Τετάρτη, 27 Ιανουαρίου 2021

Τρία ποιήματα της Αμερικανίδας ποιήτριας Laura Kasischke

Η Αμερικανίδα ποιήτρια Λόρα Καζίσκι (Laura Kasischke, 1961- ) έχει λάβει πολλές διακρίσεις για την ποίησή της, την οποία χαρακτηρίζει η ευφυής και έντιμη απεικόνιση της καθημερινής οικογενειακής ζωής. Η Καζίσκι χρησιμοποιεί εξαιρετική εικονοποιΐα και ηχοποιΐα, καθώς και έντονα αφηγηματικά στοιχεία. Για τα τελευταία, ενδεχομένως ευθύνεται η επιτυχής ενασχόλησή της με τον πεζό λόγο. Σημειώνεται ενδεικτικά ότι δύο μυθιστορήματά της έχουν γίνει ταινίες: το The Life Before her Eyes το 2007 (ελληνικός τίτλος: Μπροστά στα μάτια της) και το White Bird in a Blizzard το 2014 (ελληνικός τίτλος: Η θύελλα μέσα της). Δεν είναι ίσως παράξενο που τα μυθιστορήματά της περιέχουν έντονο το ποιητικό στοιχείο.

A Doll’s House

A little plastic bed, and at
the foot of it, a plastic cat.
The dresser with its seven drawers
that do not open up, of course.
The hollow stove, all square and pink.
The master bathroom’s unplumbed sink.
In this, a debt the wife must pay.

A child she drove to school today.
A teapot. Sieve. A tiny broom.
A husband in a basement room.
This is the little dream they have –
this future they believe they have.
Wilfully blind, they eat and fuck.
To wake and sleep, it is enough.
And always there’s this untouched cake.
The TV’s blank. The phone is fake.
The thing you never dared to fear
will never make its way in here.
So mostly you can just go on
moving your furniture around
while relishing your privacy
and privilege, while on her knees
some little girl considers these
bitter matters of family.

The thing you never dared to fear.
But always there, and always here.
The thing outside that’s looking in –
has always been, has always been.
(But since a face fills her house, too –

if it spares her, she might spare you.)


Kουκλόσπιτο

Ένα μικρό κρεβάτι πλαστικό και, στα πόδια,
μια γάτα πλαστική ολόιδια.
Η κομότα με τα συρτάρια της τα επτά
που ασφαλώς είναι πάντοτε κλειστά.
Ο άδειος φούρνος, τετράγωνος και κουφετί.
Ο νιπτήρας στην κρεβατοκάμαρα, ένα απλό κουτί.
Και η σύζυγος που να πληρώσει έχει μια οφειλή.

Το παιδί το πήγε σχολείο σήμερα με τ’ αμάξι η καλή.
Μια τσαγιέρα. Σούρωμα. Μια μικρούλα σκούπα.
Ο σύζυγος σε ένα υπόγειο δωμάτιο σαν κούπα.
Αυτό είναι το μικρό όνειρο που έχουν –
το μέλλον που πιστεύουνε πως έχουν.
Εκόντες τυφλοί, τρώνε και πηδιούνται.
Τους αρκεί να ξυπνούν και πάλι να κοιμούνται.
Και πάντοτε είναι εκεί το ανέγγιχτο γλυκό.
Η τηλεόραση σβηστή. Το τηλέφωνο βουβό.
Εκείνο που δεν τόλμησες ποτέ να φοβηθείς
δεν θα σε κάνει ποτέ να ηττηθείς.
Έτσι κατά βάση μπορείς απλά να συνεχίζεις
τα έπιπλα στο δωμάτιο γύρω-γύρω να γυρίζεις
ενώ απολαμβάνεις την ηρεμία
και τα προνόμιά σου, ενώ στα γόνατα πεσμένο
κάποιο μικρό κορίτσι σκέφτεται θλιμμένο
τέτοια πικρά ζητήματα οικογενειακά.

Εκείνο που δεν τόλμησες ποτέ να φοβηθείς.
Μα είναι πάντοτε εκεί για να το δεις.
Εκείνο που είναι έξω μα μέσα κοιτά –
ήταν από πάντα, ήταν πάντα εκεί μπροστά.
(Μα καθώς υπάρχει κάποιο πρόσωπο το δωμάτιό της να γεμίσει,

αν τη λυπηθεί, ίσως δεν σε λυπήσει).


*

Drachma

I’m not interested in a single
thing in this museum case.
Not that coin, filthy, ancient.
Not that little marble phallus.
Not this tiny Isis, or this
Byzantine slave bracelet, or that blue-
green shard of Roman glass.

What I want is that
lost shoebox full of faded snapshots back.

But I moved too many times
when I was young.
Couldn’t settle.
Didn’t care.
A friend’s garage.
My ex’s basement.
A rented storage shed.

And now my grandfather is still there, waiting
in a worn-out chair, half-
awake, a book
closed in his lap. He
held strange beliefs
and drank too much.
Collected things.
He made a lot of noise
the day he died.
I was a child, not in the room
Itself, but also not outside.

Years later
my mother would admit
it might have been wrong to leave a kid
in front of a television
set for seven hours, listening
to that. But I

was sloppy drunk
when she said this,
and she was dying, too, by then, and if

Ι hadn’t been so careless
for so long
with my possessions, I could show you now
a photo of his face.

Instead, it’s in some box I left someplace.

Some Greek soldier’s drachma, wasted.
Some Roman housewife’s broken vase.


Δραχμή

Δεν με ενδιαφέρει τίποτα
σ’ αυτή τη μουσειακή προθήκη.
Όχι εκείνο το νόμισμα, βρώμικο, αρχαίο.
Όχι τούτος ο μικρός μαρμάρινος φαλλός.
Ούτε τούτη η μικροσκοπική Ίσιδα, ή τούτο
το βραχιόλι βυζαντινού σκλάβου, ή αυτό το μπλε-
πράσινο θραύσμα ρωμαϊκού γυαλιού.

Αυτό που θέλω είναι εκείνο
το χαμένο κουτί από παπούτσια γεμάτο ξεθωριασμένες φωτογραφίες.

Μα μετακόμισα πολλές φορές
όταν ήμουν νέα.
Δεν μπορούσα να ριζώσω.
Δεν μ’ ένοιαζε.
Το γκαράζ κάποιου φίλου.
Το υπόγειο του πρώην.
Μια νοικιασμένη αποθήκη.

Και τώρα ο παππούς μου είναι ακόμη εκεί, περιμένει
σε μια φαγωμένη καρέκλα, μισο-
ξυπνητός, ένα βιβλίο
κλειστό στην ποδιά του. Είχε
παράξενες πεποιθήσεις
και έπινε υπερβολικά.
Έκανε πολύ θόρυβο
τη μέρα που πέθανε.
Ήμουν παιδί, όχι στο ίδιο
δωμάτιο μαζί του, αλλά ούτε κι έξω.

Χρόνια αργότερα
η μάνα μου θα παραδεχόταν
ότι ίσως ήταν λάθος να αφήσεις ένα παιδί
μπροστά από μια τηλεόραση
επί επτά ώρες, να ακούει εκείνο
τον θόρυβο. Μα εγώ

ήμουν πιωμένη
όταν το είπε,
κι εξ άλλου πέθαινε κι εκείνη τότε και αν

δεν ήμουν τόσο απρόσεκτη
για τόσο πολύ καιρό
με τα υπάρχοντά μου, θα μπορούσα τώρα να σου δείξω
μια φωτογραφία του προσώπου του.

Αντ’ αυτού, βρίσκεται σε ένα κουτί που άφησα κάπου.

Η δραχμή κάπου Έλληνα στρατιώτη, χαμένη.
Το βάζο κάποιας Ρωμαίας νοικοκυράς.

* Τα δύο αυτά ποιήματα δημοσιεύθηκαν στο The Yale Review, Spring 2020, vol. 108, No.1.


*

Ο ωτακουστής ή Τι νόμιζα πως άκουσα τη μητέρα μου να λέει στο τηλέφωνο, σε ένα άλλο δωμάτιο, τριάντα έξι χρόνια πριν

Το κρατώ πάντα κρυμμένο στο βάζο με την άρμη που μου έδωσες μην ανησυχείς, κανείς δεν με ακούει, ο άντρας μου είναι στο μπάνιο & η κόρη μου είναι στο δωμάτιό της και φορά στα αυτιά εκείνα τα ακουστικά με το σφουγγάρι

ναι, το κράτησα όλα αυτά τα χρόνια, και το κράτησα κρυμμένο, αλλά – πρέπει να σου πω κάτι:

κάτι πάνω του άλλαξε από την τελευταία φορά που μιλήσαμε το κέλυφος άνοιξε και –

ηρέμησε σε παρακαλώ θα σου πω περίμενα χρόνια να σου πω πώς; πώς μπορούσα να σε καλέσω; Δεν ήξερα πού ζεις: δεν ξέρω ούτε το όνομά σου!

σου το λέω λοιπόν τώρα: η κολλώδης ραφή που το κρατούσε κλειστό κάποια στιγμή άρχισε να διαλύεται δεν ξέρω προς τα Χριστούγεννα, νομίζω μα ήταν σταδιακό, απαλό όχι κάτι που φαίνεται εύκολα μέσα από το νερό, μέσα από το γυαλί οπότε ίσως να ξεκίνησε νωρίτερα από τότε, τότε όμως ήταν που το πρόσεξα –

(φυσικά και είναι ακόμη ζωντανό το ξέρω επειδή το ξέρω)

λοιπόν αφού το σφράγισμα άρχισε να χαλαρώνει, τα πράγματα άρχισαν να επιταχύνονται και μπορούσα να δω στο εσωτερικό κι αυτό που είδα ήταν μια γλώσσα όμως πολύ χλωμή η γλώσσα ήταν λευκή, στην πραγματικότητα, και λεπτή σαν φύλλο χαρτιού επίσης λεία χωρίς εξογκώματα ή αυλακιές δεν υπήρχε όμως αμφιβολία: ήταν μία γλώσσα

ζητώ συγνώμη χρησιμοποίησα μόνο παρατατικό έτσι ώστε να καταλάβεις καλύτερα πώς μου φάνηκε όταν όλο αυτό ήταν καινούριο και παράξενο να σου περιγράψω τι είδα τότε όχι επειδή άλλαξε γιατί δεν άλλαξε εκτός από το πόσο οικεία είναι

περνούσα μία ώρα μαζί της κάθε πρωί και αν ο καιρός είναι καλός, και όλοι έχουν ξαπλώσει, τη βγάζω έξω το βράδυ, ξαπλώνω στο γρασίδι, κρατάω το βάζο στο στήθος μου, και μαζί παρακολουθούμε τα μεταλλικά ανθοπέταλα να γυρίζουν το ένα γύρω από το άλλο σ’ εκείνη την επικίνδυνη ανάμνηση του παραδείσου ή του παρελθόντος σε παρακαλώ μην κλαις κανείς δεν φταίει και τίποτα δεν χάλασε, τίποτα δεν είναι λάθος δεν υπάρχει ενόχληση δεν φαίνεται να υπάρχει πόνος υπάρχει μόνο χρόνος, που αφήνει κάτι πιο χαλαρό και έχω κάνει τις προετοιμασίες θα πεθάνει όταν πεθάνω

όχι, δεν ακούει και αν ακούει ε, τότε η τιμωρία του ωτακουστή είναι δική της δεν μπορεί να την αποφύγει πέρασε όλη τη ζωή της κρατώντας την ανάσα της μόνο για να ακούσει τον ήχο που απορρόφησαν τα βρύα τα οποία έφραξαν τα αυτιά ενός μικρού θνησιγενούς γατιού όλη της τη ζωή ξανά και ξανά στο τραπέζι της κουζίνας να παίζει τις κασέτες μιας συζήτησης που κατέγραψε με ένα μικρόφωνο το οποίο έχωσε σε ένα φέρετρο τριάντα έξι χρόνια πριν μη βρίσκοντας κανένα νόημα σε κείνες και ψάχνοντας για το βάζο στο οποίο είναι σίγουρη ότι ακόμη επιπλέει η γλώσσα του φαντάσματος της μάνας της


* Το ποίημα δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Poetry τον Νοέμβριο του 2018. Διαβάστε το πρωτότυπο εδώ.



Μετάφραση: Χριστίνα Λιναρδάκη 



Σημ.: Πρώτη ηλεκτρονική δημοσίευση των μεταφράσεων στο περιοδικό Vakxikon.gr, τεύχος 47 (https://www.vakxikon.gr/kasishkepoems/).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου