. Πάγωσαν όλοι όσοι έτυχαν εκεί στη θέση όπου βρέθηκε ο καθένας σα να ‘χαν μουδιάσει με μόνο το άκουσμα του ονόματος του Βοϊμούντου. Μα ο αυτοκράτορας, γεμάτος θάρρος και ψυχραιμία, λύνοντας τον ιμάντα απ’ το σαντάλι του «Για την ώρα» είπε, « ας γευματίσουμε∙ το ζήτημα του Βοϊμούντου θα το σκεφτούμε αργότερα».


Απόστολος Σπυράκης


Δευτέρα, 12 Απριλίου 2021

Το ποίημα της Δευτέρας: "Κάθε πρωί" της Άννας Πετράκη



Κάθε πρωί

Πασχίζω για απόσταση ασφαλείας από τον διπλανό μου
να κλειστώ στον εαυτό μου
Ευτραφής κύριος, από απέναντι, τα πόδια μου ακουμπά
Ζητάει συγγνώμη
Του γνέφω "όλα καλά"

Παράθυρα φεύγουν με ταχύτητα...
Σχολεία σύριζα στις σιδηροτροχιές χτισμένα
Γέρνουμε λίγο στις στροφές
Γδαρμένοι πίνακες πέφτουν επάνω μας
Άδειες οι αίθουσες γεμάτες φαντάσματα
Το καλοκαίρι στις αυλές κάνει τόσο κρύο...

Οι μπασκέτες κοντανασαίνουν την εφηβεία που έρχεται
Κάθε κάρφωμα στο καλάθι καλός οιωνός
Μας βλέπουν να περνάμε τακτοποιημένοι,
τις ώρες αιχμής στοιβαγμένοι,
αυτεξούσιοι ενήλικες
που όσα πραγματικά λαχταράμε
τα εξοντώνουμε μέσα μας κάθε πρωί


Άννα Ε. Πετράκη
από τη συλλογή της Ανακύκλ


Παρασκευή, 9 Απριλίου 2021

"Πριν χαθούν τα πουλιά" της Charlotte McConaghy

 

Η Σάρλοτ ΜακΧόναχι είναι μια Αυστραλή συγγραφέας, που γράφει βιβλία επιστημονικής φαντασίας και fantasy. Στο πρώτο της βιβλίο για ενήλικες το «Πριν χαθούν τα πουλιά» την ώθησε το ενδιαφέρον της για την άγρια φύση και η ανησυχία της για την εξελισσόμενη εξαφάνιση των ειδών αυτής. Μέσα από αυτή την οπτική της εικασίας για το πώς θα μπορούσε να εξελιχθεί οικολογικά το μέλλον του πλανήτη, γράφει το νέο της μυθιστόρημα, όπου περιγράφει τον κόσμο λίγο πριν χαθούν τα πουλιά και συγκεκριμένα τα αρκτικά γλαρόνια.

«Τα ζώα πεθαίνουν. Σύντομα θα είμαστε ολομόναχοι εδώ».

Δηλώνει τις πρώτες της ανησυχίες για ένα ζοφερό μέλλον εξαρχής και ξεκινά ένα ταξίδι στο χρόνο και στα παγωμένα νερά του ωκεανού.

Η βασική πρωταγωνίστρια του βιβλίου είναι η Φράνι Στόουν, μια νεαρή γυναίκα. Παρακινημένη από το πάθος της για τα πουλιά και τη φύση, έχοντας έντονες οικολογικές ευαισθησίες και ανησυχίες, εγκαταλείπει τα πάντα, παραβιάζει τους περιοριστικούς όρους που της έχουν τεθεί στη χώρα της και ξεκινά έναν καινούριο, παράτολμο δρόμο, μια νέα αναζήτηση στη Γροιλανδία. Θέλει να μελετήσει τα τελευταία αρκτικά γλαρόνια που κάνουν τις φωλιές τους κατά μήκος των ακτών της Γροιλανδίας και σε λίγο καιρό πρόκειται να πετάξουν νότια όλη την απόσταση ως την Ανταρκτική. Η επιθυμία της είναι να τα ακολουθήσει στο αποδημητικό τους ταξίδι και να μετακινηθεί μαζί τους όσο πιο νότια γίνεται. Τα αρκτικά γλαρόνια πετούν τεράστιες αποστάσεις στο ετήσιο ταξίδι τους, τέτοιες που αφήνουν γοητευμένους και άναυδους όλους τους μελετητές. Όμως το ταξίδι τους αυτό πρόκειται να είναι το τελευταίο και η Φράνι δεν θέλει επ΄ουδενί να το χάσει.

Η  ιστορία ξεκινά στη Γροιλανδία, την περίοδο του φωλιάσματος των πουλιών. Η Φράνι έχει μαρκάρει ήδη τρία αρκτικά γλαρόνια. Κοντοστέκεται στην άκρη ενός λόφου και ατενίζει το τοπίο. «Ο πάγος εκτείνεται απέραντος και εκτυφλωτικός, μ΄ έναν ασπρόμαυρο ωκεανό στην άκρη του κι έναν μακρινό γκρίζο ορίζοντα. Τεράστια κομμάτια γαλάζιου πάγου πλέουν ράθυμα, ακόμα και τώρα στην καρδιά του καλοκαιριού. Και ντουζίνες ολόκληρες από αρκτικά γλαρόνια γεμίζουν τη λευκότητα του ουρανού και της γης». 

 Θα ξεκινήσει την αναζήτησή της με ένα αλιευτικό σκάφος, το Σάγκανι, λέξη των ινουίτ που σημαίνει κοράκι, όνομα καθόλου τυχαίο, αφού η προηγούμενη μεγάλη αγάπη της ήταν τα κοράκια. Σαν παιδί είχε μια περίεργη ασυνήθιστη σχέση και οικειότητα μαζί τους, τότε που έρχονταν στα χέρια της, της έφερναν δώρα και δεν έφευγαν από κοντά της.

Ελεύθερη, ανυπάκουη, ασυμβίβαστη και αντικομφορμίστρια, καθώς είναι, δεν λογαριάζει τίποτα. Καταφέρνει αρχικά να τρυπώσει, σχεδόν σαν παρείσακτος, μέσα στα μέλη του αλιευτικού, στη συνέχεια τους ξεσηκώνει και τους πείθει σε ένα τρελό ταξίδι αναζήτησης της πορείας των πουλιών, πείθοντάς τους πως τα πουλιά θα τους οδηγήσουν σε μέρη με καλή ψαριά. Και το ταξίδι ξεκινά.

Τα μέλη του πληρώματος, διαφορετικά μεταξύ τους, το καθένα με  το δικό του χαρακτήρα, τα δικά του προβλήματα, και τις προσωπικές του ιστορίες, όλοι τους όμως από κοινού έχουν τον  ίδιο σκοπό, μια εξαιρετικά καλή ψαριά. Αυτό το περίεργο ενδιαφέρον μιας κοπέλας για τα πουλιά τους φαίνεται περίεργο, τους κεντρίζει την περιέργεια, γι΄αυτό και κάνουν ερωτήσεις. «Πώς ξέρουν πού να πάνε; Γιατί πετάνε τόσο μακριά; Γιατί είναι τα τελευταία, γιατί αυτά τα συγκεκριμένα, τι τα κάνει πιο τυχερά από άλλα»;

 Όταν θα απαγορευτεί η αλιεία στα μέρη που ψαρεύουν, το ταξίδι θα γίνει πιο δύσκολο και σταδιακά τα γεγονότα θα τους φέρουν μπροστά σε νέα διλήμματα: «Συνεπώς κατευθυνόμαστε νότια, λέει ο Ένις, κι ελπίζουμε πως θα μας φτάσουν τα καύσιμα, γιατί έβγαλαν συναγερμό για το Σάγκανι και δεν θα μπορέσουμε να δέσουμε σε κανένα λιμάνι μέχρι να ξεμπερδέψουμε». «Ποιος θέλει να γυρίσουμε και να παραδώσουμε το πλοίο; Αυτό που δεν χρειάζεται να προσθέσει είναι: Και να παραδώσουμε τη Φράνι». Και έτσι η πορεία του σκάφους συνεχίζεται.

Σύντομα, όμως, το λιμενικό θα σταματήσει το Σάγκανι και το πλοίο θα τεθεί υπό περιορισμό. Εκεί πλέον γίνεται μια μεγάλη ανατροπή και η Φράνι μαζί με τον καπετάνιο θα συνεχίσουν το παράτολμο, ριψοκίνδυνο και αναπάντεχο ταξίδι τους με άλλο τρόπο.

Το βιβλίο κινείται παράλληλα και εναλλασσόμενα σε δύο χρόνους στο παρόν, σε ένα ταξίδι με αφετηρία  τη Γροιλανδία και κατάληξη το νότιο Ατλαντικό Ωκεανό και στο παρελθόν που λαμβάνει κυρίως χώρα στην Ιρλανδία, εκεί που συμβαίνουν και τα πιο συνταρακτικά γεγονότα της ζωής της ηρωίδας και σταδιακά γίνονται και οι  αποκαλύψεις από το παρελθόν της. Ο κύκλος της αφήγησης, όμως, ολοκληρώνεται  και πάλι στην Ιρλανδία. Σε μικρότερες χρονικές διαστάσεις αναφέρονται  στιγμές που έζησε στον Καναδά και στην Αυστραλία. Διαφορετικοί τόποι, διαφορετικοί άνθρωποι, διαφορετικές εμπειρίες και πτυχές της ζωής της ηρωίδας και ένας κοινός παρονομαστής, παντού και πάνω απ΄όλα η αγάπη για τη φύση και τα πουλιά.  Και ακόμη και κάτι άλλο που  χαρακτηρίζει την ηρωίδα: μια διαρκής τάση φυγής, σαν να μην μπορεί να βολευτεί πουθενά, σαν να αναζητεί διαρκώς κάτι που την κάνει ανίκανη να μείνει κάπου σταθερά. 

Οι χαρακτήρες του βιβλίου είναι απλά δομημένοι, δεν δίνεται έμφαση στις βαθύτερες πλευρές της ύπαρξής τους, δεν τονίζονται οι βαθύτερες ανησυχίες τους ή ο τρόπος που οι καταστάσεις τους επηρεάζουν ψυχικά. Με μια αφήγηση που ρέει εύκολα, οι κινήσεις των ηρώων υπηρετούν κυρίως την πλοκή και μερικές φορές ο αναγνώστης έχει την αίσθηση της έντονης εικονοποιίας, σαν μα παρακολουθεί τα δρώμενα σε οθόνη κινηματογράφου. Η συγγραφέας εκμεταλλευόμενη τις δυνατότητες που της δίνει η εξοικείωσή της με τη λογοτεχνία του φανταστικού, στα δύσκολα μετατρέπει τους ήρωές της σε υπερήρωες που καταφέρνουν να κάνουν τα αδύνατα δυνατά. Ακόμη και το σαφές οικολογικό μήνυμα που στέλνει η συγγραφέας προβάλλεται  υπηρετώντας κι αυτό την πλοκή. ‘Ίσως η ενασχόλησή της με το παιδικό βιβλίο να της δίνει αυτή την τάση να απαλλάσσει το κείμενο της από υπαρξιακά βάρη και να το αφήνει να κινηθεί πιο πολύ στο χώρο της φαντασίας και των γρήγορων εναλλαγών, όπου ο κίνδυνος μετατρέπεται  κυρίως  σε δράση και όχι σε κατάσταση αγχωτική και ερεβώδη. Εξάλλου και η τελική έκβαση της ιστορίας μοιάζει να συμπληρώνεται με ένα φινάλε υπόσχεσης, σαν να μας λέει, κλείνοντάς μας το μάτι, πως η ζωή συνεχίζεται και πάντα κάτι νέο και ενδιαφέρον μας φέρνει.

Πάντως, οι αναγνώστες που ενδιαφέρονται για μια περιπετειώδη ιστορία που ξεκινά  από την παγωμένη Γροιλανδία και ακολουθεί τα αρκτικά γλαρόνια στο τελευταίο τους ταξίδι, σίγουρα θα βρουν αυτό που ψάχνουν!

Ήλια Λούτα

Τετάρτη, 7 Απριλίου 2021

"Νυχτερινή πτήση σε ανοιχτό ουρανό" της Ναταλί Ρονβό

Είναι ιδιαίτερα εκτενής η ποιητική συλλογή της Ναταλί Ρονβό Νυχτερινή πτήση σε ανοιχτό ουρανό, για την ακρίβεια αποτελείται από 61 ποιήματα – ψηφίδες ενός παράδοξου μωσαϊκού, μιας ραγισμένης εικόνας νεφελώδους φαντασίας. Το πιο σημαντικό ίσως από τα θετικά στοιχεία που προκύπτουν από αυτό είναι ότι η ποιητική ατμόσφαιρα έχει όλο τον χρόνο και τον χώρο να εδραιωθεί και να αποτελέσει από μόνη της ένα δυναμικό και καταλυτικό στοιχείο της συλλογής.

Ένα αρχικό γρήγορο φυλλομέτρημα δείχνει ποιήματα ως επί το πλείστον μικρής έκτασης και στακάτης μορφής δίπλα σε μεγαλύτερα, εικόνες εκτενέστερης σκέψης: το αποτέλεσμα είναι μια παράδοξη αίσθηση κινούμενου χρόνου. Τα όρια της μέρας και της νύχτας, της διάρκειας των πραγμάτων και των σκέψεων, τα όρια της κίνησης του σώματος και του μυαλού είναι σε μια διαρκή αναθεώρηση, σε μια επανεξέταση, τόσο συμβολικά όσο και εννοιολογικά. Δεν είναι απλή η κατανόηση ορισμένες φορές, ούτε καν εξασφαλισμένη η επαφή του αναγνώστη με τους στίχους, κάτι που σε μένα προσωπικά έχει ιδιαίτερο βάρος, είναι όμως γεγονός ότι το τοπίο κινούμενου ονειρικού παραμυθιού είναι στέρεα εδραιωμένο και πετυχαίνει να στηρίξει την ποιήτρια στις πορείες που θέλει να ακολουθήσει.

Όσα ποιήματα αποτελούνται από πέντε ή έξι στίχους έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον λόγω της τόσο συμπυκνωμένης εννοιολογικής μορφής αλλά και, κακά τα ψέματα, της δυσκολίας να πετύχει κανείς ένα αποτέλεσμα χωρίς ψεγάδι. Στην συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων, η Ναταλί Ρονβό κερδίζει το στοίχημα, και η ισορροπία ανάμεσα στον λόγο και το συναίσθημα είναι σταθερή: φαίνεται να αποδεικνύει πως όταν η λέξη είναι η σωστή, τελικά χρειάζεται μόνο μία:

Ατάραχη
η αυγή
ανατρέπει
το τραγούδι των ψιθύρων
μέσα στα κοράλλια
της σιωπής[1]

Αν προσπαθήσει κανείς να εντοπίσει την παρουσία της στα ποιήματά της, φαντάζομαι θα την βρει να αιωρείται πάνω από όσα βλέπει και αισθάνεται, πάνω από αυτά που αποτυπώνει όσο πιο ανεπαίσθητα της επιτρέπει το ειδικό βάρος των λέξεων. Η Ναταλί Ρονβό φαίνεται να αφουγκράζεται την συγκίνηση από ψηλά, και αυτή η έστω κατ’ επίφαση αποστασιοποίηση την φέρνει κοντά στον αναγνώστη μειώνοντας τις αποστάσεις, αλλάζοντας θέσεις. Της δίνει βέβαια και την δυνατότητα να ακουμπάει φευγαλέα τα πράγματα, λες και η ύλη δεν είναι εμπόδιο για κανέναν.

Η Νυχτερινή πτήση σε ανοιχτό ουρανό είναι ποίηση του ονείρου. Όχι κατ’ ανάγκη αισιόδοξου, γιατί συχνά ο εφιάλτης ή τουλάχιστον η αγωνιώδης αίσθηση είναι παρόντα: υπάρχει η ξεκάθαρη αίσθηση ότι παρόλο που το ξημέρωμα είναι κοντά, στο τέλος δεν θα έρθει. Ποιήτρια και αναγνώστης είναι σε επιφυλακή. Σ’ αυτό το κλίμα, η διακεκομμένη γραφή και η πολλές φορές αποσπασματική σκέψη είναι τα δύο αντίμετρα που δυσχεραίνουν κάποιες φορές την επαφή, συχνά ο στίχος οδηγεί τον αναγνώστη σε ένα αδιέξοδο ερμηνείας. Από την άλλη πλευρά βέβαια, αυτή η απόκοσμη αίσθηση που αποτελεί τον πυλώνα της συλλογής βυθίζει σταδιακά τον αναγνώστη σε μια ενδιάμεση κατάσταση μεταξύ αργής πραγματικότητας και ανεξέλεγκτης φαντασίας, που εκτός από ένα ενδεχόμενο συναίσθημα απροσδιόριστης αγωνίας, του παρέχει και ένα σαγηνευτικά ευρύ φάσμα συναισθήματος: η Νυχτερινή πτήση σε ανοιχτό ουρανό είναι μια σύγκλιση αντιθέτων.

Ο ερωτισμός στα ποιήματα της Ναταλί Ρονβό είναι ανάλαφρος, φρέσκος και άχρονος: τα δύο άκρα συναντιούνται τυχαία και απομακρύνονται σε ένα καθεστώς ονείρου που ευνοεί το άυλο και το ανεπαίσθητο, στερώντας τους βέβαια ταυτόχρονα την όποια δυνατότητα ουσιαστικής σύνδεσης. Οι άνθρωποι διασταυρώνονται σε μια ποίηση ουσιαστικά ακατοίκητη και σε μια συνθήκη που τελικά δεν τους περιλαμβάνει, τουλάχιστον όχι ως οντότητες με υπαρκτή σάρκα και εύθραυστα οστά.

Ποτισμένο
με μια άχρονη
ελαφρότητα
το σμίξιμό μας
δραπετεύει

Ανάλαφρο
ελεύθερο
άρρηκτο

Δίχως πρωί
ή σχεδόν[2]

Η συνάντηση του Εγώ με το Εσύ είναι σύντομη, παροδική και απολύτως έρμαιο της τύχης, σαν διαφορετικές τροχιές δύο άστρων που για άγνωστους και απρόβλεπτους λόγους συγκλίνουν και ελάχιστα ταυτίζονται, επιτρέποντας μια φευγαλέα συνάντηση. Μετά, χάνονται ξανά. Στην Νυχτερινή πτήση σε ανοιχτό ουρανό οι άνθρωποι δεν είναι σημαντικότεροι ούτε ισχυρότεροι από οποιοδήποτε στοιχείο του εν λόγω σύμπαντος: επιπλέουν κι εκείνοι σ’ αυτή την άυλη και τελικά σκοτεινή παραδοξότητα όπως όλα τα υπόλοιπα, ανεξάρτητα μεταξύ τους, στοιχεία που την απαρτίζουν.

Οι φυγές μας
τονίζουν
το χάραμα
της μέρας
Αεράκι μιας πρωινής απόδρασης[3]

Η ποιήτρια επικεντρώνεται στο ανεπαίσθητο και το άηχο, αφαιρώντας την όποια υλιστική πλευρά του υποκειμένου και συχνά πετυχαίνει να παγώσει την εικόνα του φευγαλέου, να ακινητοποιήσει σε λέξεις μια αύρα που μετά βίας θα αποτυπωνόταν στην ανάμνηση. Για αυτή την νίκη, η Νυχτερινή πτήση σε ανοιχτό ουρανό είναι μια συλλογή που ανοίγει οπτικές. Ο αναγνώστης δεν ακολουθεί πάντα, επειδή το φως είναι αμυδρό και είναι γεγονός, το ξημέρωμα είναι περισσότερο πόθος παρά ρεαλιστική συνθήκη, αλλά η πορεία είναι εκτεθειμένη στα μάτια του προς ιχνηλάτηση και μπορεί να φέρει την λύτρωση.

Το περιπλανώμενο πνεύμα
υφαίνει
δονήσεις
που δεν ακούγονται

Κυνηγά
τις εκλιπούσες
λέξεις

Τις τυλίγει μέσα
σε μεταξοτυπίες
και χρωματίζει
το ποτάμι των

θυμάσαι;

Παρακάτω παραθέτω κάποια ακόμα από τα ποιήματα που μου άρεσαν περισσότερο:

Οι σιωπές
υφαίνουν
νυχτερινές
φλέβες

Γεννούν
άγνωστες
γλώσσες
και ματώνουν
τους ακατοίκητους
θρύλους[4]

Αποστεωμένος από το μυστήριο
της ύπαρξης
και των πραγμάτων
ο ήλιος που ανατέλλει
ξεκρεμά το φεγγάρι
και χύνει το άπειρο
στη στενωπό
της μέρας[5]

Κρις Λιβανίου




[1] Ναταλί Ρονβό, Νυχτερινή πτήση σε ανοιχτό ουρανό, εκδ. Βακχικόν, Αθήνα, 2020, σελ. 30.
[2] σελ. 55.
[3] σελ. 36.
[4] σελ. 15.
[5] σελ. 21.

Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021

Το ποίημα της Δευτέρας: "Ο ρόλος" του Θεοχάρη Παπαδόπουλου




Ο ρόλος


Έπαιξες τον ρόλο σου καλά.
Τον έζησες
τον έντυσες με πάθος.
Πλήθος σε θαύμασε.
Το χειροκρότημα θερμό
τράνταξε το σανίδι.
Και συ σκυφτός αποχωρείς
να βρεις καινούργιο ρόλο
με νέο πρόσωπο να βγεις
μη και ξεχάσεις το δικό σου.


Θεοχάρης Παπαδόπουλος
από τη συλλογή του Μεταμοντέρνες αυταπάτες


Παρασκευή, 2 Απριλίου 2021

«Γυναίκες που τρέχουν με τους λύκους» της Clarissa Pinkola Estés

H Clarissa Pinkola Estés, ψυχαναλύτρια, ποιήτρια, cantadora και ακτιβίστρια, ανασυστήνει στο βιβλίο της τη γέφυρα ανάμεσα στον πολιτισμένο κόσμο του σήμερα και τα μυθολογικά αρχέτυπα της γυναικείας ψυχής που κρύβονται σε παραμύθια και ιστορίες διαφορετικών πολιτισμών, αλλά που αφορούν καίρια τις σημερινές γυναίκες, αφού αποτελούν κομμάτια του παζλ που συνθέτουν την ύπαρξή τους.

Το βασικό επιχείρημα της Estés είναι ότι η γυναικεία ψυχή στις μέρες μας βρίσκεται σε κατάσταση ύπνωσης και το αντίδοτο είναι η αφύπνιση της πρωταρχικής γυναικείας ψυχής. Αυτή την αφύπνιση επιχειρεί μέσα από 16 πρότυπα-αρχέτυπα που παρουσιάζονται μέσα από ισάριθμους μύθους και ιστορίες. Μεταξύ αυτών, η «Λα Λόμπα», η συλλέκτρια οστών που με το τραγούδι της ανασταίνει το πλάσμα στο οποίο κάποτε αυτά ανήκαν. Ο «Μπλαβογένης», το αρπακτικό που νεκρώνει την ψυχή μέχρι αυτή να ξυπνήσει και να το σκοτώσει. Η «Βασιλίσα» με τη σοφή κούκλα της, το πνεύμα της σοφίας της μάνας της που ζει μέσα της. Ο «Μαναουί», που μιλά για τη διπλή φύση της γυναίκας και τη δύναμη του ονόματός της. Η «Γυναίκα Σκελετός» που ακολουθεί τον ψαρά που την ψάρεψε και παίρνει σάρκα από την πίστη και την αγάπη του, παράδειγμα του ότι η ζωή ποτέ δεν πεθαίνει. Η «Βαυώ» που μέσα από τον χορό και τα αστεία της, τα οποία σχετίζονται με την ιερή σεξουαλικότητα, νικά τη νέκρωση κάθε μορφής. Η «Γυναίκα με τα χρυσαφένια μαλλιά» που κρύβει τις ουλές της σαν μυστικό το οποίο αποκόβει την καρδιά της από τον υπόλοιπο κόσμο.

Το μονοπάτι που κρύβει καθεμία από αυτές και τις υπόλοιπες ιστορίες, το κατασκευάζει πέτρα-πέτρα η Estés. Προορισμός του είναι το άγριο, το αρχετυπικό: η στιγμή στην οποία η γυναίκα μπορεί να αντικρίσει άφοβα την ψυχή της γυμνή. Ο πολιτισμός συνεπάγεται φορέματα και πανοπλίες που φοράμε πάνω στην ψυχή: με τα χρόνια, χάνουμε την πραγματική της εικόνα και ακόμη και τη βεβαιότητα της ύπαρξής της. «Η γυναικεία ψυχή δεν πρέπει να διαπλάθεται με στόχο να αποκτήσει όσα χαρακτηριστικά ορίζονται ως αποδεκτά από μια κουλτούρα χωρίς επίγνωση, ούτε να καθηλώνεται σε διανοητικά σχήματα που ασπάζονται όσοι δηλώνουν αποκλειστικοί εκπρόσωποι της συνείδησης. Όχι», γράφει στην Εισαγωγή της η Estés. Η γυναικεία ψυχή θάφτηκε μέσα στην υπερβολική εξημέρωση, τέθηκε εκτός νόμου από την κουλτούρα, κατάντησε ακατανόητη στη σημερινή κατοχό της. Όμως από αυτήν γεννήθηκε η υπόστασή μας και είμαστε αναπόσπαστο μέρος της. Γι’ αυτό και οφείλουμε να την αναζητούμε, ώστε να μας αποκαλυφθεί σε όλο της το μεγαλείο.

H Estés βλέπει επιπλέον έναν παραλληλισμό των γυναικών με τους λύκους, καθώς όπως λέει «έχουν κάποια κοινά ψυχικά χαρακτηριστικά: οξυμμένη διαίσθηση, παιχνιδιάρικο πνεύμα και μεγάλη ικανότητα αφοσίωσης». Και όμως και οι γυναίκες και οι λύκοι κυνηγήθηκαν, κατηγορήθηκαν και βασανίστηκαν άδικα, επειδή υποτίθεται ότι προξενούν μεγάλα κακά, ότι δρουν ύπουλα και επιθετικά. Αυτές οι κατηγορίες εκπορεύθηκαν από όσους φοβήθηκαν τη δύναμή τους. Γιατί η δύναμη της γυναικείας ψυχής, όπως και του λύκου, είναι τεράστια: συνέχει όλη τη φύση που μας περιβάλλει. Είναι άραγε τυχαίο που η φύση στις μέρες μας φθίνει; Είναι τυχαίο που οτιδήποτε γνωρίσαμε σαν φυσικό αναιρείται, ξεριζώνεται, καταστρέφεται; Η γυναικεία ψυχή και η φύση συνδέονται άρρηκτα και ό,τι πλήττει την πρώτη μπορεί να διαλύσει τη δεύτερη. Αυτό ζούμε τώρα.

Στο ατομικό επίπεδο, η αναζήτηση και η εύρεση της γυναικείας ψυχής δίνει στη γυναίκα τη δύναμη να μην εγκλωβίζεται σε μια ασφυκτική σχέση, εργασία ή νοοτροπία. Να μη νοιώθει αποστεγνωμένη, κατάκοπη, αδύναμη, καταβεβλημένη, μπερδεμένη, φιμωμένη, απαθής. Να μη νιώθει τρομαγμένη, ακινητοποιημένη ή αδύναμη, στερημένη από έμπνευση, ζωντάνια, εκφραστικότητα ή νόημα, γεμάτη ντροπή και οργή. Να μην παραχωρεί τη δημιουργική της ζωή σε άλλους, επιλέγοντας συντρόφους, θέσεις εργασίας ή φιλίες που τη στραγγίζουν, να μην παραμένει αδρανής και αβέβαιη, να μη μένει διστακτική, να θέτει όρια. Οι γυναίκες γνωρίζουν ενστικτωδώς πότε κάτι πρέπει να πεθάνει και πότε να ζήσει. Γνωρίζουν πώς να φεύγουν από μια κατάσταση, γνωρίζουν και πώς να μένουν. Πρέπει όμως να μπορούν να ακούσουν την εσωτερική τους φωνή, που είναι η φωνή της εντός τους σοφίας. Και, για να την ακούσουν, πρέπει πρώτα να την αποκαλύψουν. Αποκαλύποντάς την, αποκτούν ξανά το χάρισμα να οραματίζονται, να μαντεύουν, να εμπνέουν και να εμπνέονται, να διαισθάνονται, να επινοούν, να δημιουργούν, να εφευρίσκουν, να ακούνε και να καθοδηγούν ή να ενθαρρύνουν τη ζωή που πάλλεται τόσο στον εξωτερικό όσο και στον εσωτερικό τους κόσμο.

Το βιβλίο της Estés μας βοηθά να ξαναβρούμε την εσωτερική μας φωνή, να επιστρέψουμε στην ενστικτώδη ζωή και τη βαθύτερη γνώση που κρύβονται μέσα μας. Να τραγουδήσουμε όπως η «Λα Λόμπα» για να έρθει η σάρκα αυτής της εσωτερικής μας φωνής να καλύψει τα κόκαλά μας. Να πετάξουμε τα ψεύτικα ρούχα που φορέσαμε στην ψυχή μας και να φορέσουμε τον αληθινό, παντοδύναμο μανδύα των ενστίκτων και της γνώσης που είναι δικός μας. Και να ανθίσουμε. Γιατί η αδάμαστη φύση μας θάλλει στη φρέσκια ματιά και στην ακεραιότητα του εαυτού. Αρκεί να τις ξαναβρούμε.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Τετάρτη, 31 Μαρτίου 2021

"Οι αναχωρητές έχουν κιόλας βαρεθεί στην Εδέμ" της Ευθυμίας Γιώσα

Αναχωρητής αποκαλείται ο άνθρωπος που επιλέγει να εγκαταλείψει τα εγκόσμια και να αποσυρθεί σε ένα τόπο ερημικό, μακριά από την ανθρώπινη κοινωνία. Θα μπορούσε ωστόσο κάποιος να είναι αναχωρητής χωρίς να αλλάξει τόπο διαμονής, ακόμα κι αν συνεχίσει να ζει μέσα στην πόλη; Η Ευθυμία Γιώσα στη νέα της ποιητική συλλογή, η οποία αποτελείται από είκοσι κείμενα ποιητικής πρόζας, μιλάει για την αναχώρηση ως μια ψυχική κατάσταση απόσυρσης των ανθρώπων από τα κοινωνικά και πολιτικά δρώμενα και όχι με την καθιερωμένη της έννοια. Η Εδέμ στην οποία αναφέρεται είναι η σύγχρονη πόλη και οι αναχωρητές της είναι οι άνθρωποι που ζουν στο τέλμα της, απορροφημένοι από τη ρουτίνα της καθημερινότητας, ερμητικά κλεισμένοι στον μικρόκοσμό τους, χωρίς ιδιαίτερες ανησυχίες, χωρίς δεύτερες σκέψεις· βιώνουν μέσα της, καθένας ξεχωριστά, το δικό του κενό.

Μήπως αυτή η παραίτηση του ανθρώπου από τα πιστεύω του, από τη διεκδίκηση των ονείρων του δεν είναι μια μορφή προδοσίας του ίδιου του εαυτού του, δεν καθορίζει με αυτή τη στάση του μια κοινή μοίρα, μια ανελευθερία που εδραιώνεται, αφού αφήνει άλλους να αποφασίζουν για τη ζωή του; Η ποιήτρια στοχάζεται την προδοσία, όταν προέρχονται εξ οικείων τα βέλη. Οι λέξεις της ταξιδεύουν στο χώρο και στο χρόνο, ανασύρουν σκηνές από το παρελθόν για να ρίξουν φως στη σημερινή πραγματικότητα, να αποκαλύψουν τις βαθύτερες αιτίες της φθοράς που κρύβονται πίσω από την επιφάνεια των πραγμάτων. Το πολιτικό σκηνικό της εποχής μας φέρνει στο φως μνήμες από το βάθος του χρόνου.

Στο ποίημα "Μεταθανάτιοι μονόλογοι", η ποιήτρια συνομιλεί διακειμενικά με τον Καβάφη με αφορμή το ποίημα του "Μάρτιαι Ειδοί". Και ενώ εκείνος εστιάζεται στην προσωπικότητα του Καίσαρα, εκείνη επικεντρώνεται στον Βρούτο. Ο Βρούτος ήταν περισσότερο ιδεολόγος παρά προδότης, μοιάζει να λέει, στράφηκε εναντίον του Καίσαρα γιατί υπερασπίστηκε τις δημοκρατικές ιδέες του. Στους μονολόγους της, ο Καίσαρας δείχνει να κατανοεί τα αίτια της πράξης του Βρούτου, αντίθετα ο Βρούτος φαίνεται να έχει μετανιώσει οικτρά, αφού γνωρίζει πλέον ότι η δολοφονία του Καίσαρα δεν επανέφερε τη Δημοκρατία στη Ρώμη:

Η δική του μαχαιριά ήταν από ζυμάρι ―μαλακή, αφράτη, ανόητη. Αποφάσισα να πιστέψω ότι δεν είναι ένας στυγνός προδότης, αλλά ένας προδότης εξ ανάγκης. Μπορεί να μην είναι καν προδότης, δεν ξέρω. Ξέρω μονάχα πως στην πληγή απ’ το δικό του μαχαίρι μία προνύμφη ναυμαχεί στο κουκούλι της με τη χρυσαλλίδα που κάποτε θα γίνει.

..Μεγάλωσα και σταμάτησα να σκάβω το χώμα. Άρχισα να σκάβω εντός μου, όμως ούτε εκεί κατάφερα να βγάλω άκρη. Όχι. Σας το λέω, όχι. Δεν πρόδωσα τον Καίσαρα. Τον Βρούτο πρόδωσα. Εις τους αιώνας των αιώνων, τον Βρούτο θα προδίδω.


Στο ποίημα γίνεται ένας παραλληλισμός με το πολιτικό σκηνικό της εποχής μας, τις δολοπλοκίες και τα πισώπλατα μαχαιρώματα των πολιτικών, τις αλλαγές πεποιθήσεων και πολιτικών θέσεων, το κυνήγι της εξουσίας. Η διαπίστωση ότι σήμερα προδοσία των οραμάτων τους γίνεται για ωφελιμιστικούς λόγους αφήνει μια πικρή γεύση.

Μιλάει με κάποια δόση ειρωνείας για τον εθιμοτυπικό χαρακτήρα της γιορτής της εργατικής πρωτομαγιάς και την αθρόα συμμετοχή όλων στις διακοπές του Αυγούστου. Μέσα στο κλίμα της γενικής παραλυσίας και του βολέματος του Αυγούστου, ο Μάιος έχει χαθεί:

...Όσους θριάμβους κι αν προετοιμάσω, θα παραμονεύει πάντα ένας Αύγουστος, συνώνυμος της πιο σπουδαίας ήττας... Με τον γάτο του Τσεσάιρ να με σκουντάει κάθε τόσο για να απολαύσω το θεματικό του χαμόγελο... Μ’ ένα λεξιλόγιο ιδιαζόντως ειδεχθές που πνίγεται στα «υποτίθεται» και στα «αργότερα». Με τη μισθωτή ανοησία της ποσοστιαίας τεκμηρίωσης. Χωρίς Μάιο.

...Όμως ο Μάιος υπάρχει και τον έχω ζήσει. Έχω επιμεληθεί τις λιακάδες του, έχω σκουπίσει τα σκαλοπάτια του, έχω υπερασπιστεί τις κόκκινες τουλίπες του. Κάποτε οι εκπλήξεις σταματάνε να έρχονται και τότε ζητούν να τις επινοήσεις...

Μέσα στην ποίησή της αναδύεται η άλλη πλευρά, εκείνη που ρίχνει οχυρά και παλιά πρότυπα, εκείνη που υιοθετεί μια στάση ζωής και ένα όραμα για να δώσει ανάσες ζωής σε έναν μονοδιάστατο κόσμο. Η ποιήτρια στρέφει το βλέμμα στο νυχτερινό ουρανό και αφουγκράζεται την αέναη ροή της εξέλιξης, τις αόρατες εκείνες δυνάμεις που αντιπαλεύουν ό,τι παλιό και σαθρό για να γεννηθεί μέσα από τις στάχτες του το καινούργιο. Μέσα σε αυτό το σύμπαν oι κοινωνικοί αγώνες για τα δικαιώματα του ανθρώπου συνεχίζονται.

...Όταν τα ακόντια εκτοξεύονται στα σύνορα Δράκοντα με Κηφέα, στη Μικρή Άρκτο συνωστίζονται επαναστάτες. Με τα μοιρογνωμόνια και τις μπογιές τους, τα κλειδοκύμβαλα και τις προκηρύξεις τους. Ορισμένοι κουρδίζουν ήδη σχέδια κι αντιδράσεις, ενώ γελούν στοχαστικά βερνικώνοντας το λήμμα «εργάτης»...

Πρόκειται για μια ποίηση που έχει κλίση προς την καλοσύνη, ακολουθεί τα χνάρια των «Δικαίων» του Μπόρχες, στους οποίους η ποιήτρια αφιερώνει τη συλλογή της, και μάχεται όλα τα στερεότυπα και τα οχυρά της προκατάληψης. Επιθυμεί να βρουν το δρόμο τους οι λέξεις της να αφυπνίσουν τις συνειδήσεις των ανθρώπων ενάντια στην αδικία· υποκινεί αφίξεις ασώτων...

Η ποίησή της φιλοξενεί τη μοναξιά του μοναχικού ανθρώπου, την απελπισία του ανώνυμου πρόσφυγα και ό,τι στην εποχή μας βάλλεται, τον έρωτα, τη φιλία, την αγάπη· κάθε ιδέα και ιδανικό που αξίζει να διασωθεί. Το ποιητικό της σύμπαν καταργεί τον τόπο και τον χρόνο, η ώρα μετριέται με τους χτύπους της καρδιάς και η συγκίνηση διαστέλλει τις στιγμές, όπως στα όνειρα. Η ποιήτρια συνομιλεί με ήρωες βιβλίων, αγαπημένους συγγραφείς και αφανείς ήρωες της καθημερινότητας.

Η επιθυμία της να μπορούσε να είχε συμπαρασταθεί στον 29χρονο πρόσφυγα που αυτοπυρπολήθηκε στο Κέντρο Υποδοχής και Ταυτοποίησης στη Χίο γίνεται ποίημα.

Καθόμασταν στην προβλήτα του λιμανιού και λέγαμε στα ψάρια ιστορίες. Πώς παραλίγο να βγάλουμε κι εμείς λέπια και να μας πιάσουνε στα δίχτυα οι ψαράδες...

...Ξέπλεξες τα δάχτυλα κι άρχισες να γελάς μ’ ένα γέλιο ασυγκράτητο ―τόσο που για μια στιγμή κόντεψες να πνιγείς. Σε ρώτησα γιατί, κι είπες θυμήθηκες πώς είχες πηδήξει πάνω από μια φωτιά πριν από χρόνια χωρίς να καείς. Μόνο την άλλη μέρα κατάλαβα. Μα ως συνήθως ήταν πλέον αργά.


Αφιερώνει ένα άλλο ποίημα στη μνήμη ενός από τα θύματα της αστυνομικής βίας. Ο 15χρονος Μπερκίν Ελβάν βγήκε έξω για να αγοράσει ψωμί σε μια εργατική συνοικία της Κωνσταντινούπολης και τραυματίστηκε στο κεφάλι από δακρυγόνο της αστυνομίας που επιχειρούσε, σε κοντινό σημείο, να διαλύσει μια διαδήλωση. Πέθανε ύστερα από 269 μέρες νοσηλείας σε κωματώδη κατάσταση στο νοσοκομείο. Η ποιήτρια προσφέρει στο νεαρό αγόρι εκείνο το ψωμί που λαχτάρησε για μια αιωνιότητα και τον τοποθετεί στον ανθισμένο κήπο του Χάμιλτον Νάκι, για να ξεχνάει με το άρωμα των λουλουδιών το οινόπνευμα των διαδρόμων. Η αποστολική φιγούρα του Πέτρου και ο μελαγχολικός βασιλιάς του Μπωντλαίρ του κρατούν συντροφιά.

...Τον Πέτρο τον σκέφτομαι συνήθως τα μεσημέρια. Τις νύχτες σταματάω στον κήπο του Χάμιλτον Νάκι· είναι δροσερός και ήσυχος, με σαφή κλίση στη φιλοσοφία... ...Καταλαβαίνω γιατί ο Νάκι πήρε σύνταξη σαν κηπουρός κι ονειρεύομαι τη μεταμόσχευση μιας στεφάνης γεμάτης νέκταρ στη θέση της καρδιάς...

...Τρεις φορές τη μέρα θα ξυπνάω και θα τρώω ψωμί. Ξεκίνησα στα δεκαπέντε μου και θα συνεχίσω για μια αιωνιότητα.


Η αναφορά της ποιήτριας στον κήπο του Νάκι δεν είναι τυχαία. Ο Νάκι υπήρξε κηπουρός της ιατρικής σχολής του Κέιπ Τάουν, παράλληλα όμως υπήρξε και ένας άνθρωπος που καλλιέργησε την έμφυτη κλίση του στη χειρουργική, παρόλο που δεν μπόρεσε ποτέ επίσημα να σπουδάσει, γιατί ήταν μαύρος και ζούσε στην εποχή του απαρτχάιντ. Ήταν ένας από τους Δίκαιους του Μπόρχες που καλλιέργησε τον κήπο του όπως θα ήθελε ο Βολταίρος. Η ποιήτρια νιώθει ευγνωμοσύνη γιατί σε αυτόν τον κόσμο έζησε ο Νάκι· ένας άνθρωπος που αθόρυβα και ταπεινά καλλιέργησε την κλίση του και έκανε καλύτερο τον κόσμο.

Το ποιητικό της τοπίο, διάσπαρτο από διακειμενικές αναφορές, αναπάντεχες συναντήσεις λέξεων, και φράσεις που καταλήγουν σε απρόσμενα διαφορετικό νόημα από το αναμενόμενο, είναι και αυτό ένας κήπος.

Στο ποίημα "Προτάσεις θάρρους στους Νικία, Λάχη και Σωκράτη", η ποιήτρια γράφει:

...Διαπιστώνω την υποκρισία της θλίψης και την αποδέχομαι...

...Στέλνω τηλεγράφημα στην Αντιγόνη και στον Σαρτρ και τους πληροφορώ ότι πολλοί νεκροί δεν έχουν τάφο· αντιθέτως, πολλοί ζωντανοί έχουν εξασφαλίσει έναν.

Η ποιήτρια επιστρατεύει συχνά υπερρεαλιστικές εικόνες και επίσημη γλώσσα για να δώσει έμφαση στα συναισθήματά της, όπως στο ποίημα Απόσταξη:

Θλιβερά είναι τα στέμφυλα που απειθούν ενώπιον των χειλιών σου.

Ανυπόμονη κοντράλτο ρίχνεται στο καζάνι προτού υπολογίσει πόσα «εάν» εξατμίζονται στο λεπτό. Στους πόσους αλκοολικούς βαθμούς αραιώνεται η πλήξη...


Άλλοτε πάλι η ποίησή της παίρνει τη μορφή και τις μεταμφιέσεις παραμυθιού, όταν περιπλανιέται στην πόλη.

Στον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό φυλλομετρά μια νυχτερίδα τη ζωή της. Περπατάει σκυφτή πάνω στις ράγες, ερμηνεύοντας το τίποτα με όρους φορμαλισμού.

Περασμένα μεσάνυχτα της μίλησα κι εγώ για ρέπλικες, αντιγραφές και τα διαπιστευτήρια, κι εκείνη, με μια δραματική βεβαιότητα στην άκρη της φωνής, αρκέστηκε να πει πως μ’ έχει κάποτε ξανασυναντήσει...


Εδώ, η τυχαία συνάντηση δυο περιπλανώμενων ψυχών προήλθε από την ίδια ανάγκη για περιπλάνηση και ενδοσκόπηση. Ο διάλογος φανερώνει ότι υπήρξε μια στιγμή βαθιάς συνεννόησης, μια επικοινωνία σε ένα βαθύτερο επίπεδο συνείδησης.

Η ποιήτρια δεν περιγράφει την πραγματικότητα αλλά τον απόηχό της, τον αντίκτυπο που έχει στο μυαλό και στην καρδιά, όπως εδώ που αναφέρεται στη ρουτίνα της καθημερινότητας:

Τα πρωινά δεχόμαστε σφαίρες ―κυρίως στους κροτάφους ―, τα μεσημέρια τις χωνεύουμε και τα απογεύματα εξασκούμαστε στην ανίχνευση ναρκών. Αποφλοιωμένες διαθέσεις μαρτυρούν την αλήθεια, εκείνη που της έχουμε αναθέσει να κατεβάζει τα σκουπίδια όταν εμείς βαριόμαστε ή είμαστε κουρασμένοι.

Στην ποίησή της ενυπάρχει ένα «εμείς» που καταφεύγει σε χώρους ονειρικούς που έχει δημιουργήσει η τέχνη, όταν δεν έχει αλλού να πάει.

Κάποτε, στην πόλη, διάγουμε ονειρικές καθυποτάξεις. Ανακαλύπτουμε κρατήρες γεμάτους με σταφύλια. Ανάβουμε τριάντα επτά λάμπες γκαζιού πάνω σε μια γέφυρα που την συναρμολογούμε όταν δεν έχει μείνει άλλο μέρος για να φιληθούμε. Δειπνούμε στους συρμούς με γύρη προσδοκίες και άχνη. Ξεφαντώνουμε στις γειτονιές κλαίγοντας, παρέα μ’ έναν δράκο. Ξαγρυπνούμε στην ταράτσα με τον Σεμπάστιαν και τη Βεατρίκη διαβάζοντας εκ περιτροπής ένα κοινόχρηστο απόσπασμα της μέλλουσας ζωής.

Η ποιήτρια αναφέρεται στον Σεμπάστιαν Σαν Βισέντε, ισπανό επαναστάτη που πρωτοστάτησε στους απεργιακούς αγώνες στο Μεξικό το 1920 και μετά χάθηκε. Ανήκει και αυτός στους Δίκαιους του Μπόρχες και είναι ο κεντρικός ήρωας σε δυο βιβλία του Μεξικανού συγγραφέα Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο. Η Βεατρίκη είναι η ηρωίδα του Δάντη, σύμβολο του αγνού έρωτα. Οι γεμάτοι σταφύλια κρατήρες βρίσκονται στο νησί Λανθαρότε στην Ισπανία και αποδεικνύουν για άλλη μια φορά ότι η φύση ξέρει από υπερρεαλισμό. Η γέφυρα, στην οποία αναφέρεται, είναι η γέφυρα του Καρόλου στην Πράγα, της οποίας οι τριάντα επτά λαμπτήρες γκαζιού μένουν διαρκώς αναμμένοι από το τέλος Νοεμβρίου μέχρι τις αρχές της νέας χρονιάς, σαν υπόσχεση αγάπης, ειρήνης και ευημερίας στον κόσμο.

Η ποίησή της χτίζει μια αόρατη γέφυρα που φέρνει το παρελθόν κοντά, ανασταίνει εποχές και σπέρνει συγκινήσεις στο μυαλό και στην καρδιά· μας θυμίζει ανθρώπους που αγάπησαν και πάλεψαν για ένα δίκαιο κόσμο.

Είναι γεγονός ότι η σύγχρονη πραγματικότητα έχει αποκοπεί από την πνευματική της κληρονομιά και τις πνευματικές της αναζητήσεις και έχει ξεχάσει τον έρωτα εκείνο που ανακαλύπτει την ομορφιά της ζωής και εμπνέει την τέχνη. Οι ηθικές και ανθρωπιστικές της αξίες έχουν διαβρωθεί και μαζί το ελεύθερο πνεύμα και η κριτική σκέψη. Ο άνθρωπος μοιάζει να απομονώνεται ολοένα και περισσότερο από τη συλλογική δράση ενώ το ρήγμα της κοινωνικής αδικίας βαθαίνει. Η ανθρωπότητα πορεύεται στα σκοτεινά, χωρίς προσανατολισμό και μια παράξενη σιγή έχει απλωθεί, όπως πριν από την καταιγίδα.

Η ποιήτρια καυτηριάζει τον ατομικισμό και το έλλειμμα ανθρωπιάς της εποχής μας. Καλλιεργεί τον κήπο της ποίησής της σαν επίμονος κηπουρός, περιμένοντας κάποια στιγμή να ξυπνήσει ο ναρκωμένος κόσμος.

...Οι αναχωρητές έχουν κιόλας βαρεθεί στην Εδέμ, κι οι φαροφύλακες είναι πλέον τυφλοί ― πάνω σε κόκκινους λωτούς προσπίπτουν τα καράβια... Η θάλασσα ξεβράζει συνδηλώσεις που κανείς δεν θέλει να περιθάλψει κι οι αφηγητές έχουν ξεχάσει να μιλούν.

Εγώ θα περιμένω τις κυψέλες να βουίξουν. Εσείς μπορείτε να προχωρήσετε...



Κατερίνα Τσιτσεκλή