Τετάρτη, 3 Μαρτίου 2021

PEN Greece: Μια νέα πραγματικότητα στα ελληνικά γράμματα


Την ύπαρξη του PEN International, το οποίο ιδρύθηκε το 1921, την ξέραμε. Ότι είχαν ναυαγήσει όλες οι προσπάθειες δημιουργίας ενός ελληνικού παραρτήματος επίσης το ξέραμε.

Αν, ωστόσο, υπάρχουν ακόμη κάποιοι που δεν ξέρουν τι είναι το PEN, ας διευκρινίσουμε ότι διακηρύσσει τα ακόλουθα:
1. Η λογοτεχνία δε γνωρίζει σύνορα και πρέπει να παραμείνει «κοινό νόμισμα» μεταξύ των
ανθρώπων παρά τις πολιτικές ή διεθνείς αναταραχές.
2. Σε όλες τις περιστάσεις, και ιδιαίτερα σε καιρό πολέμου, τα έργα τέχνης, η κληρονομιά της
ανθρωπότητας γενικότερα, πρέπει να παραμείνει άθικτη, ανεπηρέαστη από εθνικά ή
πολιτικά πάθη.
3. Τα μέλη του PEN θα πρέπει, ανά πάσα στιγμή, να χρησιμοποιούν την επιρροή τους για την
κατανόηση και τον αμοιβαίο σεβασμό μεταξύ εθνών και ανθρώπων. Δεσμεύονται να
κάνουν ότι είναι δυνατόν για να υπερασπιστούν το ιδεώδες μιας ανθρωπότητας που ζει με
ειρήνη και ισότητα στον κόσμο.
4. Το PEN αντιπροσωπεύει την αρχή της απρόσκοπτης μετάδοσης της σκέψης σε κάθε έθνος
και μεταξύ όλων των εθνών και τα μέλη δεσμεύονται να αντιταχθούν σε οποιαδήποτε
μορφή καταστολής της ελευθερίας της έκφρασης στη χώρα και στην κοινότητα στην οποία
ανήκουν, καθώς και σε ολόκληρο τον κόσμο, οπουδήποτε κρίνεται απαραίτητο.

To PEN τάσσεται υπέρ του ελεύθερου τύπου και αντιτίθεται σε αυθαίρετη λογοκρισία σε
καιρό ειρήνης. Πιστεύει ότι η αναγκαία πρόοδος του κόσμου προς μια πιο οργανωμένη
πολιτική και οικονομική τάξη καθιστά επιτακτική την ελεύθερη κριτική των κυβερνήσεων,
των διοικήσεων και των θεσμών. Και καθώς η ελευθερία συνεπάγεται εθελοντική
αυτοσυγκράτηση, τα μέλη δεσμεύονται να αντιτάσσονται σε κακόβουλα, ψευδή
δημοσιεύματα του ελεύθερου τύπου, στην σκόπιμη ψευδή διαστρέβλωση των γεγονότων
για πολιτικούς και προσωπικούς σκοπούς.

Η συμμετοχή στο PEN είναι ανοιχτή σε όλους: πεζογράφους, ποιητές, θεατρικούς συγγραφείς,
συγγραφείς βιβλίων παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας, θεωρητικούς και κριτικούς λογοτεχνίας,
σεναριογράφους, δοκιμιογράφους, ιστοριογράφους, δημοσιογράφους, μεταφραστές, επιμελητές
κειμένων, εκδότες, μπλόγκερ, βιβλιοθηκονόμους, εικονογράφους, δημιουργούς κόμικς και graphic
novels, εκδότες, και άλλους συντελεστές έντυπων ή ηλεκτρονικών περιοδικών - και αναγνώστες που
προσυπογράφουν αυτές τις αξίες, ανεξάρτητα από την εθνικότητα, την καταγωγή, τη γλώσσα, το
χρώμα ή τη θρησκεία.

Ύστερα από ενάμιση χρόνο κατά τον οποίο άνθρωποι από το χώρο του ελληνικού βιβλίου δούλεψαν σκληρά σε συνεχή επικοινωνία με το PEN International, ψηφίστηκε ομόθυμα η ίδρυση του PEN Greece στο Διεθνές Συνέδριο του PEN International. Το PEN International είναι ένα διεθνές δίκτυο συγγραφέων και ανθρώπων του βιβλίου, που ιδρύθηκε το 1921 στο Λονδίνο, για την προώθηση της λογοτεχνίας, τη συνεργασία μεταξύ συγγραφέων και λογοτεχνιών των χωρών καθώς και για την προάσπιση της ελευθέριας του λόγου. Λειτουργεί σε περισσότερες από 100 χώρες με περισσότερα από 140 εθνικά κέντρα.

Οι στόχοι του ελληνικού PEN είναι η προσπάθεια ενίσχυσης της εξωστρέφειας της ελληνικής λογοτεχνίας, η δημιουργία διαύλων επικοινωνίας ανάμεσα στους Έλληνες δημιουργούς με ανθρώπους από άλλα λογοτεχνικά περιβάλλοντα, η συμβολή στη διάδοση της φιλαναγνωσίας σε εθνικό επίπεδο, η ανάληψη δράσεων και η στήριξη πρωτοβουλιών που αποσκοπούν πάντοτε στη διατήρηση και στη διαφύλαξη του δικαιώματος στην ελευθερία της έκφρασης και της διακίνησης των ιδεών.

Η πυρηνική ομάδα που ανέλαβε την πρωτοβουλία για τη σύσταση του PEN Greece αποτελείται από τους: Χρήστο Οικονόμου, Εριφύλη Μαρωνίτη, Δημήτρη Σωτάκη, Ντίνα Σαρακηνού, Πανίνα Καρύδη, Τέσυ Μπάιλα και Λίνα Πανταλέων. Γύρω από την ομάδα αυτή συσπειρώθηκε μια ομάδα πεζογράφων, ποιητών, εκδοτών και ανθρώπων του βιβλίου, οι οποίοι αποτελούν την ιδρυτική ομάδα του PEN Greece. Αυτοί είναι (αλφαβητικά) οι: Κώστας Ακρίβος, Φιόνα Ανδρικοπούλου, Ευγενία Βασιλακάκη, Θεόδωρος Γρηγοριάδης, Στέφανος Δάνδολος, Σάρα Θηλυκού, Μιχάλης Καλαμαράς, Πανίνα Καρύδη, Αργύρης Καστανιώτης, Ζέφη Κόλια, Παναγιώτης Κολέλης, Ηλίας Μαγκλίνης, Κατερίνα Μαλακατέ, Δημήτρης Μανούκας, Παυλίνα Μάρβιν, Εριφύλη Μαρωνίτη, Ανδρέας Μήτσου, Αμάντα Μιχαλοπούλου, Τέσυ Μπάιλα, Χρήστος Οικονόμου, Λίνα Πανταλέων, Ελένη Παπαγεωργίου, Κάλλια Παπαδάκη, Ελισάβετ Παπαδοπούλου, Βασίλης Παπαθεοδώρου, Τατιάνα Παπαματθαίου, Μανώλης Πιμπλής, Νέστορας Πουλάκος, Άννα Ρούτση, Ντίνα Σαρακηνού, Δανάη Σιώζιου, Αλέξης Σταμάτης, Κώστας Στοφόρος, Δημήτρης Σωτάκης, Κλαίτη Σωτηριάδου, Έρση Σωτηροπούλου, Φωτεινή Τσαλίκογλου, Μάκης Τσίτας, Κατερίνα Φράγκου, Θανάσης Χειμωνάς, Γιώργος Χουλιάρας, Χρήστος Χρυσόπουλος.

Τον τρόπο που μπορείτε κι εσείς να γίνετε μέλη μπορείτε να βρείτε στο ακόλουθο link: https://drive.google.com/drive/folders/1rxrYut_DXGNug3esetiM_cWBkJUBPTEx

Ακολουθήστε το PEN GREECE στα social media:
Facebook: https://www.facebook.com/PENGREECE
Instagram: https://www.instagram.com/pen_greece/

Χριστίνα Λιναρδάκη


Δευτέρα, 1 Μαρτίου 2021

Εργοδική λογοτεχνία

Ποια είναι η γνώμη σας για τα βιβλία που απαιτούν τη συμμετοχή του αναγνώστη; Δεν εννοώ τη διαρκή διαδικασία ερμηνείας του κειμένου στην οποία μπαίνουμε όλοι πάντοτε· ούτε αναφέρομαι τόσο σε βιβλία με υποτυπώδη εργοδικότητα, όπως το Κουτσό, όπου απλώς καλούμαστε να επιλέξουμε έναν τρόπο ανάγνωσης στην αρχή, ο οποίος δεν επηρεάζει ιδιαίτερα την εξέλιξη της αφήγησης.

Εννοώ αυτό που κορυφώθηκε πριν 30-40 χρόνια κυρίως στο πεδίο των αφηγηματικών video games και αναπτύχθηκε από συγγραφείς κυρίως επιστημονικής φαντασίας με κάπως εφηβική στόχευση (CYOA). Ουσιαστικά, το Black Mirror: Bandersnatch αποτελεί και μιαν αναδρομή στο παρελθόν της πρακτικής, και παρότι η ταινία δεν είναι αριστούργημα μ’ έχει βάλει σε σκέψεις εδώ και κάποιους μήνες (η δομή της, όχι η ίδια). Σ’ εμάς η εργοδικότητα ήρθε αρκετά νωρίς για τα δεδομένα της λογοτεχνικής ευαισθησίας μας ως χώρας μέσω του Τριβιζά. Τα 88 Ντολμαδάκια του (όπως και διάφορα άλλα παραμύθια του), που δεν τα έχω διαβάσει ακόμη, αποτελούν αντιπροσωπευτικό παράδειγμα της δεύτερης «δημοφιλούς» εφαρμογής της εργοδικότητας: στο παιδικό βιβλίο.

Προτού περάσω στις σκέψεις μου επί του θέματος, ας αναφερθώ στο περιεχόμενο του όρου «εργοδικότητα» σε περίπτωση που τα παραπάνω παραδείγματα δεν επαρκούν. Ως πρώτο εργοδικό έργο μπορεί να θεωρηθεί το I Ching. Ο όρος «ergodic literature» που επινόησε ο Aarseth στο Cybertext: Perspectives on Ergodic Literature το ’97 προέρχεται από το «έργο» και την «οδό» και σημαίνει την καταβολή προσπάθειας του αναγνώστη (ή χρήστη, όπως προτείνει ο Aarseth) ώστε να υπάρξει εξέλιξη ή να επιτευχθεί συνοχή. Οι τρόποι που μπορεί να συμβεί αυτό ποικίλλουν: α) μπορεί ο αναγνώστης να πηγαίνει από link σε link, πράγμα που σημαίνει ότι κάθε φορά που επιλέγει το x παρακλάδι το y χάνεται και καταλήγει να διαβάζει μόνον μία από τις υπαρκτές ιστορίες, β) μπορεί να χρειάζεται να φτιάξει τη δική του γραμμικότητα μέσα από αφηγηματικά θραύσματα, γ) μπορεί να πρέπει να πάει στη σ. 233 αν δεχθεί να παντρευτεί ή στη σ. 127 αν αρνηθεί, δ) μπορεί να κληθεί κυριολεκτικά να συμπληρώσει τα ______ μιας αφήγησης κ.λπ.

Εξωλογοτεχνικά παραδείγματα: θα πατήσετε τα links που παρέθεσα παραπάνω για περισσότερες πληροφορίες ή θα διαβάσετε απλώς αυτό το κείμενο; Θα το διαβάσετε όλο ή τμήματά του; Κάποιοι είδαν την ανάρτηση του κειμένου αυτού στο Facebook και την αγνόησαν ή πάτησαν like/«καρδούλα» χωρίς να την ανοίξουν. Άλλοι, πάλι, άνοιξαν μεν το link, αλλά διάβασαν το κείμενο αποσπασματικά ασκώντας το αναγνωστικό δικαίωμα που περιγράφει ο Μπαρτ (το οποίο αναφέρει και ο Aarseth στο βιβλίο του που αναφέρθηκε). Το Facebook, όπως και όλο το διαδίκτυο, είναι εξαντλητικά εργοδικό και κάθε ανάρτηση προσφέρει μια σειρά από δυνητικές ενέργειες.

Επειδή ακριβώς προσφέρεται το διαδίκτυο για την εργοδικότητα, η συντριπτική πλειονότητα της εργοδικής λογοτεχνίας στον 21ο αιώνα είναι ηλεκτρονική — ό,τι αποκαλούμε υπερκείμενο [hypertext] (όχι το υπερκείμενο όπως εννοείται στον Genette) ή κυβερνοκείμενο [cybertext]. Η μόνη έντυπη εκδοχή αυτού στην Ελλάδα των τελευταίων 20 ετών (απ’ όσο ξέρω) είναι η Γραφή Δεύτερη του Κυριάκου Σταμέλου, ένα εργοδικό ποίημα όπου αναγνώστης καλείται να διαβάσει κάποιους «χάρτες» στίχων και να βρει τη συνοχή. Ο Kim Newman με το Life's Lottery (αναρωτιέμαι αν είχε κατά νου ότι ακούγεται και ως Life Slaughtery) προσπάθησε να φτιάξει ένα βιβλίο όπου ο αναγνώστης παίρνει τις αποφάσεις του χαρακτήρα απ’ όταν είναι παιδί μέχρι που πεθαίνει. Ωστόσο, αναλίσκεται τόσο πολύ στο «κάνεις το Α, άρα συμβαίνει το Β που οδηγεί στο Γ», στη ψευδορεαλιστική πληθώρα των επιλογών μας, που εν τέλει εστιάζοντας στη δράση υστερεί σε οτιδήποτε βαθύτερο. Το β΄ πρόσωπο που χρησιμοποιεί (όλα σχεδόν τα εργοδικά έργα αυτού του τύπου είναι γραμμένα σε β΄ πρόσωπο) δεν διευκολύνει μια πιο φιλοσοφική προσέγγιση, αφού κιόλας δυστυχώς ο Newman δεν είναι Calvino.

Θεωρώ ότι ιδίως στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση μια εργοδική δομή μπορεί να εφαρμοστεί με αρκετή συστηματικότητα (μάλλον συμφωνεί και το Netflix που έχει πλέον βγάλει 3-4 «διαδραστικά» επεισόδια/ταινίες) — φυσικά, το κόστος θα πολλαπλασιαζόταν κάθε φορά. Το πεδίο έχει ερευνηθεί ελάχιστα από τη «σοβαρή» λογοτεχνία, αλλά πιστεύω ότι η προσέγγιση αυτή έχει τη θέση της στον λογοτεχνικό κανόνα (αν κι εφόσον εντάσσεται οργανικά — το οποίο απαιτεί ένα εκτενέστερο κείμενο από μόνο του). Επίσης, είμαι της γνώμης ότι η φυσική εργοδικότητα των διαδικτυακών links δεν σημαίνει ότι πρέπει να περιορίζεται η όλη προσπάθεια στην ψηφιακή λογοτεχνία. Το έντυπο μέσο (το βιβλίο) έχει και αυτό ανεξερεύνητες δυνατότητες. Πλέον υπάρχει έντυπη λογοτεχνία για ενηλίκους με ανάποδο/χρωματιστό κείμενο (House of Leaves, Only Revolutions, Theories of Forgetting), χωρίς σελιδαρίθμηση (Take it or Leave it του Raymond Federman), με τρύπιες σελίδες (Tree of Codes), με θραύσματα κειμένου που πρέπει να συναρμολογήσουμε (Cent mille milliards de poèmes, Γραφή Δεύτερη), με τη μορφή ερωτηματολογίου (Τεστ Δεξιοτήτων, Alejandro Zambra) ή λεξικού (Το λεξικό των Χαζάρων — βλ. και άλλα του Πάβιτς) και ποιος ξέρει τι άλλο.

Χρειάζονται όλα αυτά, αποτελούν δηλαδή αναπόσπαστο τμήμα της ταυτότητας του βιβλίου ή είναι ανούσια τεχνάσματα; Άμα φύγουν από τη μέση τα πυροτεχνήματα, εξακολουθούμε να διαβάζουμε καλή λογοτεχνία; Όχι πάντα. Αλλά το ίδιο συμβαίνει και με τις κλασικά δομημένες αφηγήσεις. Προσωπικά, βιβλία όπως μερικά από τα προαναφερθέντα μου προσφέρουν, πέραν όλων των άλλων, μια χαρά σχεδόν παιδική, την οποία δεν μου προκαλούν τα κλασικά αφηγήματα. Ο αναγνώστης ήταν πάντα αναγκαίο μέρος του λογοτεχνικού έργου όχι μόνον επειδή χρειάζεται η ύπαρξη του αναγνώστη (το δέντρο που πέφτει στο δάσος και δεν τ’ ακούει κανείς κ.λπ.), αλλά επειδή χρειάζεται η ερμηνεία του, όπως είπαμε και στην αρχή. Κάθε σημαντικό κείμενο υπερβαίνει το δημιουργό του και οι πραγματικές του διαστάσεις μπορούν μόνο να φανούν μέσω του ερμηνευτικού δικτύου που αναπτύσσουν οι πολλαπλές αναγνώσεις. Ο αναγνώστης, όμως, όπως είδαμε, μπορεί να συμμετάσχει και διαφορετικά, ακόμα και στην ίδια τη δημιουργία.

Δημήτρης Μαύρος




Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2021

Οδυσσέας Ελύτης και Νίκος Καββαδίας: έξω στο φως. Β΄ Μέρος

Μπορείτε να βρείτε το πρώτο μέρος του άρθρου εδώ

Το φως δεν είναι μόνο οπτική αίσθηση, είναι και αφή, τόσο στον Ελύτη όσο και στον Καββαδία, παρόλο που εκφράζεται με εκ διαμέτρου αντίθετους τρόπους. Το σκοτάδι και το μισόφωτο, συνήθως στις άδειες εκκλησίες των λιμανιών στη Βάρδια εκτός από τα μάτια, αγγίζει και το δέρμα: από άυλο στοιχείο γίνεται αίσθηση που πλησιάζει σταδιακά το σώμα, τυλίγει τους ανθρώπους, αφαιρεί σιγά-σιγά το περίγραμμά τους και τους παρέχει άλλοτε κρησφύγετο και άλλοτε διαφυγή. Τους βυθίζει στην προσωπική τους ερημιά επίσης. Και δεν είναι μόνο το σκοτάδι, είναι και η ομίχλη, το πούσι, οι νύχτες χωρίς αστέρια στη μέση του ωκεανού: όλα συνώνυμα μιας ίδιας ατμόσφαιρας.

Δε βλέπεις παραπέρα από ένα μέτρο, από μισό, λιγότερο, τίποτα, περισσότερο κι από το τίποτα. Το’ χει από νωρίς κατεβάσει. Το πούσι έχει τη δική του μυρωδιά, όπως η καταιγίδα, ο τυφώνας, η τρικυμία του κάθε καιρού.[1]

Το φως που στη Μαρία Νεφέλη αποτελεί το φυσικό περιβάλλον του ποιητή, στην Βάρδια είναι κατά κανόνα σύντομη ανατροπή από μια παγιωμένη συνθήκη ασάφειας και προσωπικού εγκλεισμού σε βίαιες ενδόμυχες σκέψεις. Στον Κόλλια το φως του ήλιου θα ξορκίσει τα εσωτερικά σκοτάδια. Οι σκέψεις και οι λέξεις του ξεπροβάλλουν με τα φώτα σβηστά, σαν τους αρουραίους των λιμανιών. Είναι όμως και για τους δύο ποιητές σημείο επαφής και σύνδεσης, προσπάθεια οριοθέτησης και καλώς ή κακώς υπόσχεση μιας καινούριας μέρας.

Το μεγάλο πουλί άπλωσε τα φτερά του. Μπατάρισε κι έπεσε στο κατάστρωμα, μπροστά στην πόρτα του ασυρμάτου… Ξημέρωνε.

Ο ήλιος. Μια λουρίδα πέφτει λοξά στο πρόσωπό του. Το σκορπίζει. Και μιαν άλλη από το φινιστρίνι το πλάθει σε κύβους. Δεν έχει πια φωνή. Τα χείλη του παίζουνε μόνο.[2]

Το φως, εκτός από τις λέξεις που το περιγράφουν, έχει ανάγκη από απεικόνιση, από έναν καμβά: ο ρόλος και η παρουσία του ουρανού τόσο στον Καββαδία όσο και στον Ελύτη είναι θεμελιώδης. Η Μαρία Νεφέλη ξεδιπλώνεται στον μπλε ουρανό, καταλαμβάνει τον χώρο ανάμεσα την κυκλαδίτικη αίσθηση της γης και τον ήλιο που οριοθετεί ανθρώπους και συναισθήματα, εκεί που την Βάρδια την σκεπάζει ένας γκρίζος θόλος, χωνευτήρι λιμανιών, ταξιδιών και ανθρώπων. Και αν ο ουρανός του καθένα απλώς καθρεφτίζει τον ήλιο του;

Θε μου τι μπλε ξοδεύεις για να μη σε βλέπουμε![3]

Στην Βάρδια λοιπόν δεν υπάρχει φυσικό φως. Το ερώτημα είναι τι υπάρχει στη θέση του: τα φώτα της Βηρυτού όταν πέφτει το σκοτάδι, των σπιτιών, οι στενοί δρόμοι κάτω από τις μαρκίζες, φώτα νέον, ρεκλάμες, θολά τζάμια. Και η ζωγραφική: οι δημιουργοί και τα χρώματα, οι τίντες, οι μορφές που διασχίζουν τα έργα, το φως και το σκοτάδι στα τελάρα. Ένας ολόκληρος κόσμος, κλειδωμένος στους πίνακες που συντροφεύουν τον Καββαδία σε κάθε βάρδια, σε κάθε ταξίδι. Οι ζωγράφοι και οι γραμμές τον βοηθούν να οριοθετεί περιγράμματα, σκέψεις και αναμνήσεις, και τελικά το φως χρησιμοποιεί τα χρώματα για να τρυπήσει το σκοτάδι.

Ένας ζητιάνος, καθισμένος χάμω, τραγουδούσε ένα τραγούδι που δεν έβγαινε από το στόμα του, μα σα να ‘ρχόταν απ’ όλες τις ανοιχτές πόρτες, απ’ όλους τους δρόμους, απ’ όλα τα στόματα. Ήταν η ώρα που, σαν από ένα χέρι, ανάβουν και φέγγουν μεμιάς οι στενοί δρόμοι της πλατείας, που πάνε στη θάλασσα. Πράσινο, μπλέ, κίτρινο, βυσσινί. Monique, Madame Marika, Chryssa, Malvina, Madame Violette. Και πέρα μακριά, αν ανέβαινες σε μια φοινικιά της πλατείας, εσύ που διαβάζεις καλά τ’ αστέρια, θα’ βλεπες μέσα σε μπερδεμένα φαιδρά φώτα: «Blanche», δίπλα σ’ ένα πράσινο ψάρι. Ώρα που όλοι ξεκινάνε για τη θάλασσα, όπως κάποτε οι Φοίνικες, ντυμένοι κοντούς μανδύες βαμμένους με βήσσαλο. Σταθήκαμε έξω από το ζαχαροπλαστείο του Bohsali και κοιταζόμαστε στα μάτια.[4],[5]

Δεν υπάρχει επίπλαστη αισιοδοξία που να συνδέεται με την ύπαρξη ή μη του φωτός, ούτε στον Ελύτη, ούτε στον Καββαδία. Το φως είναι ο καμβάς πάνω στον οποίο στερεοποιούνται στίχοι, συναντήσεις, ταξίδια, γυναίκες και έρωτες, ενώ η απουσία του αναγκάζει αναγνώστη και δημιουργούς να επικεντρωθούν στα μη ορατά, όσα δεν έχουν ανάγκη το περίγραμμα που θα τους έδινε το φως για να υπάρξουν:

Πενθώ τον ήλιο και πενθώ τα χρόνια που έρχονται

Χωρίς εμάς και τραγουδώ τ’ άλλα που πέρασαν

Εάν είναι αλήθεια[6]

Στην Βάρδια το φως αντιστέκεται στη νύχτα σε μια προεξοφλημένη ήττα ήδη από τις πρώτες σελίδες. Η αντίστιξη που διέπει το σύνολο του μυθιστορήματος δεν θα αλλάξει το τελικό αποτέλεσμα: η τελευταία αναχώρηση γίνεται με τους ήρωες, τους ζωντανούς και τον μόλις πεθαμένο, να τρέχουν μέσα στο σκοτάδι και την υγρασία για να προλάβουν να σαλτάρουν στο καράβι που φεύγει για ένα ακόμα ταξίδι μακριά από αυτή τη στεριά του πολέμου, του φόβου και της σύφιλης. Ο μύθος της αέναης αναχώρησης, της αναπόφευκτης φυγής συνεχίζεται στο διηνεκές.

Πάντα εμείς το φως κι η σκιά

 

Πάντα εσύ τ’ αστεράκι κι εγώ το σκοτεινό

πλεούμενο

Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά

Το βρεμένο μουράγιο και η λάμψη επάνω στα κουπιά[7]

                                                                                                                                               Κρις Λιβανίου



[1] Βάρδια, σελ. 91.

[2] Βάρδια, σελ. 145-146.

[3] Μαρία Νεφέλη, σελ. 32.

[4] Βάρδια, σελ. 75.

[5] Μία από τις σπάνιες φορές που στη Βάρδια η νύχτα δεν κάνει τίποτα για να φοβερίσει τους ανθρώπους.

[6] Οδυσσέας Ελύτης, Μονόγραμμα, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα, 1998, στ. 1-3, σελ. 13.

[7] Μονόγραμμα, στ. 13-16, σελ. 15.

Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου 2021

41 ποιήματα της Emily Jane Brontë σε μετάφραση και εικονογράφηση Βασιλικής Σιαφάκα

Από τις πιο καλαίσθητες εκδόσεις που έπεσαν στα χέρια μου, το βιβλίο αυτό αποτίει φόρο τιμής σε μια δημιουργό που έζησε σχεδόν 200 χρόνια πριν από την εποχή μας. Οι περισσότεροι γνωρίζουν την Μπροντέ από τα Ανεμοδαρμένα Ύψη, το μοναδικό μυθιστόρημα που έγραψε, το οποίο όμως θεωρείται από τα μνημειώδη έργα της αγγλικής λογοτεχνίας. Εκτός από αυτό, συνέγραψε ωστόσο και ποιήματα, 21 από τα οποία δημοσιεύθηκαν το 1846 σε έναν τόμο, μαζί με ποιήματα των αδελφών της. Στο βιβλίο που εξετάζουμε δημοσιεύονται τα 21 αυτά μαζί με μερικά ακόμη που είδαν το φως της δημοσιότητας μετά τον θάνατο της δημιουργού τους.

Έχω την αίσθηση ότι το βιβλίο αυτό αποτέλεσε προσωπική υπόθεση της Βασιλικής Σιαφάκα, η οποία, πέρα από τη μετάφραση των ποιημάτων, έχει επιπλέον γράψει εκτενής εισαγωγή και επίμετρο (το τελευταίο προφανώς προέκυψε από την έρευνά της για τα ποιήματα) και έχει επίσης εικονογραφήσει το βιβλίο. Στην εισαγωγή άλλωστε σημειώνει ότι η μετάφραση πάτησε «στο πένθος και τη μοναξιά που άφηνε μέσα μου η απώλεια των γονιών μου». Ο «ψυχικός αυτός συντονισμός» την οδήγησε σε βιωματική εμπλοκή με τα ποιήματα και στην ανάγκη να εκφράσει την εν λόγω εμπλοκή με όσους περισσότερους τρόπους μπορούσε. Ζωγράφος και η ίδια γαρ, μπόρεσε να δώσει μορφή στις εικόνες που η Μπροντέ σμίλεψε με την ποίησή της. Το γεγονός, από την άλλη, ότι ασχολείται και η ίδια η Σιαφάκα με τη λογοτεχνία, αφού γράφει ποιήματα και διηγήματα, προφανώς οδήγησε στην ομαλότατη, ποιητικότατη και τελικά υπέροχη μετάφρασή της. Πρόκειται βέβαια για μετάφραση συνήθως ελεύθερη, κόντρα στη ρίμα της Μπροντέ (όχι όμως πάντα: τα ποίηματα «Στροφές» και «Καλοκαιρινό φεγγαρόφωτο» είναι, μεταξύ άλλων ποιημάτων, μεταφρασμένα ομοιοκαταληκτικά), που ωστόσο αποδίδει με πειστικότητα αλλά και με ωραίο ρυθμό το πρωτότυπο.

Έγραψα «ρυθμός» έχοντας βεβαίως υπόψη ότι στην εποχή της Μπροντέ τα ποιήματα γράφονταν ολόκληρα (εννοώ, στίχο προς στίχο σε όλο το ποίημα) σε συγκεκριμένο μέτρο, έτσι έχουμε ποιήματα γραμμένα σε 8σύλλαβο, 11σύλλαβο ή 13σύλλαβο στίχο, ενώ εντόπισα και κάποια που έχουν πλεκτό ρυθμό, όπως π.χ. το “Honour’s martyr” που είναι γραμμένο σε 8σύλλαβο πλεκτό με 6σύλλαβο στίχο ή το εμβληματικό “No coward soul is mine”, που είναι γραμμένο σε 10σύλλαβο πλεκτό με 6σύλλαβο. Μου έκανε ωστόσο εντύπωση που δεν εντόπισα ποιήματα στον διάσημο ιαμβικό 5σύλλαβο ο οποίος υποτίθεται ότι μιμείται τον χτύπο της καρδιάς και την εποχή κατά την οποία έζησε η Μπροντέ ήταν ήδη ιδιαίτερα δημοφιλής. Ίσως αυτό να οφείλεται στη γενικότερη διάθεση της Μπροντέ να μη συμπλεύσει απόλυτα με το ρεύμα της εποχής της, ιδίως τη στιγμή που ήταν εξαιρετικά ελεύθερο πνεύμα και η ίδια.

Φυσικά, δεν νοείται μετάφραση προς τα ελληνικά στο ίδιο μέτρο, αφού η ελληνική γλώσσα είναι πιο περιγραφική και οι λέξεις της περιέχουν κατά κανόνα περισσότερες συλλαβές από τις πιο σύντομες αγγλικές λέξεις. Ούτως ή άλλως δεν νομίζω πως ήταν ανάμεσα στους σκοπούς της Βασιλικής Σιαφάκα η απόδοση συλλαβή προς συλλαβή (και πώς θα μπορούσε άλλωστε;)ˑ σκοπός της ήταν ένα αποτέλεσμα που να καθρεφτίζει το αποτέλεσμα του πρωτοτύπου, κάτι που κατάφερε άλλωστε σπουδαία με τη βοήθεια και της Διώνης Δημητριάδου η οποία είχε τη γλωσσική επιμέλεια της ελληνικής βερσιόν.

Φυσικά, όσο και να άγγιξαν τα ποιήματα τη μεταφράστρια, ο σύγχρονος αναγνώστης είναι αδύνατον να μη διακρίνει τα διαφορετικά αισθητικά πρότυπα της εποχής της Μπροντέ:

Καλοκαιρινό φεγγαρόφωτο

Στο φεγγαρόφωτο νύχτας καλοκαιρινής
Είναι όλα ήπια και ήσυχα κι ωραία
Μεσάνυχτα ώρα ιερής σιωπής
Σκέψεις γλυκιές σκορπάει παντού με τον αέρα.

Πιότερο ώρα που τα δένδρα ανεμίζουν
Ψηλά στον ουρανό με τα κλαδιά τους
Ή χαμηλώνοντας όπως λυγίζουν
Προσφέρουν καταφύγιο την αγκαλιά τους

Κι εκεί μες στην πυκνή τη φυλλωσιά
Κοιμάται μια υπέροχη μορφή
Πράσινη χλόη, λουλούδια ποτισμένα τη δροσιά
Γύρω απ’ το πρόσωπό της μια ανάλαφρη πνοή.


Θεματικά, τα ποιήματα κινούνται σε δύο άξονες: τη φαντασία και τον θάνατο. Όπως γράφει η Σιαφάκα στον πρόλογο του βιβλίου, «η φαντασία είναι ο εσωτερικός της θεός, μια δύναμη γλυκιά, παρηγορητική, χωρίς αυταπάτες, που ταυτίζεται με την ίδια τη ζωή και την ύπαρξη. Ο θάνατος είναι η απώλεια, η μνήμη που δεν γίνεται ανάμνηση, ο αμείωτος πόνος των ζωντανών για όσους έχασαν, η μνήμη που δεν γίνεται ανάμνηση, ο αμείωτος πόνος των ζωντανών για όσους έχασαν την ελπίδα της συνάντησης μετά θάνατον». Ιδίως ο τελευταίος δεν προκαλεί καμία αγωνία στην ποιήτρια. Πώς θα μπορούσε άλλωστε, αφού τον κοίταγε με την υπεροψία των 20 της χρόνων;

Από την ψηλή κορυφή του νεαρού της ηλικίας της, η Μπροντέ έγραψε ποίηση δυνατή και σύνθετη, κάτι ελάχιστα αναμενόμενο δεδομένης της νεότητάς της. Αυτά τα χαρακτηριστικά συγκροτούν και τον λόγο που η ποιήτρια του 19ου αιώνα μπορεί να προβληματίσει και να συγκινήσει τον αναγνώστη του σήμερα. Αναζητήστε το βιβλίο, αξίζει μια θέση στη βιβλιοθήκη σας.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2021

Το ποίημα της Δευτέρας από τον Ε. Μύρων

Πηγή φωτογραφίας: Reuters



[άτιτλο]

έσπασα όλους τους καθρέφτες
δεν θ' αντικρύσω ξανά τον ένοχο
με φοβίζει το δίχτυ ασφαλείας
και οι επαγγελματίες άγγελοι
       - η πτώση είναι πυξίδα
δεν γράφω πια
τα χέρια μου
ουρλιάζουν στο χαρτί



Ε. Μύρων
από την υπό έκδοση συλλογή του Οριοβάτης


Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 2021

Οδυσσέας Ελύτης και Νίκος Καββαδίας: έξω στο φως. Α' μέρος



Στο μπουλμέ, βιδωτή σ’ ένα μπρατσόλι, κρεμόταν μια χάλκινη λάμπα του πετρελαίου. Ο ανεμιστήρας γύριζε καβουρντίζοντας το κενό.

Σηκώθηκε κι έσβησε το ηλεκτρικό που τρεμόπαιζε. Από τα φινιστρίνια μπήκε σπασμένο το φως μιας αυγής σε ανατολικό μήκος.[1]

Το ελληνικό φως. Ο νους πηγαίνει στον Ελύτη: στο Μονόγραμμα, στο Άξιον Εστί, πώς αλλιώς; Κι όμως, δύο ριζικά διαφορετικές οπτικές σε ό,τι αφορά το φως, όπως αυτή που φωτίζει τη Βάρδια του Νίκου Καββαδία και τη Μαρία Νεφέλη του Ελύτη μεταξύ άλλων, βάζουν τα πράγματα σε αντεστραμμένες τροχιές και μπορεί να σπρώξουν τις σκέψεις σε αιρετικά ταξίδια.

Το να φέρει κανείς κοντά δύο τόσο διαφορετικούς μεταξύ τους δημιουργούς όπως αυτοί, πόσο μάλλον όταν το πλησίασμα αφορά και διαφορετικού λογοτεχνικού είδους κείμενα, τα ρίσκα είναι μεγάλα και οι αμφιβολίες πολλές. Υπάρχουν βέβαια και κοινοί τόποι μεταξύ τους που μπορούν να γεννήσουν παραλληλισμούς, όπως για παράδειγμα ότι ο Καββαδίας είναι πρωτίστως ποιητής παρόλο που έγραψε το εξαιρετικό μυθιστόρημα της Βάρδιας, και ότι ο Ελύτης εφηύρε εκ νέου την αφηγηματικότητα και την ανήγαγε σε θεμελιώδες εργαλείο στην ποίησή του.

Είναι γεγονός ότι ο Οδυσσέας Ελύτης, εκτός από όλα τα άλλα, ήξερε από φως: έγραφε έξω στο φως κι έμπαινε ο ήλιος και καθόταν πάνω στις λέξεις, στις πέτρες και στα δέντρα. Ο Καββαδίας από την άλλη έζησε και έγραψε στο ημίφως των καραβιών, στον ασύρματο, σε σκοτεινές καμπίνες και στα κακόφημα ξενοδοχεία των λιμανιών του κόσμου: όταν κοιτούσε μέσα του έβλεπε μόνο σκοτάδι. Έγραφε για να ομολογήσει και να ξορκίσει το φόβο. Το ερώτημα αν τα κατάφερε παραμένει.

Μεσάνυχτα και ταξιδεύεις δίχως πλευρικά!

Σκιάζεσαι μήπως στο γιαλό τα φώτα σε προδίνουν,

μα πρύμα πλώρα μόνη εσύ πατάς στοχαστικά,

κρατώντας στα χεράκια σου το λύχνο του Αλαδδίνου.[2]

Στη Βάρδια όλα κινούνται στο σκοτάδι της νύχτας στη γέφυρα, ή στην καλύτερη περίπτωση στο μισοσκόταδο της τροπικής βροχής, των άδειων εκκλησιών, της καμπίνας. Και τις φορές που υπάρχει φως, αυτό είναι τεχνητό, θαμπό, ανεπαρκές: ο Γεράσιμος, ο ασυρματιστής, ο δόκιμος είναι σε μια διαρκή προσπάθεια να διακρίνουν όσα είναι μπροστά τους, δυσκολεύονται, καταλήγουν να κοιτάζουν μέσα τους, εκεί που τα πράγματα είναι ακόμα περισσότερο σκιώδη. Τα νερά και ο ουρανός είναι κατά κανόνα σκοτεινά, κρύβουν μυστικά, σκέψεις, καρχαρίες και υφάλους, γεννούν μια απροσδιόριστη έλξη για αυτό το άγνωστο που τους περιμένει αργά ή γρήγορα όλους στη γωνία: οι ήρωες στη Βάρδια, ο καθένας με τον τρόπο του και για τους δικούς του προσωπικούς λόγους, είναι δέσμιοι ενός αέναου ταξιδιού. Στηριγμένοι στα φώτα πορείας.

Δεν είναι μόνο ο ουρανός και τα περιγράμματα των ανθρώπων που τυλίγονται στο σκοτάδι, είναι και η θάλασσα: υπάρχει το άυλο σκοτάδι του ουρανού και του αέρα αλλά και το υγρό, πάνω στο οποίο κινείται το καράβι και οι ναυτικοί. Επιπλέουν όλοι πάνω σε μια σκοτεινή υγρή μάζα, μια θάλασσα που δεν έχει την παραμικρή σχέση με το Αιγαίο του Ελύτη. Με κάποιες εξαιρέσεις βέβαια:

Πιάσαμε από ζημιά στο τιμόνι, με το «Αργοναύτης». Δεν ήμουνα πάνου από δεκαεφτά! Πρωί. Ξυριζόμουνα στην καμπίνα μου. Από την πόρτα έβλεπα τις ασάλευτες φοινικιές κι ένα φως να λούζει τη θάλασσα, τη στεριά. Ένα φως που το ξαναβρήκα έπειτ’ από χρόνια στη Δήλο, πάλι πρωί… Bali![3]

Και αν οι άνθρωποι στη Βάρδια είναι παγιδευμένοι στο σκοτάδι (τόσο σε ρεαλιστικό όσο και σε συμβολικό επίπεδο), στον Ελύτη τα πράγματα κινούνται αντίστροφα. Ακόμα και στις περιπτώσεις που το φως καίει και θαμπώνει τα περιγράμματα των πραγμάτων και των σκέψεων, παραμένει λυτρωτικό και μια πηγή αναγέννησης. Στη Βάρδια το σκοτάδι κερδίζει έδαφος από την πρώτη σελίδα, στη Μαρία Νεφέλη και στο Μονόγραμμα οι στίχοι το διαλύουν βήμα-βήμα, αφαιρούν τον όποιο φόβο, ανάβουν τα αστέρια και το μετατρέπουν σε ένα χώρο για να ακουμπήσει κανείς μύχιες σκέψεις. Οι στίχοι του Ελύτη φαίνεται να ακολουθούν την πορεία του ήλιου στον ουρανό και να προσαρμόζονται στην διαδρομή του, να φωτίζονται από αυτόν και να κρύβονται στις σκιές του, ενώ η Βάρδια είναι τελικά ένα βιβλίο όπου από την αρχή του και μέχρι το τέλος προσπαθεί μάταια να ξημερώσει, και καλύπτεται από ένα άρρωστο κίτρινο φως που καταλήγει να θαμπώσει τα χρώματα και τις σκέψεις. Εκτός από το πράσινο και το κόκκινο. Φώτα πορείας.

Ο «Πυθέας», cargo πέντε χιλιάδων τόνων, standard του πρώτου πολέμου, με χαβούζες και μηχανή παλινδρομική, ταξίδευε με εφτά μίλια ανοιχτά του Singapore. Από τα φινιστρίνια έμπαινε μαραζωμένο άρρωστο φως, που μύριζε φανικό.[4]

Ο Καββαδίας θα αντλήσει το φως από την ανάμνηση. Θα γυρίσει πίσω στον χρόνο και στον τόπο που έλαβε χώρα η συνάντηση ή το γεγονός που τροφοδοτεί τις σκέψεις του και θα επικεντρωθεί στην ατμόσφαιρα και κατ’ επέκταση στην εικόνα.

Βαστούσε ακόμη εκείνο το γλυκό φως, κείνη η χάρη της Μαρσίλιας, που χωρίζει το σούρουπο από τη νύχτα.[5]

Στην Βάρδια όλοι προσπαθούν διαρκώς να δουν, να καταλάβουν, αγωνιώντας παράλληλα για το φόβο που κρύβεται στο δυσδιάκριτο, και που υφέρπει σε ολόκληρο το μυθιστόρημα. Ο ασυρματιστής δείχνει να είναι αυτός που κινείται καλύτερα απ’ όλους στις ασάφειες και τις σπασμένες αναμνήσεις. Ήρωες και συγγραφέας έχουν εξασκηθεί να βλέπουν στο ημίφως, να διακρίνουν τις σκιές όντας σκιές και οι ίδιοι, εναλλάσσοντας καράβια, προορισμούς και λιμάνια. Επιστρέφοντας όμως, αναπόφευκτα. Αυτό όμως είναι μια διαφορετική ανάγνωση.

Η βροχή, ώρα πού’ χε σταματήσει. Άστραφτε μόνο (…). Ο Γεράσιμος έχει γυρισμένες τις πλάτες και κοιτάζει μέσα του και μπροστά.[6]

Η Βάρδια είναι η χαρτογράφηση της έλξης του Κόλλια από την άβυσσο. Γραπωμένος στο καράβι και στον ασύρματο, κάποιες φορές στη γέφυρα με τον γραμματικό, ατενίζει με δέος και φόβο τον όγκο μιας σκοτεινής θάλασσας, το είδος του θανάτου που ονειρεύεται και ελπίζει. Στην πραγματική ζωή δεν θα έχει την τύχη να πεθάνει όπως φανταζόταν, όμως αυτό τελικά μικρή σημασία έχει. Ο κεντρικός άξονας παραμένει η ανάγκη του να επιπλέει και να διασχίζει, ακόμα ζωντανός, τον προσεχή του τάφο. Να συναντιέται με τον καρχαρία που τον περιμένει, και να κρύβεται στις σκιές. Οι σκοτεινές θάλασσες που ταξιδεύει, μεγάλες μα κούφιες,[7] βρίσκονται σε πλήρη αντιδιαστολή με τις εικόνες του Ελύτη: στους στίχους του έχει κανείς την αίσθηση ότι το βλέμμα του χαϊδεύει διάφανα νερά.

Μέρες νωπές στην όμπρα και στη σιέννα

πού’ μοιαζε το νησί μ’ ένα Λασήθι απέραντο

ελαφρύ κι απιθωμένο μόλις

πάνω σε μια θαμπωτική θρυψαλλιασμένη θάλασσα.[8]


(συνεχίζεται)

Κρις Λιβανίου

[1] Νίκος Καββαδίας, Βάρδια, εκδ. Άγρα, Αθήνα, 1989, σελ. 14.

[2] «Λύχνος του Αλαδδίνου», in. Νίκος Καββαδίας, Πούσι, εκδ. Άγρα, Επετειακή έκδοση για τα 40 χρόνια από το θάνατο του Ν. Καββαδία, Αθήνα, 2015, στ. 21-24.

[3] Βάρδια, σελ. 105.

[4] Βάρδια, σελ. 20.

[5] Βάρδια, σελ. 136.

[6] Βάρδια, σελ. 56.

[7] Βάρδια, σελ. 37.

[8] Οδυσσέας Ελύτης, Μαρία Νεφέλη, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα, 1999, σελ. 58.

Τετάρτη, 17 Φεβρουαρίου 2021

"Ο κήπος με τις φράουλες" του Φίλιππου Φιλίππου

 

Ένα ζευγάρι, ο Αργύρης και η Φαίδρα, ζει σε ένα υπέροχο σπίτι στη Σαρωνίδα, χτισμένο στην πλαγιά του λόφου, με μια μεγάλη βεράντα και θέα προς τη θάλασσα. Και στο σπίτι τους έχουν έναν κήπο με περιφραγμένη μάντρα που απομακρύνει τα αδιάκριτα βλέμματα, χαρίζοντάς τους μιαν αίσθηση ιδιωτικότητας. Την άνοιξη φωλιάζουν στα δέντρα κορυδαλλοί που γεμίζουν το χώρο με γλυκά κελαηδήματα. Ανάμεσα στα πολλά δέντρα, λουλούδια και φυτά, ξεχωρίζουν οι φραουλιές που τις φροντίζει μονάχα ο Αργύρης.

Εκείνος είναι πρώην αποτυχημένος ειδικός φρουρός και νυν συγγραφέας, χωρίς ιδιαίτερη όμως έμπνευση τον τελευταίο καιρό, συχνά με λίγο αλκοόλ ενεργοποιεί τη σκέψη του και τη χαμένη του συγγραφική ευχέρεια. Εκείνη είναι πρώην ηθοποιός του Εθνικού Θεάτρου, που θέλει απεγνωσμένα να κάνει ένα παιδί και αντιμετωπίζει δυσκολίες. Παρά την ειδυλλιακή φύση που περιβάλλει τη ζωή τους, η σχέση τους μόνο ειδυλλιακή δεν είναι, καθώς εκνευρισμοί, εντάσεις, αμφισβητήσεις, προβλήματα και μια σταδιακά μεγεθυνόμενη φθορά αποδυναμώνουν διαρκώς την αγάπη, μετατρέποντάς την σε αντιπάθεια. Ακολουθεί μια τακτική επίσκεψη της Φαίδρας στο γυναικολόγο και έπειτα όλα αλλάζουν. Τόσο ξαφνικά; Ναι. Η μπεζ Μερσεντές της παρεκκλίνει της πορείας της και καταλήγει σε έναν γκρεμό. Το στήθος της συγκρούεται με τη στεφάνη του τιμονιού, το κεφάλι της χτυπά στο παρμπρίζ, και, δυστυχώς, τελικά υποκύπτει στα τραύματά της.

«Μα η Φαίδρα φορούσε πάντα ζώνη ασφαλείας» είπα στον υπαστυνόμο παραξενεμένος. «Ακόμα κι όταν ήθελε να μετακινήσει το αμάξι ή να το βάλει στο γκαράζ». «Δεν ξέρω τίποτα  που να μπορεί να μας φωτίσει» είπε, σηκώνοντας τους ώμους του».

Ατύχημα ή αυτοκτονία; Η ερώτηση αιωρείται στην ατμόσφαιρα!

Κι ενώ ο ατυχής - ευτυχής σύζυγος μοιάζει έτοιμος να γευτεί τη μεγάλη κληρονομιά που προέρχεται από τη γυναίκα του, εμφανίζεται ένα ζευγάρι εκβιαστών που υποστηρίζουν πως εκείνοι διέπραξαν το φόνο για χάρη του, γνωρίζοντας την τεταμένη σχέση τους και θέλοντας να του κάνουν μια μικρή εκδούλευση. Και τώρα ασφαλώς ήρθε η ώρα να πληρωθούν γι΄ αυτό. Έτσι, εισέρχεται και μια τρίτη συνισταμένη ερμηνείας του θανάτου της Φαίδρας: η δολοφονία.

Ο Αργύρης προσπαθεί να αντιμετωπίσει τους εκβιαστές και εκπλήσσεται όταν διαπιστώνει πως γνωρίζει τη γυναίκα που τον απειλεί. Τον έχει ήδη προσεγγίσει και τον έχει γοητεύσει. Είναι η Αλίκη.

«Ψηλή, γοητευτική, με μαλλιά μαύρα και μακριά, στο χρώμα των φτερών του κορακιού -μάλλον δεν τα έβαφε- τραβούσε τα βλέμματα πάνω της. Η γοητεία της πήγαζε ακριβώς από κείνα τα μαύρα μαλλιά και το σταρένιο δέρμα ».

Σταδιακά ο συγγραφέας αρχίζει να φτιάχνει τη δική του αλχημεία, καθώς ενώνει το αστυνομικό με το αισθηματικό στοιχείο. Τη στιγμή που σχεδιάζεται ένας φόνος, η ιστορία ξεχειλίζει από έναν ερωτισμό που διαχέεται στις σελίδες του βιβλίου σαν άρωμα γυναίκας. Κι ενώ η αστυνομία κάνει έρευνες για να εξιχνιάσει το θάνατο της Φαίδρας και ο Αργύρης προσπαθεί να ξεφύγει από τους εκβιαστές του, συνάμα υποτάσσεται στη γοητεία μιας μοιραίας γυναίκας. Εκείνη υποστηρίζει πως τον αγαπά πολύ και θέλει να βάλουν σε εφαρμογή το τολμηρό σχέδιό της. Ως πού θα καταφέρει να τον παρασύρει; Διαδοχικές αποκαλύψεις που έρχονται στο φως μοιάζουν να κατευθύνουν την εξέλιξη της ιστορίας.

Ως προς τα πρόσωπα της αστυνομικής πλοκής στο μυθιστόρημα υπάρχει βεβαίως, ένας αστυνομικός που διερευνά την υπόθεση, μονάχα που δεν έχει σημαντικό ρόλο στην αφήγηση και την εξέλιξη. Επίσης μικρή συμμετοχή στην πλοκή έχουν και οι λίγο περίεργοι γείτονες, το ζεύγος Μαγκλάρα, που μπορούν να εμφανιστούν στην πιο ακατάλληλη στιγμή για να ζητήσουν κάτι, απειλώντας να ανατρέψουν την τελευταία στιγμή ένα καλοστημένο σχέδιο. Οι πρωταγωνιστές της πλοκής και κεντρικοί ήρωες της υπόθεσης, όμως, είναι οι ίδιοι οι θύτες και τα θύματα, έτσι καθώς εμπλέκονται μεταξύ τους σε έναν τελείως προσωπικό παιχνίδι, σε ένα γαϊτανάκι έρωτα και θανάτου, όπου κανείς άλλος δεν χωρά, κανείς δεν μπορεί να διεισδύσει και κανείς δεν μπορεί να φανταστεί.

Ο κεντρικός ήρωας βέβαια παραμένει ο Αργύρης που ενώ μοιάζει να αναζητά διαρκώς  τον έρωτα, καταλήγει να διαχειρίζεται με μια χειρουργική ψυχραιμία τα όσα απρόοπτα του συμβαίνουν.

Και πίσω από όλα αυτά, πίσω από τις κουρτίνες της μυθοπλαστικής δράσης, όταν ανοίγουν για λίγο διακριτικά ξεπροβάλλει μια πόλη. Είναι η Αθήνα με το δικό της στίγμα, τις περίεργες ιστορίες της νύχτας, τις συμμορίες, τα ξεκαθαρίσματα λογαριασμών, το μαύρο χρήμα, τους θαμώνες των μπαρ. Παρουσιάζεται αληθινή, χωρίς ίχνος εξωραϊσμού, μια πόλη με προβλήματα. Αθόρυβη μα διαρκώς αναγνωρίσιμη στο σκηνικό της ιστορίας, δηλώνει την παρουσία της με περιστατικά δυσάρεστα και πρόσωπα γνωστά.

Αυτό που γοητεύει όμως σίγουρα το συγγραφέα, είναι ο έρωτας και το πάθος που λειτουργούν πλήρως αποσυντονιστικά, καθώς έχουν τα δικά τους απαιτητά αιτήματα που κανείς δεν ξέρει ως πού μπορούν να φτάσουν, σαν μια δύναμη ορμητική που μπορεί να υπερβεί όρια και κανόνες. Κι όταν το σχέδιο του φόνου  είναι προδιαγεγραμμένο, τότε όλα μοιάζουν με δρόμο χωρίς επιστροφή.

Το μυθιστόρημα διαβάζεται απνευστί, έχει γρήγορη δράση και εξελίξεις που αλλάζουν κατευθύνσεις. Χωρίς βία, χωρίς ενοχλητικά αιμοσταγείς σκηνές ή εικόνες φρίκης, ο συγγραφέας επιχειρεί και επιτυγχάνει μια πιο ρεαλιστική σύνδεση των κινήτρων του δράστη με ωφελιμιστικούς ή ερωτικούς στόχους και όχι ψυχιατρικής φύσεως αίτια. Δεν γίνεται καμία προσπάθεια να ανέβει αίφνης η αδρεναλίνη του αναγνώστη. Η ανάγνωση δημιουργεί μια διαρκή αίσθηση αναμονής, χωρίς ίχνη άγχους ή έντονης αγωνίας. Μάλλον κοινωνιολογική, ψυχολογική και φιλοσοφική είναι η σύνδεση που αναφύεται πίσω από το έγκλημα.

Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο που στο τέλος αναφέρονται δύο εμβληματικές  συγγραφικές θεωρήσεις περί εγκλήματος: oι απόψεις της Πατρίτσια  Χάισμιθ  περί απονομής δικαιοσύνης και του Ντοστογιέφσκι στο Έγκλημα και Τιμωρία για την ψυχολογία, την ηθική  και την εν γένει ιδεολογική αντιμετώπιση του φόνου από τον ίδιο το  δράστη. Οι απόψεις τους φαίνεται ότι ενδιαφέρουν ιδιαίτερα το συγγραφέα και τον βοηθούν να χτίσει  τη φιλοσοφική βάση της αστυνομικής του πλοκής για να υπηρετήσει με μαθηματική ακρίβεια το τέλειο έγκλημα.

«Ωστόσο λένε πως δεν υπάρχει τέλειο έγκλημα. Λένε επίσης πως κάθε έγκλημα συνοδεύεται από την τιμωρία του δράστη, που επέρχεται πάντα με κάποιον τρόπο , ώστε να αποδοθεί δικαιοσύνη». 

Η Πατρίσια Χάισμιθ όμως, αντιθέτως, υποστηρίζει: Βρίσκω το δημόσιο αίσθημα περί δικαιοσύνης αρκετά βαρετό και τεχνητό, γιατί ούτε η ζωή ούτε η φύση ενδιαφέρονται αν θα απονεμηθεί δικαιοσύνη ή όχι.

Τι θα συμβεί άραγε στον κήπο με τις φράουλες;

Υπάρχει τελικά τέλειο έγκλημα ή όχι;

Ήλια Λούτα

 

Δευτέρα, 15 Φεβρουαρίου 2021

Το ποίημα της Δευτέρας: "Ανέφικτο" του Μιχάλη Κλεάνθη






Ανέφικτο

Κάθε φορά
που συλλαμβάνεις το ανέφικτο
γεννιέται και η μήτρα
που μπορεί να το κυοφορήσει

Κι ίσως μετά από αιώνες
άσκοπης Ιστορίας
να γεννηθεί επιτέλους
ένας άνθρωπος



Μιχάλης Κλεάνθης
από τη συλλογή του Χείλη στο μέτωπο



Πέμπτη, 11 Φεβρουαρίου 2021

«Μνήμες μικρού μήκους» της Δέσποινας Ντάση

Προτού γράψω τη γνώμη μου για αυτό το βιβλίο ως κείμενο, πρέπει να εκφράσω τη συγκίνησή μου για το συγκεκριμένο βιβλίο ως αντικείμενο. Είμαι πολλά χρόνια πια στον χώρο του βιβλίου με διάφορους ρόλους, όμως πάντοτε νιώθω συγκίνηση με μια προσεγμένη έκδοση μέσα στις τόσες και τόσες προχειρότητες των ημερών μας. Οι Μνήμες μικρού μήκους είναι ένα σκληρόδετο βιβλίο (μάλιστα, σκληρόδετο!) και έχει και υφασμάτινο κορδόνι-σελιδοδείκτη, η δε μινιμαλιστική αισθητική του εξωφύλλου του εναρμονίζεται άψογα με τη συνολικά προσεγμένη εμφάνισή του. Να επισημάνω ακόμη ότι δεν βρήκα ούτε ένα λάθος (ορθογραφικό ή τυπογραφικό) στις σελίδες του.

Και αφού εντυπωσιάστηκα με την εμφάνιση, οφείλω να ομολογήσω ότι μόλις το διάβασα ενθουσιάστηκα και με το περιεχόμενο. Το βιβλίο περιέχει όντως αναμνήσεις της ποιήτριας, ιδωμένες μέσα από τον φακό του παρόντος ο οποίος αλλοιώνει, θαμπώνει και συνήθως σμικρύνει τα γεγονότα που έχουν συμβεί. Η Ντάση έχει πλήρη επίγνωση αυτού του γεγονότος, με αποτέλεσμα η αίσθηση της ματαιότητας να διαπερνά τις μνήμες της, κάνοντάς τες πιο εύθραυστες, γι’ αυτό και πιο γοητευτικές.

Τα πρώτα ποιήματα εμπλέκουν με έναν τρόπο την αρχή του κόσμου: υπάρχουν αναφορές στον Αδάμ και την Εύα, την Εδέμ, το προπατορικό αμάρτημα – φυσικά, τα ποιήματα είναι απολύτως προσωπικά:

Εδέμ

Φισών
    Γιχών
        Τίγρης

κι Ευφράτης

είναι οι πρώτες μνήμες μου,
καθώς και δύο δέντρα –

μα δεν μπορώ να θυμηθώ την όψη σου, πατέρα.


Εδώ ο πατέρας θα μπορούσε να είναι ο Θεός (αν υποθέσουμε ότι μιλά η Εύα) είτε ο πατέρας της ποιήτριας, η οποία έχει συνδεθεί με κάποιον μυστικιστικό τρόπο με μια ανάμνηση από την πρώτη αρχή. Με μια τέτοιου είδους εντυπωσιακή συστροφή, ποιήματα που μπορεί να ξεκινούν γενικόλογα καταλήγουν να γίνονται πολύ συγκεκριμένα και προσωπικά, την ίδια στιγμή που θα ήταν δυνατόν να αφορούν τον καθένα. Τέτοιες μεταβάσεις στα ποιήματα της Ντάση γίνονται απαλά, έχουν όμως μεγάλη δύναμη εξαιτίας της φόρτισης που τις διακατέχει: «Θέλω να γυρίσω πίσω […]/ το παιδικό μου σώμα να φορέσω/ Μάρτη να δέσω στον καρπό» (απόσπασμα από το ποίημα «Μνήμη (αλλιώς επιστροφή)».

Τη ροή των ποιημάτων διακόπτουν ολιγόστιχα ποιήματα σε μεγαλύτερο μέγεθος γράμματος και πάντα στη δεξιά σελίδα, τα οποία λειτουργούν σαν προμετωπίδες όσων ποιημάτων έπονται, χωρίζοντας ουσιαστικά το βιβλίο σε επιμέρους ενότητες. Παραθέτω εδώ την πρώτη προμετωπίδα:

Στη λήθη γλιστρούν οι πιο όμορφες μέρες μας,
κι εσένα που αγάπησα τόσο,
πες μου, αλήθεια, υπήρξες;


Τα ποιήματα που την ακολουθούν μιλούν για κάποιον έρωτα (ή και διαφορετικούς, δεν είναι σαφές) που έχει πια εξοστρακιστεί στον κόσμο της ανάμνησης:

… το χάδι σου, πικρό σημάδι·
και η ουλή στην πλάτη σου γκρεμός,
το άνοιγμα στα χείλη σου ρωγμή –
μέσα σου πέφτω.

(καταληκτικοί στίχοι από το ποίημα «Αναδρομή»)

Όπως όμως όλοι οι έρωτες που ναυάγησαν ή χάθηκαν, άφησε πληγές που η μνήμη τις κάνει ακόμη πιο έντονες. Παρ' όλα αυτά, ακόμη και οι πληγές είναι μερικές φορές επιθυμητές, έστω κι αν πονάνε:

μα συνεχίζω
να περπατώ ξυπόλητη
να βλέπω όνειρα που βγαίνουν
να σε αισθάνομαι κοντά μου σαν να είσαι
να ερωτεύομαι κάθε φορά πιο δυνατά
(απόσπασμα από το ποίημα «Χωρίς αναπνοή»)

Ακολουθεί μια ενότητα που μιλά για τους ανθρώπους τους οποίους στερεί ο θάνατος. Και εδώ η προσωπική μαρτυρία και οι καθημερινές συνήθειες φέρνουν τα ποιήματα στο ανθρώπινο μέτρο και τα κάνουν συγκινητικά: «Η μυρωδιά του καφέ μου θυμίζει τον θάνατό σου» (εναρκτήριος στίχος του ποιήματος «Συνειρμός»). Την ίδια στιγμή, σημειώνεται ένας εξακοντισμός τους στη σφαίρα του μύθου μέσω του παραλληλισμού. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο παραλληλισμός εμπλέκει τον μύθο της Περσεφόνης: «κάθε Απρίλη ανεβαίνεις από τη χώρα των νεκρών» («Συνειρμός»). 

Τελικά αυτό που μένει μετά τον θάνατο είναι η «σιωπή που εξαγριώνει» (ποίημα «Ειρήνη υμίν») και «σκιές όπως σκόνη» (ποίημα «Σκόνη»).

Η τέταρτη και τελευταία ενότητα αφορά το θέμα της λήθης. Οι άνθρωποι παύουν να υπάρχουν οριστικά, όταν χάνονται από τη μνήμη μας. Προτού όμως χαθούν, οι ζωντανοί αναρωτιούνται αν όντως υπήρξαν: «κι έτσι δεν είσαι σίγουρος/ αν όσα έζησες στ’ αλήθεια υπήρξαν/ ή με μεγάλη επιτυχία τα επινόησες» (από την προμετωπίδα της τέταρτης ενότητας). Υπάρχει άλλωστε πάντα η απορία τι συμβαίνει με τη μνήμη και τη λήθη στην άλλη πλευρά:

Θυμάσαι; Εκεί που είσαι με θυμάσαι;
Μπορείς ακόμα να θυμάσαι;
Εγώ ξεχνάω τη μορφή σου, έχω ξεχάσει τη φωνή σου,
στο υποσυνείδητο κρυμμένο κάποιες φορές σε συναντώ,
μου ψιθυρίζεις ποιήματα από την πέρα όχθη
σε μια γλώσσα αλλόκοσμη που δεν γνωρίζω να μιλώ.

(απόσπασμα από το ποίημα «Δεν θέλω να λησμονηθεί»)

Η απροσδιοριστία των μορφών στις οποίες απευθύνεται η ποιήτρια και που είναι άλλοτε  θηλυκές, άλλοτε αρσενικές βοηθά τον αναγνώστη να ταυτιστεί με το ποιητικό υποκείμενο. Είναι όμως μια ταύτιση που δεν μπορεί παρά να τον γεμίζει θλίψη. Αυτή τη θλίψη υπογραμμίζει και η ποιήτρια, διαπιστώνοντας:

Πεθαίνει η μνήμη που επιλέγουμε,
πως γεννηθήκαμε γυμνοί, θνητοί και μόνοι,
πως δεν υπήρξαμε πιο πριν από τον έρωτα
και μόνο η θάλασσα γνωρίζει τ’ όνομά μας,
ξεβράζοντάς μας στη στεριά
με ατροφικά τα βράγχια μας
και τ’ οξυγόνο να μας καίει τα πνευμόνια.

(απόσπασμα από το ποίημα «Αναγέννηση»)

Γυμνοί, θνητοί και μόνοι ερχόμαστε σε αυτόν τον κόσμο και κάπως έτσι φεύγουμε… Το θέμα είναι τι κάνουμε στο μεσοδιάστημα μεταξύ άφιξης και αναχώρησης και πόσο κομμάτι από αυτά που κάνουμε καθορίζεται από τη μνήμη. Δεν είναι παράξενο πως η μνήμη είναι σημαντικό τμήμα του ποιοι είμαστε, αφού διαμορφώνει την ταυτότητα και την προσωπικότητά μας με έναν τρόπο που περιέχει αμετάκλητα όλους εκείνους τους ανθρώπους που αγκαλιάζει, ανθρώπους που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο στάθηκαν καθοριστικοί για τη ζωή μας. Το καταλαβαίνουμε αυτό πολύ έντονα, αν τύχει να βρεθούμε κοντά σε άτομα που η μνήμη τους σταδιακά τους εγκαταλείπει, π.χ. με άνοια ή Αλτσχάιμερ.

Αύριο θα γίνουμε κι εμείς μνήμη για εκείνους που ακολουθούν μετά από εμάς, ας φροντίσουμε λοιπόν να είμαστε μια μνήμη καλή και αγαπημένη:

Σου γράφω από το μακρινό μέλλον,
έχουν περάσει δύο χρόνια
και πλέον έπαψα να επιστρέφω
[…]

Μοιάζω περισσότερο με Ιούλη
λεπτά φορέματα επιλέγω να φοράω
και αρώματα που δεν θυμίζουνε στιγμές

(απόσπασμα από το ποίημα «Υστερόγραφο»)

Αν είναι να επιστρέφουμε, ας επιστρέφουμε σαν κάτι ανάριο, κάτι λεπτό και ευνοϊκό, σαν ένα ελαφρύ αεράκι. Γιατί τι άλλο είναι οι αναμνήσεις μας πέρα από έναν αέρα που φυσά μέσα από τα ανοιχτά παράθυρα της ψυχής μας; Ας είναι ένας αέρας γλυκός και όχι άγριος και μανιασμένος.

Χριστίνα Λιναρδάκη


Τετάρτη, 10 Φεβρουαρίου 2021

Κώστας Ζαμπούνης – Ο Ελληνοαμερικανός Σουρής

Σε συνέχεια του άρθρου για τους Έλληνες μετανάστες της Αμερικής, φέρνουμε στο φως τον Κώστα Ζαμπούνη, Έλληνα μετανάστη-ποιητή ο οποίος αποκλήθηκε και «Ελληνοαμερικανός Σουρής». Ο Ζαμπούνης γεννήθηκε στο Ξηροχώρι, σημερινή Ιστιαία, της Εύβοιας το 1878 ή το 1881, λεγόταν δε αρχικά Ζαμπουνιώτης. Μετανάστευσε πρώτα στη Ρουμανία το 1907 και κατόπιν στην Αμερική το 1914. Ήταν η εποχή της μεγάλης ελληνικής μετανάστευσης στον Νέο Κόσμο της Αμερικής. Στη Ν. Υόρκη βρίσκονταν ήδη χιλιάδες Έλληνες μετανάστες. 

Ο Ζαμπούνης άρχισε να εκδίδει την εφημερίδα Σάτυρος, που σιγά-σιγά έγινε το αντίπαλο δέος στις δύο ημερήσιες εφημερίδες της Ν. Υόρκης Ατλαντίς και Εθνικός Κήρυξ οι οποίες επίσης εκδίδονταν τότε. Στο πρώτο φύλλο γράφει: «Γράμματα και συνδρομαί/ απ’ ευθείας εις εμέ». Και ακόμη:

«Δεν θα πωλείται λιανικώς. Μονάχα με τεσσάρι
όποιος αρέσει στο εξής το Σάτυρο θα πάρει
και τη μαζούμα, σιλβουπλέ, θα την προκαταβάλλει,
γιατί εράνους εθνικούς δεν κάνομ’ όπως άλλοι».

Σιγά-σιγά ο Σάτυρος από εκατοντάδες συνδρομητές έφτασε τις χιλιάδες και ο Ζαμπούνης πέρασε τη ζωή του ως εκδότης και διευθυντής του, χαίροντας της υπόληψης των Ελλήνων της Αμερικής που έλεγαν: «Ένας είναι ο Ζαμπούνης». 

Κύρια επίδραση στο έργο του Κώστα Ζαμπούνη άσκησε, ασφαλώς, ο Σουρής. Την ίδια την έκδοση του Σατύρου θα πρέπει να τη δούμε σαν μεταλαμπάδευση του σπινθηροβόλου πνεύματος του Ρωμηού στην ελληνοαμερικανική κοινωνία, προσαρμοσμένου φυσικά, και μάλιστα με αρκετή επιτυχία, στις εκεί συνθήκες.

Το έργο του Ζαμπούνη περιλαμβάνει δύο πυλώνες: ο ένας ανήκει στον χώρο του στοχασμού και ο άλλος σε αυτόν της σάτιρας – είναι όμως αναμφισβήτητη η ποσοτική υπεροχή του δεύτερου, ο οποίος περιλαμβάνει και την ύλη του Σατύρου. «Αλλά και μέσα σ’ αυτόν τον δεύτερο», όπως σημειώνει ο Στράτος Χωραφάς, «η κριτική και περιγραφική σάτιρα, η αιχμή και η ευτραπελία, το βολταιρικό και μολιερικό στοιχείο, το σοβαρό και το αστείο, σε μια συνεχή αλληλοδιείσδυση, συνυπάρχουν σχεδόν πάντοτε σε διάφορα ποσοστά ανάμειξης».

Εργογραφία

Α. Έργα σε βιβλία
Καρδιές νεκρωμένες (Αμερικανικαί σελίδες), Ν. Υόρκη 1912 – με το ψευδώνυμο Ντίνος Διαβάτης (διηγήματα)
Στιγμαί μελαγχολίας, τύποις «Κόσμου», Ν. Υόρκη χ.χ. (ποιήματα)
Στιγμαί μελαγχολίας, Σατυρικά, Ν. Υόρκη 1925 (ποιήματα)
Ζητώντας την αλήθεια, Ν. Υόρκη 1926 (πεζά τραγούδια σε ελεύθερο στίχο)
Στα φτερά της σκέψης, Ν. Υόρκη 1939 (πεζά τραγούδια)

Β. Ανέκδοτα έργα
Τσακμάκης, Ατλάντικ Σίτυ 1918 (έμμετρη κωμωδία)
Φρούτα αμερικάνικα, Ν. Υόρκη 1937, φωτοτυπία σε πολύγραφο (οπερέτα)
Η επιστροφή του μετανάστη, χ.χ. (ημιτελής νουβέλα)
Το λαχείο, χ.χ. (διήγημα)
Υπάρχει θεός, χ.χ. (μελέτη)

Επίσης δύο νουβέλες ατελείωτες και μία πράξη θεατρικού έργου που δεν σώθηκε ολόκληρο.

Παραθέτω και ένα δείγμα γραφής: 

Η διαθήκη μου (αποσπάσματα)

Εγώ που τάφερ’ ο καιρός ως Φασουλής να ζήσω
Εντός ενός ή δυο μηνών σκοπών ν’ αυτοκτονήσω
Δεν θέλω αδιάθετον να μ’ εύρη κείν’ η ώρα
Γι’ αυτό τη διαθήκη μου την κάνω από τώρα.

Εγώ λοιπόν ο Φασουλής αλλά και Κάπα Ζήτα,
Που στη ζωή κορόϊδευα τον Άλφα και τον Βήτα,
Γυρεύων δήθεν τα στραβά του κόσμου να ισιώσω
Τα πράγματά μου σήμερα σκοπεύω να μοιράσω.

Έχων τας φρένας υγιείς όπως ο Νόμος θέλει
- αν και δεν ήμουνα ποτέ κι’ εγώ εκ των εν τέλει –
Ελλείψει κληρονόμων μου τινάζων πια τα κώλα…
Στους ξένους τα υπάρχοντα θα τα μοιράσω όλα.

Όταν τα μάτια και τα δυο για πάντοτε σφαλίσω
Παρακαλώ τους δανειστάς να ‘ρθούν να τους ξοφλήσω
Κι όσα χρωστώ από χαρτί κάθε παιδιού Εβραίας
Απ’ όποιο μέρος προτιμούν ας μου τα πάρουν κρέας.

Σ’ αυτούς που μούκαμαν καλό την εποχή που ζούσα
Και συνδρομάς τους έπαιρνα και τους περιγελούσα,
Αφήνω την κατάρα μου μέσα στη βιοπάλη
Αν συνδρομή καλαμαρά ξαναπληρώσουν άλλη.

Σ’ εκείνους που με διάβαζαν πληρώνοντας πεντάρα
Και εξυπνάδα νόμιζαν την κάθε σαχλαμάρα
Χαρίζω όλα τα παληά γραμμένα μου δεφτέρια
Και ευλογίες πατρικές και με τα δυο μου χέρια.

[…] Ένα παλιό τισμπίδι μου στο Στρούμπο το αφήνω
Να σιδερώνη το παχύ μουστάκι του εκείνο,
Μουστάκι σαν καραμπογιά με ομορφιά και χάρι
Που εις τις άκρες του μπορεί να κρεμαστεί ταγάρι.

[…] Όσο στη γη κι’ αν έζησα φτωχός σαν τον Ιώβ,
Αν με γυρέψουν αγκαλιές Αβράμ και Ιακώβ,
Σ’ ευχαριστώ Θεούλη μου θα του ειπώ και κει
Μα προτιμώ η αγκαλιά να είναι θηλυκή.

Ου λύπη πια και στεναγμός κει που κοντοζυγώνω
Σε πιλαφόβουνα κι’ ουρί το χέρι πια θ’ απλώνω
Και μπαινοβγαίνων στην Εδέμ θα γεύωμαι το μέλι,
Όπως εκείνος ο λαγός στης παπαδιάς τ’ αμπέλι.

Σ’ αυτή την άγνωστη ζωή που πρόκειται να ζήσω
Θα είμαι τάχα πιο καλά ή θα μετανοήσω;
Θάχω καθάριο ουρανό ή θάχω ομιχλώδη
Και θάμαι άνθρωπος ή μήπως γίνω βόδι;

[…] Όταν πεθάνω κι ύστερα ποιος ξέρει τι θα γίνη!
Μέσ’ στης κολάσεως σε ποιο μπορεί να μπω καμίνι
Κι’ ο Σατανάς να έρχεται και κει να με πειράζη
Και πάντ’ από του γείτονα τα μήλα να μου τάζη.

Μα όχι! Στον Παράδεισο πιστεύω πως θα πάω
Εγώ κανέναν άνθρωπο δεν μπόρεσα να φάω
Εγώ με πίκρες πέρασα αυτή τη βιοπάλη
Και όλα όσα έβγαζα μου τα μασούσαν άλλοι.

[…] Νοέμβρη είκοσι κι’ επτά τελείωσε. Πεθαίνω.
Απ’ των ανθρώπων τη σειρά ο κακομοίρης βγαίνω
Κι’ αντί να με θρηνήσετε για τούτο που θα κάμω
Ελάτε να με δείρετε μ’ ένα τσουράπι άμμο.

Όπως εκείνη’ η Αλεπού που λεν τα παραμύθια
Απ’ την ουρά μου σέρνοντας κάμποσα κολοκύθια,
Τραβώ κι’ εγώ στην τρύπα μου τη νέα να χωθώ
Ένθα ουκ έστι πια καιρός να μεταμεληθώ.

Αυτή τη ζήσι που περνώ την έχω σιχαμένη
Περνούν καλλίτερα θαρρώ πολύ οι πεθαμένοι,
Γι’ αυτό λοιπόν το Γολγοθά σε λίγο θ’ ανεβώ
Αίρων του… γάμου το βαρύ σταυρό
                                (σαν το στραβό).


                                                        Κώστας Ζαμπούνης

Σατυρικός ποιητής, τίμιος, φτωχός και ερωτύλος είναι το τετράπτυχο που συνιστά, σύμφωνα με τον αυτοχαρακτηρισμό του ποιητή, την προσωπικότητά του. Και αυτά είναι καλό να κρατήσουμε, αν πρέπει οπωσδήποτε να του κολλήσουμε μια ετικέτα. 

Ο Κώστας Ζαμπούνης πέθανε στην Αμερική το 1954. Είχε παντρευτεί την αγγλικής καταγωγής Καναδή δασκάλα Edna O' Connell  και είχε αποκτήσει μια μοναχοκόρη,την Αναστασία (Τασή).


Χριστίνα Λιναρδάκη


Πηγή:
[Συλλογικό] (1986), Κώστας Ζαμπούνης: Ο ελληνοαμερικανός Σουρής, Αθήνα: Κ. Καπόπουλος. Φιλολογική επιμέλεια – εισαγωγή: Στράτος Χωραφάς. Copyright: American Hellenic Research Foundation.

Δευτέρα, 8 Φεβρουαρίου 2021

Το ποίημα της Δευτέρας: "Μεταξύ Πατησίων και Κάνιγγος" της Ευθυμίας Γιώσα




Μεταξύ Πατησίων και Κάνιγγος

(Ι)

Τις Κυριακές προπαρασκευάζω θριάμβους· δικούς μου, δικούς μας, των οπαδών που δοκίμασαν άλλα μάτια και δεν αναγνωρίζουν πια τον αρχηγό τους. Υποψιάζομαι ότι μεταξύ Πατησίων και Κάνιγγος υπάρχει ένα ξεχασμένο πικάπ που παίζει από το πρωί τραγούδια αρκούντως διαμπερή – σε κάποια από τις πιθανές αφηγήσεις θα μου το προσφέρεις σαν δώρο κι εγώ θα το δεχτώ σαν υπόσχεση. Χαιρετάω κρυφά εκείνον που κρατάει μια σακούλα με γάλα, μέλια και χρυσάνθεμα, κι έπειτα στρίβω στη στοά για να καταγράψω τις σκηνές μία προς μία.

(ΙΙ)

Όσους θριάμβους κι αν προετοιμάσω, θα παραμονεύει πάντα ένας Αύγουστος, συνώνυμος της πιο σπουδαίας ήττας. Με τον γάτο του Τσεσάιρ να με σκουντάει κάθε τόσο για να απολαύσω το θεματικό του χαμόγελο. Μ’ ένα θαυμάσιο ψωμί που, μόλις τ’ ακουμπήσω στη γλώσσα, απομαγεύεται. Με μια Ανθή που, εδώ και σαράντα πέντε χρόνια, ρίχνει τα πέταλά της στην τσέπη του διαβόλου. Μ’ ένα λεξιλόγιο ιδιαζόντως ειδεχθές που πνίγεται στο «υποτίθεται» και στα «αργότερα». Με τη μισθωτή ανοησία της ποσοστιαίας τεκμηρίωσης. Χωρίς Μάιο.

(ΙΙΙ)

Όμως, ο Μάιος υπάρχει και τον έχω ζήσει. Έχω επιμεληθεί τις λιακάδες του, έχω σκουπίσει τα σκαλοπάτια του, έχω υπερασπιστεί τις κόκκινες τουλίπες του. Κάποτε οι εκπλήξεις σταματάνε να έρχονται και τότε ζητούν να τις επινοήσεις. Τότε, μεταξύ Πατησίων και Κάνιγγος, θα βλέπω τον ήλιο να δύει πάνω στην αντανάκλαση μιας απρόοπτης χαράς. Θα βρω μέσα στα χέρια σου έναν εφήμερο τόπο να μετακομίσουν τα μολύβια μου. Θα γίνουν οι Δευτέρες η Κυριακή που δεν ξέραμε να διεκδικήσουμε.



Ευθυμία Γιώσα
από τη συλλογή της Οι αναχωρητές έχουν κιόλας βαρεθεί την Εδέμ



Παρασκευή, 5 Φεβρουαρίου 2021

"Η αφηρημένη Τέχνη του Έψιλον" της Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου

Eκλογίκευση

Κάπου θα έχεις θάψει ένα κομμάτι φως. Σπάνιο εύρημα για αρχαιολόγους του μέλλοντος. Τα βράδια, όταν δεν σε παρακολουθεί καμία τύψη, βγαίνεις κρυφά στον κήπο, σκύβεις κάτω από το τελευταίο δέντρο, ακονίζεις πίστη και αρχίζεις λίγο λίγο να πετάς το χώμα από τη σκέψη σου.

Στη νέα συλλογή της Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου οι λέξεις καρποφορούν, μεταφέρουν αναμνήσεις και εμπειρίες ζωής, αποκτούν ιστορία. Το έψιλον που πρωταγωνιστεί στον τίτλο της συλλογής και των ποιημάτων έχει και αυτό τη δική του ιστορία, στην αρχαιότητα συμβόλιζε το φως. Γι’ αυτό και είχε τοποθετηθεί στην κορυφή του αετώματος της ανατολικής πύλης του Ναού του Απόλλωνα, στους Δελφούς, ενώ τα ρητά «Γνώθι σαυτόν» και «Μηδέν άγαν» ήταν σκαλισμένα αντίστοιχα, στην αριστερή και δεξιά πλευρά του. Η ποιήτρια διαχέει το δικό της φως σε 81  ποιήματα που οι τίτλοι τους εμπνέονται από λέξεις που αρχίζουν από έψιλον, προσδίδοντας έτσι μια ποιητική διάσταση στα λήμματα του λεξιλογίου·μεταγγίζει μέσα τους τις αναμνήσεις της, τις εμπειρίες της για τη ζωή, τη δική της οπτική για τον κόσμο. Το γράμμα έψιλον, αρχικό του μικρού της ονόματος, ακούγεται σαν ένα κάλεσμα για να δείξει στον άνθρωπο ένα μονοπάτι, εκεί που πριν δεν φαινόταν παρά αδιέξοδο, για να τον βγάλει από το δάσος.

Η ποίησή της είναι μια σύνθεση από λέξεις και εικόνες, μια συνομιλία της ποιητικής με την εικαστική τέχνη. Οι λέξεις ζωντανεύουν εικόνες που θυμίζουν πίνακες ζωγραφικής και αν τις ανασυνθέσεις, αφηγούνται την ιστορία της σύγχρονης εποχής· μέσα της ο άνθρωπος περιφέρεται χωρίς προσανατολισμό, φοβισμένος και μόνος. Η ποιήτρια επιστρατεύει μια γλώσσα υπαινιχτική, πλούσια σε αλληγορίες και συμβολισμούς που συναντώνται και στη ζωγραφική, για να εισχωρήσει σε εκείνη τη ρωγμή της ψυχής και να την ενεργοποιήσει για να αγωνιστεί ενάντια στην αδράνεια και την παθητικότητα της εποχής.

Η σιωπή δεν είναι πάντα η καλύτερη προφύλαξη!

Στο ποίημα Έγερση, το πρώτο της συλλογής, οι τυμπανοκρουσίες μέσα στη νύχτα, ο δημόσιος χώρος και το συγκεντρωμένο πλήθος μας εισάγουν σε μια ατμόσφαιρα αιωρούμενης απειλής και παραπέμπουν συνειρμικά σε δυσάρεστες πολιτικές εξελίξεις, για ένα κρίσιμο ζήτημα που εκκρεμούσε καιρό. Οι φόβοι προσωποποιούνται, η αγωνία για το μέλλον είναι το κοινό συναίσθημα που ενώνει τις ψυχές των ανθρώπων.

Τυμπανοκρουσίες περίεργες μέσα στη νύχτα λες και ο δήμιος αναμένει να εκτελέσει την απάθεια. Πλήθος οι φόβοι συγκεντρωμένοι σιωπούν, αφού η σιωπή είναι η πιο ακίνδυνη προφύλαξη... Ακούς λοιπόν, τα τύμπανα ειρήνης. Και ετοιμάζεσαι για έναν πόλεμο συγκατάνευσης. Είναι μεγάλος ηρωισμός η παραδοχή της πιο μεγάλης σου ήττας. Ανασηκώνεσαι. Τα σεντόνια συνηγορούν στον απαγχονισμό της τελευταίας σου αδράνειας. Πολύ καιρό γονάτισες και έχουν γεμίσει πληγές όλες οι αναμονές που σέρνονταν στο πάτωμα.

Στο ποίημα Επέλαση, ένα περιβόλι δέχεται επίθεση από ένα μαχαίρι που εκτελεί αδιακρίτως, καρπούς, ατίθασα κλαδιά, νέους βλαστούς. Ο άνθρωπος δεν είναι παρά ένα φύλλο που ζητάει βοήθεια από τον γείτονα της διπλανής αυλής. Εκείνος δεν ανταποκρίνεται, δεν ανοίγει την πόρτα. Η ποιήτρια  εδώ, μας μεταφέρει μέσα από έναν ανθρωπομορφισμό την αίσθηση του πολέμου και μαζί της οικολογικής καταστροφής που συμβαίνει σήμερα στον πλανήτη. Τη διττή κραυγή αγωνίας του ανθρώπου και της φύσης.

Το περιβόλι απλώνει ατίθασα κλαδιά, προκαλεί το μαχαίρι. Εκείνο ακάθεκτο αλώνει καρπούς, συμπορεύεται με κλάδεμα που εκτελεί νέο βλαστό. Τα απογεύματα ευφυές διασωθέν φύλλο έρχεται και σου χτυπάει εκκωφαντικά την αβεβαιότητα της μέρας. Κλείνεις τη σκέψη ερμητικά, δεν ανοίγεις. Σφαλίζεις και τα μάτια... Ωστόσο η σκληρή πραγματικότητα παραμένει εκεί: «επιβεβαιώνονται όλες οι προβλέψεις της ατέλειας, φυσάει πάντα αγέρι μες στο σούρουπο, ελευθερώνοντας χώμα και νεκρούς από άλλη αυλή».

Το ποίημα προβάλλει την παθητικότητα, την έλλειψη αλληλεγγύης του δυτικού ανθρώπου. Τη συνήθεια που έχει να κλείνει τα μάτια στα κακώς κείμενα, με την ελπίδα ότι τα προβλήματα θα φύγουν μακριά εάν απλώς αγνοηθούν. Ωστόσο όλες οι ενδείξεις συνηγορούν για το αντίθετο. Μήπως ο πόλεμος για την ευτυχία δεν περνάει από την διπλανή αυλή; Εκεί που σταματάει η δυστυχία του άλλου δεν εξασφαλίζεται και η ασφάλεια για το μέλλον; 

Και τι είναι ο άνθρωπος χωρίς ρίζες που τροφοδοτούν το νόημα όλης της ύπαρξής του παρά ένα φύλλο στον άνεμο, έρμαιο των καιρών και της εποχής;

Σε μια εποχή που όλη η ανθρωπογεωγραφία του κόσμου αλλάζει οι ρίζες εσωτερικοποιούνται· η γλώσσα είναι το σπίτι που ο άνθρωπος φέρνει πάντα μέσα του, μαζί με τις πολιτιστικές του αξίες. Μια τροφοδοτική πηγή που υπάρχει πάντα εκεί για να προστρέχει σε καιρούς χαλεπούς, για να βρίσκει τον προσανατολισμό του, για να μην χάνεται.

Φεύγεις πάντα επιστρέφοντας. Σαν δέντρο που όσο και να υψωθεί, έχει το κάλεσμα της ρίζας. Δύσκολο να είναι ο άνθρωπος πουλί. Πρέπει να έχει καλά ακονισμένη την πυξίδα στα φτερά του. Για να μην χάνεται σε ύψη δυσανάλογα ή σε γκρεμούς που δεν πατήσανε ποτέ οι πτώσεις όλων των ανθρώπων.

Στο ποίημα εξουσία, ο ισχυρός άνθρωπος κρατάει ένα σκήπτρο, πανάρχαιο σύμβολο εξουσίας. Το σκήπτρο μεταμορφώνεται σε κύπελο που το γεμίζει νοθευμένο κρασί ένα χέρι έπαρσης και νοθεύει όλες του τις πράξεις. Το ποίημα απεικονίζει τον ισχυρό άνθρωπο, εκείνον που δεν έχει το ηθικό υπόβαθρο και την πνευματική καλλιέργεια για να νιώσει την ευθύνη της εξουσίας που του δόθηκε και να την χρησιμοποιήσει για το κοινό καλό αλλά την χρησιμοποιεί για να αποκτήσει περισσότερη δύναμη και πλουτισμό. Με τον καιρό χάνει κάθε ηθικό ενδοιασμό, και μαζί την ανθρωπινότητά του.

Έρχεται άξαφνα ένα σκήπτρο και χώνεται μέσα στη σκέψη σου. Νιώθεις τη δύναμή του μέχρι την άκρη των δαχτύλων σου... Το σκήπτρο τούτο γίνεται κύπελλο που το γεμίζει κρασί νοθευμένο ένα χέρι έπαρσης. Πίνεις ασύστολα, μεθάς όλες σου τις πράξεις... Και ένα βράδυ που καμιά απαγόρευση δεν σε κοιτάζει, που και ο τελευταίος φρουρός της συνειδήσεως έχει αποσυρθεί στη μέγιστη ασχήμια του κόσμου, συντελείται το μεγάλο έγκλημα. Όλες μαζί φονεύουνε το τελευταίο πρόσωπό σου. ...Ύστερα κινείσαι χωρίς όρια, χωρίς μάτια, χωρίς αυτιά... Ελεύθερος από κάθε τι που θα μπορούσε να σου ψιθυρίσει ένα μικρό, ανεπαίσθητο έστω κάλεσμα απαγορευτικό. 

Στο ποίημα Έριδα, μια κόκκινη γλώσσα γεμάτη καρφιά πληγώνει τις λέξεις. Συμβολίζει τις διαφωνίες και τις διαμάχες των πολιτικών, όταν καθένας θέλει να επιβάλλει τη γνώμη του, αντί να προσπαθούν να συνεργαστούν όλοι μαζί αρμονικά για το καλό του τόπου. Γύρω τους στροβιλίζεται η ειρήνη, την κρατούν αγκαλιά και την χορεύουν μαχαίρια...

Ό,τι δεν έχει ειπωθεί, αναδύεται σαν αίσθηση στην ποίησή της· τα διεθνή συμφέροντα που κυβερνούν τον κόσμο, τα σύννεφα του πολέμου που αιωρούνται πάνω από τη γη, δοσοληψίες και συμφωνίες που κλείνονται στα κρυφά. Ζητά από τον άνθρωπο να στρέψει το βλέμμα του και δει την αληθινή ουσία των πραγμάτων, το τραύμα που εξαπλώνεται στον χώρο και τον χρόνο και προβάλλεται στο μέλλον.

Αυτό το τραύμα, συμβολίζεται στο ποίημα Εκφώνηση, με την εικόνα μιας πεταλούδας που κάθεται πάνω σε αγκάθια και αιμορραγεί πάνω σε έναν κρίνο που βάφεται κόκκινο. Η πεταλούδα συμβολίζει τον χρόνο. Ο κόκκινος κρίνος, θρησκευτικό σύμβολο του ευαγγελισμού, είναι το δυσοίωνο μήνυμα που φέρνει ο χρόνος για το μέλλον.

Υπάρχουν λόγοι που δεν εκφωνούνται. Δεν υπάρχει κοινό να τους προσλάβει. Κοινό έδαφος, κοινό παρόν, κοινό μέλλον ή έστω παρελθόν σκονισμένο. Υπάρχουνε λόγοι που πρέπει να μείνουνε σε πάπυρους σιωπής. Και να περάσει ύστερα ένας που καπηλεύεται τον χρόνο τους, να ζωγραφίσει επάνω κάτι άσχετο. Μια πεταλούδα πάνω από τα αγκάθια. Ένα λευκό κρίνο επάνω από την αμαρτία. Και καθώς θα έρχεται ολοένα πιο βαθύ το κίτρινο του χρόνου, μια παράξενη τέχνη θα αναδύεται επάνω στον καμβά. Η πεταλούδα συνέχεια θα αιμορραγεί δίχως να πεθαίνει. Και το κρίνο θα έχει τόσο κόκκινο, που κάθε ευαγγελισμός θα κείτεται αιμόφυρτος στο μέλλον.

Η εποχή μας είναι «εποχή μιας χρήσεως», όπως την έχει χαρακτηρίσει αλλού η ποιήτρια·δεν παράγει τίποτα αξιομνημόνευτο που να αντέχει στη διάρκεια του χρόνου, δεν μπορεί να συντηρήσει των ανθρώπων τα όνειρα, να βάλει φρένο στη μεγάλη ικανότητά της να γεννάει εφιάλτες. Το όραμά της είναι τόσο υλιστικό που έχει αντικαταστήσει ό,τι προσφέρει αληθινή ευτυχία και πνευματική υπόσταση στον άνθρωπο με μια ψευδαίσθηση ευδαιμονίας που δίνει η κατανάλωση υλικών αγαθών. Δημιουργεί ανθρώπους κομμένους και ραμμένους στα μέτρα της, ομοιόμορφους, τους στερεί τη μοναδικότητά τους.

Μέσα της ο άνθρωπος νιώθει κάθε μέρα συναισθηματικά νεκρός. Γιατί τι άλλο είναι ο άνθρωπος χωρίς τα συναισθήματα που καλλιεργούν την ψυχή του, τι είναι ο άνθρωπος χωρίς την καλλιέργεια της σκέψης του και την ελευθερία της επιλογής του;

Εγκράτεια σύστηνε ο καιρός και χαλινάρι. Κρασί κερνούσε και δεν ήταν κόκκινο. Μα το λευκό δεν ταίριαζε στη γεύση του κορμιού. Όσα άλογα κάλπαζαν μέσα σου ακίνητα άφηναν νεκρό χλιμίντρισμα στο προσκεφάλι. Το πρωί το μάζευες μέσα στο σάβανο της μέρας, κατέβαινες τα σκαλοπάτια από το όνειρο μέχρι τη νύχτα. Κάπου στη γωνιά της λήθης σχίζεις τη γη, απιθώνεις νεκρό και μνημόσυνο αντάμα. Ύστερα ζεις από συνήθεια.

Η ποίησή της μιλάει μέσα από τις εικόνες της για τη στέρηση που διαβάζει στο βλέμμα των ανθρώπων, την επιθυμία  τους για αγάπη, ευτυχία, ασφάλεια...

Βλέμματα πεινασμένα διψούν για επικοινωνία, κοιτάνε πίσω από κλειδαρότρυπες μήπως και συναντήσουν κάποιο άλλο βλέμμα, δεν βγαίνουν από τον περίκλειστο χώρο τους. Ατέρμονες αναμονές που μέσα τους χύνεται όλο το κρασί του πάθους. Xαμένες ευκαιρίες που μαζεύονται σαν αδέσποτες μέρες στο χαλάκι της πόρτας. Όνειρα που δεν έχουν αρκετό φως, βήματα ταριχευμένα στην ανασφάλεια.

Η εποχή μας έχει ξεχάσει τον έρωτα εκείνον που γίνεται κινητήρια δύναμη και έμπνευση για να αλλάξει ο άνθρωπος τον εαυτό του και τον κόσμο.  

...Όποιος δεν έχει πει ένα τουλάχιστον «σ’αγαπώ», ανακατεύει στα χείλη συνέχεια τον άγγελό του σαν ηλιαχτίδα που θέλει να του φανερωθεί μες στην πυκνή ομίχλη....

Πάντα υπάρχει μια υπενθύμιση ότι κάτι πρέπει να αλλάξει στη ζωή, όσο είναι καιρός· γλιστράει σαν μήνυμα, ώρες απρόσμενες, κάτω από τη χαραμάδα της πόρτας: Μία ακόμα σελίδα, επίμονα λευκή, πρόκληση για την ανίατη εγρήγορσή σου.

Η ποίησή της υπηρετεί εκείνη την ανάγκη της ψυχής να έρθει σε επαφή, να επικοινωνήσει με τον άλλον. Η λαχτάρα κάθε ανθρώπου για ουσιαστική επικοινωνία κρύβεται σαν το φτερούγισμα μιας ζωντανής καρδιάς μέσα στις λέξεις της· κηρύσσει ένα πόλεμο για την ευτυχία.

Να πεις μία έστω φορά Όχι σε ό,τι για χρόνια ολόκληρα υπέγραφες σαν συμβόλαιο θανάτου. Να πάρεις ένα πύρινο βλέμμα, να βγεις στους δρόμους, να κάψεις τα οδοφράγματα που κλείνουν τους δρόμους κάποιας ευτυχίας. Έχεις διαβάσει πολλά γι’ αυτήν. Και έχεις ονειρευτεί ακόμα περισσότερα. Κάπου εκεί στο όνειρο και στη γνώση κρύβεται η αλήθεια της....

Η ποίησή της ρίχνει φως στις ρωγμές εκείνες της πραγματικότητας που αποπροσανατολίζουν τον άνθρωπο, γίνεται μια μορφή αντίστασης. Σε μια εποχή ένδειας, ακόμα και οι λέξεις λιγνεύουν, αντανακλούν την εποχή, χάνουν το ειδικό τους βάρος. Η ποιήτρια προτρέπει τον άνθρωπο να κυνηγήσει τα όνειρά του, να εγγράψει τις δικές του αναμνήσεις στις λέξεις που δίνουν πληρότητα στη ζωή. Να μην μείνουν γι’ αυτόν άψυχες λέξεις στο χαρτί ο έρωτας, η αγάπη, η φιλία, η δημιουργικότητα. Να αγωνιστεί για να δώσει εκ νέου νόημα στην έννοια της ειρήνης, της δικαιοσύνης, της αλληλεγγύης στις διαχρονικές αξίες εκείνες που διαφυλάσσουν το όραμα της ανθρωπότητας για ένα καλύτερο κόσμο.

Κατερίνα Τσιτσεκλή