Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2020

"Αντίο τώρα, τα λέμε αύριο" του William Maxwell

Εννοείται ότι διάβασα, προτού ξεκινήσω να γράφω αυτό το σημείωμα, τους διθυράμβους που έχουν γραφτεί για το Αντίο τώρα, τα λέμε αύριο. Συμφωνώ σε ό,τι έχει να κάνει με την ατμόσφαιρά του: το βαμμένο στα χρώματα της ιδιοτυπίας της αμερικανικής υπαίθρου κλίμα διαπερνά όλο το βιβλίο, χαρίζοντάς του τη γοητεία της παλιάς καρτ-ποστάλ. Από πλευράς θεματολογίας, δυνατό χαρτί είναι ο πρόωρος θάνατος της μητέρας της οικογένειας εξαιτίας της ισπανικής γρίπης και η αναταραχή που γεννά. Επίσης δυνατό χαρτί είναι η διαπραγμάτευση των πανάρχαιων διλημμάτων που προκύπτουν από τις ανθρώπινες (και δη τις συζυγικές) σχέσεις, τα οποία όχι σπάνια οδηγούν σε διαλύσεις οικογενειών, ίσως ακόμη και στο έγκλημα – όπως συμβαίνει σε αυτό το βιβλίο. Στην εισαγωγή της Ann Patchett άλλωστε διάβασα ότι τα συγκεκριμένα θέματα (ο θάνατος της μητέρας, οι ανεπανόρθωτες φθορές στην οικογενειακή δομή) είναι επαναλαμβανόμενα στο έργο του συγγραφέα, ο οποίος ρέπει προς αυτά εξαιτίας της προσωπικής του εμπειρίας: η μητέρα του πέθανε όταν εκείνος ήταν ακόμη παιδί. Τα γεγονότα που περιγράφονται από κει και πέρα προέκυψαν από προσωπική του έρευνα σε άρθρα στον Τύπο. 

Σπουδαία όλα αυτά, ωστόσο το βιβλίο είναι αρκετά απροσπέλαστο. Ομολογώ ότι το διάβασα σε μια περίοδο δικής μου ψυχολογικής έντασης και αναστάτωσης, στη διάρκεια της οποίας ήμουν αρκετά unfocused, όμως το ότι η αφήγηση δεν ιχνηλατείται εύκολα δεν είναι κάτι που το φαντάστηκα. Πρώτα παρουσιάζεται το βασικό γεγονός, η δολοφονία, και κατόπιν σταδιακά (το χειρότερο όμως: αποσπασματικά) εκτίθενται τα γεγονότα που οδήγησαν σε αυτήν. Η πολυδιαφημιζόμενη (στο οπισθόφυλλο) φιλία των δύο αγοριών που βρέθηκαν στη δίνη του τυφώνα τον οποίο προκάλεσαν οι πράξεις των γονιών τους παρουσιάζεται σε λίγες, πενιχρές σελίδες, χωρίς να της αποδίδεται καμία έμφαση και κανένα βάθος. Παρεμπιπτόντως, η φράση «Αντίο τώρα, τα λέμε αύριο» ήταν εκείνη με την οποία τα δύο αγόρια αποχαιρετούσαν το ένα το άλλο κάθε μέρα.

Η δράση και τα τεκταινόμενα στο βιβλίο μοιράζονται ανάμεσα στις δύο οικογένειες, χωρίς πάντοτε να γίνεται εύκολα σαφές ποια από τις δύο αφορούν. Μεγαλύτερη εντύπωση μου έκανε η περιγραφή του ψυχισμού του σκύλου του ενός αγροκτήματος, τον οποίο αναγκάστηκαν τελικά να υποβάλουν σε ευθανασία λόγω της υπερβολικής του αφοσίωσης στους αρχικούς του ιδιοκτήτες(!) – εύρημα που αποτέλεσε, στον κόσμο του βιβλίου, τεκμήριο της ικανότητας του δολοφόνου να δολοφονήσει και άνθρωπο. Ούτε αυτό το εύρημα δεν αξιοποιήθηκε όμως.

Όλα είναι τόσο flat μέσα στο βιβλίο, τόσο πολύ ποτισμένα από τον αργό και τελικά υπνωτικό τόνο της αφήγησης που αναπόφευκτα μετατρέπονται σε πολτό, μια σούπα όπου τα ονόματα απλώς εναλλάσσονται και κανείς δεν ξεχωρίζει για τις πράξεις του, ούτε καν ο δολοφόνος που κατόπιν αυτοκτονεί (μοναδική εξαίρεση ίσως η Φερν, η μοιχαλίδα σύζυγος που ταράζει λίγο τα νερά με το ταμπεραμέντο της). Τη σύγχυση επιτείνει και η εναλλαγή των προσώπων της αφήγησης, αφού δεν υπάρχει ένας και μοναδικός αφηγητής: πότε αφηγείται το αγόρι και πότε κάποιος παντογνώστης παρατηρητής. Αποτέλεσμα; Μύλος, εκτός κι αν ο αναγνώστης έχει δοθεί στο βιβλίο ψυχή τε και σώματι. Εγώ πάντως δεν μπόρεσα να το κάνω.

Κάποτε έρχεται λοιπόν το αντίο (διαλύονται οι οικογένειες, συντελούνται η δολοφονία και η αυτοκτονία), χωρίς να έρθει κανένα αύριο. Κι όταν τελικά έρχεται και το αύριο, συμπυκνώνεται στη φευγαλέα συνάντηση των δύο αγοριών (των δύο φίλων του οπισθοφύλλου) στον διάδρομο ενός σχολείου της πόλης, που κάνει το ένα από τα δύο να μετανιώνει που δεν μίλησε στο άλλο και το άλλο να αποφασίζει να μετεγγραφεί σε άλλο σχολείο. Άδοξο τέλος για μια ιστορία που θα είχε χώρο για δράματα, ψυχογραφικές αναλύσεις, δυνατές σκηνές. Τίποτε όμως από αυτά δεν υπάρχει στο βιβλίο. Δεν είναι απλώς ότι δεν έχει την «εύκολη page turner λογική της αγωνίας της πλοκής», όπως διάβασα στην κριτική του Βασίλειου Δρόλια. Είναι ότι πρόκειται για μία εντελώς επίπεδη γραμμή καρδιακού παλμού. 
 
Για να το πω αλλιώς: τα γεγονότα που συντελούνται τελικά (τα οποία εκτίθενται στην αρχή του βιβλίου) ρίχνουν τόσο βαριά σκιά σε ό,τι προηγήθηκε (ή ό,τι έπεται στο συγκεκριμένο βιβλίο) που το θολώνουν ανεπανόρθωτα, σαν να το τοποθετούν σε έναν ορίζοντα τόσο μακρινό που ο αναγνώστης να καταλήγει να νιώθει πως δεν τον αφορά. Δυστυχώς, βέβαια, δεν είναι σπάνιο το φαινόμενο βιβλία που έχουν βραβευθεί και γραφτεί διθυράμβους γι’ αυτά να αποδεικνύονται από βαρετά μέχρι απροσπέλαστα... όλοι μας έχουμε τέτοιες εμπειρίες.

Ωστόσο, η μετάφραση του Παναγιώτη Κεχαγιά είναι εξαιρετική. Αποδίδει και την παραμικρή διακύμανση του τόνου του συγγραφέα σε στρωτή γλώσσα. Θα ήταν καλό πάντως οι εκδόσεις να είχαν προβλέψει και έναν διορθωτή, δεν είναι δυνατόν να τα περιμένουν όλα από τον μεταφραστή. Το λέω αυτό χωρίς να έχω σημειώσει σημαντικά γλωσσικά λάθη ή κάτι άλλο κραυγαλέο, αλλά επειδή παρατήρησα αρκετά στοιχεία που δεν ήταν απαραίτητα για μια ολοκληρωμένη διατύπωση και ξεχείλωναν ανεπαίσθητα το κείμενο. Υπερβολές, φυσικά, και η προσωπική διαστροφή μου με την οικονομία στα νοήματα, αλλά, όπως λένε και οι Γερμανοί, «ο διάβολος κρύβεται στη λεπτομέρεια». Κι αυτό είναι κάτι που αγνοούν συστηματικά οι εκδότες στις μέρες μας. 

Χριστίνα Λιναρδάκη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου