Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2020

"Ο τελευταίος φύλακας" του Δημήτρη Οικονόμου

Είχα αφιερώσει μια σύντομη αναφορά στον Δημήτρη Οικονόμου σε ένα σφηνάκι που είχα γράψει τον Μάρτιο του 2017 σχετικά με το μυθιστόρημα Οι εγκλωβισμένοι. Καταλήγοντας, έλεγα ότι αν φρόντιζε να ακουστεί η δική του φωνή, τα πράγματα στο μέλλον θα μπορούσαν να δείχνουν διαφορετικά. Στον Τελευταίο φύλακα συνέβη ακριβώς αυτό: ένα κείμενο εκτενές αλλά με δομή που αντέχει, ισορροπημένη πλοκή και στήσιμο χαρακτήρων, μια ιστορία που κυλάει απρόσκοπτα και κρατάει το ενδιαφέρον.

Ο συγγραφέας συνδυάζει στην αφήγησή του δύο διαφορετικές ιστορικές περιόδους με κοινό χαρακτηριστικό τους το ότι τα γεγονότα διαδραματίζονται λίγο πριν ξεκινήσει η εκάστοτε πολεμική σύρραξη και επικεντρώνεται σε ό,τι συμβαίνει μόλις πριν και τις πρώτες ώρες του πολέμου. Είναι σαφές από τις πρώτες σελίδες ότι η έρευνα που έχει γίνει είναι παραπάνω από διεξοδική, εκτείνεται σε πολλούς τομείς, καλύπτει όλες τις πτυχές των γεγονότων. Ο Οικονόμου ξέρει την Ιστορία και όλα τα επιμέρους κλαδιά της, τους δεσμούς της με τους ανθρώπους, τις επιρροές. Ξέρει επίσης πού μπήκε και πώς λειτούργησε ο παράγοντας τύχη. Ο πόλεμος και ό,τι αυτός ανατρέπει, οι σχεδόν αδιανόητες πρώτες στιγμές του, ο φόβος και αυτό το καταλυτικό συναίσθημα ότι το τέλος πλησιάζει και είναι αναπόδραστο, δημιουργούν στον Τελευταίο φύλακα ένα αφηγηματικό πλέγμα που κρατάει τον αναγνώστη σε επιφυλακή, συχνά σε αγωνία.

Το δέσιμο του συγγραφέα με την πατρογονική γη φαίνεται να είναι η αρχή του νήματος: ξέρει πού να κοιτάξει για να ψηλαφίσει και να ιχνηλατήσει τις πρώτες, ανεπαίσθητες αλλαγές που αργότερα θα ανατρέψουν τα πάντα. Γνωρίζει το θέμα αρκετά ώστε να συνδέει αβίαστα τη γεωγραφία με την ιστορία, το απτό χώμα που διασχίζει απαράλλαχτα τον χρόνο ως σημείο αναφοράς, με το πνεύμα, άυλο και μεταβαλλόμενο στο διηνεκές, και ταυτόχρονα καθρέφτη άλλοτε άρτιο και άλλοτε σπασμένο, μιας εποχής που έχει πάρει τον αμείλικτο δρόμο της αλλαγής.

Η αφήγηση του Τελευταίου φύλακα στηρίζεται λοιπόν στο δίπολο «αμετάβλητη γη – αέναη αλλαγή της ιστορίας» και οι άνθρωποι, με τα πόδια σ’ αυτή τη γη που παραμένει το σημείο αναφοράς και το κεφάλι στα σύννεφα, με όνειρα για απελευθέρωση και ελευθερία, για μάθηση και για γνώση, διαγράφουν πορείες που τελικά θα τους φέρουν πίσω στην αφετηρία. Ο Ανδρέας και πριν από αυτόν ο πατέρας του ο Μπάρκος, βρέθηκαν διχασμένοι ανάμεσα στην καταλυτική ανάγκη για ελευθερία και την ζωτική, υπαρξιακή τελικά, ανάγκη να μείνουν έμπρακτα πιστοί στις αρχές και τους όρκους, στην ανάγκη της οικογένειας, της ασφάλειας, της γης των προγόνων. Οι ήρωες αποκτούν έτσι μια στεγανότητα που, παρόλα τα ραγίσματα και τις αντιφάσεις που τελικά έχουμε όλοι, τους δίνει την δυνατότητα της τελικής επιλογής, αυτής που θα γεννήσει τις αποφάσεις και θα οριοθετήσει τον μετέπειτα χρόνο. Τις αναμνήσεις, τις παρακαταθήκες.

Οι άνθρωποι που χτίζουν τις ζωές τους στις σελίδες του βιβλίου θα βρεθούν αντιμέτωποι με μια ευρεία γκάμα δυσκολιών, τόσο σε πρακτικό επίπεδο όσο και σε προσωπικό και υπαρξιακό: θα κληθούν να αποφασίσουν σε ποια πλευρά της ιστορίας θέλουν να σταθούν και θα καταλήξουν να επαναπροσδιορίζονται στην νέα εκδοχή τους με όσα τραύματα, αμφιβολίες και ματαιώσεις συνεπάγεται αυτό. Η βασική επιτυχία του Οικονόμου σ’ αυτό το μυθιστόρημα είναι η ισορροπία της ματιάς του στους ανθρώπους: μια αποστασιοποίηση που του δίνει το πλεονέκτημα να μπορεί να αποδώσει την «μεγαλύτερη εικόνα», αυτή που ξεπερνάει τα μικρογεγονότα χωρίς να τα αγνοεί, σε συνδυασμό με την αποδοχή της έννοιας του δικαίου, της ελευθερίας της ατομικής απόφασης, το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση. Και όλα αυτά σε δύο ιστορικές περιόδους τόσο καυτές που οι όποιες τέτοιου είδους προσεγγίσεις ήταν τουλάχιστον παρακινδυνευμένες, αν όχι και επικίνδυνες. Οι άνθρωποι στον Τελευταίο φύλακα είναι εύθραυστοι σαν ξερά κλαδιά και όμως δείχνουν μια δύναμη χωρίς τέλος.

Το μυθιστόρημα δεν είναι μικρό σε έκταση, το αντίθετο θα έλεγα, και είναι γεγονός ότι όσο προχωράει η ανάγνωση τόσο σταθεροποιείται η ποιότητά του. Από τεχνικής άποψης τα πράγματα είναι ξεκάθαρα: το κείμενο εξελίσσεται ομαλά χωρίς δομικά ή άλλα προβλήματα, λείπει παρόλα αυτά η σπίθα. Το στοιχείο εκείνο που με την παρουσία του και μόνο, σπρώχνει τον αναγνώστη να συμπάσχει με τους ήρωες, να βιώνει τα συναισθήματά τους ως δικά του, να αγωνιά τελικά για ζωές που εκτυλίσσονται ανεξάρτητα από τη δική του. Η θετική εντύπωση της αρχής εξελίσσεται σε εκτίμηση συγκεκριμένων στοιχείων τόσο στην αφήγηση, όσο και στο χτίσιμο της ψυχολογικής υπόστασης των χαρακτήρων. Παράλληλα με τα ιστορικά και κοινωνικά γεγονότα που μαχαίρωσαν την εποχή μετά την Κατοχή και κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου στην Ελλάδα, ο Οικονόμου στοιχειοθετεί σταδιακά και μεθοδικά μια προσέγγιση των καταστάσεων επικεντρωμένη αυστηρά στο ατομικό περίγραμμα των ανθρώπων, σχεδόν απογυμνωμένη από την όποια ιδεολογία. Οι βαθιές ανθρωπιστικές αξίες είναι παρούσες, δεν υπάρχει αμφιβολία ως προς αυτό, όμως ο συγγραφέας είδε ενδιαφέρον στο ποιοι ήταν οι άνθρωποι πριν τα ιδεολογικά στρατόπεδα ισοπεδώσουν τις ζωές τους και κατά πόσο μπόρεσαν να διαφυλάξουν και να διατηρήσουν έστω και μια επίφαση αυτού που ήταν πριν. Ο Οικονόμου είδε, και σωστά, ότι σε ατομικό επίπεδο, ο Εμφύλιος επέφερε στους ανθρώπους μια έκρηξη εκ των έσω: στέκονταν ανήμποροι, να κοιτάζουν τις ζωές τους να ισοπεδώνονται, τις όποιες σταθερές τους να μηδενίζονται κι εκείνοι, έρμαια ενός ακόμα πολέμου, καταστροφικότερου του προηγούμενου, να βρίσκονται σε έναν αγώνα επιβίωσης με προδιαγεγραμμένο τέλος.

Φαντάζομαι ότι η δύναμη των ηρώων φαίνεται στην ικανότητά τους για αποδοχή των τετελεσμένων, και στην αναγνώριση ότι ο μόνος δρόμος είναι αυτός που πάει μπροστά. Μαζεύουν από κάτω ό,τι τους έχει απομείνει, ακόμα κι αν εκ πρώτης όψεως δεν υπάρχει τίποτα και, παρόλες τις απώλειες, τους φόβους και την απογοήτευση, κάνουν το επόμενο βήμα σ’ αυτή τη γη που, παρά τα όσα συνέβησαν, παραμένει η δική τους.

Κρις Λιβανίου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου