Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2020

"Κάθε μέρα εκδρομή" της Μυρτώς Αναγνωστοπούλου

 

Στα 35 ποιήματα που αποτελούν την συλλογή της Μυρτώς Αναγνωστοπούλου, το στοιχείο αφετηρίας είναι ο συμπυκνωμένος λόγος. Λίγοι στίχοι κάτω από κάθε τίτλο, περιορισμένος αριθμός λέξεων, κοντινά πλάνα εκτεθειμένα σε πολύ έντονο φως. Και μετά σιωπή, μέχρι το επόμενο ποίημα. Υπάρχει ενότητα στη σκέψη και αρτιότητα στην εκτέλεση, και ο έλεγχος του αποτελέσματος και της συγκίνησης στα οποία αποβλέπει η δημιουργός είναι εφικτά πράγματα σε ένα τόσο μικρό πεδίο έκφρασης, όχι όμως χωρίς κινδύνους. Απομόνωσης κάποιες φορές, εσωστρέφειας συχνότερα. Συνολικά θα μπορούσε να πει κανείς ότι οι ισορροπίες, τουλάχιστον όπως δείχνει να τις έχει στο μυαλό της, διατηρούνται στο ακέραιο.

Είναι γεγονός ότι το να γράψει κανείς ποιήματα όπως αυτά, δέκα-δεκαπέντε στίχων το πολύ, σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα μόνο τριών ή τεσσάρων κρύβει ρίσκο, κρύβει βέβαια και αυτοπεποίθηση: τα όποια λάθη είναι εμφανή, πού να τα κρύψεις… Επί του πρακτικότερου: υπάρχει ένας λεπτός, σχεδόν αδιόρατος, διάλογος ανάμεσα σε ένα εγώ κι ένα εσύ με ελάχιστα ή καθόλου οριοθετημένα περιγράμματα, και οι λέξεις είναι σαν σκοινιά που συνδέουν αυτά τα δύο μεταξύ τους αλλά και με ό,τι τα περιβάλλει, που βοηθούν στην πορεία προς την έξοδο απ’ τον λαβύρινθο της σκέψης. Η ματιά της ποιήτριας ιχνηλατεί τον χώρο ανάμεσα στον ουρανό της γης και τον βυθό της θάλασσας σε μια απόπειρα να ψηλαφήσει τα προσωπικά της όρια και να χαρτογραφήσει της ατομικές της πορείες.

Στο Κάθε μέρα εκδρομή απολαμβάνει κανείς στίχους που κατακλύζονται από ευγένεια και είναι απογυμνωμένοι από κάθε ίχνος στόμφου: η Μυρτώ Αναγνωστοπούλου ακουμπάει την υπερρεαλιστική ματιά της στα όρια των πραγμάτων και των συγκινήσεων, στην ακμή των ενδόμυχων σκέψεων, και δημιουργεί ένα αποτέλεσμα που συχνά αιωρείται στο κενό διάστημα μεταξύ αντικειμενικής πραγματικότητας και φευγαλέας στιγμής. Στο ποίημα «Πας να ξεφύγεις»[1], και σε τόσο λίγους στίχους, λαμβάνει χώρα μια ριζική ανατροπή του πραγματικού των αισθήσεων προς το υπερρεαλιστικό στοιχείο του υγρού χρόνου που διέπει την ανάμνηση, είναι ένα από τα πολύ δυνατά σημεία αυτής της συλλογής.

Στα μεγαλύτερης έκτασης ποιήματα, ο επιπλέον «χώρος» δίνει στην ποιήτρια την δυνατότητα να ξεδιπλωθεί και να εκτεθεί, να ακολουθήσει πορείες και συνειρμούς που δεν περιορίζονται σε μια δεκαριά στίχους. Το αποτέλεσμα την δικαιώνει, ο αναγνώστης βρίσκει χώρο να ακουμπήσει ατομικές σκέψεις αλλά κυρίως έχει την ευκαιρία να δει την ποίηση της Αναγνωστοπούλου ως ένα ανοιχτό μονοπάτι που θα μπορούσε να ακολουθήσει κι ο ίδιος. Καλώς ή κακώς, λιγοστεύει η εσωστρέφεια, ισχυροποιούνται οι συνδέσεις ανάμεσα σε δημιουργό και αναγνώστη.

Κοινό χαρακτηριστικό των περισσότερων ποιημάτων αυτής της συλλογής είναι η ιδιάζουσα σχέση της ποιήτριας με την φύση. Την εκλαμβάνει και την εκθέτει στα μάτια μας ως διακριτή παρουσία, ως μια μαγική οντότητα με αυτάρκεια και αυθυπαρξία: της προσδίδει ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο περίγραμμα, της αναγνωρίζει ταυτότητα. Και παραδόξως, την τοποθετεί εκτός του πλαισίου και των στενών ορίων της δικής μας συνειδητής αντίληψης, αφήνοντάς την να κινηθεί σε σχεδόν ανεξάρτητη τροχιά ως προς τον άνθρωπο, σε μια παράλληλη συνθήκη. Και όπως παρακολουθεί με προσοχή την αέναη κίνηση της φύσης, με ανάλογο τρόπο ακολουθεί την γεωγραφία των συγκινήσεων: με ακρίβεια και προσήλωση, και με μια ιδιάζουσα αφαιρετικότητα.

Μια «αποστασιοποιημένη» εμπλοκή στα ενδόμυχα της σκέψης, αλλά και του περιβάλλοντος, μια έλξη προς τις σιωπές που κατακλύζονται από ήχους αλλά όχι από την ανθρώπινη φωνή, και μια «φωτογραφικότητα» στην απεικόνιση ώστε να μπορεί να εστιάζει στο πραγματικά ουσιώδες χωρίς να παρεμβάλλεται η μεγαλύτερη εικόνα της όποιας θεματολογίας, αυτές είναι οι αδρές γραμμές του συγκινησιακού χάρτη αυτής της συλλογής. Τις φορές που το εμπόδιο της εσωστρέφειας πέφτει, ο αναγνώστης εισέρχεται σε ένα παράδοξο σύμπαν νέων ισορροπιών, που αφήνει τα όρια της μαγείας ή έστω την υποψία της, να διαφαίνονται, ελάχιστα κρυμμένα.

Παρακάτω κάποια ποιήματα που μου άρεσαν περισσότερο:

ΚΑΙ Ο ΕΡΩΤΑΣ[2]
 Και ο έρωτας
πέρασε από το μάτι της βελόνας
να υφάνει τον φανερό
ιστό της αφής
να φθείρει το ανθρώπινο στρίφωμα
σαν ξέφτι
να φύγει.


ΟΙ ΜΝΗΜΕΣ ΤΩΝ ΦΙΛΙΩΝ[3]
 
Οι μνήμες των φιλιών
των μεγάλων αναγκών
μια τέλεια βροχή πάνω στη γη.
 
 
ΠΑΣ ΝΑ ΞΕΦΥΓΕΙΣ[4]
 Πας να ξεφύγεις απ’ τη θάλασσα
και πάνω στη μνήμη της σκοντάφτεις.
Τα ψάρια της στα μάτια σου
τα ζωντανά νησιά στα πόδια σου
το αλάτι της στις πληγές σου.
 
 
ΣΤΟΝ ΛΑΒΥΡΙΝΘΟ[5]
Στον λαβύρινθο ξυπόλυτη
με κούκλες παλιάς μόδας
κυνηγώντας την αόρατη ουρά
μιας μουσικής.
Φιλιά και θάματα
και κανένας δεν φεύγει.
 
Χιόνια χρόνια και χαρτιά
Εμποδίζουν την έξοδο.

Κρις Λιβανίου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου