Παρασκευή, 13 Νοεμβρίου 2020

Πορφυρά δάκρυα: Επιδράσεις του Καβάφη στην ποίηση του Κυριάκου Χαραλαμπίδη




Έχει σημειωθεί από πολλούς φιλόλογους η σχέση του Κυριάκου Χαραλαμπίδη με τον Καβάφη. Η γειτνίαση της Κύπρου με την Αίγυπτο επέτρεψε στον Κύπριο ποιητή να κατανοήσει βαθιά τον μεγάλο Αλεξανδρινό και να χτίσει πάνω στο ύφος που θεμελίωσε εκείνος. Τα ποιήματα καβαφικής νοοτροπίας με θέμα την βυζαντινή ιστορία είναι, κατά τη γνώμη μου, η πιο ενδιαφέρουσα πλευρά της ποίησης του, επειδή με αυτά κατάφερε να αναπτύξει ένα ύφος καταξιωμένο εντάσσοντας κι άλλα ιστορικά γεγονότα σ’ αυτήν την τεχνοτροπία. Χρησιμοποιώντας ένα ξεχωριστό γλωσσικό ιδίωμα, δημιούργησε ένα είδος εξαιρετικά πρωτότυπο και αξιομνημόνευτο που συνδέει το βυζαντινό παρελθόν του ελληνισμού με την σημερινή λογοτεχνική παραγωγή. Το ποίημα του «Το δε την πόλιν» από την συλλογή Μεθιστορία (εκδόσεις Άγρα, 1995) αναφέρεται στην πτώση της Κωνσταντινούπολης που συγκλόνισε τον κόσμο της εποχής. Ο ποιητής, παίρνοντας έμπνευση από τα τελευταία λόγια του αυτοκράτορα, όπως τα διασώζει ο ιστορικός της άλωσης Μιχαήλ Δούκας, αποτυπώνει τις σκέψεις του για εκείνες τις στιγμές: 

«Ο αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος Παλαιολόγος
έγραψε μοναχός (γραμματικό δεν είχε)
εκείνο το καβαφικό "Το δε την πόλιν
σοι δούναι, ούτ’ εμόν ούτ’ άλλου
των κατοικούντων –λέει– εν ταύτη". Ασφαλώς !
"Κοινή γαρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως
αποθανούμεν (συν, θαρρώ, Υπερμάχω)" 
Σφραγίζει το χαρτί με δαχτυλίδι
βασιλικό (κανένας δεν υπήρχε
για να το παραδώσει) πάει στα τείχη
το δένει σε μια πέτρα ημιπολύτιμη
κι από τα κει στα χέρια του σουλτάνου.
Ή, κατά μια νεότερη εκδοχή,
φωνάζει το ασκημένο του γεράκι
και του το δίνει με ρητή διαταγή:
"Αυτοπροσώπως, διά χειρός, ιέραξ".
Ίσως και να μπορούσε αυτός να χύσει
όλα τα δάκρυα της Χριστιανοσύνης
αν ζούσε ακόμα. Ήτανε γραφτό του
να χάσει το κεφάλι και τα πέδιλα.
Πριν λίγες μέρες, όταν πήγαινε με τ’ άλογο
να μπει στο θλιβερό παλάτι, τόνε φτύναν
ξωπίσω του οι μαινάδες· "στα τσακίδια".
Για μια στιγμή τού ήρθε να κραυγάσει
μπροστά στη Θεοτόκο μέσα στο ναό
και με το κοντομάχαιρό του να τελειώσει.
Θυμήθηκε πως ήταν αυτοκράτορας
και το Βυζάντιο τον παρηγορούσε
στην έρημη γωνιά κάτω απ’ τον άμβωνα.
«Πάψε –του λέει– να κλαις. Θώρε και μένα».
Οι δυο υπέροχοι άντρες –ο αυτοκράτορας
και το ελληνορθόδοξο βασίλειο
με βουητό ενδόξων παραδόσεων–
το νιώσανε μεμιάς πως "αυτοπροαιρέτως
αποθανούμεν" (ήταν μια καλή
φράση της ιστορίας). "Και ου φεισόμεθα…" 
"Λοιπόν ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος
με πορφυρά τα δάκρυα στην καρδιά του
και με καθάρια μάτια ονειρεμένα
κλείνει τη θύρα της Αγίας Σοφίας
κι ανάλαφρα πετάει στο θάνατό του".

Στην συλλογή Κυδώνιον Μήλον (εκδόσεις Άγρα, 2006) υπάρχει το ποίημα «Το θέμα παραπέμφθηκε στον αυτοκράτορα». Εδώ ο Χαραλαμπίδης επιλέγει ένα θέμα εντελώς ιδιαίτερο που αφορά τον περίφημο λόγιο του ένατου αιώνα  Λέοντα τον Μαθηματικό, έναν προικισμένο μαθηματικό, γεωμέτρη και αστρολόγο, δείχνοντας ότι έχει εξελιχτεί σημαντικά ακολουθώντας το μονοπάτι που άνοιξε ο Καβάφης:

Η φήμη της πολυμαθείας του έφτασε
ίσαμε το χαλίφη της Βαγδάτης
που με το χέρι του έγραψε στο Λέοντα
τον Μαθηματικό: «Αν έλθεις προς ημάς
και τ’ ακριβά σου φώτα μάς χαρίσεις,
ολόκληρο το έθνος των Σαρακηνών
θα σε δοξολογεί, θα σου προσφέρει
δώρα και πλούτη που άλλος δεν κατέχει».
Ο Λέων, ο πτωχός πανεπιστήμων,
έδωκε την περγαμηνήν, ωσάν καλός
βυζαντινός Ορθόδοξος, στην Πρυτανεία.
Το θέμα παραπέμφθηκε στον Αυτοκράτορα
που είπε όχι: «Σαν εχθροί του Γένους
δεν πρέπει να κερδαίνουν από τη σοφία μας.
Άλλωστε τι μπορούν να καταλάβουν
από τα πορφυρά και τα μετάξια μας;
Ακόμα κι οι ευνούχοι κι οι θηλυπρεπείς
κι οι μαχμουρλήδες χασομέρηδές
μας ενδύονται πολυτέλειαν να τους ζηλεύεις!
Είμαστε φύσει ανώτερης ποιότητας·
η γλώσσα μας κι η πίστη μας και τα φορέματά μας».
Για ν’ αριστοκρατήσουν δε το Λέοντα
τον χρίουν Αρχιεπίσκοπο, του δίδουν
το σώμα όλο και την κεφαλήν
του Πανδιδακτηρίου της Μαγναύρας.
Και τούτο εις πείσμα όχι μόνο
των Σαρακηνών μα και του Μιχαήλ Εβδόμου·
μετά τη συντριβή του Ρωμανού
Τετάρτου Διογένους (Μαντζικέρτ)
αυτός ο Μιχαήλ αντί πυγμής
ενασχολούνταν με κακά ποιήματα.

Η ιδιαιτερότητα του Χαραλαμπίδη έχει να κάνει ασφαλώς με την ξεχωριστή ιστορία της Κύπρου, της οποίας η εξέλιξη ήταν εντελώς διαφορετική σε σχέση με τις υπόλοιπες περιοχές του Βυζαντίου που παρέμειναν υπό την κυριαρχία των Οθωμανών για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Η κεντρική μορφή του ποιήματος «Θέατρο του Μεσαίωνα» από την συλλογή Δοκίμιν (εκδόσεις Άγρα, 2000) είναι η Ελένη Παλαιολογίνα (1428-1458), μια όμορφη και δυναμική γυναίκα που ήρθε σε σφοδρή σύγκρουση με τους εκπροσώπους του Πάπα στο νησί, τους πιο ισχυρούς από τους οποίους λέγεται ότι δηλητηρίασε ή έβαλε να σκοτώσουν για να διατηρήσει την ισχύ την δική της και της ελληνικής εκκλησίας. Ο Χαραλαμπίδης χρησιμοποιεί εδώ ως πηγή του το χρονικό του Μαχαιρά, ένα χρονικό που χρησιμοποίησε κι ο Γιώργος Σεφέρης (Τρεις Μούλες). Η βασίλισσα Ελένη βλέπει τον σφετεριστή Γιάκουμο (Ιάκωβο) που ο σύζυγος της απέκτησε με κάποια ερωμένη, να προσπαθεί να της πάρει την εξουσία, την μονομαχία τους που φαίνονταν πολύ σκληρή θα σταματήσει ο πρόωρος θάνατος της:

Στον Ιάκωβο Καμπανέλλη

Η Ελένη Παλαιολόγα στον κοιτώνα της
με θέρμη αργοσβήνοντας πολλά φοβάται
για της Καρλόττας θυγατέρας της την τύχη.
Στον προκομμένον άντρα της δεν έχει
εμπιστοσύνη· έσπειρε το Γιάκουμο
το μπασταρδέλι του – και τι; στα δεκατρία του
τον χρίει αρχιεπίσκοπο (η αλήθεια
μ’ εισήγηση δικιά της· δεν τον ήθελε
να τριγυρίζει μέσα στο παλάτι).
Κάτω απ’ την αμπεχόνη τ’ άρματά του
ο Γιάκουμος φορεί και πήρε φόρα
ν’ αρπάξει από τη νόμιμη Καρλόττα
την εξουσία – κοντεύει δεκαεφτά.
Είναι και νόστιμος, πανάθεμά τον, με μια φωνή ξανθή, γαλανομάτα
(μ’ αυτήν θα κάμει το Σουλτάνο της Αιγύπτου,
προς τον οποίο η Κύπρος είναι φόρου
υποτελής, να γείρει προς το μέρος του).
Γι’ αυτό μπορεί και σφάζει τζαμπερλάνους
και το σπαθί τροχίζει σε βισκούντηδες.
Κι αν της ροπής του βρήκε τ’ άξιο ντύμα
δεν αποτάσσει την ψυχήν του αρχιερέως.
Στου βασιλέα πατέρα του το κάλεσμα
γοργοεπήκοος έφτασε, με λόγους
εξαίσια ταπεινούς, και με τι χάρη
σφίγγει την καταμάλαξη κι αφήνει
τρία να κυλήσουν δάκρυα (τα δυο απ’ αριστερά)
και κύπτει και υπομένει ονειδισμούς
και ψόγους κι επιπλήξεις, όσα τάχα
ως αυστηρός πατήρ ο βασιλεύς
εξαπολύει προς υιόν μεταμελούμενον.
Η Ελένη μες στη θέρμη της τα καταλάβαινε όλα,
η άλλοτε πανίσχυρη Ελένη Παλαιολόγα.

Ένα θέμα που απασχόλησε πολύ τον Καβάφη είναι η περίπτωση του αυτοκράτορα Ιουλιανού για τον οποίο ο Αλεξανδρινός έγραψε δώδεκα ποιήματα. Ο Χαραλαμπίδης έγραψε κι αυτός για τον Ιουλιανό και για την σύγκρουση του με τους χριστιανούς. Στο ποίημα « Ο Ιουλιανός σχολιάζων τα πάθη τα σεπτά» (Μ. Πέμπτη, 1998 – Δοκίμιν, εκδόσεις Άγρα), ο Κύπριος ποιητής χρησιμοποιεί αποσπάσματα από έναν Λόγο του Ιουλιανού που διασώθηκε τις «Σημειώσεις». Η ιδιαιτερότητα του Χαραλαμπίδη έχει να κάνει με την χρησιμοποίηση της βυζαντινής υμνολογίας, την οποία ο Ιουλιανός κατηγορεί ότι στερείται πρωτοτυπίας, επειδή όλα τα θέματά της έχουν καταγωγή από την αρχαία μυθολογία και τον Όμηρο:

Όταν δηλοί «Κατήλθες εν τοις κατωτάτοις»
φως φανερό νοεί την Ελευσίνιον σήραγγα.
Όταν αλλού αναφέρεται ως «Ελκόμενος»
νοείται ο Διόνυσος ενώπιον του Πενθέως.
Όταν ακούμε άδοντα τον «Επιτάφιον Θρήνον»
θα πρέπει να νοούμε σαφέστατα τον Άδωνι.
Από Αριμαθαίας Ιωσήφ προεικάζει
βαρυαλγούντα τον αιτούντα Πρίαμον.
Σώμα Χριστού – Σώμα Πατρόκλου. Θέτις
θρηνεί και οδύρεται για τον αυτής Αχιλλέα,
Ζευς μεριμνά για την ταφήν του υιού του Σαρπηδόνος.
Ας μη επεκτείνω περαιτέρω· χάρις
προέχει και αφθαρσία ή ευκοσμία· ουχί
πομπές Χριστιανών και άλλα βλαστήματα
(Πύλαι Άδου κλπ.) τον Ήλιον κρύπτοντα.
Αυτός βεβαίως δεν ήταν της διακοπής ο λόγος·
κομψά και αναντίρρητα σημεία
δεν είχε πλέον το σθένος να προτάξει
ο γερο-δυστυχής Ιουλιανός.
Για τούτο περιορίζονταν σε δαύτες
τις πρόχειρες αστείες του σημειώσεις.
Τις περιέσωσε ο Μαρτίνος μάρτυς
για να θυμίζουνε το πέρασμά του.

Είναι τέτοια η αγάπη του Κύπριου ποιητή για τον Καβάφη, που θα δώσει το όνομά του σε έναν Βυζαντινό στρατηγό, ήρωα του ποιήματός του «Τον Ιούλιο του 1261». Το ποίημα αναφέρεται σε ένα άλλο ιστορικό γεγονός, την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους που την είχαν κυριέψει το 1204. Ο Μέγας Δομέστικος Αλέξιος Στρατηγόπουλος με 800 μονάχα άνδρες, φτάνοντας στην Σηλυβρία της Θράκης, πληροφορείται από τους αγρότες ότι ο λατινικός στρατός κι ο ενετικός στόλος απουσιάζουν σε μια εκστρατεία στον Εύξεινο Πόντο. Με μια τολμηρή κίνηση, καταλαμβάνει αιφνιδιαστικά την βασιλεύουσα και στέλνει αγγελιοφόρους να ειδοποιήσουν τον Βυζαντινό αυτοκράτορα Μιχαήλ Παλαιολόγο που βρισκόταν εξόριστος στην Νίκαια. Είναι χαρακτηριστική η καβαφική ειρωνεία στα λόγια του στρατηγού όταν απευθύνεται στον Μέγα Δομέστικο (αρχιστράτηγο):

Ο στρατηγός Καβάφης και ο συνάδελφός του Αλέξιος Στρατηγόπουλος
ελαύνοντας με λιγοστές δυνάμεις εις την Σηλυμβρίαν
απροσδοκήτως επληροφορήθησαν την ύπαρξιν
της προσμενούσης Κωνσταντινουπόλεως.
Αλλ’ ας σοβαρευτούμε. Οι δύο αυτοί ικανότατοι άνδρες
ηγούμενοι ολίγων (οκτακοσίων) ιππέων
καλό μαντάτο επήρανε από τους εγχωρίους
(απ’ τα τσαπιά κυρίως και τις δικράνες τους·
ανθρωπινή λαλίτσα είχαν αυτά)
αφύλαχτη κι αφρούρητη η Βασιλίς πως ήταν.
Και είπε ο Καβάφης: “Εφόσον το ΄φερε ο Θεός να λείπουν στις
δουλειές τους
οι Βενετσιάνοι —στα καράβια δηλαδή, σε κάποια της ρουτίνας εκστρατεία—
και της φρουράς οι άρχοντες ζατρικιούν, τα τόξα τους κοιμούνται,
και κάποιοι βγήκανε περίπατο στην εξοχή αφήνοντας την πόλη ολάνοιχτη,
τι λες, Αλέξιε, δεν την παίρνουμε; Ο Μιχαήλ Παλαιολόγος
που θα χαρεί το ξέρουμε πολύ».
“Σαν τέλειωσε η δουλειά κι ο Βαλδουίνος – ξένο δέντρο στην αυλή– μαζί με τον δικό του πατριάρχη και τους επίσημους εισπράκτορές του
εμβαίνει στα βενέτικα και στην Ευρώπη απάγεται καράβια,
γυρνά ο Καβάφης – είρων όπως πάντα– και λέει: “Αυτά που δεν περίμενες
να βρεις στο δρόμο βρήκες, Παλαιολόγε,
στην πόλιν εν πομπή κι επευφημούμενος
για δεύτερη φορά εστέφθης αυτοκράτωρ,
την ίδια παίρνοντας γυναίκα, στην Αγιά Σοφιά.”

Απόστολος Σπυράκης


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου