Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2020

"Θηριόμορφοι" της Έλενας Μαρούτσου


Το Θηριόμορφοι είναι μια υβριδική έκδοση, και ξεκινάω από αυτή τη διαπίστωση επειδή είναι η πρώτη επαφή, και προσωπικά αυτό που με ξάφνιασε αρκετά ώστε να πιάσω στα χέρια μου το βιβλίο. Αυτό, και το γεγονός ότι μου το έστειλε η Χριστίνα στην Αγγλία. Υπέθεσα ότι θα είχε τους λόγους της και είχα δίκιο.

Η πρώτη επιτυχία της συγγραφέως είναι το ότι πέτυχε ισορροπία υλικών. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα τυπωμένο σε χαρτί σχεδόν φωτογραφικό (και άρα για μένα προσωπικά ανοίκειο), και ανάμεσα στις σελίδες και την πλοκή που ξετυλίγεται, υπάρχει μια σειρά εξαιρετικών φωτογραφιών που διηγείται την ίδια ιστορία αλλά μέσα από τις παράλληλες διαδρομές ενός άλλου καλλιτεχνικού είδους. Το να μπορέσει κανείς να συγκεράσει με την αναγκαία ακρίβεια δύο διαφορετικά είδη έκφρασης ώστε να επιτύχει μια ετεροθαλή συγγένεια που να λειτουργεί τόσο στο επίπεδο του κειμένου όσο και σε αυτό της εικόνας, προϋποθέτει λεπτομερή χαρτογράφηση των συναισθημάτων και ταυτόχρονα την βεβαιότητα ότι το μήνυμα θα φτάσει στον αναγνώστη/θεατή και με τις δύο του όψεις. Αυτό είναι ένα πρώτο στοίχημα που έχει κερδηθεί.

Το στοιχείο του ερωτισμού, ενίοτε της λαγνείας, που ήταν η πυξίδα της Έλενας Μαρούτσου στις Χυδαίες ορχιδέες είναι και εδώ παρόν, αλλά σε ισορροπία με τα υπόλοιπα και χωρίς κεντρικό ρόλο. Το σώμα των ηρώων είναι η παλέτα όπου συμβαίνουν τα γεγονότα και στοιχειοθετούνται οι σκέψεις, δεν προσεγγίζεται όμως αυτόνομα αλλά ως μέρος της συνολικής ύπαρξης, τόσο της Μαριάννας όσο και του Σπύρου, των δύο φαινομενικά τουλάχιστον αντιδιαμετρικά αντίθετων πρωταγωνιστών. Τα αδιέξοδα είναι κατά ένα παράδοξο τρόπο κοινά και όλοι θα συναντηθούν στην προσπάθειά τους να τα ξεπεράσουν. Έτσι ο ερωτισμός τελικά καταλήγει περισσότερο να διαφαίνεται στις λέξεις και τις σκέψεις των ανθρώπων, ζωντανών και πεθαμένων, παρά στην αφήγηση αυτή καθαυτή, με την τομή να τοποθετείται ακριβώς τη στιγμή που η σκέψη γίνεται άγγιγμα και πράξη. Ως leit-motif είναι πολύμορφο, χωρίς παγιωμένο προφίλ και δεν είναι το κλειδί που ανοίγει όλες τις πόρτες, παρόλο αναμφισβήτητα φωτίζει κάποια σκοτεινά δωμάτια.

Οι φωτογραφίες που εισβάλλουν στο κείμενο είναι εκεί όχι για να απεικονίσουν ό,τι γράφεται (παρόλο που σε κάποιες περιπτώσεις συμβαίνει) αλλά για να δείξουν οπτικά τα κλειδιά αλλά και τις πόρτες της ανάγνωσης. Η καταλυτική αμεσότητα της φωτογραφίας ως είδος προσφέρει ανάγνωση της ίδιας ιστορίας σε δύο ταχύτητες, μια πιο γρήγορη μέσω της εικόνας, και μια άλλη πιο αργή, μέσω της ανάγνωσης: αυτό το εύρημα θα ανατρέψει πολλά. Από την άλλη, η ιστορία εκτυλίσσεται επίσης ταυτόχρονα σε δύο ριζικά διαφορετικά σύμπαντα: σε ένα που θεμελιώνεται στις λέξεις και κατ’ επέκταση στον ήχο, και σε ένα άλλο που βασίζεται στην εικόνα και στην σιωπή της απεικόνισης, και άρα στον ακινητοποιημένο χρόνο. Και ενώ θα περίμενε κανείς οι φωτογραφίες να βρίσκονται εκεί σε έναν «υποστηρικτικό» ρόλο, στην πραγματικότητα συμβαίνει το αντίθετο: είναι τόσο σουρεαλιστικές και παράδοξες, παρουσίες αυθύπαρκτες και αυτόνομες, ώστε τελικά συμπορεύονται με τις λέξεις με ίσους όρους. Είναι γεγονός ότι ως συνολικό αποτέλεσμα, οι Θηριόμορφοι είναι ένα ιδιόμορφο βιβλίο που περικλείει έναν αριθμό εκ πρώτης όψεως παράταιρων στοιχείων, τα οποία χωρίς να αλλοιώνονται στην μεταξύ τους επαφή, κουμπώνουν και το όλο εγχείρημα δουλεύει, με τις φωτογραφίες, κατ’ εξοχήν ξένο σώμα, να βρίσκουν τη θέση τους: μια θέση ισχύος.

Η συγγραφέας στήνει ένα σκηνικό σε ατμόσφαιρα ονείρου, εκτός χρόνου και σχεδόν εκτός τόπου, με όλα τα όρια να χορεύουν στον αέρα και τους ήρωες να βρίσκονται σε μια διαρκή προσπάθεια προσανατολισμού στους εσωτερικούς και ενίοτε στους εξωτερικούς δαιδάλους της αφήγησης. Ό,τι συμβαίνει σε επίπεδο πλοκής βρίσκεται οριακά εκτός πραγματικότητας, τα γεγονότα έχουν αφύσικες διάρκειες και παράδοξα κέντρα βάρους, όλα είναι παχύρευστα. Και η μητρότητα, στοιχείο-κλειδί τόσο σε αφηγηματικό όσο και σε συμβολικό επίπεδο παραμένει το βασικό στοιχείο των ανατροπών που συμβαίνουν: οι γυναικείες παρουσίες, η Βέρα που έχει πεθάνει αλλά και η Μαριάννα και η Ντορότα, έχουν μια προβληματική σχέση με την μητρότητα που καταλήγει να παίρνει έναν σχεδόν μεταφυσικό χαρακτήρα (κυρίως λόγω της άρνησης) που στη συνέχεια θα αποτελέσει έναν άξονα ερμηνείας ή έστω προσέγγισης της προσωπικότητάς τους.

Η συγγραφέας έχει τον ολοκληρωτικό έλεγχο καταστάσεων και συνθηκών αν και παραμένει φαινομενικά αποστασιοποιημένη, τουλάχιστον μέχρι το τέλος του μυθιστορήματος, γιατί τότε τα πράγματα αλλάζουν άρδην. Διαλέγει για τον εαυτό της τον ρόλο του παντοδύναμου αφηγητή που ελέγχει τους πάντες και καθορίζει μέχρι και την παραμικρή λεπτομέρεια όσων συμβαίνουν στην ιστορία. Οι ήρωες είναι ανδρείκελα χωρίς πολλές ελευθερίες και χωρίς ισχυρή προσωπικότητα ούτε τελικά διακριτή ταυτότητα, είναι λογοτεχνικά δημιουργήματα… περιορισμένης ευθύνης. Ο μόνος πρωταγωνιστικός, είναι ο ρόλος του αφηγητή. Όσο για τον αναγνώστη, στο τέλος αποκαλύπτεται ότι αναλογεί σ’ εκείνον να βρει, να φανταστεί ή να υποθέσει τις απαντήσεις που η συγγραφέας ηθελημένα αφήνει να αιωρούνται στο μισοσκόταδο: η ιστορία είναι ένας ανοιχτός κύκλος που τον εγκλωβίζει στο διηνεκές. Οι αφηγηματικές εκκρεμότητες και γενικά η πληθώρα των ερωτημάτων που παραμένουν αναπάντητα στην τελευταία πράξη του έργου είναι αυτό που κλυδωνίζει το συνολικό αποτέλεσμα, και το γεγονός ότι πρόκειται πέραν πάσης αμφιβολίας για συνειδητή επιλογή της συγγραφέως δεν αποτρέπει τις δεύτερες σκέψεις που σταδιακά πληθαίνουν. Η ξεκάθαρη εικόνα, οι απαντήσεις που θα έκλειναν τις διαδρομές όλων και θα τους έδιναν την ευκαιρία να διαγράψουν νέες είναι αυτό που λείπει στο τέλος, λείπει η συνέχεια που θα μπορούσαν οι ήρωες να έχουν στο μυαλό του αναγνώστη. Και οι φωτογραφίες είναι εκεί για να το υπενθυμίζουν.

Κρις Λιβανίου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου