Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2020

Σφηνάκια Οκτωβρίου: ένα ελληνικό και ένα ξένο βιβλίο

 


«Ταξιδεύοντας σε ξένη γη» του David Park

Αυτό το βιβλίο θα χρειαζόταν μια κανονική ανάρτηση και ο λόγος που δεν την κάνω είναι ότι δεν άντεξα να διαβάσω τις τελευταίες 30 περίπου σελίδες. Η γραφή του David Park είναι απλά εκπληκτική: ο τρόπος που περιγράφει τα τοπία και τις συναισθηματικές διακυμάνσεις των ηρώων, ο τρόπος που απλώνει την πλοκή, το παγωμένο σκηνικό που σχηματίζει τον κόσμο στον οποίο κινείται ο πατέρας (αλλά και τον εσωτερικό του κόσμο) είναι πραγματικά μοναδικά. Ο αναγνώστης αισθάνεται μεγάλη ασφάλεια διαβάζοντας το βιβλίο (αισθάνεται ότι το έχει γράψει ένας σοβαρός συγγραφέας που δεν πειραματίζεται πάνω στην κασίδα του) και αυτή η ασφάλεια είναι πολύ σημαντική, γιατί αποτελεί τη βάση από την οποία μπορεί κάποιος να αφεθεί για να συγκινηθεί ή ακόμη και να εκστασιαστεί. Και τα δύο είναι εξίσου πιθανά στο συγκεκριμένο βιβλίο - και δικαιολογημένα.

Μέχρι τη στιγμή που γίνεται αβάσταχτο. Ειλικρινά τα μάτια μου δεν σταματούσαν να κλαίνε διαβάζοντας τον σπαραγμό του πατέρα, ο οποίος ξεκίνησε ένα μεγάλο ταξίδι μέσα στην παγωμένη χώρα του προκειμένου να πάρει τον μικρότερο γιό του από την πόλη όπου σπουδάζει και να τον φέρει σπίτι για τα Χριστούγεννα. Ο σπαραγμός του βέβαια δεν αφορά αυτόν τον γιο που σπουδάζει, δεν αφορά την κόρη του ούτε καν τη γυναίκα του. Αφορά μόνο τον ίδιο, βαθιά τον ίδιο, και τον μεγαλύτερο γιο, τον οποίο έδιωξε από το σπίτι γιατί είχε κυλήσει στα ναρκωτικά και είχε γίνει απειλή για την υπόλοιπη οικογένεια. Πώς μπορεί όμως να ζήσει κανείς με τον εαυτό του, αν διώξει το παιδί του από το σπίτι;  Απλώς δεν μπορεί. Ο λυγμός του πατέρα είναι τόσο σπαρακτικός που πραγματικά δεν άντεξα την ένταση. Και τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές είμαι έτοιμη να κλάψω. Οι τελευταίες 30 σελίδες είναι για πραγματικά δυνατούς αναγνώστες. Το υπόλοιπο βιβλίο είναι μια απόλαυση για όλους.

Χριστίνα Λιναρδάκη


«Πέντε στάσεις» του Μάκη Τσίτα

Οι Πέντε στάσεις είναι μια νουβέλα-μονόλογος που στις 75 σελίδες της εξελίσσεται ραγδαία, σχεδόν με μία ανάσα. Το μεγάλο τεχνικό πλεονέκτημα που προσφέρει ο μονόλογος είναι ότι επειδή όλα συμβαίνουν στο κεφάλι του ανθρώπου που μιλάει ή που σκέφτεται, ο χρόνος (εδώ ο αφηγηματικός) συστέλλεται και διαστέλλεται κατά το δοκούν. Μεγάλη υπόθεση αυτό, γιατί ο αναγνώστης ακολουθεί κατά πόδας τις πορείες που καταγράφει ο νους του πρωταγωνιστή και μπαίνει αβίαστα σε ένα γρήγορο ρυθμό εναλλαγής γεγονότων και συναισθημάτων.

Η Τασούλα δίνει μια κατακερματισμένη εικόνα της ζωής της σε μια αφήγηση τόσο γρήγορη που τελικά πετυχαίνει να αναιρέσει το πέρασμα του χρόνου. Mιλάει με σφυριές και με μια βιασύνη να τα προλάβει όλα, να βρει το δίκιο της και ταυτόχρονα να προσπαθήσει να αποδεχτεί τις επιλογές που έκανε όλα αυτά τα χρόνια, και κυρίως τις συνέπειές τους. Προφορικός λόγος και μια ιστορία χωρίς πρωτοτυπία συνθέτουν τις Πέντε στάσεις, η τρυφερότητα παρόλα αυτά δεν λείπει, και στο τέλος είναι αυτή που δίνει την όποια ιδιαιτερότητα στο κείμενο.

Δεν είναι σαφές σε ποιον απευθύνεται η Τασούλα όταν αφηγείται την ζωή της. Ο αποδέκτης του μονολόγου είναι σιωπηλός, μπορεί να μην είναι άλλος από το ίδιο της το μυαλό, μπορεί να είναι όλοι εμείς που πιθανότατα έχουμε ξανακούσει μια ιστορία σαν τη δική της. Η Τασούλα μιλάει για να βάλει τις σκέψεις της σε τάξη, όπως όλοι μας. Να δικαιολογήσει τις επιλογές και τα λάθη, να εξηγήσει τις ματαιώσεις. Και να αποδεχτεί ότι το παρελθόν είναι αυτό που είναι και θα το κουβαλάει μαζί της πάντα. Το βλέπει αυτό και σχεδόν ξαφνιάζεται, γιατί μέχρι και πριν τον θάνατο του άντρα της, τον θεωρούσε υπαίτιο όλων των δεινών, παρόλα αυτά όταν εκείνος πεθαίνει, συνειδητοποιεί ότι τίποτα δεν άλλαξε σε ό,τι συμβαίνει μέσα της: οι λάθος αποφάσεις και τα αδιέξοδα της ανήκουν όλα.

Οι χαρακτήρες παρόλη την προσπάθεια του συγγραφέα να τους δώσει ειδικό βάρος, παραμένουν μονοδιάστατοι, όχι όμως κενοί. Και μπορεί στο κείμενο να μην υπάρχει πρωτοτυπία, αλλά δεν βαριέται κανείς να το διαβάζει. Η ανατροπή που ίσως θα άλλαζε την εικόνα δεν έρχεται, και μετά το τέλος της ανάγνωσης οι ήρωες χάνονται στο πλήθος.

Κρις Λιβανίου 



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου