Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2020

Ποίηση σαν διαλογισμός: «Συλλογή 22 τάνκα» της Αναστασίας Πεπέ


Την είχαμε δει στο χαϊκού, τώρα τη βλέπουμε και στο τάνκα. Το τάνκα είναι προγενέστερο του – δημοφιλέστερου στη Δύση – χαϊκού και μαζί με το κικό αποτελούν τα τρία βασικά είδη κλασικής ιαπωνικής ποίησης που έγιναν γνωστά εκτός Ιαπωνίας. Το τάνκα απλώνεται σε πέντε στίχους και ο ρυθμός του είναι 5-7-5-7-7 συλλαβές ανά στίχο, 31 δηλαδή συλλαβές συνολικά. Όπως και το χαϊκού, στοχεύει στην απλότητα και αυτή είναι το κύριο μέσο με το οποίο εκφράζεται. Οι μετρικοί του περιορισμοί απαιτούν από τον ποιητή αυξημένη νηφαλιότητα και συγκέντρωση, ενώ την ίδια στιγμή το μεγαλύτερο (συγκριτικά με το χαϊκού) πλήθος συλλαβών δίνει στον ποιητή την ευκαιρία να ξεφύγει από την υποχρέωση της ακαριαίας εντύπωσης και να εκφράσει πιο σύνθετα νοήματα. Πάντως το βασικό εργαλείο και στο τάνκα είναι η αφαίρεση, εργαλείο που - αν εφαρμοζόταν καθολικότερα - θα βοηθούσε πολύ την ποίηση που γράφεται σήμερα...

Όπως γράφει η Πεπέ στο επίμετρο, «το τάνκα και το χαϊκού εκφράζουν “μια στιγμή” απίστευτου ψυχικού βάθους και πνευματικότητας. Η στιγμή αυτή, όπου όλα λειτουργούν σε μια ενότητα πνεύματος, εμπειρίας και λόγου, είναι τόσο δυνατή και ακαριαία, ώστε να αντέχει στον χρόνο, συμπληρώνοντας έτσι ένα κενό, το κενό της ύπαρξής μας μέσα στον παράλογα κινούμενο κόσμο». Στον πυρήνα του τάνκα λοιπόν βρίσκεται ένα ιδιαίτερο είδος ακινησίας που συνοδεύεται από αυξημένη εγρήγορση και έχει στενή συγγένεια με τη βουδιστική έννοια του Ζεν. Είναι η ακινησία της στιγμής, όπως το φωτογραφικό ενσταντανέ που «παγώνει» την κίνηση στο καρέ του: αυτή είναι που δημιουργεί την αίσθηση της αιώρησης στο τάνκα. Το ποίημα γίνεται μια χρονική κάψουλα που αιωρείται μέσα στον χώρο και στο άχρονο, δημιουργώντας μια πολύ ιδιαίτερη αίσθηση που προσωπικά μου αρέσει πολύ.

Όπως γράφει ο Κωνσταντίνος Μπούρας στον πρόλογο του βιβλίου, πρόκειται για για «ποιήματα στην κόψη, στην αιχμή, στο ανεπαίσθητο εκείνο όριο μεταξύ ύπαρξης κι ανυπαρξίας, μεταξύ φωτογραφικής πραγματικότητας και φαντασίας, μεταξύ του εμείς και του εγώ που ασφυκτιά από την τόση συνάφεια με τις λέξεις κι αναζητά τη λύτρωσή του στον Λόγο τον ποιητικό, που ενέχει το συναίσθημα και εικονοποιεί το Αόρατο». Και μια και μιλάμε για εικονοποίηση, ας αναφέρω ότι – πέρα από τα τάνκα – το βιβλίο περιέχει και λιτά σχέδια της Πεπέ που παρουσιάζουν συνάφεια με τα τάνκα της: είναι αδρές εντυπώσεις αντικειμένων και τόπων με έντονο ελληνικό χρώμα, οι οποίες φέρνουν στον νου τη δωρική λιτότητα, στοιχείο πολύ συναφές με το γενικότερο πνεύμα της ιαπωνικής ποίησης.

Ωστόσο, έχω την εντύπωση ότι δεν πατούν όλα τα τάνκα της πολύ σταθερά, όπως για παράδειγμα το ακόλουθο:

Γυναίκες περνούν
Συζητούν. Πίνουν καφέ
φεύγουν βιαστικά.
Όνειρο είναι ή σαν
άνεμος στη Σαχάρα;


Εδώ η Πεπέ περιγράφει μια φευγαλέα, καθημερινή σκηνή, ενώ εκείνη μένει ακίνητη και παρακολουθεί. Της φαίνεται σαν όνειρο όλο αυτό το πήγαινε-έλα των γυναικών, όμως νομίζω ότι είναι υπερβολικό το ότι αναφέρει τον άνεμο στη Σαχάρα που αλλάζει συνεχώς τους αμμόλοφους και άρα την όψη της ερήμου. Προφανώς θέλει να πει ότι οι γυναίκες είναι σαν τους αμμόλοφους που αλλάζουν ολοένα, αλλά είναι μια πολύ βαριά μεταφορά που κάνει το τάνκα αζύγιστο σε σχέση με το ελαφρύ μοτίβο των γυναικών που πηγαινοέρχονται.

Ή αυτό εδώ:

Περνάς μπροστά μου
σαν το λεωφορείο
μπρος στα μάτια μου.
Κοιτάς, με περιμένεις
διστάζοντας και φεύγεις.


Κατ’ αρχάς, εδώ ενοχλεί η επανάληψη «μπροστά μου» και «μπρος στα μάτια μου». Έπειτα, στο «με περιμένεις διστάζοντας», το ρήμα «περιμένω» δημιουργεί αντίθετη εντύπωση από αυτή του στιγμιαίου δισταγμού που προφανώς εννοεί η ποιήτρια. Θα προτιμούσα δηλαδή κάτι σαν «Κοιτάς, διστάζεις μια/ στιγμή κι ύστερα φεύγεις».

Τέτοιου είδους παραδείγματα μου δίνουν την εντύπωση ότι ορισμένα τάνκα θα μπορούσαν να είχαν δουλευτεί περισσότερο και θα μπορούσαν επιπλέον να έφευγαν από το στενό προσωπικό περίβλημά τους ώστε να διευκολυνθεί η ταύτιση του αναγνώστη μαζί τους. Αυτό ωστόσο δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν εξαιρετικά τάνκα στη συλλογή. Μερικά από αυτά είναι τα ακόλουθα:

Ήσυχα κυλά
το τραίνο στις ράγες του
όπως η νύχτα
ήσυχα κυλά μέσα
στις φλέβες μου απόψε.



Ένα μπαλόνι
ξέφυγε ενός παιδιού
και τρέχει ψηλά.
Σεργιανά χωρίς παλμό
ενώ ‘γω ζωγραφίζω.



Όταν τη νύχτα
τα μαγευτικά φώτα
στην Κρήτη σβήνουν
ο ουρανός αδειάζει
πάνω μας τ’ αστέρια του.


Τι είναι αυτό που μας μένει, όταν είμαστε ξαπλωμένοι στο κρεβάτι μας τη νύχτα και αναλογιζόμαστε τη μέρα που πέρασε, λίγο προτού μας πάρει ο ύπνος; Οι φευγαλέες στιγμές της ημέρας που γράφονται μέσα μας με διαφορετικές βαρύτητες. Αυτές εξυμνεί το τάνκα.

Χριστίνα Λιναρδάκη


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου