Παρασκευή, 9 Οκτωβρίου 2020

Ο παγωμένος χρόνος στα ποιήματα της Louise Glück, νικήτριας του φετινού Νόμπελ λογοτεχνίας

Από τη στιγμή που ανακοινώθηκε το όνομα του νικητή, άρχισαν να γράφονται ενδιαφέροντα πράγματα για τη Louise Glück, ανοίγοντας παράθυρα στο κοινό για να πλησιάσει αυτή την ιδιότυπη δημιουργό και να μπει στο ποιητικό της σύμπαν. Ένα ιδιότυπο σύμπαν κατ’ εικόνα της και καθ’ ομοίωσιν και ιδιαίτερο, μαγικό σχεδόν, λόγω αυτής της αίσθησης του παγωμένου χρόνου που κυλάει από τους στίχους της. Δεν ξαφνιάζεται κανείς βέβαια για όλα αυτά, δεν κερδίζει το Νόμπελ ο πάσα εις.

Η Louise Glück έχει λόγο ευθύ, στοιχειωμένο και εξημερωμένο ταυτόχρονα, και η ποίηση που γράφει σ’ αυτό το πλαίσιο είναι το αποτέλεσμα, η συνθήκη και η συνέπεια αυτής της θεμελιώδους αντίφασης. Δεν είναι η πρώτη φορά που θα γράψει κάποιος για έναν ποιητή ότι έχει το δικό του σύμπαν (και πώς αλλιώς…;), αυτό όμως που διαφοροποιεί τα πάντα εδώ είναι το σκληρό κλινικό φως που φωτίζει κάθε στίχο. Η Glück δεν αφήνει σκέψεις να αιωρούνται στο ημίφως και να κινούνται στις σκιές, τις βγάζει έξω στο φως. Σ’ αυτό το παγωμένο φως που φτάνει και στην τελευταία γωνία ξεδιπλώνεται όλο το μεγαλείο του ανεπαίσθητου, αυτού που συνήθως ξεγλιστράει από τις λέξεις που επιχειρούν να το απεικονίσουν, φεύγει και χάνεται. Στην ποίηση της Louise Glück τα πράγματα είναι εμφανή, τα συναισθήματα, παλιά και καινούρια χαρτογραφημένα, η συγκίνηση σχεδόν τρομακτική. Πόσο εύκολο είναι να αντιμετωπίσει κανείς τις μύχιες σκέψεις του όταν τις βλέπει ευθεία μπροστά του, είναι ένα από τα ερωτήματα-κλειδιά που με ακολουθούν σταθερά από το πρώτο ποίημα. Δεν έχω απάντηση φυσικά.

Από όλα όσα έχουν γραφτεί, η προσωπική μου σκέψη αγκιστρώνεται στον παράγοντα της επαφής με τον αναγνώστη, της οποίας η καταλυτική αμεσότητα γεννάει προσμονή για τον επόμενο στίχο, για το επόμενο ποίημα, φόβο σχεδόν για το πού θα ακουμπήσει η ποιήτρια τη ματιά της την επόμενη στιγμή: δεν υπάρχει τρόπος να το προβλέψεις. Η συγκίνηση κλιμακώνεται, τα προσωπικά ερωτήματα και οι θαμμένες αναμνήσεις του καθενός κινδυνεύουν να αναδυθούν στο συνειδητό, η ανάγνωση συνεχίζεται με τον αναγνώστη να τραβάει σιγά σιγά το νήμα από τη μία λέξη στην άλλη.

Δεν είναι η πρώτη φορά που συναντάει κανείς αυτοβιογραφική ποίηση όπως της Glück, για την ακρίβεια δεν είναι η πρώτη φορά που συναντάει κανείς οτιδήποτε γενικώς. Τι συμβαίνει και η συγκεκριμένη μπαίνει κατευθείαν στο μυαλό και παίρνει προσωπικές διαστάσεις; Δύσκολο να το εντοπίσει κανείς. Μια ποιήτρια που εκθέτει εαυτόν στην πρώτη γραμμή της δημιουργικής διαδικασίας και χτίζει ένα πολυδιάστατο εγώ σε αέναη εναλλαγή θέσεων και στάσης είναι ίσως το κλειδί για την ταύτιση, τον ενδόμυχο συγχρονισμό σκέψεων ανάμεσα σε δημιουργό και αποδέκτη. Θα μπορούσε η τοποθέτηση της δικής της ύπαρξης πάνω στο χαρτί να αποτελέσει τον αποτελεσματικότερο τρόπο για να επιτύχει την αποστασιοποίηση και τελικά την καλύτερη κρυψώνα; Τα ερωτήματα συσσωρεύονται, και οι απαντήσεις αφορούν όλο και περισσότερο το ατομικό περίγραμμα του καθενός από μας.

Η Louise Glück μιλάει με τον απλούστερο δυνατό τρόπο και όμως, οι λέξεις της απομακρύνονται αστραπιαία από το πρώτο τους νόημα, την πρώτη τους έννοια, ώστε να αποτελέσουν μέρος μιας πραγματικότητας που ιχνηλατείται από την αρχή. Και η στατικότητα που παράγεται από μια σχεδόν αποκλειστικά κυκλική προσέγγιση του χρόνου είναι τελικά το στοιχείο εκείνο που μας κρατάει κλειδωμένους όλους, ποιήτρια και αναγνώστες σε μια κομματιασμένη απεικόνιση της εσωτερικής και της εξωτερικής πραγματικότητας που μας περιβάλλει, μέχρι τη στιγμή που οι σκέψεις μας βρίσκουν τις σωστές τους διαστάσεις και ο φόβος χάνεται, κυνηγημένος από κάθε λέξη.

Παραθέτουμε μια επιλογή των ποιημάτων στα οποία σταθήκαμε:

The Night Migrations 

This is the moment when you see again
the red berries of the mountain ash
and in the dark sky
the birds' night migrations.

It grieves me to think
the dead won't see them—
these things we depend on,
they disappear.

What will the soul do for solace then?
I tell myself maybe it won't need
these pleasures anymore;
maybe just not being is simply enough,
hard as that is to imagine.


Οι νυχτερινές αποδημίες

Αυτή είναι η στιγμή που βλέπεις ξανά
τα κόκκινα μούρα στη στάχτη του βουνού
και στον σκοτεινό ουρανό
των πουλιών τις νυχτερινές αποδημίες.

Με θλίβει που σκέφτομαι
πως οι νεκροί δεν θα τα δουν αυτά –
τα πράγματα από τα οποία εξαρτιόμαστε,
εξαφανίζονται.

Πού θα βρει η ψυχή παρηγοριά λοιπόν;
Λέω στον εαυτό μου ότι ίσως δεν θα χρειάζεται
τέτοιες πια ευχαριστήσεις·
ίσως το να μην είμαστε πια απλώς να αρκεί,
όσο δύσκολο κι αν είναι να το συλλάβεις.

*

The Drowned Children

You see, they have no judgment.
So it is natural that they should drown,
first the ice taking them in
and then, all winter, their wool scarves
floating behind them as they sink
until at last they are quiet.
And the pond lifts them in its manifold dark arms.

But death must come to them differently,
so close to the beginning.
As though they had always been
blind and weightless. Therefore
the rest is dreamed, the lamp,
the good white cloth that covered the table,
their bodies.

And yet they hear the names they used
like lures slipping over the pond:
What are you waiting for
come home, come home, lost
in the waters, blue and permanent.


Τα πνιγμένα παιδιά

Βλέπετε, δεν έχουν κρίση.
Είναι λοιπόν φυσικό να πνιγούν,
πρώτα ο πάγος τα ρουφάει
και μετά, όλο τον χειμώνα, τα μάλλινα κασκόλ τους
επιπλέουν πίσω τους καθώς βουλιάζουν
ώσπου επιτέλους κάθονται ήσυχα.
Και η λιμνούλα τα σηκώνει στα αναρίθμητα σκοτεινά της χέρια.

Όμως ο θάνατος πρέπει να τα βρει αλλιώς,
τόσο κοντά στην αρχή.
Σαν να ήταν πάντα
τυφλά και χωρίς βάρος. Άρα
τα υπόλοιπα είναι όνειρο, η λάμπα,
το καλό λευκό ύφασμα που κάλυπτε το τραπέζι,
τα κορμιά τους.

Ωστόσο ακούν τα ονόματα που χρησιμοποιούσαν
σαν δέλεαρ που γλιστρά πάνω από τη λιμνούλα:
Τι περιμένετε
γυρίστε σπίτι, γυρίστε σπίτι, χαμένα
στα νερά, μπλε και διαρκή.

*

Celestial Music

I have a friend who still believes in heaven.
Not a stupid person, yet with all she knows, she literally talks to God.
She thinks someone listens in heaven.
On earth she's unusually competent.
Brave too, able to face unpleasantness.

We found a caterpillar dying in the dirt, greedy ants crawling over it.
I'm always moved by disaster, always eager to oppose vitality
But timid also, quick to shut my eyes.
Whereas my friend was able to watch, to let events play out
According to nature. For my sake she intervened
Brushing a few ants off the torn thing, and set it down
Across the road.

My friend says I shut my eyes to God, that nothing else explains
My aversion to reality. She says I'm like the child who
Buries her head in the pillow
So as not to see, the child who tells herself
That light causes sadness-
My friend is like the mother. Patient, urging me
To wake up an adult like herself, a courageous person-

In my dreams, my friend reproaches me. We're walking
On the same road, except it's winter now;
She's telling me that when you love the world you hear celestial music:
Look up, she says. When I look up, nothing.
Only clouds, snow, a white business in the trees
Like brides leaping to a great height-
Then I'm afraid for her; I see her
Caught in a net deliberately cast over the earth-

In reality, we sit by the side of the road, watching the sun set;
From time to time, the silence pierced by a birdcall.
It's this moment we're trying to explain, the fact
That we're at ease with death, with solitude.
My friend draws a circle in the dirt; inside, the caterpillar doesn't move.
She's always trying to make something whole, something beautiful, an image
Capable of life apart from her.
We're very quiet. It's peaceful sitting here, not speaking, The composition
Fixed, the road turning suddenly dark, the air
Going cool, here and there the rocks shining and glittering-
It's this stillness we both love.
The love of form is a love of endings.


Ουράνια μουσική

Έχω μια φίλη που πιστεύει ακόμη στον ουρανό.
Δεν είναι καμιά ηλίθια, ωστόσο με τα λίγα που ξέρει, κυριολεκτικά μιλά με τον Θεό.
Πιστεύει πως κάποιος την ακούει στους ουρανούς.
Στη γη είναι συνήθως επαρκής.
Και γενναία, ικανή να αντιμετωπίζει δυσάρεστες καταστάσεις.

Βρήκαμε μια κάμπια μισοπεθαμένη στο χώμα, λαίμαργα μυρμήγκια να σκαρφαλώνουν πάνω της.
Πάντα συγκινούμαι με την καταστροφή, πάντα πρόθυμη να εναντιωθώ στη ζωντάνια
Αλλά και άτολμη, σφαλίζω τα μάτια γοργά.
Ενώ η φίλη μου μπορούσε να κοιτάζει, να αφήνει τα γεγονότα να ξετυλίγονται
Καταπώς θέλει η φύση. Για χάρη μου παρενέβη
Διώχνοντας μερικά μυρμήγκια από το ξεσκισμένο πράγμα, για να το αφήσει
Από την απέναντι μεριά του δρόμου.

Η φίλη μου λέει ότι κλείνω τα μάτια μου στον Θεό, ότι τίποτε άλλο δεν εξηγεί
Την αποστροφή μου για την πραγματικότητα. Λέει ότι είμαι σαν το παιδί που
Θάβει το κεφάλι του στο μαξιλάρι
Για να μη βλέπει, το παιδί που λέει στον εαυτό της
Ότι το φως προξενεί λύπη-
Η φίλη μου είναι σαν τη μητέρα. Υπομονετική, με παροτρύνει
Να γίνω ενήλικη σαν εκείνη, έναν άνθρωπο θαρραλέο –

Στα όνειρά μου, η φίλη μου με μαλώνει. Περπατάμε
Στον ίδιο δρόμο, μόνο που είναι τώρα χειμώνας,
Μου λέει ότι όταν αγαπάς τον κόσμο ακούς ουράνια μουσική:
Κοίτα ψηλά, μου λέει. Όταν κοιτώ ψηλά, δεν υπάρχει τίποτα.
Μόνο σύννεφα, χιόνι, μια λευκή ασχολία στα δέντρα
Σαν νύφες που πηδούν από μεγάλο ύψος –
Μετά φοβάμαι για κείνη· τη βλέπω
Πιασμένη σε ένα δίχτυ που έχουν πετάξει επίτηδες πάνω στο χώμα –

Στην πραγματικότητα, καθόμαστε στην άκρη του δρόμου και κοιτάζουμε τον ήλιο που δύει·
Από καιρού εις καιρόν, τη σιωπή διαπερνά η φωνή ενός πουλιού.
Είναι η στιγμή που προσπαθούμε να εξηγήσουμε το γεγονός
Ότι είμαστε άνετες με τον θάνατο, με τη μοναξιά.
Η φίλη μου σχεδιάζει έναν κύκλο στο χώμα· μέσα του, η κάμπια μένει ακίνητη.
Πάντοτε προσπαθεί να κάνει τα πράγματα ολόκληρα, όμορφα, μια εικόνα
Ικανή για ζωή πέρα από την ίδια.
Είμαστε σιωπηλές. Είναι γαλήνια εδώ που καθόμαστε, χωρίς να μιλάμε. Η σύνθεση
Σταθερή, ο δρόμος να γίνεται ξαφνικά σκοτεινός, ο αέρας
Να ψυχραίνει, εδώ κι εκεί οι βράχοι να γυαλίζουν και να λαμπυρίζουν –
Είναι αυτή η ακινησία που αγαπάμε και οι δύο.
Η αγάπη της μορφής είναι η αγάπη των καταλήξεων.


Πηγές (με τη σειρά που εμφανίζονται τα ποιήματα): poets.org, poetryfoundation.org, poemhunter.com. 


 Κρις Λιβανίου (κείμενο)
                                                                                                     Χριστίνα Λιναρδάκη (μετάφραση)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου