Παρασκευή, 18 Δεκεμβρίου 2020

Χριστούγεννα τον καιρό του πολέμου και της Κατοχής


Τα Χριστούγεννα στην διάρκεια της κατοχής ήταν εντελώς διαφορετικά. Οι άνθρωποι προσπαθούσαν να επιβιώσουν με κάθε τρόπο, διατηρώντας το ηθικό τους μέσα σε συνθήκες πολύ δύσκολες. Οι εμπειρίες των επιζώντων που κατέγραψαν τις μνήμες τους από εκείνη την εποχή ποικίλουν ανάλογα με τον τόπο όπου έζησαν και τον χαρακτήρα του καθενός. Στην Αθήνα, όπως έγραφαν οι εφημερίδες: 

«Το θερμόμετρον προχθές την νύκτα εδείκνυε 3 βαθμούς υπό το μηδέν, τας δε πρωινάς ώρας ήτο 1 υπό το μηδέν μόνον δε περί την μεσημβρίαν χθες εσημείωσεν άνοδον μερικών βαθμών. Η παγωνιά της 
νυκτός ήτο μοναδική, τουλάχιστον διά τον εφετεινόν χειμώνα… Επίσης τα νερά των υδροσωλήνων επάγωσαν και αρκετά σπίτια έμειναν χωρίς νερό διά πολλάς ώρας.» 

Σε τέτοιες συνθήκες, ο Γιώργος Παππάς, ένας Κωνσταντινουπολίτης δημοσιογράφος, σημείωσε στις 26 Δεκεμβρίου 1944:

«Από την παραμονή των Χριστουγέννων έπιασε μια τρομερή παγωνιά, κάψαμε ό,τι ξύλα είχαμε, σπάσαμε και δύο πόρτες για να θρέψουμε το αχόρταγο τζάκι και γιορτάσαμε την γέννηση του Χριστού παίζοντας τις δυο αυτές μέρες χαρτιά ως το πρωί. Όπως είχαμε λεπτά, φούσκωσε το παιχνίδι. Κερδισμένος βγήκε ο Λόντος που έφυγε σήμερα το πρωί συναποκομίζοντας καμιά τετρακοσαριά λίρες. Εγώ που κέρδιζα βγήκα χαμένος, πλήρωσα 50 στον Λόντο, 30 στον Λούη και με χρωστάει 430 ο Λουκάς που δεν πρόκειται να τις δω ποτέ. Πάει και η μεγάλη διπλή πόρτα του σαλονιού, έγινε κάρβουνα.» 

Στη Μακεδονία, που πάντα ο καιρός είναι πιο κρύος, μπορούσε να διαβάσει κανείς στις εφημερίδες της εποχής: «ενέσκηψε βαρύτατος χειμών και πίπτει άφθονος χιών από της μεσημβρίας της Κυριακής, το θερμόμετρον εδείκνυε 10 υπό το μηδέν», ενώ «εις την Κοζάνην και εις την Φλώριναν υπερέβη το μέτρον και το θερμόμετρο εσημείωσε 15 βαθμούς υπό το μηδέν!» 

Ο Περικλής Σφυρίδης έζησε μια παγωμένη παραμονή Χριστουγέννων που σημαδεύτηκε από ένα τραγικό γεγονός, το οποίο ανασύνθεσε χρόνια αργότερα στο μυθιστόρημα Ψυχή μπλε και κόκκινη:

«Όπως κάθε χρόνο, έτσι κι εκείνη την παραμονή Χριστουγέννων η οικογένεια, στην ευρύτερή της σύνθεση, μαζεύτηκε στο προσφυγικό του Τόπαλτι, κάτι που ήταν επιθυμία της γιαγιάς, η οποία σαν κλώσα μάζευε τα κλωσοπούλια της, τις άγιες, όπως έλεγε, μέρες.. Μόνο που τη χαρά της μέρας εκείνης την αμαύρωσε ένας μεσημεριάτικος βάρβαρος βομβαρδισμός από ιταλικά αεροπλάνα, που, σκορπώντας το θάνατο μαζί με τα πολυάριθμα παιχνίδια στο κέντρο της αγοράς, ήθελαν να κάμψουν το ηθικό του κοσμάκη, ο οποίος ετοιμαζόταν να γιορτάσει τη γέννηση του θείου βρέφους μαζί με τις νίκες των φαντάρων μας στην Αλβανία...

Με το που χτύπησαν οι σειρήνες το μεσημέρι εκείνο, τα χάσαμε η μάνα μου κι εγώ, που βρεθήκαμε στη Βενιζέλου, καρδιά της αγοράς και της πόλης, ν’ αγοράζουμε φτηνά δωράκια για το έθιμο – καλό μόνο ένα μάλλινο σάλι για τη γιαγιά. Ο κόσμος άρχισε να τρέχει για να κρυφτεί, "Τα γυναικόπαιδα στο καταφύγιο της Εμπορικής Ένωσης", ακούσαμε κάποιους να φωνάζουν, ήταν οι ηλικιωμένοι της αεράμυνας. Δημιουργήθηκε ένα ανθρώπινο ρεύμα, ή μάλλον κύμα, που μας παρέσυρε προς το κατάστημα, το μέγαρο στη συμβολή των οδών Ερμού και Βενιζέλου, σ’ ένα μαγαζί νεωτερισμών –πουλούσε κυρίως υφάσματα– απ’ όπου, θυμάμαι, αγόραζε κι ο πατέρας μου με δόσεις. Μας έσπρωχναν από πίσω κι εμείς πιέζαμε τους μπροστινούς, στην είσοδο γινόταν μεγάλο στρίμωγμα, παραλίγο να μου κοπεί η αναπνοή, ίσως από τον πολύ κόσμο που μου στερούσε τον αέρα ή και από φόβο μη χάσω τη μάνα μου που με κρατούσε σφιχτά από το χέρι. 

Μας οδήγησαν στο υπόγειο, ήταν μεγάλο και μου φάνηκε άνετο μετά το συνωστισμό της πόρτας, καθίσαμε πάνω σε κάτι σακιά με άμμο, ο ένας δίπλα στον άλλο, η μάνα μου πλάτη με μια χοντρή κυρία, εγώ είχα κουρνιάσει στην αγκαλιά της, εκείνη έπιασε αμέσως κουβέντα με τη χοντρή για να διώξει την αγωνία. Το καταφύγιο είχε φώτα, βλέπαμε τους ανθρώπους της αεράμυνας με τα περιβραχιόνια που κυκλοφορούσαν ανάμεσά μας δίνοντας κουράγιο και οδηγίες, όταν άρχισαν να σκάνε οι οβίδες και η γη να τρέμει λες κι ήταν πρόσκαιροι σεισμοί, που επαναλαμβάνονταν όμως ανελέητοι. Όλοι σχεδόν σταυροκοπιούνταν, κάτι μωρά έκλαιγαν, κάποιοι σε μιαν άκρη τραγουδούσαν τον εθνικό ύμνο, μέχρι που ακούστηκε εκείνος ο εκκωφαντικός κρότος, θαρρείς βροντή που έσκασε μέσα στο υπόγειο, κι αμέσως κόπηκε το ηλεκτρικό και βυθίστηκαν τα πάντα στο σκοτάδι. Η μάνα μ’ άρπαξε, μ’ έσφιξε στην αγκαλιά της, "Μη φοβάσαι", μου έλεγε, ενώ την ένιωθα να τρέμει, να παγώνει. 

"Δείτε αν ανοίγει η πόρτα", φώναξε κάποιος, "μη μας πλάκωσαν τα μπάζα και σκάσουμε σαν ποντίκια". Ορισμένοι της αεράμυνας είχαν φακούς και τους άναψαν, προσπάθησαν ν’ ανοίξουν την πόρτα, αλλά είχε φρακάρει απ’ έξω, και τότε ήταν που όλοι παγώσαμε κι έπεσε μια βουβαμάρα καθολική, λίγο πριν ξεσπάσουν φωνές και υστερίες. Με το που ήχησαν πάλι οι σειρήνες για τη λήξη του συναγερμού, ακούσαμε κασμάδες έξω απ’ την πόρτα κι ύστερα από λίγο, που εμένα όμως μου φάνηκε χρόνος ατέλειωτος, έπεσε η πόρτα και γέμισε το υπόγειο με ζωογόνο κρύο αέρα. Μας έβαλαν στη σειρά, "Πειθαρχία" και "σιγά- σιγά" φώναζαν αυτοί της αεράμυνας, με τάξη βγήκαμε κι εμείς έξω, τα μάτια μου σκοτείνιασαν από το δυνατό φως, τον ήλιο, κι όταν συνήθισα να βλέπω, είδα τον δρόμο στρωμένο με παιχνίδια…»

Εντελώς διαφορετικό ήταν το κλίμα στην ελληνική επαρχία, όπου σε πολλές περιοχές, ειδικά ορεινές, ο πληθυσμός απολάμβανε πολύ περισσότερη ελευθερία και τα Χριστούγεννα εξακολουθούσαν να γιορτάζονται με τον ίδιο παραδοσιακό τρόπο. Στο χωριό Γερακάρης του Ρεθύμνου οι κρητικοί αντάρτες μαζί με τους Άγγλους κομάντο (ανάμεσα τους ο Πάτρικ Λη Φέρμορ) γιόρτασαν την νίκη των 
συμμάχων στο Ελ Αλαμέιν το 1943 με τον καλύτερο τρόπο. Ο Κώστας Χαροκόπος που έζησε κείνες τις στιγμές, γράφει: 

«Στον Γερακάρη επικρατούσε η ίδια εορταστική ατμόσφαιρα όπως και κατά τις δύο προηγούμενες επισκέψεις μου την εποχή των κερασιών και του τρύγου των αμπελιών. Τώρα όμως το κρύο ήταν τσουχτερό για χορούς και τραγούδια σε ανοιχτούς χώρους. Έτσι το γλέντι γινόταν με περίπατο. Περπατούσαμε και πηγαίναμε από σπίτι σε σπίτι. Τρώγαμε και πίναμε με τους οικοδεσπότες, που φαίνονταν τόσο ξέγνοιαστοι σαν να μην είχε πατήσει ποτέ πόδι Γερμανού στην Κρήτη. Παρόμοια ανεμελιά επικρατούσε και σε άλλα χωριά της κοιλάδας του Αμαρίου που επισκεφθήκαμε μετά τον Γερακάρη...»

Ο Μιχάλης Ακουμιανάκης, ένας άλλος Κρητικός αντάρτης που συμμετείχε μάλιστα στην παράτολμη απαγωγή του Γερμανού στρατηγού Χάιντριχ Κράιπε, αναφέρει την εμπειρία του από κάποια Χριστούγεννα στα Ανώγεια:

«Πλησίαζαν τα Χριστούγεννα του 1943. Ο καιρός δεν ήταν άσχημος για μας. Δεν είχαμε πολλές βροχές αλλά ούτε και χιόνια που σε άλλες εποχές κατέβαιναν μέχρι τα Ανώγεια και ακόμη παρακάτω. Ήταν συννεφιασμένη η μέρα τα Χριστούγεννα του 1943 αλλά όχι κρύο στο χωριό Ανώγεια. Αρχίσαμε σύμφωνα με το έθιμο να επισκεπτόμεθα τα σπίτια των καπεταναίων του χωριού. Ήτο συνήθεια η σπιτονοικοκερά με τα παιδιά της να μας προσφέρουν ρακί και ξηρούς καρπούς με την είσοδον μας στο σπήτι. Επηκολούθη ένα πλούσιο τραπέζι σε όλους τους επισκέπτες.

Μια μεγάλη λεκάνη πήλινη στο μέσον του τραπεζιού με αρκετή ποσότητα βραστού χοιρινού κρέατος και εξαιρετικό Ανωγειανό κρασί. Τα σταφύλια της κατασκευής του κρασιού προήρχοντο από τις βορινές ρεματιές του χωριού. Είχεν την γεύσιν της σαμπάνιας και μπορώ να πω ποτέ δεν βρήκα αλλού στην Κρήτην το ωραίον και γευστικό κρασί. Άρχιζε στο τραπέζι το γέμισμα των ποτηριών που τα υψώναμε όλοι μαζύ με τις ευχές χρόνια πολλά και προπαντός καλή και γρήγορη ελευθερία…

Το όλο γλέντι συμπληρώνετο με τραγούδι και προπαντός μ’εκείνα τα ριζίτικα που ήταν τόσο ευχάριστα. Έπειτα από λίγη ώρα επισκεπτόμεθα άλλο σπήτι με την ίδια πάντα προσφορά σε ρακί, ξηρούς καρπούς και άφθονους μεζέδες. Θυμούμαι που έδωσαν στον Τομ και σε μένα ένα νεροπότηρο κρασί με την ευχήν όλων "άσπρο πάτο". Τι να κάνωμε, αδειάζαμε το ποτήρι και ακολουθούσε η προσφορά του μεζέ.

Το γλέντι μας τελείωσε αργά τη νύκτα. Έπρεπε να προτιμήσωμε όλες τις οικογένειες που μας προσκαλούσαν. Η λύρα και το λαγούτο μας συνόδευαν παντού και συνόδευαν την παρέα με τα παλιά τραγούδια και τις μαντινάδες. Μένει ζωηρά στη μνήμη η εορτή των Χριστουγέννων αυτή…»


Στις πόλεις βέβαια το κλίμα ήταν εντελώς διαφορετικό, οι συνθήκες εξαιρετικά δύσκολες κι ο θάνατος αποτελούσε καθημερινό φαινόμενο. Ο δεκαοχτάχρονος τότε Γιώργος Ιωάννου, επηρεασμένος από την ατμόσφαιρα του πολέμου και της κατοχής, όπου κυριαρχούσε το θρησκευτικό και πατριωτικό πνεύμα, σημειώνει στο ημερολόγιο που κρατούσε:

«Παρασκευή 24 Δεκεμβρίου 1943

Συννεφιά. Η ώρα 7½ το πρωί πήγα στο συσσίτιον. Κάλαντα. Η ώρα 8½ ξεκινήσαμε. Πήγαμε σε πολλά μέρη, μεταξύ των πολλών και στον Μητροπολίτη, στον Διεθνήν Ερυθρόν Σταυρόν, στο Πανεπηστήμιον κ.λπ. Κάναμε άριστη εντύπωση. Ένας Γερμανός αξιωματικός μας έβγαλε φωτογραφία, επίσης και ο υπαίθριος φωτογράφος. Όπου ψάλαμε ενθουσιάζαμε το πλήθος που μας περιστοίχιζε. Κάποιος από τον ενθουσιασμό του έδωσε εννέα εκατομμύρια δραχμές. Ή ώρα 1μ.μ. γυρίσαμε στο συσσίτον όπου και φάγαμε –νερόβραστα φασόλια-κατόπι ξεκινήσαμε και πάλι και ψέλναμε συνεχώς μέχρι το βράδυ. Όταν τελειώσαμε είμασταν όλοι κατάκοποι, μας πονούσε ο λαιμός μας. Μέχρι την μεσημβρίαν είχαμε μαζέψει εξήντα εκατομμύρια δρχμ. Και μέχρι το εσπέρας περάσαμε τα 120 εκατομμύρια. 

Σάββατο 25 Δεκεμβρίου 1943

Συννεφιά. Χριστούγεννα. Σαν σήμερα εδώ και 1943 χρόνια γεννήθηκε στην Βηθλεέμ της Ιουδαίας ο Ιησούς Χριστός ο Σωτήρ του Κόσμου. Το πρωί πήγα στον Άγιον Αθανάσιον, ήταν ο πατήρ Λεωνίδας μετά της χορωδίας γι αυτό χιλιάδες κόσμου συνέρρευσαν εις τον ναόν…

Το μεσημέρι φάγαμε στο συσσίτιο κρέας με μακαρονάδα. Κάναμε και μια μικρή γιορτή. Η ώρα 2μμ πήγαμε στο Δημοτικόν Νοσοκομείον και μοιράσαμε τρεις τεράστιες λαμαρίνες κέικ. Μία άλλη ομάς την αυτήν ώραν ξεκίνησε για το Επταπύργιον. Με τα τραγούδια μας κάναμε για λίγες στιγμές να ξεχάσουν τους πόνους και τα φαρμάκι της ζωής τους…

Κυριακή 26 Δεκεμβρίου 1943

Συννεφιά. Το πρωί πήγα στην Παναγία Χαλκέων και λειτουργήθηκα. Το μεσημέρι φάγαμε μακαρόνια με ένα ουκ ευκαταφρόνητον κομμάτι κασέρι. Και πάλιν η ώρα 2μμ πήγαμε στο γηροκομείον∙ ψάλαμε και μοιράσαμε κέικ . Κατόπιν εν μέσω καταρρακτώδους βροχής, ξεκινήσαμε και πήγαμε στο Τμήμα Μεταγωγών στους φυλακισμένους. Ψάλλαμε και τους ενθουσιάσαμε κυριολεκτικώς. Είπαν και ποιήματα μερικοί. Κυρίως ενθουσιάστηκαν με τα πατριωτικά θούρια. Π.χ ένας μικρός με εξαιρετική φωνή, έλεγε μόνος: Μεριάστε να διαβή με (δόξα) τιμή το τάγμα των ευζώνων με τη γαλήνη. Και ύστερα αρχίζαμε όλοι μαζί (Τα ρόδα…). Μερικοί άρχισαν να φωνάζουν ζήτω. Τους μοιράσαμε κεκ και φύγαμε. Ομολογώ ότι μέχρι σήμερα δεν πέρασα καλύτερα Χριστούγεννα…
»

Απόστολος Σπυράκης


Πηγές:
1. Γιώργος Ιωάννου Το κατοχικό ημερολόγιο Εκδόσεις Εστίας 2000
2. Περικλής Σφυρίδης Ψυχή μπλε και κόκκινη- Εκδόσεις Καστανιώτη 1996
3. Γεωργίου Κ. Παππά: Ημερολόγιον Πολέμου Κατοχής Απελευθέρωσης 1940-1944 Εκδόσεις Πατάκη 2018
4. https://www.patris.gr/2018/12/24/ta-christoygenna-tis-katochis/
5. http://www.elzoni.gr/html/ent/367/ent.29367.asp
6. http://ola-ta-kala.blogspot.com/2013/12/1941.html


Χρόνια πολλά! * Καλές γιορτές!
Θα τα ξαναπούμε μετά του Άι-Γιαννιού

στίγμαΛόγου






Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2020

Ποίηση σαν διαλογισμός: «Συλλογή 22 τάνκα» της Αναστασίας Πεπέ


Την είχαμε δει στο χαϊκού, τώρα τη βλέπουμε και στο τάνκα. Το τάνκα είναι προγενέστερο του – δημοφιλέστερου στη Δύση – χαϊκού και μαζί με το κικό αποτελούν τα τρία βασικά είδη κλασικής ιαπωνικής ποίησης που έγιναν γνωστά εκτός Ιαπωνίας. Το τάνκα απλώνεται σε πέντε στίχους και ο ρυθμός του είναι 5-7-5-7-7 συλλαβές ανά στίχο, 31 δηλαδή συλλαβές συνολικά. Όπως και το χαϊκού, στοχεύει στην απλότητα και αυτή είναι το κύριο μέσο με το οποίο εκφράζεται. Οι μετρικοί του περιορισμοί απαιτούν από τον ποιητή αυξημένη νηφαλιότητα και συγκέντρωση, ενώ την ίδια στιγμή το μεγαλύτερο (συγκριτικά με το χαϊκού) πλήθος συλλαβών δίνει στον ποιητή την ευκαιρία να ξεφύγει από την υποχρέωση της ακαριαίας εντύπωσης και να εκφράσει πιο σύνθετα νοήματα. Πάντως το βασικό εργαλείο και στο τάνκα είναι η αφαίρεση, εργαλείο που - αν εφαρμοζόταν καθολικότερα - θα βοηθούσε πολύ την ποίηση που γράφεται σήμερα...

Όπως γράφει η Πεπέ στο επίμετρο, «το τάνκα και το χαϊκού εκφράζουν “μια στιγμή” απίστευτου ψυχικού βάθους και πνευματικότητας. Η στιγμή αυτή, όπου όλα λειτουργούν σε μια ενότητα πνεύματος, εμπειρίας και λόγου, είναι τόσο δυνατή και ακαριαία, ώστε να αντέχει στον χρόνο, συμπληρώνοντας έτσι ένα κενό, το κενό της ύπαρξής μας μέσα στον παράλογα κινούμενο κόσμο». Στον πυρήνα του τάνκα λοιπόν βρίσκεται ένα ιδιαίτερο είδος ακινησίας που συνοδεύεται από αυξημένη εγρήγορση και έχει στενή συγγένεια με τη βουδιστική έννοια του Ζεν. Είναι η ακινησία της στιγμής, όπως το φωτογραφικό ενσταντανέ που «παγώνει» την κίνηση στο καρέ του: αυτή είναι που δημιουργεί την αίσθηση της αιώρησης στο τάνκα. Το ποίημα γίνεται μια χρονική κάψουλα που αιωρείται μέσα στον χώρο και στο άχρονο, δημιουργώντας μια πολύ ιδιαίτερη αίσθηση που προσωπικά μου αρέσει πολύ.

Όπως γράφει ο Κωνσταντίνος Μπούρας στον πρόλογο του βιβλίου, πρόκειται για για «ποιήματα στην κόψη, στην αιχμή, στο ανεπαίσθητο εκείνο όριο μεταξύ ύπαρξης κι ανυπαρξίας, μεταξύ φωτογραφικής πραγματικότητας και φαντασίας, μεταξύ του εμείς και του εγώ που ασφυκτιά από την τόση συνάφεια με τις λέξεις κι αναζητά τη λύτρωσή του στον Λόγο τον ποιητικό, που ενέχει το συναίσθημα και εικονοποιεί το Αόρατο». Και μια και μιλάμε για εικονοποίηση, ας αναφέρω ότι – πέρα από τα τάνκα – το βιβλίο περιέχει και λιτά σχέδια της Πεπέ που παρουσιάζουν συνάφεια με τα τάνκα της: είναι αδρές εντυπώσεις αντικειμένων και τόπων με έντονο ελληνικό χρώμα, οι οποίες φέρνουν στον νου τη δωρική λιτότητα, στοιχείο πολύ συναφές με το γενικότερο πνεύμα της ιαπωνικής ποίησης.

Ωστόσο, έχω την εντύπωση ότι δεν πατούν όλα τα τάνκα της πολύ σταθερά, όπως για παράδειγμα το ακόλουθο:

Γυναίκες περνούν
Συζητούν. Πίνουν καφέ
φεύγουν βιαστικά.
Όνειρο είναι ή σαν
άνεμος στη Σαχάρα;


Εδώ η Πεπέ περιγράφει μια φευγαλέα, καθημερινή σκηνή, ενώ εκείνη μένει ακίνητη και παρακολουθεί. Της φαίνεται σαν όνειρο όλο αυτό το πήγαινε-έλα των γυναικών, όμως νομίζω ότι είναι υπερβολικό το ότι αναφέρει τον άνεμο στη Σαχάρα που αλλάζει συνεχώς τους αμμόλοφους και άρα την όψη της ερήμου. Προφανώς θέλει να πει ότι οι γυναίκες είναι σαν τους αμμόλοφους που αλλάζουν ολοένα, αλλά είναι μια πολύ βαριά μεταφορά που κάνει το τάνκα αζύγιστο σε σχέση με το ελαφρύ μοτίβο των γυναικών που πηγαινοέρχονται.

Ή αυτό εδώ:

Περνάς μπροστά μου
σαν το λεωφορείο
μπρος στα μάτια μου.
Κοιτάς, με περιμένεις
διστάζοντας και φεύγεις.


Κατ’ αρχάς, εδώ ενοχλεί η επανάληψη «μπροστά μου» και «μπρος στα μάτια μου». Έπειτα, στο «με περιμένεις διστάζοντας», το ρήμα «περιμένω» δημιουργεί αντίθετη εντύπωση από αυτή του στιγμιαίου δισταγμού που προφανώς εννοεί η ποιήτρια. Θα προτιμούσα δηλαδή κάτι σαν «Κοιτάς, διστάζεις μια/ στιγμή κι ύστερα φεύγεις».

Τέτοιου είδους παραδείγματα μου δίνουν την εντύπωση ότι ορισμένα τάνκα θα μπορούσαν να είχαν δουλευτεί περισσότερο και θα μπορούσαν επιπλέον να έφευγαν από το στενό προσωπικό περίβλημά τους ώστε να διευκολυνθεί η ταύτιση του αναγνώστη μαζί τους. Αυτό ωστόσο δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν εξαιρετικά τάνκα στη συλλογή. Μερικά από αυτά είναι τα ακόλουθα:

Ήσυχα κυλά
το τραίνο στις ράγες του
όπως η νύχτα
ήσυχα κυλά μέσα
στις φλέβες μου απόψε.



Ένα μπαλόνι
ξέφυγε ενός παιδιού
και τρέχει ψηλά.
Σεργιανά χωρίς παλμό
ενώ ‘γω ζωγραφίζω.



Όταν τη νύχτα
τα μαγευτικά φώτα
στην Κρήτη σβήνουν
ο ουρανός αδειάζει
πάνω μας τ’ αστέρια του.


Τι είναι αυτό που μας μένει, όταν είμαστε ξαπλωμένοι στο κρεβάτι μας τη νύχτα και αναλογιζόμαστε τη μέρα που πέρασε, λίγο προτού μας πάρει ο ύπνος; Οι φευγαλέες στιγμές της ημέρας που γράφονται μέσα μας με διαφορετικές βαρύτητες. Αυτές εξυμνεί το τάνκα.

Χριστίνα Λιναρδάκη


Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2020

Το ποίημα της Δευτέρας: "Ο κύκλος" του Δημήτρη Παπακωνσταντίνου




Ο κύκλος

Υγρά τα μάτια σου το απόγευμα όπως έσκυβες
κοντά κοντά στο πρόσωπό μου κι απορούσες
πώς σ' εγκατέλειψαν οι λέξεις, πώς σ' αρνήθηκαν
κι ούτε μια τοσοδά σωστή πια δε νογούσες.

Έμοιαζες άδολο μικρό παιδάκι άβουλο
και πιο μικρός, μωρό γινόσουν κάθε μέρα
πίσω ξανά προς την αρχή ο κύκλος έκλεινε.

Κι ήμουν εγώ πια ο πατέρας σου, πατέρα.



Δημήτρης Παπακωνσταντίνου
από τη συλλογή Μνήμες της ρίζας


Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2020

"Θηριόμορφοι" της Έλενας Μαρούτσου


Το Θηριόμορφοι είναι μια υβριδική έκδοση, και ξεκινάω από αυτή τη διαπίστωση επειδή είναι η πρώτη επαφή, και προσωπικά αυτό που με ξάφνιασε αρκετά ώστε να πιάσω στα χέρια μου το βιβλίο. Αυτό, και το γεγονός ότι μου το έστειλε η Χριστίνα στην Αγγλία. Υπέθεσα ότι θα είχε τους λόγους της και είχα δίκιο.

Η πρώτη επιτυχία της συγγραφέως είναι το ότι πέτυχε ισορροπία υλικών. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα τυπωμένο σε χαρτί σχεδόν φωτογραφικό (και άρα για μένα προσωπικά ανοίκειο), και ανάμεσα στις σελίδες και την πλοκή που ξετυλίγεται, υπάρχει μια σειρά εξαιρετικών φωτογραφιών που διηγείται την ίδια ιστορία αλλά μέσα από τις παράλληλες διαδρομές ενός άλλου καλλιτεχνικού είδους. Το να μπορέσει κανείς να συγκεράσει με την αναγκαία ακρίβεια δύο διαφορετικά είδη έκφρασης ώστε να επιτύχει μια ετεροθαλή συγγένεια που να λειτουργεί τόσο στο επίπεδο του κειμένου όσο και σε αυτό της εικόνας, προϋποθέτει λεπτομερή χαρτογράφηση των συναισθημάτων και ταυτόχρονα την βεβαιότητα ότι το μήνυμα θα φτάσει στον αναγνώστη/θεατή και με τις δύο του όψεις. Αυτό είναι ένα πρώτο στοίχημα που έχει κερδηθεί.

Το στοιχείο του ερωτισμού, ενίοτε της λαγνείας, που ήταν η πυξίδα της Έλενας Μαρούτσου στις Χυδαίες ορχιδέες είναι και εδώ παρόν, αλλά σε ισορροπία με τα υπόλοιπα και χωρίς κεντρικό ρόλο. Το σώμα των ηρώων είναι η παλέτα όπου συμβαίνουν τα γεγονότα και στοιχειοθετούνται οι σκέψεις, δεν προσεγγίζεται όμως αυτόνομα αλλά ως μέρος της συνολικής ύπαρξης, τόσο της Μαριάννας όσο και του Σπύρου, των δύο φαινομενικά τουλάχιστον αντιδιαμετρικά αντίθετων πρωταγωνιστών. Τα αδιέξοδα είναι κατά ένα παράδοξο τρόπο κοινά και όλοι θα συναντηθούν στην προσπάθειά τους να τα ξεπεράσουν. Έτσι ο ερωτισμός τελικά καταλήγει περισσότερο να διαφαίνεται στις λέξεις και τις σκέψεις των ανθρώπων, ζωντανών και πεθαμένων, παρά στην αφήγηση αυτή καθαυτή, με την τομή να τοποθετείται ακριβώς τη στιγμή που η σκέψη γίνεται άγγιγμα και πράξη. Ως leit-motif είναι πολύμορφο, χωρίς παγιωμένο προφίλ και δεν είναι το κλειδί που ανοίγει όλες τις πόρτες, παρόλο αναμφισβήτητα φωτίζει κάποια σκοτεινά δωμάτια.

Οι φωτογραφίες που εισβάλλουν στο κείμενο είναι εκεί όχι για να απεικονίσουν ό,τι γράφεται (παρόλο που σε κάποιες περιπτώσεις συμβαίνει) αλλά για να δείξουν οπτικά τα κλειδιά αλλά και τις πόρτες της ανάγνωσης. Η καταλυτική αμεσότητα της φωτογραφίας ως είδος προσφέρει ανάγνωση της ίδιας ιστορίας σε δύο ταχύτητες, μια πιο γρήγορη μέσω της εικόνας, και μια άλλη πιο αργή, μέσω της ανάγνωσης: αυτό το εύρημα θα ανατρέψει πολλά. Από την άλλη, η ιστορία εκτυλίσσεται επίσης ταυτόχρονα σε δύο ριζικά διαφορετικά σύμπαντα: σε ένα που θεμελιώνεται στις λέξεις και κατ’ επέκταση στον ήχο, και σε ένα άλλο που βασίζεται στην εικόνα και στην σιωπή της απεικόνισης, και άρα στον ακινητοποιημένο χρόνο. Και ενώ θα περίμενε κανείς οι φωτογραφίες να βρίσκονται εκεί σε έναν «υποστηρικτικό» ρόλο, στην πραγματικότητα συμβαίνει το αντίθετο: είναι τόσο σουρεαλιστικές και παράδοξες, παρουσίες αυθύπαρκτες και αυτόνομες, ώστε τελικά συμπορεύονται με τις λέξεις με ίσους όρους. Είναι γεγονός ότι ως συνολικό αποτέλεσμα, οι Θηριόμορφοι είναι ένα ιδιόμορφο βιβλίο που περικλείει έναν αριθμό εκ πρώτης όψεως παράταιρων στοιχείων, τα οποία χωρίς να αλλοιώνονται στην μεταξύ τους επαφή, κουμπώνουν και το όλο εγχείρημα δουλεύει, με τις φωτογραφίες, κατ’ εξοχήν ξένο σώμα, να βρίσκουν τη θέση τους: μια θέση ισχύος.

Η συγγραφέας στήνει ένα σκηνικό σε ατμόσφαιρα ονείρου, εκτός χρόνου και σχεδόν εκτός τόπου, με όλα τα όρια να χορεύουν στον αέρα και τους ήρωες να βρίσκονται σε μια διαρκή προσπάθεια προσανατολισμού στους εσωτερικούς και ενίοτε στους εξωτερικούς δαιδάλους της αφήγησης. Ό,τι συμβαίνει σε επίπεδο πλοκής βρίσκεται οριακά εκτός πραγματικότητας, τα γεγονότα έχουν αφύσικες διάρκειες και παράδοξα κέντρα βάρους, όλα είναι παχύρευστα. Και η μητρότητα, στοιχείο-κλειδί τόσο σε αφηγηματικό όσο και σε συμβολικό επίπεδο παραμένει το βασικό στοιχείο των ανατροπών που συμβαίνουν: οι γυναικείες παρουσίες, η Βέρα που έχει πεθάνει αλλά και η Μαριάννα και η Ντορότα, έχουν μια προβληματική σχέση με την μητρότητα που καταλήγει να παίρνει έναν σχεδόν μεταφυσικό χαρακτήρα (κυρίως λόγω της άρνησης) που στη συνέχεια θα αποτελέσει έναν άξονα ερμηνείας ή έστω προσέγγισης της προσωπικότητάς τους.

Η συγγραφέας έχει τον ολοκληρωτικό έλεγχο καταστάσεων και συνθηκών αν και παραμένει φαινομενικά αποστασιοποιημένη, τουλάχιστον μέχρι το τέλος του μυθιστορήματος, γιατί τότε τα πράγματα αλλάζουν άρδην. Διαλέγει για τον εαυτό της τον ρόλο του παντοδύναμου αφηγητή που ελέγχει τους πάντες και καθορίζει μέχρι και την παραμικρή λεπτομέρεια όσων συμβαίνουν στην ιστορία. Οι ήρωες είναι ανδρείκελα χωρίς πολλές ελευθερίες και χωρίς ισχυρή προσωπικότητα ούτε τελικά διακριτή ταυτότητα, είναι λογοτεχνικά δημιουργήματα… περιορισμένης ευθύνης. Ο μόνος πρωταγωνιστικός, είναι ο ρόλος του αφηγητή. Όσο για τον αναγνώστη, στο τέλος αποκαλύπτεται ότι αναλογεί σ’ εκείνον να βρει, να φανταστεί ή να υποθέσει τις απαντήσεις που η συγγραφέας ηθελημένα αφήνει να αιωρούνται στο μισοσκόταδο: η ιστορία είναι ένας ανοιχτός κύκλος που τον εγκλωβίζει στο διηνεκές. Οι αφηγηματικές εκκρεμότητες και γενικά η πληθώρα των ερωτημάτων που παραμένουν αναπάντητα στην τελευταία πράξη του έργου είναι αυτό που κλυδωνίζει το συνολικό αποτέλεσμα, και το γεγονός ότι πρόκειται πέραν πάσης αμφιβολίας για συνειδητή επιλογή της συγγραφέως δεν αποτρέπει τις δεύτερες σκέψεις που σταδιακά πληθαίνουν. Η ξεκάθαρη εικόνα, οι απαντήσεις που θα έκλειναν τις διαδρομές όλων και θα τους έδιναν την ευκαιρία να διαγράψουν νέες είναι αυτό που λείπει στο τέλος, λείπει η συνέχεια που θα μπορούσαν οι ήρωες να έχουν στο μυαλό του αναγνώστη. Και οι φωτογραφίες είναι εκεί για να το υπενθυμίζουν.

Κρις Λιβανίου

Τετάρτη, 9 Δεκεμβρίου 2020

«Κανονικοί άνθρωποι» της Σάλλυ Ρούνεϋ

Σας έχει τύχει να αγοράσετε βιβλίο μόνο και μόνο επειδή σας αρέσει ο τίτλος και τα λογάκια στο οπισθόφυλλο; Φαντάζομαι πως ναι. Θα ήθελα πολύ να ξέρω πώς σας βγήκε. Γιατί τους Κανονικούς ανθρώπους τους αγόρασα γι’ αυτούς ακριβώς τους λόγους – και σχεδόν το μετάνιωσα. Δεν είναι ότι το βιβλίο έχει κακή ροή, δεν είναι ότι δεν διαβάζεται εύκολα. Εντάξει, η μετάφραση δεν πατάει πολύ σταθερά σε ορισμένα σημεία, αλλά αυτός δεν είναι και τόσο σοβαρός λόγος. Ο σοβαρότερος λόγος, στην περίπτωσή μου, νομίζω πως είναι το χάσμα γενεών.

Και εξηγούμαι: συνηθίζω (χωρίς να το επιδιώκω, απλά συμβαίνει) να διαβάζω πεζογραφήματα που έχουν γράψει μεγαλύτερης ηλικίας άνθρωποι, όπως εγώ ας πούμε ή ακόμη μεγαλύτεροι. Είναι από τις λίγες φορές που διαβάζω πεζό γραμμένο από κάποιον πολύ νεότερο – η Sally Rooney έχει γεννηθεί 20 ολόκληρα χρόνια μετά από εμένα. Αποτέλεσμα αυτής της ηλικιακής διαφοράς δεν είναι απλώς ότι γράφει με τρόπο που δεν καταλαβαίνω, είναι – πιθανολογώ – ότι βιώνει τον κόσμο με τέτοιον τρόπο.

Η πρωταγωνίστρια του βιβλίου είναι ένα πλούσιο κορίτσι με ψυχολογικά προβλήματα εξαιτίας της απόρριψης της οικογένειάς της. Πηγαίνει στο σχολείο της πόλης της, όπου περιθωριοποιείται από μόνη της επειδή η απόρριψη ακριβώς της οικογένειάς της δεν της δίνει το ψυχικό και συναισθηματικό έρεισμα που χρειάζεται για να μπορέσει να ανοιχτεί και να νιώσει οικειότητα με άλλους ανθρώπους. Ως εδώ καλά. Το πρόβλημα, για μένα, είναι ότι έρχεται το σεξ και δρα σαν γέφυρά της με τον έξω κόσμο. Κι ας εξακολουθεί να βιώνει την απόρριψη παρά το ότι, συναισθηματικά, δίνεται ολόψυχα. Το σεξ συνεχίζει να αποτελεί αποκούμπι και τρόπο αμφισβήτησης του ίδιου της του εαυτού σε όλο το βιβλίο. Κάποια στιγμή τής γίνεται ακόμη και εξάρτηση. Και, όπως όλες οι εξαρτήσεις, την οδηγεί σε επικίνδυνα, μαζοχιστικά μονοπάτια που απειλούν τη σωματική, κυρίως όμως την ψυχολογική, της ακεραιότητα.

Αδυνατώ να πιστέψω ότι μια νέα κοπέλα ξεκινάει να γράψει ένα βιβλίο που σε πολλά σημεία μετατρέπεται σε «πειραγμένο» Άρλεκιν. Κι αν θέλει κανείς να μιλήσει για το πώς μας διαμορφώνουν τα τραύματά μας και το πόσο δύσκολο είναι να αλλάξουμε αυτό που είμαστε, υπάρχουν πολλοί, πάρα πολλοί τρόποι να το κάνει. Ούτε είναι ότι η συγγραφέας ήθελε να δημιουργήσει έναν τραβηγμένο χαρακτήρα για να πει κάτι. Είναι, νομίζω, η ευκολία με την οποία η γενιά της αντιμετωπίζει το όλο ζήτημα του σεξ.

Η γενιά των Millennials πράγματι έχει τεράστια ευκολία στο θέμα και το λέω αυτό εννοώντας ότι το έχει απομυθοποιήσει πλήρως. Έχω φίλους αυτής της γενιάς και το ξέρω. Το βιώνει σαν κάτι αυτόνομο, αποσυνδεδεμένο από το συναίσθημα – και εδώ είναι η επιτυχία του βιβλίου. Το ότι δείχνει πώς, όταν αποσυνδέεται από το συναίσθημα, το σεξ καταντά αυτοκαταστροφικό – την ίδια στιγμή που μπορεί να λειτουργήσει και σαν σανίδα σωτηρίας. Όσο και αν έπαθα overdose (ίσως και ναυτία) από την περιστροφή και την επιστροφή, ξανά και ξανά, της συγγραφέως γύρω από το θέμα, οφείλω να ομολογήσω ότι καταφέρνει να δείξει πολύ καλά το αδιέξοδο στο οποίο οδηγεί αυτή η απομυθοποίηση της γενετήσιας λειτουργίας και η αποκαθήλωσή της από το πανίσχυρο, μυστηριακό βάθρο που είχε για τις προηγούμενες γενιές.

Εξυπακούεται ότι οι κανονικοί άνθρωποι του τίτλου κάθε άλλο παρά κανονικοί είναι, αφού ο τίτλος λειτουργεί σαν ευφημισμός. Και οι δύο πρωταγωνιστές (στον αντίποδα της κοπέλας υπάρχει και ένα αγόρι, με το οποίο αυτή συνδέεται αλλά πληγώνεται και προσπαθεί έκτοτε να μείνει μακριά του, χωρίς να τα καταφέρνει – μάλιστα, το βιβλίο τελειώνει με την παραδοχή ότι είναι αδύνατο να μείνουν χώρια) είναι άνθρωποι που έφτασαν στην εφηβεία και την ενηλικίωση με βαθιά προβλήματα και πληγές, και που δεν μπόρεσαν να πορευτούν στη ζωή τους χωρίς αυτά να τους καθορίζουν. Και, όσο και να προσπαθούν να γίνουν κανονικοί και ανεξάρτητοι άνθρωποι, ανακαλύπτουν τελικά ότι ο έρωτας μας εξουσιάζει και πως, όσο κι αν πληγώνουμε και πληγωνόμαστε, πάντα επιθυμούμε να αγαπήσουμε και να αγαπηθούμε.

Διαχρονικές αλήθειες, ειπωμένες από το στόμα της νεαρότερης γενιάς. Με τρόπο άτσαλο για τα γούστα μου, ωστόσο εξίσου τελεσίδικο όπως ήταν και για όλες τις προηγούμενες γενιές.

Χριστίνα Λιναρδάκη




Δευτέρα, 7 Δεκεμβρίου 2020

Το ποίημα της Δευτέρας: "Η μάνα" του Κωστή Παπακόγκου



Η μάνα

Οι ώρες της μάνας ήταν απαλή μουσική
νανούρισμα θλιμμένο σ’ όλη τη ζωή μας
κι όταν κουράστηκε κάποτε τη βάλαμε
μέσα στη θήκη ενός βιολιού να ησυχάσει

Η ανάσα της όμως δεν έπαψε να ζεσταίνει
τη γης να μας πλημμυρίζει με ανθούς
και το τραγούδι της ν’ ακούγεται ακόμα
χίλια μίλια μακριά από το κοιμητήρι.


Κωστής Παπακόγκος
από τη συλλογή του Στον ίσκιο του πουλιού


Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2020

«Αξόδευτη ζωή» της Τίνας Κατσούλη

Την Τίνα Κατσούλη τη γνωρίζω προσωπικά, ήμασταν συμμαθήτριες στις δύο τελευταίες τάξεις του λυκείου (ακολουθήσαμε και την ίδια κατεύθυνση στις πανελλαδικές), αλλά δεν ήξερα ότι γράφει. Το έμαθα στο reunion που κάναμε πέρυσι – να που οι «αμερικανιές» καμιά φορά βοηθούν. Έτυχε κατόπιν να εκδώσει την Αξόδευτη ζωή και την πήρα, περισσότερο από περιέργεια. Χαίρομαι όμως πολύ που το έκανα, γιατί είχα έτσι την ευκαιρία να διαβάσω ένα καλό βιβλίο.

Η Αξόδευτη ζωή έχει κλασική μυθιστορηματική ροή – αυτό στις μέρες μας ίσως είναι ελαφρύ μειονέκτημα, δεδομένου ότι έχουν πλέον υιοθετηθεί πιο σύγχρονοι τρόποι αφήγησης. Σε τίποτε όμως η κλασική ροή (που, ας μην τρελαθούμε, έχει – αν μη τι άλλο – αρχή, μέση και τέλος) δεν εμποδίζει το μυθιστόρημα να αποκαλύψει την πλούσια, μεστή γραφή της Κατσούλη, τη βαθιά της έρευνα και την απαράμιλλη ικανότητά της να ανασυνθέσει μια ολόκληρη εποχή (τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα και τις αρχικές του 20ού), ανακαλώντας με θαυμαστή πιστότητα γεγονότα, κτήρια, μνημεία και ιστορικά πρόσωπα που αναδύονται ολοζώντανα – και σε ανθρώπινες, όχι μυθικές, διαστάσεις – μπροστά στα μάτια του αναγνώστη.

Πηγή της έμπνευσής της συγγραφέως, όπως γράφει η ίδια στο εισαγωγικό της σημείωμα, ήταν η ιστορία του ζωγράφου Νίκου Δραγούμη, αδελφού του Ίωνα, δηλαδή του άγνωστου εν πολλοίς Δραγούμη και «Έλληνα Βαν Γκογκ» όπως τον αποκάλεσε ο εμβληματικός αρχιτέκτονας Δημήτρης Πικιώνης. Πιο συγκεκριμένα, αφορμή για το μυθιστόρημά της στάθηκε μια έκθεση που διοργάνωσε το ΜΙΕΤ, η «Νίκος Δραγούμης: Ο Ζωγράφος (1874-1933)» και ο κατάλογός της, που περιείχε πληροφοριακό υλικό για τη ζωή του και προσωπικές μαρτυρίες ανθρώπων της οικογένειάς του. Αυτά έδωσαν τη σπίθα. Η Αξόδευτη ζωή, ωστόσο, δεν βασίζεται και τόσο στα βιογραφικά στοιχεία του Νίκου Δραγούμη: είναι μια μυθοπλαστική αναπαράσταση, στην οποία η ζωή του Δραγούμη λειτούργησε απλά ως πυρήνας.

Υπάρχει μια λέξη στα αγγλικά, που συνδέεται ιδιαίτερα με το μυθιστόρημα και για τον λόγο αυτόν παρουσιάζει ενδιαφέρον: serendipity. Μεταφράζεται στα ελληνικά ως «ευτυχής συγκυρία» και η αλήθεια είναι ότι πολλές συγκυρίες στο βιβλίο είναι ευτυχείς – άλλες τόσες βέβαια είναι δυστυχείς, αλλά η τύχη που υπαινίσσεται η λέξη «συγκυρία» είναι τελικά αυτή που κατευθύνει τα γεγονότα σε μεγάλο βαθμό. Και είναι αυτή ακριβώς η θεώρηση της ζωής σαν ένα μεγάλο ρεύμα, ένα ορμητικό ποτάμι που κατεβάζει με συντριπτικό ρυθμό τεράστιους όγκους νερού για να χυθεί τελικά στην απέραντη θάλασσα, που υπαγορεύει τη ροή του μυθιστορήματος και τις, συχνά καταιγιστικές, εξελίξεις του βιβλίου. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο ανθρώπινος χαρακτήρας δεν παίζει ρόλο. Και βέβαια παίζει, αφού πολλές φορές αλλάζει τον ρου των γεγονότων, αλλά στην πραγματικότητα απλώς τα αναβάλλει ή τα καθυστερεί: η ζωή έχει πάντα τον τρόπο της να πει την τελευταία λέξη. Είναι όμως σημαντικό ότι στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα ο άνθρωπος δεν μπαίνει στο προσκήνιο ως αρχή και τέλος του παντός, όπως μας έχει συνηθίσει ο μοντερνισμός και – κυρίως – ο μεταμοντερνισμός.

Στην Αξόδευτη ζωή, ο άνθρωπος είναι απλώς ένας τροχός στη μεγάλη μηχανή της ζωής, αναγκασμένος να υφίσταται τους τριγμούς και τα τερτίπια της. Και να υποτάσσεται, εντέλει, στη θέλησή της. Η διαπραγμάτευση μιας ιστορίας φερμένης από τόσο παλιά επιτρέπει αυτή τη θεώρηση. Αποστασιοποιημένη, λόγω της χρονικής απόστασης, η συγγραφέας μπορεί να επιτρέψει στον εαυτό της μια πανοραμική θεώρηση των γεγονότων, την ίδια στιγμή που μπορεί να σκύψει πάνω από τους πρωταγωνιστές και να τους δώσει σάρκα και οστά – σάρκα που πονά και οστά που σπάνε.

Οι πρωταγωνιστές ωστόσο δεν λειτουργούν απλαισίωτοι. Εντάσσονται σε ένα περιβάλλον, ένα κοινωνικό, πολιτικό και πολιτιστικό πλαίσιο, που η Κατσούλη καταφέρνει να αναδημιουργήσει με εκπληκτική δεξιοτεχνία: η αθηναϊκή belle epoque παρουσιάζεται ανάγλυφη μέσα από τα ήθη και τα έθιμά της, τις κοινωνικές συμβάσεις που έφερε, την αντίληψή της περί ηθικής, αλλά και τη συντριπτική δύναμη των συναισθημάτων των ανθρώπων που τη βιώνουν, η οποία παραμένει αναλλοίωτη σε όλες τις εποχές. Παράλληλα με τις γλαφυρές περιγραφές, κινείται και η διαπραγμάτευση πολλών ζητημάτων της εποχής και μάλιστα μέσα από τα μάτια των ανθρώπων της: ο αστικός εκσυγχρονισμός της τρικουπικής περιόδου, οι εθνικές περιπέτειες που έφερε η Μεγάλη Ιδέα, η πτώχευση της χώρας, οι Ολυμπιακοί αγώνες, οι πόλεμοι, η Μικρασιατική καταστροφή. Όλα ανασυντίθενται με τόση ζωντάνια που γίνονται τελικά σχεδόν μαρτυρία – οι πηγές που χρησιμοποίησε η συγγραφέας και αναγράφονται σε υποσημειώσεις σε διάφορα σημεία του βιβλίου συνηγορούν σε αυτό.

Και, λίγο πριν το τέλος, μια αναφορά στον τίτλο. Είναι αμαρτία να μένει αξόδευτο κάτι που μας παραδίδεται: το ταλέντο μας, η αγάπη για έναν άλλον άνθρωπο, η ίδια η ζωή. Συχνά-πυκνά στο κείμενό της, η Κατσούλη αναφέρεται στο αξόδευτο των πραγμάτων, κάνοντας στην πραγματικότητα ένα πικρό σχόλιο για το πώς η τύχη και ο χαρακτήρας του ανθρώπου μπορούν να λειτουργήσουν ενάντια στην ίδια του την ύπαρξη. Είναι καλύτερα ίσως να ξοδεύεται κάτι ανοικονόμητα, παρά να μην ξοδεύεται καθόλου. Μετάνοια μπορεί να υπάρχει και στις δύο περιπτώσεις, όμως στη δεύτερη είναι πολύ πιο πικρή, γιατί συνοδεύεται από εκείνο το αμείλικτο «τι θα γινόταν αν». Και αυτό είναι κάτι με το οποίο δύσκολα μπορεί να ζήσει κανείς.

Αυτές και πολλές άλλες σκέψεις γεννά το συγκεκριμένο βιβλίο, που είναι τελικά ένας αναστοχασμός στους πολλούς τρόπους με τους οποίους η ζωή επιβάλλει τους δικούς της κανόνες.

Χριστίνα Λιναρδάκη


Τετάρτη, 2 Δεκεμβρίου 2020

"Ο αόρατος ακροατής" της Σάντρα Μπακεδάνο Χερ

 

Η Σάντρα Μπακεδάνο Χερ γεννήθηκε στο Βαλπαραΐσο της Χιλής και έχει ασχοληθεί με την έρευνα σχετικά με τη σκέψη των Γερμανών στοχαστών του 19ου και 20ού αιώνα. Η φιλοσοφική της παιδεία και η εμβάθυνσή της σε αυτό το χώρο την ωθεί να δημιουργήσει ένα μυθιστόρημα που σε όλη του την πορεία διατρέχεται από μια βαθύτερη φιλοσοφική και υπαρξιακή αναζήτηση.

Η δύναμη του μυθιστορήματος δεν βρίσκεται στην πλοκή ή την εξέλιξη μιας μυθοπλαστικής ιστορίας, αφού ουσιαστικά πρόκειται για την καταγραφή προσωπικών διαλόγων ανάμεσα σε δύο δυάδες: Μάρτα με Μπένο και Μάρτα με Μπερνάδο. Ο συνεκτικός κρίκος των τριών προσώπων είναι η κοπέλα και ο κεντρικός κρίκος όλων η διπολική διαταραχή. Το μυθιστόρημα αντλεί δύναμη από τις συζητήσεις και τους διαλόγους των ηρώων του, οι οποίοι, καθώς αναλύουν καταστάσεις και αυτοαναλύονται, καταλήγουν σε βαθύτερες φιλοσοφικές συζητήσεις την ίδια στιγμή που έρχονται αντιμέτωποι με τα δικά τους υπαρξιακά αδιέξοδα. Με έναν τρόπο ποιητικό, καθώς συχνά μοιάζει να αντηχεί ο παφλασμός του νερού στη Χιλή, η συγγραφέας μας ανοίγει ένα μικρό παράθυρο στον ψυχικό κόσμο των διπολικών.

Τρία άτομα. Τρεις διαφορετικές ιστορίες με διαφορετικές αφετηρίες, διαφορετικές πηγές πόνου, συναντώνται σε μια μυθιστορηματική συνεύρεση για να αναλύσουν τις ιδιαιτερότητες και τις διαταραχές του ψυχισμού τους. Ο εσωτερικός, ενδόμυχος κόσμος τους είναι ιδιαίτερος, πολύπλοκος, με διαφορετική αντίληψη της πραγματικότητας και σαφείς υποκειμενικές βιωματικές καταστάσεις που δεν αποδέχονται εύκολα τις συνήθεις αντικειμενικές αποτιμήσεις. Καταστάσεις που γεννώνται από τη συνύπαρξη εσωτερικών και εξωτερικών αιτίων και καταλήγουν σε μια συγκρουσιακή σχέση με την πραγματικότητα ή μια μορφή διττότητας. Υπάρξεις που εμπλέκονται σε μια περίκλειστη σχέση με το περιβάλλον, την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, την κοινωνική τάξη, την ηλικία, την εποχή, τη σχέση με τους γύρω και τον «εαυτό». Άτομα ενδιαφέροντα σίγουρα, με ιδιοσυγκρασία που μαγνητίζει με τα σκοτάδια της σε ένα απροσπέλαστο ταξίδι ζωής.

Το βιβλίο ξεκινά ως εξής: μια νεαρή κοπέλα η Μάρτα, βρισκόμενη σχεδόν στο τέλος του διδακτορικού της στη Γερμανία επισκέπτεται την ψυχιατρική κλινική με το περίεργο όνομα, την κλινική Γκάρντενμπίντεστριχ που δεν μπορεί να βρει στο χάρτη, με σκοπό να μελετήσει κάποια πράγματα και να στήσει κατόπιν ένα εργαστήριο φιλοσοφίας και λογοτεχνίας για τους ασθενείς στο νοσοκομείο του Σωτήρος στη χώρα της. Στην κλινική που θα επισκεφτεί θα συναντήσει ανθρώπους που πάσχουν από διπολική διαταραχή. Όλα αρχίζουν από εκεί, από την πρώτη επαφή με τους ασθενείς. Η πρώτη γνωριμία της είναι ο Μπένο. Ένας νέος καλλιεργημένος, μουσικός, μορφωμένος λάτρης της ιδεολογίας του Μπονχέφερ - για όσους δεν τον ξέρουν ενός θεολόγου αντιναζί με σημαντική επιρροή στην ιδεολογία του χριστιανισμού. Πλησιάζει την κοπέλα και αρχίζει η ιστορία του. Σαν άνθρωπος, σαν νέος, υπήρξε και αυτός, όπως το ίνδαλμά του, πράγματι ένας ακραίος πασιφιστής με μια συνείδηση διευρυμένη ανθρωπιστικά, την οποία ενδυνάμωνε πιθανώς και η υφέρπουσα ασθένεια, ήταν τόσες πολλές οι ιδέες του για το «χριστιανισμό δίχως θρησκεία».

Σύντομα τον κατακυριεύει η σαγήνη του μεσσιανισμού, θέλει να συνδράμει στη μεγάλη αποστολή σωτηρίας του ανθρώπου. Η εμμονική του αυτή προσήλωση ήταν ταυτισμένη με τη δική του εντελώς προσωπική υπαρξιακή αλήθεια, «υπερασπιζόταν έναν πασιφισμό ολότελα δικό του», ωστόσο η ανταπόκριση από το ακροατήριο υπήρξε αποτρεπτική. Του έστηναν παγίδες διαρκώς για να τον εμποδίζουν, ώσπου κάποιοι άνθρωποι άρχισαν να τον παρακολουθούν. Και στ’ αλήθεια δεν ξέρει πώς κατέληξε εκεί.

Η ανάλυσή του προς τη Μάρτα είναι βαθιά εξομολογητική, ειλικρινής και εκ βαθέων. Η εξομόλογησή του διεκδικεί συμμετοχή και συνειδησιακή συμφιλίωση. Αποζητά την αποδοχή του δικού του ντελίριουμ, της δικής του υπαρξιακής αναταραχής ως αποτέλεσμα μιας απόλυτα συνεπούς και αιτιατής σχέσης.

Ποιοι ευθύνονται για όλα; Αυτοί οι αόρατοι ακροατές. Τρυπώνουν σε κάθε κεφάλι που σκέφτεται διαφορετικά, ακούνε τα πάντα και υποδεικνύουν. Είναι όντως αληθινά; ρωτά η κοπέλα. Μήπως πρόκειται για μια προβολή του εσωτερικού κόσμου στον εξωτερικό; Αυτή η διαδικασία της παράλληλης πραγματικότητας είναι απολύτως ρεαλιστική, καθώς γεννάται μέσα στον ανθρώπινο εγκέφαλο και αποκτά υπόσταση και μάλιστα απαιτητική.

Σε σχήμα πρωθύστερο στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, η Μάρτα βγαίνοντας από το ψυχιατρείο του Σωτήρος στο Βαλπαραΐσο κάθεται σε ένα παγκάκι με θέα στον ωκεανό, προσπαθώντας να βάλει σε τάξη τις σκέψεις της από το πέρασμά της από εκεί. Επεξεργάζεται τα ταξίδια ενδοσκόπησης της εφηβείας της, την παράξενη εκείνη έλξη που την ωθούσε σε εικόνες που τη βύθιζαν σε μια συνείδηση ουσιαστικότερη από εκείνη του εξωτερικού κόσμου, την κατάθλιψη και την οξεία κοινωνική διαταραχή που βίωνε τότε. Ανασκαλεύει την εποχή που δεν μπορούσε να διαχειριστεί τις καταστάσεις πανικού, τις φοβίες και τις συνακόλουθες καταθλιπτικές καταβυθίσεις της.

Και τότε είναι που έρχεται στη μνήμη της ο Μπερνάδο. Τα παιδικά του χρόνια δίπλα στο νερό, η ζωή του όλη, η υπέροχη προσωπικότητά του, το όμορφο πρόσωπό του που με τα χρόνια το σημάδεψε η διπολική διαταραχή, η βαθιά ηθική του υπόσταση, ο ανθρωπισμός του, η ισχυρή αγάπη του για τη φιλοσοφία. Στ’ αλήθεια πόσο τον θαύμαζε!

«Εμάς τους δαιμονισμένους που προκαλούμε τρόμο, τους κοινώς λεγόμενους τρελούς μας αποκόπτουν από τις αυταπάτες μας προφασιζόμενοι την ασθένεια ή ψευδαισθήσεις που δεν κατανοούν. Αν υποθέσουμε ότι η φαντασία είναι ο τρελός του σπιτιού, τη δική μας την κλειδαμπαρώνουν στο πίσω μέρος του, αποκόπτοντάς την αναξιοπρεπώς από τη λογική και την πραγματικότητα».

Και αρχίζει μια συζήτηση μεταξύ τους που γρήγορα διευρύνεται σε μια βάση βαθιά φιλοσοφική. Το θέμα της είναι η αυτοκτονία και η αντιμετώπισή της από τα διάφορα φιλοσοφικά ρεύματα. Σταδιακά και εν εξελίξει, η συζήτησή τους διερευνά την αντιμετώπιση της αυτοκτονίας μέσα στην ιστορικότητά της. Οι απόψεις του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη, του Σενέκα, του Μοντένιου, του Μοντεσκιέ, του Καντ, του Σοπενχάουερ τοποθετούνται ως επιχειρήματα στην αιτιολόγηση ή μη της αυτοχειρίας.

Η αλληλεπίδραση ανάμεσα στους δυο τους, τη Μάρτα και τον Μπερνάδο, καταλήγει σε βαθύτερες διεισδύσεις και στις αλήθειες που περικλείονται στις ανήσυχες ψυχές τους και διαρκώς αποκαλύπτονται τα βάθη μιας διευρυμένης σκέψης. Και μάλλον μοιάζουν να επεκτείνονται και σε αλήθειες γενικότερης αποδοχής.

«Η εγωιστική αγάπη καλύπτει την ουσία που είναι κοινή σε όλα τα έμβια όντα και τυλίγει τον άνθρωπο στην πλάνη του «εγώ» του, παρουσιάζοντας την ατομικότητά του ως μόνη απόλυτη αρχή. Αυτός ο φυσικός εγωισμός είναι το πρώτο που πρέπει να καμφθεί προκειμένου να ξεπεραστούν οι προσωπικοί φραγμοί που μας απομακρύνουν από τους άλλους».

Καταλήγοντας, πρόκειται για ένα ταξίδι βαθιά στα έγκατα της ψυχής, εκεί που ενδεχομένως γεννώνται ηχητικές παρεισφρήσεις, κατευθύνσεις ή ηχητικοί αντίλαλοι από κάποιους αόρατους ακροατές.

Ένα βιβλίο με λόγο αληθινό και βαθιά επιδραστικό στην ανθρώπινη ψυχή, ένα ιδιαίτερο λογοτεχνικό ανάπτυγμα φιλοσοφικών αναζητήσεων.


Ήλια Λούτα