Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2020

"Οι ρετσίνες του βασιλιά" του Ισίδωρου Ζουργού

Αν υποθέσουμε ότι συγγραφείς και αναγνώστες συνηθίζουν να συναντιούνται στις διάφορες γωνίες της ζωής τους για να ξαναπιάσουν το νήμα μιας κουβέντας αφημένης στη μέση μετά το εκάστοτε τελευταίο έργο, τότε Οι ρετσίνες του βασιλιά είναι για μένα μια αφορμή συζήτησης που ξετυλίγεται εδώ και χρόνια, από τότε που ασχολήθηκα με την Αηδονόπιτα για την «Ομπρέλα» του Μάκη Αποστολάτου.

Η γραφή του Ισίδωρου Ζουργού είναι λεία, χωρίς αναταράξεις στην επιφάνεια, οικεία. Είναι ιδιαίτερα προσεκτικός με την συνολική εικόνα της δομής και αποφεύγει τις απρόοπτες κινήσεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε παραπατήματα και ανισορροπίες. Η άλλη όψη βέβαια αυτού του προσεκτικού βηματισμού είναι η απουσία ρίσκου, η αναμονή εκείνου του ξαφνιάσματος που θα έκανε όλη τη διαφορά και που τελικά δεν συμβαίνει, αν και δούλεψε εξαιρετικά σε προηγούμενα βιβλία του: οι ιστορικές ανατροπές στην Αηδονόπιτα, ο Καραγάτσης με τον Γιούγκερμαν στις Λίγες και Μία νύχτες. Στις ρετσίνες του βασιλιά λείπει η σπίθα, το θάρρος που είχε επιδείξει ο Ζουργός σε προηγούμενα κείμενα να βγει από την πεπατημένη.

Ο συγγραφέας στήνει ολόκληρο το μυθιστόρημα πάνω στον Βασιλιά Ληρ, τόσο σε επίπεδο δομής, όσο και πλοκής και χαρακτήρων: οι αναφορές, άλλες εμφανείς και άλλες λιγότερο, είναι ο βασικός πυλώνας, ταυτόχρονα πηγή έμπνευσης και επιχείρηση επαναπροσέγγισης ενός έργου που έχει διαβαστεί, μελετηθεί και χρησιμοποιηθεί όσο λίγα. Δεν χωρεί καμία αμφιβολία ότι αυτό γίνεται ηθελημένα, ο Ζουργός χρησιμοποίησε τον βασιλιά του Σαίξπηρ για να χτίσει και να δώσει πνοή στον δικό του. Αλλά και το ίδιο το κείμενο ακολουθεί δομή ανάλογη του θεατρικού με διαχωρισμό σε ενότητες που παραπέμπουν σε πράξεις, με λίστα των προσώπων στην αρχή του, με τα ονόματα των πρωταγωνιστών που αν και δεν είναι ίδια, τελικά δεν διαφέρουν και τόσο πολύ. Υπάρχουν μάλιστα και οι χαρακτηριστικές δύο πλοκές, η βασική και η δευτερεύουσα που εκτυλίσσονται παράλληλα, και μάλιστα ακολουθώντας συγγενείς πορείες. Δεν βλέπω το νόημα να αναφέρω μία-μία τις συνδέσεις ανάμεσα στα δύο έργα, είναι πολλές και απολύτως υπολογισμένες. Προτιμώ αντίθετα να επικεντρωθώ στο αποτέλεσμα: τα κοινά χαρακτηριστικά, οι συμπεριφορές και τελικά οι τόσο παραπλήσιες ταυτότητες είναι η αιτία που τα πρόσωπα, τόσο ο Λεόντιος Έξαρχος όσο και οι κόρες του να μην καταφέρουν να απογαλακτιστούν από το «μητρικό» κείμενο, να μην μπορέσουν να πετάξουν με τα δικά τους φτερά και να ανιχνεύσουν τα δικά τους προσωπικά όρια. Αντίθετα, εγκλωβίζονται σε ένα περίγραμμα που δεν είναι το δικό τους, φαντασματικές σκιές ηρώων κλειδωμένων σε άλλο κείμενο και σε ένα λογοτεχνικό σύμπαν φτιαγμένο μόνο για τους ίδιους.

Τα κλασικά πλέον twists στις πλοκές του Ζουργού αποδεικνύονται το οξυγόνο που έχουν ανάγκη οι ρετσίνες του βασιλιά, και είναι αυτά που τελικά επιτρέπουν στο κείμενο να σταθεί σε ένα βαθμό στα δικά του πόδια. Το στοιχείο της έκπληξης που δίνει στα πρόσωπα την ευκαιρία και την δυνατότητα να αποπειραθούν μια δική τους πορεία είναι ένας σταθερός άξονας γραφής για τον Ζουργό, και σε ό,τι με αφορά ο βασικός λόγος που επιστρέφω πάντα στην καινούρια περιπέτεια. Με τον Μάκη τον Αποστολάτο, που θεωρούσε ότι η Αηδονόπιτα ήταν επί της ουσίας το κείμενο αναφοράς, διαφωνώ ακόμα, και η κουβέντα μου μαζί του θα περιλάβει κι άλλα κεφάλαια παρόλο που πλέον μας χωρίζουν κόσμοι εδώ και χρόνια.

Ο μη απογαλακτισμός των ηρώων τούς στερεί την πειστικότητα, αναγκάζει αυτούς, μυθιστορηματικές οντότητες, να μιλούν με απροκάλυπτα συγκαλυμμένη θεατρική γλώσσα, σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα άκαμπτη και στενή, και να χάνουν στην πορεία την αυθόρμητη δική τους. Χάνουν την ειλικρίνειά τους τελικά. Ο Ζουργός έφτιαξε ήρωες που στο τέλος δεν πάνε πουθενά ούτε σε ρεαλιστικό αλλά ούτε και σε φαντασιακό επίπεδο. Δεν τους έδωσε τις δυνατότητες παρόλο που στην πλοκή τούς παρείχε τις ευκαιρίες, ούτε την ελευθερία που κατά μία έννοια τους χρωστούσε, και τους αφήνει να διαγράφουν στενούς κύκλους πάνω από άλλα κείμενα, από άλλες σαιξπηρικές ιστορίες. Βαλτωμένοι ήρωες όμως δημιουργούν και ακίνητους αναγνώστες, και συγγραφείς ίσως.

Σε αντίθεση με προηγούμενα έργα του, στις ρετσίνες του βασιλιά ο Ζουργός χρησιμοποιεί ένα σχεδόν απροκάλυπτο, λευκό φως χειρουργείου για να εκθέσει πρόσωπα και συγκινήσεις. Οι σκοτεινές πτυχές και οι γκρίζες ζώνες των ανθρώπων υπάρχουν μόνο ως εργαλεία πλοκής, στην διάθεσή του για να εκτεθούν σε δεδομένη στιγμή και να στηρίξουν τις ανατροπές και όχι ως πρωτογενές στοιχείο της ανθρώπινης υπόστασής τους, που θα τους κατοχύρωνε την μυθιστορηματική αλήθεια που τόσο έχουν ανάγκη. «Τα συμφέροντα και οι έρωτες πρέπει να μένουν στο μισοσκόταδο, δεν είναι να τα ξεγυμνώνουν τα μυθιστορήματα»[1], γράφει ο ίδιος στις Λίγες και μία νύχτες. Στις ρετσίνες του βασιλιά άλλαξε γνώμη, και έτσι μάλλον χάθηκε η ουσία των ηρώων στον αέρα των σελίδων.

Στο εκδοτικό σημείωμα που υπάρχει στον τέλος του βιβλίου η εκδότρια μιλάει για την λιτή και αφαιρετική γλώσσα του συγγραφέα σε σύγκριση με τα προηγούμενα έργα του, προσωπικά συμφωνώ απολύτως. Κατά πόσο αυτό λειτουργεί υπέρ του αποτελέσματος είναι μια επόμενη ερώτηση. Κάπου σ’ αυτή την αλλαγή, στην μετατόπιση του κέντρου βάρους της έκφρασης προς κάτι πιο στεγνό αν θέλουμε, κατά την γνώμη μου χάθηκε η μαγεία, η ποιητικότητα και τελικά το πάθος του συγγραφέα, αυτή η δύναμη που τον έκανε να μην διστάζει να γράψει με ρίσκο. Ρίσκο στην πλοκή, αλλά και στους ανθρώπους, στις συγκινήσεις τους, και τελικά στις δικές μας. Κακά τα ψέματα, χωρίς ρίσκο, τα ταξίδια όλων μας περιορίζονται τελικά… εντός λεκανοπεδίου.

 
Κρις Λιβανίου

[1] Ισίδωρος Ζουργός, Λίγες και μία νύχτες, εκδ. Πατάκη, Αθήνα, 2017, σελ. 211.

 




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου