Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2020

«Αξόδευτη ζωή» της Τίνας Κατσούλη

Την Τίνα Κατσούλη τη γνωρίζω προσωπικά, ήμασταν συμμαθήτριες στις δύο τελευταίες τάξεις του λυκείου (ακολουθήσαμε και την ίδια κατεύθυνση στις πανελλαδικές), αλλά δεν ήξερα ότι γράφει. Το έμαθα στο reunion που κάναμε πέρυσι – να που οι «αμερικανιές» καμιά φορά βοηθούν. Έτυχε κατόπιν να εκδώσει την Αξόδευτη ζωή και την πήρα, περισσότερο από περιέργεια. Χαίρομαι όμως πολύ που το έκανα, γιατί είχα έτσι την ευκαιρία να διαβάσω ένα καλό βιβλίο.

Η Αξόδευτη ζωή έχει κλασική μυθιστορηματική ροή – αυτό στις μέρες μας ίσως είναι ελαφρύ μειονέκτημα, δεδομένου ότι έχουν πλέον υιοθετηθεί πιο σύγχρονοι τρόποι αφήγησης. Σε τίποτε όμως η κλασική ροή (που, ας μην τρελαθούμε, έχει – αν μη τι άλλο – αρχή, μέση και τέλος) δεν εμποδίζει το μυθιστόρημα να αποκαλύψει την πλούσια, μεστή γραφή της Κατσούλη, τη βαθιά της έρευνα και την απαράμιλλη ικανότητά της να ανασυνθέσει μια ολόκληρη εποχή (τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα και τις αρχικές του 20ού), ανακαλώντας με θαυμαστή πιστότητα γεγονότα, κτήρια, μνημεία και ιστορικά πρόσωπα που αναδύονται ολοζώντανα – και σε ανθρώπινες, όχι μυθικές, διαστάσεις – μπροστά στα μάτια του αναγνώστη.

Πηγή της έμπνευσής της συγγραφέως, όπως γράφει η ίδια στο εισαγωγικό της σημείωμα, ήταν η ιστορία του ζωγράφου Νίκου Δραγούμη, αδελφού του Ίωνα, δηλαδή του άγνωστου εν πολλοίς Δραγούμη και «Έλληνα Βαν Γκογκ» όπως τον αποκάλεσε ο εμβληματικός αρχιτέκτονας Δημήτρης Πικιώνης. Πιο συγκεκριμένα, αφορμή για το μυθιστόρημά της στάθηκε μια έκθεση που διοργάνωσε το ΜΙΕΤ, η «Νίκος Δραγούμης: Ο Ζωγράφος (1874-1933)» και ο κατάλογός της, που περιείχε πληροφοριακό υλικό για τη ζωή του και προσωπικές μαρτυρίες ανθρώπων της οικογένειάς του. Αυτά έδωσαν τη σπίθα. Η Αξόδευτη ζωή, ωστόσο, δεν βασίζεται και τόσο στα βιογραφικά στοιχεία του Νίκου Δραγούμη: είναι μια μυθοπλαστική αναπαράσταση, στην οποία η ζωή του Δραγούμη λειτούργησε απλά ως πυρήνας.

Υπάρχει μια λέξη στα αγγλικά, που συνδέεται ιδιαίτερα με το μυθιστόρημα και για τον λόγο αυτόν παρουσιάζει ενδιαφέρον: serendipity. Μεταφράζεται στα ελληνικά ως «ευτυχής συγκυρία» και η αλήθεια είναι ότι πολλές συγκυρίες στο βιβλίο είναι ευτυχείς – άλλες τόσες βέβαια είναι δυστυχείς, αλλά η τύχη που υπαινίσσεται η λέξη «συγκυρία» είναι τελικά αυτή που κατευθύνει τα γεγονότα σε μεγάλο βαθμό. Και είναι αυτή ακριβώς η θεώρηση της ζωής σαν ένα μεγάλο ρεύμα, ένα ορμητικό ποτάμι που κατεβάζει με συντριπτικό ρυθμό τεράστιους όγκους νερού για να χυθεί τελικά στην απέραντη θάλασσα, που υπαγορεύει τη ροή του μυθιστορήματος και τις, συχνά καταιγιστικές, εξελίξεις του βιβλίου. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο ανθρώπινος χαρακτήρας δεν παίζει ρόλο. Και βέβαια παίζει, αφού πολλές φορές αλλάζει τον ρου των γεγονότων, αλλά στην πραγματικότητα απλώς τα αναβάλλει ή τα καθυστερεί: η ζωή έχει πάντα τον τρόπο της να πει την τελευταία λέξη. Είναι όμως σημαντικό ότι στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα ο άνθρωπος δεν μπαίνει στο προσκήνιο ως αρχή και τέλος του παντός, όπως μας έχει συνηθίσει ο μοντερνισμός και – κυρίως – ο μεταμοντερνισμός.

Στην Αξόδευτη ζωή, ο άνθρωπος είναι απλώς ένας τροχός στη μεγάλη μηχανή της ζωής, αναγκασμένος να υφίσταται τους τριγμούς και τα τερτίπια της. Και να υποτάσσεται, εντέλει, στη θέλησή της. Η διαπραγμάτευση μιας ιστορίας φερμένης από τόσο παλιά επιτρέπει αυτή τη θεώρηση. Αποστασιοποιημένη, λόγω της χρονικής απόστασης, η συγγραφέας μπορεί να επιτρέψει στον εαυτό της μια πανοραμική θεώρηση των γεγονότων, την ίδια στιγμή που μπορεί να σκύψει πάνω από τους πρωταγωνιστές και να τους δώσει σάρκα και οστά – σάρκα που πονά και οστά που σπάνε.

Οι πρωταγωνιστές ωστόσο δεν λειτουργούν απλαισίωτοι. Εντάσσονται σε ένα περιβάλλον, ένα κοινωνικό, πολιτικό και πολιτιστικό πλαίσιο, που η Κατσούλη καταφέρνει να αναδημιουργήσει με εκπληκτική δεξιοτεχνία: η αθηναϊκή belle epoque παρουσιάζεται ανάγλυφη μέσα από τα ήθη και τα έθιμά της, τις κοινωνικές συμβάσεις που έφερε, την αντίληψή της περί ηθικής, αλλά και τη συντριπτική δύναμη των συναισθημάτων των ανθρώπων που τη βιώνουν, η οποία παραμένει αναλλοίωτη σε όλες τις εποχές. Παράλληλα με τις γλαφυρές περιγραφές, κινείται και η διαπραγμάτευση πολλών ζητημάτων της εποχής και μάλιστα μέσα από τα μάτια των ανθρώπων της: ο αστικός εκσυγχρονισμός της τρικουπικής περιόδου, οι εθνικές περιπέτειες που έφερε η Μεγάλη Ιδέα, η πτώχευση της χώρας, οι Ολυμπιακοί αγώνες, οι πόλεμοι, η Μικρασιατική καταστροφή. Όλα ανασυντίθενται με τόση ζωντάνια που γίνονται τελικά σχεδόν μαρτυρία – οι πηγές που χρησιμοποίησε η συγγραφέας και αναγράφονται σε υποσημειώσεις σε διάφορα σημεία του βιβλίου συνηγορούν σε αυτό.

Και, λίγο πριν το τέλος, μια αναφορά στον τίτλο. Είναι αμαρτία να μένει αξόδευτο κάτι που μας παραδίδεται: το ταλέντο μας, η αγάπη για έναν άλλον άνθρωπο, η ίδια η ζωή. Συχνά-πυκνά στο κείμενό της, η Κατσούλη αναφέρεται στο αξόδευτο των πραγμάτων, κάνοντας στην πραγματικότητα ένα πικρό σχόλιο για το πώς η τύχη και ο χαρακτήρας του ανθρώπου μπορούν να λειτουργήσουν ενάντια στην ίδια του την ύπαρξη. Είναι καλύτερα ίσως να ξοδεύεται κάτι ανοικονόμητα, παρά να μην ξοδεύεται καθόλου. Μετάνοια μπορεί να υπάρχει και στις δύο περιπτώσεις, όμως στη δεύτερη είναι πολύ πιο πικρή, γιατί συνοδεύεται από εκείνο το αμείλικτο «τι θα γινόταν αν». Και αυτό είναι κάτι με το οποίο δύσκολα μπορεί να ζήσει κανείς.

Αυτές και πολλές άλλες σκέψεις γεννά το συγκεκριμένο βιβλίο, που είναι τελικά ένας αναστοχασμός στους πολλούς τρόπους με τους οποίους η ζωή επιβάλλει τους δικούς της κανόνες.

Χριστίνα Λιναρδάκη


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου