Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2020

"Ο βασιλιάς της" του Χ.Α. Χωμενίδη

 

Είναι πολλά αυτά που μπορούν να γραφτούν για αυτό το βιβλίο, αλλά για οικονομία χώρου θα επικεντρωθώ σε τρία, αναφέροντας βέβαια γιατί είναι σημαντικό, ότι δεν αποτελεί καμία έκπληξη ότι ο Χωμενίδης έγραψε ένα πολύ καλό βιβλίο. Το συνηθίζει. Αν και με τη Νίκη είχε παρεκκλίνει.

Σε προσωπικό επίπεδο, αυτό που εκτιμώ ίσως περισσότερο από όλα είναι ότι ο συγκεκριμένος συγγραφέας δεν φοβάται τίποτα όταν διαλέγει την ιστορία που θα πει. Δεν έχει προκαθορισμένα μονοπάτια, δεν πηγαίνει στα ίδια μέρη για να βρει τα επόμενα που θα ακολουθήσει: μπορεί κανείς να περιμένει απολύτως τα πάντα. Και όχι μόνο δεν φοβάται να διαλέξει παράδοξα πράγματα, αλλά δεν διστάζει να «πειράξει» τετελεσμένους μύθους για να τους ταιριάξει με την εικόνα που έχει στο μυαλό του. Ακόμα και αν ο μύθος που «πειράζει» είναι ο Τρωικός πόλεμος. Είναι θάρρος; Θράσος ίσως; Τίποτα από αυτά, για μένα προσωπικά είναι ενδιαφέρον. Και φυσικά, εκτινάσσει τις προσδοκίες για το αποτέλεσμα (στο κάτω-κάτω δεν είναι ιδιαίτερα δύσκολο να γράψει κάποιος ό,τι να’ ναι με αφορμή ίσως τον πιο γνωστό μύθο του δυτικού πολιτισμού). Δεν υπάρχει η παραμικρή στραβοτιμονιά σε ό,τι αφορά στη δομή και στα τεχνικά στοιχεία, καμία έκπληξη εδώ, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν κακές στιγμές στο τελικό αποτέλεσμα, κυρίως σχετικά με την γλώσσα. Είναι μάλλον λίγες, και δεν βαραίνουν ιδιαίτερα.

Το πρώτο από τα τρία πράγματα που κράτησα: ο αφηγητής. Περιορισμένης ευγλωττίας κατά τα λεγόμενά του, ιδιαίτερα σε σύγκριση με άλλους, τον Αγαμέμνονα ή ακόμα περισσότερο τον Οδυσσέα. Η αλήθεια είναι ότι ο αφηγητής, έστω και (ελάχιστα) κρυμμένος πίσω από το πρόσωπο του Μενέλαου είναι η κορυφαία παρουσία στο σύνολο του μυθιστορήματος. Διηγείται μια ιστορία που είναι η δική του, πλήρως εμπλεκόμενος και ταυτόχρονα απολύτως αποστασιοποιημένος, μιλάει για τον εαυτό του και για όσους διασταυρώθηκαν μαζί του, παραθέτει τα γεγονότα αλλά και την προσωπική του άποψη, και όλα αυτά κινούμενος εξ αρχής εκτός πεπατημένης και με αιρετικό βηματισμό στον οποίο μένει πιστός μέχρι το τέλος. Και τα περί έλλειψης ευγλωττίας είναι κοκεταρίες σκέτες, το αντίθετο ισχύει, ο αφηγητής το ξέρει: δεν αφήνει κανείς το βιβλίο από τα χέρια του, αναγνώστης, και ακροατής κρέμονται από τα χείλια του.

Ο Χωμενίδης επιτρέπει στον εαυτό του, ή στον αφηγητή του, ή στον Μενέλαο, δεν ξέρει και κανένας, μερικούς αναχρονισμούς και ένα κλείσιμο του ματιού στην ιστορία του Εμφυλίου που τον καταδιώκει όλα αυτά τα χρόνια[1]: έχοντας πλήρη έλεγχο των λέξεων και των σκέψεων όλων, το αποτέλεσμα είναι μια καλοκουρδισμένη ορχήστρα από την οποία δεν ξεφεύγει ούτε νότα. Ο αφηγητής δεν είναι ο τυχαίος αοιδός που λέει μια οποιαδήποτε ιστορία για να διασκεδάσει τον κόσμο που τον ακούει. Είναι ένας αφηγητής-ηθοποιός, που αλλάζει κοστούμια, πρόσωπα και προσωπεία, μεταλλάσσεται και προσαρμόζεται, μόνο και μόνο για να επανεμφανιστεί αργότερα, πιστός στις ιδέες του και σταθερός, αμετακίνητος στις αξίες του, και να συνεχίσει τον δρόμο του. Την περιπέτεια. Ένας ήρωας νομάδας κι ένας αφηγητής σε διαρκές ταξίδι, είτε στο δρόμο και τη θάλασσα, είτε στις αναμνήσεις.

Και το «χώμα είμαι και στο χώμα θα επιστρέψω»[2] που βάζει ο συγγραφέας στο στόμα του Κάστορα, μόνο τυχαίο δεν είναι. Κι ας είναι ένας γερός αναχρονισμός. Άλλωστε, ποιος καλός αφηγητής δεν προκαλεί το κοινό του; Άλλο βέβαια που εδώ ο Μενέλαος που μιλάει κανένα ακροατήριο δεν προκαλεί, δεδομένου ότι τότε δεν ήξερε κανείς τίποτα από τον ιουδαιο-χριστιανισμό του μέλλοντος, αλλά μια χαρά κλείνει το μάτι στον αναγνώστη. Ο Χωμενίδης, όχι ο Μενέλαος. Και το γαϊτανάκι ξαναρχίζει. Δεν υπάρχει αμφιβολία, ξέρει να λέει ιστορίες, γι αυτό βλέπω στο πρόσωπο του αφηγητή το πιο σημαντικό στοιχείο του έργου: είναι σαν να δίνει ο Χωμενίδης στον καθρέφτη του τα εύσημα που του αξίζουν. Τουλάχιστον δεν ανησυχεί μήπως καταχωρηθεί ως μετριόφρων.

Σημείο δεύτερο: οι ήρωες του μυθιστορήματος ως ατομικές οντότητες αλλά και στο σύνολό τους. Δεν συναντάει κανείς κάθε μέρα τόσο πολυσύνθετους ανθρώπους σε ένα μυθιστόρημα. Ο Αγαμέμνονας, ο Οδυσσέας, ο Μενέλαος προφανώς, η Ελένη ίσως περισσότερο από όλους αν και είναι δύσκολο (και επικίνδυνο) να αξιολογηθούν ποσοτικά, ο Κάλχας, παρόλο το σύντομο πέρασμά του στην αφήγηση, μέχρι και ο Αλέξανδρος-Πάρης, ο οποίος ζήτημα είναι να λέει πέντε κουβέντες στο κείμενο αλλά όποιο βάρος και αν χάνει από αυτό, το κερδίζει από την συμπεριφορά του. Τα πρόσωπα είναι λίγο-πολύ γνωστά σε όλους, τουλάχιστον ως μυθολογικές υπάρξεις, αυτό που επιτυγχάνει ο Χωμενίδης εδώ είναι να τους δώσει άρτια ανθρώπινη υπόσταση.

Το στοίχημα έγκειται στην προσπάθεια να αντιστραφεί η μέχρι τώρα συνθήκη, να μετατραπούν δηλαδή οι μύθοι σε ανθρώπους, να αποκτήσουν μια ταυτότητα και μια παρουσία που να αρχίζει και να τελειώνει στα καθ’ υμάς. Ο Χωμενίδης φέρνει τους ήρωες του έπους της Τροίας στα ανθρώπινα μέτρα και αποδεικνύει ότι εκεί ακριβώς έγκειται το ενδιαφέρον που εκπέμπουν, στην άρτια ανθρώπινή τους υπόσταση. Είναι κύριοι του εαυτού τους στις πράξεις και στα λόγια, και παραμένουν έτσι από την πρώτη στιγμή μέχρι και την τελευταία, σε πλήρη αρμονία με τον πυρήνα της ύπαρξής τους. Και ακούγοντας την ιστορία, ο αναγνώστης αισθάνεται την επιθυμία να πάρει τους ήρωες και να τους δώσει κι άλλο δρόμο να περπατήσουν, περισσότερη ζωή να ζήσουν, θέλει με άλλα λόγια να τους κάνει μύθους.

Δεν είναι βέβαια απλό εγχείρημα αυτό, ούτε άμοιρο ευθυνών. Οι ήρωες αυτής της ιστορίας, έχουν αποκτήσει μέσα στους αιώνες τερατώδεις διαστάσεις και μάλιστα παγιωμένες, η ύπαρξή τους διαστέλλεται στον χρόνο, είναι και οι ίδιοι τουλάχιστον σε ένα βαθμό, θύματα τους ίδιου τους του μύθου. Αυτός που τα συνδέει όλα μεταξύ τους, τους ανθρώπους και τα πάθη τους, τις ανάγκες και τον τρόμο τους, τα ρίσκα και τις ανατροπές τους είναι ο αφηγητής-Μενέλαος. Αυτός είναι που τους «ανθρωποποιεί» όλους, που με το βλέμμα που ακουμπάει πάνω τους και μέσα τους, με τις λέξεις που διαλέγει για να μιλήσει γι αυτούς, τους αφαιρεί την προβιά του μυθικού τέρατος και τους ξαναφέρνει στα ανθρώπινα μέτρα. Τους αφαιρεί την αγριότητα (έστω και κατόπιν εορτής), το πάθος, το μίσος, και πολύ προσεκτικά αγγίζει ό,τι υπάρχει από κάτω.

Ο Μενέλαος στην ιστορία είναι γιατρός, από ταλέντο και από χόμπυ. Όπως λέει και ο ίδιος στην Ελένη εκείνη τη νύχτα που έρχεται να τον επισκεφτεί στο στρατόπεδο κρυφά, «ο καθείς εφ’ ω ετάχθη»[3]. Παρατηρεί και επουλώνει, καθαρίζει τις ψυχές, βρίσκει τις αρρώστιες και καταπραΰνει τις πληγές και τους πόνους. Στο τέλος είναι αυτός που συγχωρεί. Ώστε ο Αγαμέμνονας που η Τροία του στοίχισε την κόρη του, ο Οδυσσέας, που η Τροία του αφαίρεσε για πάντα την όποια ελπίδα για εξιλέωση, η Ελένη κυρίως, που μόνο στον εαυτό της νόμιζε πως μπορεί να στηριχθεί, να μπορούν να συνεχίσουν. Και ο ίδιος επίσης. Ο Μενέλαος είναι ένας άνθρωπος, ο μόνος άνθρωπος, που όσο οι υπόλοιποι κινούνται στα άγρια, φρικιαστικά τους άκρα, εκείνος παραμένει το μέτρο. Το ανθρώπινο, εννοείται.

Σημείο τρίτο και τελευταίο, το προφανές: ένας έρωτας που τίναξε τα πάντα στον αέρα και τα οριοθέτησε ξανά από την αρχή. Τα πάντα και τους πάντες. Η αγάπη του Μενέλαου και της Ελένης, ούτε κατά διάνοια μυθική, ρομαντική, χολυγουντιανή ή εκνευριστική, είναι συντριπτικά παρούσα και είναι αυτό που επικυρώνει όσα συνέβησαν και όσα όχι. Επίσης, με εξαίρεση την αγάπη του Μενέλαου για την κόρη τους, είναι η μόνη που υπάρχει σε όλο το μυθιστόρημα. Κανείς άλλος δεν πλησιάζει αυτό που διέπει την σχέση του ζευγαριού, ούτε κατά διάνοια. Το Ο βασιλιάς της είναι πάνω και πρώτα από όλα μια ιστορία αγάπης, ούτε καν έρωτα. Του Μενέλαου και της Ελένης. Και είναι δυνατή σαν ατσάλι. Από αυτές που μένουν για πάντα στις μνήμες όσων την είδαν από κοντά ή μακριά, για όσους την εκμεταλλεύτηκαν ή νόμιζαν ότι το κάνουν, για όσους τελικά την έχουν μόνο ακουστά από τους εκάστοτε αοιδούς. Δεν υπήρξε ποτέ το παραμικρό που να την διαπέρασε, κι ας λέει άλλα η επίσημη εκδοχή της ιστορίας. Ο δεσμός τους παρέμεινε άρρηκτος, υποχρεωτικός, αυτονόητος. Ισότιμος.

Η Ελένη και ο Μενέλαος έμειναν από την αρχή και μέχρι το τέλος της ιστορίας δύο απόλυτα έντιμοι άνθρωποι. Με τον εαυτό τους, και κατά συνέπεια μεταξύ τους. Και φίλοι. Πάντα. Κανένας από τους υπόλοιπους δεν έφτασε σε ανάλογο σημείο ανθρώπινης εξέλιξης, παρέμειναν οι ήρωες της Ιλιάδας, γι αυτό και είχαν ανάγκη από την ματιά του Μενέλαου όπως έλεγα παραπάνω, για να τους δώσει την ανθρώπινη υπόσταση που τους έλειπε και να μπορέσουν να βρουν μια συνέχεια, ένα οποιοδήποτε μέλλον.

Η αγάπη που στερεοποιείται στις λέξεις και τις πράξεις κάθε φορά που η Ελένη και ο Μενέλαος βρίσκονται στον ίδιο χώρο είναι ο αέρας που φυσάει και γυρίζει τις σελίδες στο μυθιστόρημα. Άυλος, αυτονόητος, ζωτικός. Ευτυχώς, επουδενί ανεπαίσθητος.



[1] Το είχα χάψει και το ’χα χωνέψει ότι ο πόλεμος είχε τελειώσει οριστικά με έναν συμβιβασμό, άχαρο εκ πρώτης όψεως όπως όλοι οι συμβιβασμοί. Ο καθένας μας, φρονούσα, όφειλε να βρει τη θέση του στην καινούρια, μεταπολεμική πραγματικότητα. Όσοι αρνούνταν να προσαρμοστούν, όσοι δυσανασχετούσαν υπερβολικά, μου φαίνονταν από ανεδαφικοί έως γελοίοι. (σελ.396)

[2] σελ. 203.

[3] σελ. 373.

Κρις Λιβανίου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου