Τετάρτη, 9 Δεκεμβρίου 2020

«Κανονικοί άνθρωποι» της Σάλλυ Ρούνεϋ

Σας έχει τύχει να αγοράσετε βιβλίο μόνο και μόνο επειδή σας αρέσει ο τίτλος και τα λογάκια στο οπισθόφυλλο; Φαντάζομαι πως ναι. Θα ήθελα πολύ να ξέρω πώς σας βγήκε. Γιατί τους Κανονικούς ανθρώπους τους αγόρασα γι’ αυτούς ακριβώς τους λόγους – και σχεδόν το μετάνιωσα. Δεν είναι ότι το βιβλίο έχει κακή ροή, δεν είναι ότι δεν διαβάζεται εύκολα. Εντάξει, η μετάφραση δεν πατάει πολύ σταθερά σε ορισμένα σημεία, αλλά αυτός δεν είναι και τόσο σοβαρός λόγος. Ο σοβαρότερος λόγος, στην περίπτωσή μου, νομίζω πως είναι το χάσμα γενεών.

Και εξηγούμαι: συνηθίζω (χωρίς να το επιδιώκω, απλά συμβαίνει) να διαβάζω πεζογραφήματα που έχουν γράψει μεγαλύτερης ηλικίας άνθρωποι, όπως εγώ ας πούμε ή ακόμη μεγαλύτεροι. Είναι από τις λίγες φορές που διαβάζω πεζό γραμμένο από κάποιον πολύ νεότερο – η Sally Rooney έχει γεννηθεί 20 ολόκληρα χρόνια μετά από εμένα. Αποτέλεσμα αυτής της ηλικιακής διαφοράς δεν είναι απλώς ότι γράφει με τρόπο που δεν καταλαβαίνω, είναι – πιθανολογώ – ότι βιώνει τον κόσμο με τέτοιον τρόπο.

Η πρωταγωνίστρια του βιβλίου είναι ένα πλούσιο κορίτσι με ψυχολογικά προβλήματα εξαιτίας της απόρριψης της οικογένειάς της. Πηγαίνει στο σχολείο της πόλης της, όπου περιθωριοποιείται από μόνη της επειδή η απόρριψη ακριβώς της οικογένειάς της δεν της δίνει το ψυχικό και συναισθηματικό έρεισμα που χρειάζεται για να μπορέσει να ανοιχτεί και να νιώσει οικειότητα με άλλους ανθρώπους. Ως εδώ καλά. Το πρόβλημα, για μένα, είναι ότι έρχεται το σεξ και δρα σαν γέφυρά της με τον έξω κόσμο. Κι ας εξακολουθεί να βιώνει την απόρριψη παρά το ότι, συναισθηματικά, δίνεται ολόψυχα. Το σεξ συνεχίζει να αποτελεί αποκούμπι και τρόπο αμφισβήτησης του ίδιου της του εαυτού σε όλο το βιβλίο. Κάποια στιγμή τής γίνεται ακόμη και εξάρτηση. Και, όπως όλες οι εξαρτήσεις, την οδηγεί σε επικίνδυνα, μαζοχιστικά μονοπάτια που απειλούν τη σωματική, κυρίως όμως την ψυχολογική, της ακεραιότητα.

Αδυνατώ να πιστέψω ότι μια νέα κοπέλα ξεκινάει να γράψει ένα βιβλίο που σε πολλά σημεία μετατρέπεται σε «πειραγμένο» Άρλεκιν. Κι αν θέλει κανείς να μιλήσει για το πώς μας διαμορφώνουν τα τραύματά μας και το πόσο δύσκολο είναι να αλλάξουμε αυτό που είμαστε, υπάρχουν πολλοί, πάρα πολλοί τρόποι να το κάνει. Ούτε είναι ότι η συγγραφέας ήθελε να δημιουργήσει έναν τραβηγμένο χαρακτήρα για να πει κάτι. Είναι, νομίζω, η ευκολία με την οποία η γενιά της αντιμετωπίζει το όλο ζήτημα του σεξ.

Η γενιά των Millennials πράγματι έχει τεράστια ευκολία στο θέμα και το λέω αυτό εννοώντας ότι το έχει απομυθοποιήσει πλήρως. Έχω φίλους αυτής της γενιάς και το ξέρω. Το βιώνει σαν κάτι αυτόνομο, αποσυνδεδεμένο από το συναίσθημα – και εδώ είναι η επιτυχία του βιβλίου. Το ότι δείχνει πώς, όταν αποσυνδέεται από το συναίσθημα, το σεξ καταντά αυτοκαταστροφικό – την ίδια στιγμή που μπορεί να λειτουργήσει και σαν σανίδα σωτηρίας. Όσο και αν έπαθα overdose (ίσως και ναυτία) από την περιστροφή και την επιστροφή, ξανά και ξανά, της συγγραφέως γύρω από το θέμα, οφείλω να ομολογήσω ότι καταφέρνει να δείξει πολύ καλά το αδιέξοδο στο οποίο οδηγεί αυτή η απομυθοποίηση της γενετήσιας λειτουργίας και η αποκαθήλωσή της από το πανίσχυρο, μυστηριακό βάθρο που είχε για τις προηγούμενες γενιές.

Εξυπακούεται ότι οι κανονικοί άνθρωποι του τίτλου κάθε άλλο παρά κανονικοί είναι, αφού ο τίτλος λειτουργεί σαν ευφημισμός. Και οι δύο πρωταγωνιστές (στον αντίποδα της κοπέλας υπάρχει και ένα αγόρι, με το οποίο αυτή συνδέεται αλλά πληγώνεται και προσπαθεί έκτοτε να μείνει μακριά του, χωρίς να τα καταφέρνει – μάλιστα, το βιβλίο τελειώνει με την παραδοχή ότι είναι αδύνατο να μείνουν χώρια) είναι άνθρωποι που έφτασαν στην εφηβεία και την ενηλικίωση με βαθιά προβλήματα και πληγές, και που δεν μπόρεσαν να πορευτούν στη ζωή τους χωρίς αυτά να τους καθορίζουν. Και, όσο και να προσπαθούν να γίνουν κανονικοί και ανεξάρτητοι άνθρωποι, ανακαλύπτουν τελικά ότι ο έρωτας μας εξουσιάζει και πως, όσο κι αν πληγώνουμε και πληγωνόμαστε, πάντα επιθυμούμε να αγαπήσουμε και να αγαπηθούμε.

Διαχρονικές αλήθειες, ειπωμένες από το στόμα της νεαρότερης γενιάς. Με τρόπο άτσαλο για τα γούστα μου, ωστόσο εξίσου τελεσίδικο όπως ήταν και για όλες τις προηγούμενες γενιές.

Χριστίνα Λιναρδάκη




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου