Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2020

Άλλη μια περιπλάνηση μετά τη βροχή: συμπληρώθηκαν 10 χρόνια από τον θάνατο του Μάκη Αποστολάτου

Ο Μάκης Αποστολάτος ήταν ένας άνθρωπος ιδιαίτερος που βοηθούσε όσους έψαχναν να βρουν ένα βήμα για να εκφραστούν. Εκδότης του λογοτεχνικού περιοδικού Ομπρέλα το οποίο, ψηφιοποιημένο πια, εξακολουθεί να αποτελεί βοήθημα πολλών νέων ερευνητών, έπαιρνε κοντά του τους ανθρώπους στους οποίους πίστευε. Κάπως έτσι η Ομπρέλα έγινε ο τόπος συνάντησης τεσσάρων από τους πέντε βασικούς συντάκτες αυτού εδώ του ιστολογίου: της Χριστίνας Λιναρδάκη, της Κρις Λιβανίου, της Κατερίνας Τσιτσεκλή και της Ήλιας Λούτα. Αντί άλλου μνημοσύνου για την επέτειο των δέκα ετών από τον θάνατό του, λοιπόν, γράφουμε για τον Μάκη Αποστολάτο και το έργο του.

*
Η ανθρωποκεντρική και κοινωνική ποίηση του Μάκη Αποστολάτου είναι ένα παράξενο κράμα από λάσπη και ουρανό, μας φέρνει ενώπιους ενωπίω με οράματα διάτρητα που περιμένουν ακόμα να δικαιωθούν. Αν συχνά καταφεύγει σε μια γλώσσα αιχμηρή, το κάνει για να καταγγείλει τους φυγάδες των ιδανικών που προσπαθούν να «ξεχάσουν», μέσα στον συμβιβασμό του καθημερινού βολέματος, την άρνηση που εξανεμίζεται στον κόμπο της γραβάτας, στα λουστρίνια του συμβιβασμού και για να αφυπνίσει τον αναγνώστη. Στο βάθος της ποίησής του λιμνάζει η ευαισθησία, η αγάπη για τον άνθρωπο και ένας λεηλατημένος ρομαντισμός, κάθε που το βλέμμα του συναντά το βλέμμα του «καταχθόνιου αλήτη» που σου μεταμοσχεύει ως το μεδούλι ουτοπία, τις μάζες που χάνονται κάθε πρωί στο μάνταλο της φάμπρικας, τα πεζοδρόμια που πέτρωσαν οι ορίζοντες λαθραίων μικρεμπόρων. 

Επιθυμεί να φανερώσει, πίσω από την προκυμαία που βούλιαξε η σχεδία των ονείρων, τους μεγαλέμπορους και τους εξουσιαστές αυτού του κόσμου. Ο ποιητής τάσσεται με τους ηττημένους, τους περιθωριακούς, μόνο στις φτωχογειτονιές της πόλης το βλέμμα των ανθρώπων έχει αυθεντικότητα... Οι σκέψεις και οι στίχοι που αναφέρονται εδώ, αντλούνται από την ποιητική του συλλογή Ο λαιμοδέτης του Αζώρ (1982). 

Στην Απεργία των Αγγέλων (1989), η γλώσσα του γίνεται λιγότερο αιχμηρή, πιο τρυφερή. Η παρουσία στην ποίησή του ουράνιων πλασμάτων – κυρίαρχου υπερρεαλιστικού στοιχείου – θα της προσδώσει ένα στοιχείο μαγικό, μια μυστικιστική διάσταση που θα την κάνει να ίπταται και να κοινωνεί το όνειρο, ενώ θα παραμένει παρόλα αυτά βαθιά ριζωμένη στην πραγματικότητα. Ο ποιητής θα πετάξει με τα φτερά του έρωτα και συνενόχους τους αγγέλους των αισθήσεων προς το Ιόνιο σε μια επιστροφή στις ρίζες του. Εδώ, ο λυρισμός του – αναπόσπαστο κομμάτι της ποιητικής παράδοσης του Ιονίου – θα κυριαρχήσει έντονα, κάνοντας κάποιους στίχους του να υποκύψουν στη σαγήνη της ομοιοκαταληξίας και εκείνον να υμνήσει τον θείο έρωτα: 

Γεμίζει η κούπα σου νερό θαλασσινό / ο ήλιος πίνει να στραγγίσει το κορμί σου / αν θα στερέψει πίνω αμίλητο νερό / και κάνω κόμπο στο λαιμό μου την φωνή σου... 

Ωστόσο μιλάει για την ίδια πραγματικότητα, αλλά τώρα στο τραγούδι της ζωής έρχεται να προστεθεί η ύπαρξη, η ομορφιά αλλά και η απώλεια του έρωτα. Τώρα η υπαρξιακή αγωνία βαραίνει τις φτερούγες του αγγέλου του καθώς τις νύχτες μετράει στα δάχτυλα... όχι όσες μέρες του απόμειναν / μα τις στιγμές του έρωτα που έχασε. 

Ωστόσο δεν παραλείπει να εντάξει στους στίχους του το κοινωνικό του όραμα, καθώς: 

...Ταξιαρχίες αγγέλων – πεθαμένων παιδιών εισβάλλουνε στις αίθουσες των συνεδρίων/ τις μετατρέπουν σε παιδικές χαρές/ κάνουνε γήπεδα τα πεδία βολής/ ανατρέπουν τις εστίες θανάτου εξ εφόδου. 

Ο έρωτας παίζει μεγάλο ρόλο στη ζωή του ποιητή, κρατάει το πάθος για το όραμά του ζωντανό. Στην Ολονυχτία ή το Αλφαβητάριο του Έρωτα, η ιδανική γυναίκα γίνεται μέσα του ολάκερη ήπειρος, τον ταξιδεύει, μαζί της βιώνει το ένυλό του όραμα: ευωδιάζει Κούρο Σίβο και Ακτές του Μεξικού, το Ρεύμα του Κόλπου σου·του θυμίζει τη λατρεμένη χώρα, την Ισπανία: Εσύ/ Άμμος/ Με αίμα/ ποτίζονται οι αγώνες. Μια Ισπανία νικητήρια όμως, όπου το όραμα ενός ελεύθερου κόσμου έχει – για μια στιγμή αιωνιότητας – θριαμβεύσει. 

...Είσαι ψευδαίσθηση λοιπόν άλλης ζωής/ ως κι η προσγείωση/ φαντάζει οφθαλμαπάτη. 

Ωστόσο, την επόμενη στιγμή το όραμά του διολισθαίνει, οι στίχοι του ναρκοθετούνται από την απουσία της που γίνεται αφορμή για να καταγγείλει μια ηθική «πλάνης», υπεύθυνη όχι μόνο για την απώλεια του έρωτα αλλά και για την ασχήμια της πραγματικότητας. 

Ο ποιητής παρομοιάζει τη φυγή της αγαπημένης του με τη φυγή της Αστάρτης, θεάς της γονιμότητας και του σαρκικού έρωτα της Ανατολικής Μεσογείου στην αρχαιότητα, η λατρεία της εξαφανίστηκε από το χριστιανισμό. 

...Στο υπέδαφος του καθωσπρεπισμού και των συμβάσεων/ έθαψες αισθήματα κι αισθήσεις/ Ψυχορραγούν σε σαρκοφάγο μιζέριας/ αργοσβήνουν. Και αλλού: …Οι μεταλαβόντες την ευπρέπεια του οίκου σου/ με διαμελίζουν. 

Η ηθική του ποιητή είναι η ηθική της φύσης, του σώματος η ελευθερία: Η φύση μας ζήτησε ν’ ανθίσει κι επανέρχομαι/ δεν της πρέπει να σέρνεται στις ράγες/ με καροτσάκι αναπηρίας

…Η καταστολή των επιθυμιών συντελείται με αίμα. 

Ο ποιητής θυμίζει ότι δεν υπάρχει περιθώριο επιστροφής για τις στιγμές που χάνονται. Στο τέλος, Κυριαρχεί η αιωνιότητα των στιγμών/ ολονυχτίες στο άπειρο. 

Στην τελευταία του ποιητική συλλογή Διαστολή και Συστολή των Σωμάτων (2010), εμφανίζεται ξανά η υπαρξιακή αγωνία που συναντάμε και στην Απεργία των Αγγέλων, μόνο πολύ πιο έντονη. 

Στην τριλογία της απώλειας, στο ποίημα με τίτλο «Του Τίγρη», γράφει: 

Άδειασαν τα σαλόνια/ κι οι ώρες γέρνουν προς το χάραμα της νάρκης/ ο τελευταίος μουσαφίρης σκοντάφτει/ στο κατώφλι της επόμενης μέρας/ γάτες αδέσποτες ακροβατούν στο έλεος./ Εσύ προσπέρασες με χάρη τους σωρούς των πιάτων/ και της δεξίωσης τα περισσεύματα/ Τα κύπελλα των βετεράνων πότισαν δεκάδες/ χείλη «ευφρόσυνων ψυχών»./ Ψάχνω της Βαβυλώνας τα ερείπια/ μέσω Βαγδάτης επί ματαίω./Σε λίγο τα ματόκλαδα θα κλείσουν επ’ αόριστον... 

Ωστόσο ο ποιητής έστω και αν κάποιες στιγμές μελαγχολεί, δεν χάνει την αγωνιστικότητά του, ούτε την κριτική του διάθεση: 

Έλεγες πως ψάχνεις το φως/ μα δε βλέπεις το φεγγάρι/ Σκορπάς αβροφροσύνες, ψεύτικα χαμόγελα/ και πολιτεύεσαι, όπως οι κύριοι στις πρεμιέρες./ Με χαιρετούρες τους κύκλους σου διευρύνεις/ ανακαλύπτεις φίλους, λιγοστεύεις τους εχθρούς/ διαθέτεις φήμη, έχεις τον τρόπο σου/ πρωταθλητής/ ―ως το λαιμό σε χοιροστάσιο. 

Στη Διαστολή και Συστολή των Σωμάτων, τα διάσπαρτα ερωτικά ποιήματα στήνουν εστίες αντίστασης κατά του θανάτου. Ο ίδιος ο τίτλος θυμίζει τη συστολή και διαστολή του σώματος που αναπνέει, της γης που ανασαίνει με την άμπωτη και την παλίρροια της θάλασσας. 

Μέσα στη συλλογή φιλοξενείται το ποίημα του «Το κόμιστρο της ουτοπίας» που αναφέρεται στην Ισπανική επανάσταση (1936-1939) και εκφράζει το κοινωνικό του όραμα που αφήνει ως παρακαταθήκη για το μέλλον, μαζί και μια υπόσχεση επιστροφής: ...Ίσως γυρίσω, αφού γεννήσουν τα ποιήματα τους ποιητές.
                                                                                                                            
                                                                                                                            Κατερίνα Τσιτσεκλή

Πηγές: 
Μάκης Αποστολάτος, 10 κείμενα για το έργο του, εκδόσεις Βακχικόν 2016
Κείμενό μου στο Περιοδικό Έρεισμα Φθινόπωρο-Χειμώνας 2000, στα πλαίσια αφιερώματος για την ποίηση του Μάκη Αποστολάτου 




Ήμουν αρκετά νέα, όταν συνάντησα για πρώτη φορά τον Μάκη. Πληθωρικό, εκρηκτικό, δυναμικό. Αρχικά, το πρώτο του, σαφώς εμφανές, ολοκάθαρα εξωτερικό χαρακτηριστικό, η αβρότητά του, ο ιδιαίτερος θαυμασμός του προς το γυναικείο φύλο. Λάτρευε να ρητορεύει με κομψές στοχευμένες φιλοφρονήσεις που έκαναν τις γυναίκες να χαμογελούν ή να γελούν! Κι έπειτα αυτή η σπιρτάδα, η οξυδέρκεια, η διαολεμένη επιμονή του, το πείσμα του και η αγάπη του για το περιοδικό. Από την αρχή μέχρι το τέλος. 

Υπήρξα φίλη του και κατά κάποιο τρόπο μαθήτριά του - δεν ξέρω αν ήμουν καλή - από την πρώτη μέχρι την τελευταία φορά της συναναστροφής μας. Με το χρόνο να κυλά αντίστροφα γι’ αυτόν, θυμάμαι την τελευταία Ομπρέλα, την πιο δύσκολη απ΄ όλες και την πιο συγκινησιακά φορτισμένη στην ολοκλήρωσή της. Μέσα από το νοσοκομείο ο Μάκης κανόνιζε όλες τις διαδικασίες έκδοσής της, τα θέματα και, επίμονα, ναι, πολύ επίμονα, βρισκόταν πάνω από όλα τα κείμενα για να τους ρίξει την τελευταία ματιά, παρά τις πολλαπλές αντικειμενικές δυσκολίες. Είχε ως συνήθως πολύ άγχος και αρκετά νεύρα, παρόλο που ήξερε πως όλα θα πήγαιναν καλά στην έκδοσή της, όπως και κάθε άλλη φορά, εξάλλου. Μονάχα που αυτή θα ήταν η τελευταία φορά. Και αυτό ήταν δεδομένο. 

Στο εξώφυλλο του περιοδικού η εικόνα καλοκαιρινή. Του άρεσε πολύ! Όλα ήταν καμωμένα όπως τις άλλες φορές, μόνο που η ομπρέλα ήταν κλειστή, σε μια αμμουδιά να απλώνει τη σκιά της στην καυτή, ίσως, άμμο, καθώς προμήνυε στους αναγνώστες – για όσους δεν ήξεραν – ότι το περιοδικό θα έκλεινε. 

Με δύο πολύ δυνατά αφιερώματα, στον Αλμπέρ Καμί και στον Ζακ Λακάν. «Γράψε κάτι και εσύ», μου είπε, και μου χάρισε τον Ξένο, «γράψε κάτι, έτσι για να μείνει». Και πράγματι έμεινε και σε μένα κάτι από το τέλος αυτής της πορείας, όχι η σημαντικότητα του κειμένου μου σαφώς, αλλά η συμμετοχή μου σε εκείνο το ταξίδι, με τις τελευταίες και πολλές εκκρεμότητες και τις τελευταίες επιθυμίες του, που κάποιες από αυτές, λίγο ίσως βιαστικά, εκπληρώθηκαν. (Αν ήταν παρών, μάλλον θα χαμογελούσε με αυτό που γράφω, γιατί αφήνω και κάποια υπονοούμενα). Έμεινε η σημαντικότητα των τελευταίων ημερών ενός ανθρώπου, που η συντροφιά του σε δένει υπαρξιακά μαζί του - για ελάχιστες ίσως στιγμές – καθώς βλέπεις πώς κλείνει τις υποθέσεις του με τη ζωή και πώς ετοιμάζεται για το θάνατο. 

Είχε μιαν έξαψη ψυχής, ένα αλλόκοτο πάθος που δεν τον εγκατέλειπε με τίποτα, ένα απαιτητικό αίσθημα δικαίου που του ζητούσε απεγνωσμένα να προλάβει κάποια πράγματα πριν φύγει. Και μια μεγάλη αγάπη γι’ αυτό που έκανε, που μεταμορφωνόταν σε εμμονή, καθώς βίωνε έντονα τα λιγοστά περιθώρια χρόνου, την αίσθηση ότι εγκαταλείπει αυτό που είχε χτίσει, ότι ο κύκλος του περιοδικού του κλείνει. Από την πρώτη του φορά που το ξεκίνησε, έφτασε ο ίδιος στην τελευταία φορά, με μεγάλη ψυχική και υπαρξιακή φόρτιση και, εν πλήρη επιγνώσει, σηματοδότησε το κλείσιμο της Ομπρέλας, το εικαστικό και το πραγματικό. Ο εκδότης, ο ιδρυτής, ο δημιουργός ανέλαβε να κόψει τον ομφάλιο λώρο. 

Και τώρα που γνωρίζουμε εκ των υστέρων πως δεν πρόλαβε να δει τυπωμένη την τελευταία έκδοση, καταλαβαίνουμε αυτήν την αίσθηση του διαχωρισμού, της διάσπασης που ένιωσε ο Μάκης. Σαν καραβάκι την έστειλε στο πέλαγος! Όμως η ψυχική και εργασιακή διεργασία της δημιουργίας της είχε ολοκληρωθεί γι’ αυτόν. Δεν παραδόθηκε στους φόβους του, δεν υποχώρησε, δεν λύγισε. Αποχαιρέτισε την ομπρέλα και αποχώρησε πανηγυρικά με την πίκρα του νικητή που εγκαταλείπει το στίβο. Μαχητικός και αγέρωχος! 

Και εγώ μια ταπεινή αφηγήτρια της ζωής των άλλων, που θεωρούσα δεδομένη και αυτονόητη τη σχέση μας, στο τέλος της ζωής του ένιωσα πως οι άνθρωποι μπορούν να φύγουν ανά πάσα στιγμή από κοντά μας και εκείνες τις μέρες, εκείνο τον καιρό, αισθάνθηκα γι’ αυτόν μιαν αλλιώτικη εγγύτητα, αντιλήφθηκα καλύτερα το εύρος της προσωπικότητάς του, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, περισσότερο από τα τόσα χρόνια γνωριμίας. 

Και απ’ ότι φαίνεται, καθώς τα χρόνια προχωρούν, μετά από δέκα, πλέον, χρόνια μάλλον εξακολουθεί να μας ενώνει, να ενώνει όλους εμάς τους πολύ νέους κάποτε, που μας στήριξε και μας έβαλε μέσα στο δικό του κόσμο, την ομπρέλα του γραπτού λόγου. Και μια ακόμη συνενωτική εμπειρία. Το τεύχος του περιοδικού δεν το πήρα από τον Μάκη αλλά από τον Λουκά Θεοχαρόπουλο. Από την παλιά παρέα!

Ήλια Λούτα



Πάνε δέκα χρόνια από τον θάνατο του Μάκη Αποστολάτου και την αναστολή της έκδοσης της Ομπρέλας, όπου «συναντηθήκαμε» για πρώτη φορά η Κρις, η Κατερίνα, η Ήλια κι εγώ. Το στίγμαΛόγου, το νέο σημείο συνάντησης τεσσάρων από τα μέλη της συντακτικής επιτροπής εκείνου του περιοδικού, ήρθε ίσως να διασώσει το καλύτερο πνεύμα του. Η Ομπρέλα ήταν ένα από τα παιδιά του Μάκη, μάλλον το πιο αγαπημένο. Ενσάρκωνε, βλέπετε, με πρόσφορο τρόπο αυτό που ο ίδιος αντιλαμβανόταν ως αποστολή του και που δεν ήταν άλλο από τη συνύφανση της τέχνης με την καθημερινότητα. Η ενεργός εμπλοκή της τέχνης στη ζωή ήταν η δική του απάντηση στην ανάγκη να αποκτήσει ο κόσμος νέο περιεχόμενο και νέο νόημα. Άλλωστε και ο ίδιος έτσι έζησε: πλέκοντας τη ζωή με την τέχνη σε ένα αξεδιάλυτο σύνολο. Αυτό δείχνουν άλλωστε το λογοτεχνικό σωματείο που είχε ιδρύσει, η Ενωτική Πορεία Συγγραφέων (ΕΠΟΣ), και ο αγώνας του για την καθιέρωση κρατικής σύνταξης στους λογοτέχνες.

Την ίδια στιγμή ήταν δυνατός ποιητής της Γενιάς του '70. Στην τελευταία ποιητική συλλογή του, τη Διαστολή και συστολή των σωμάτων, προσπάθησε να συμφιλιωθεί με την ιδέα του θανάτου ή ίσως και να την εξορκίσει, όμως η αίσθηση της ματαιότητας διαπερνά σαν λεπίδα τους στίχους. Η συλλογή είναι γεμάτη πάθος, γεμάτη από την ιερά μανία που γεννά ο πόνος, και ακόμη είναι γεμάτη από μελαγχολία. Ήταν φυσικό, αφού έβλεπε τον θάνατο να τον πλησιάζει. Παρ' όλα αυτά, δημιούργησε σε αυτήν τη δυνατότητα να χωρέσει στοιχεία που αποτελούσαν κεντρικούς θεματικούς άξονες προηγούμενων συλλογών του, όπως τον έρωτα και την επανάσταση, παρέμεινε δηλαδή ασυμβίβαστος και ατιθάσευτος μέχρι τέλους. Λυπήθηκα ειλικρινά που η κριτική επιτροπή του ποιητικού διαγωνισμού «Κούρος Ευρωπού» στο Κιλκίς δεν την τίμησε με βραβείο ή έστω έπαινο - την είχε υποβάλει ο Μάκης πριν από την έκδοσή της. Συνάμα ντράπηκα που είχα σκεφτεί αρνητικά για τον τίτλο με τον οποίο την είχε υποβάλει στον διαγωνισμό: Αλγόριθμον άλγος. Μια ακόμη διάκριση εκείνη την εποχή θα του είχε δημιουργήσει μια αίσθηση δικαίωσης, όμως ήταν μια διάκριση που δεν ήρθε. Όσο για μένα, μου είχε φανεί πομπώδης τότε ο τίτλος του διαγωνισμού και μόνο μετά τον θάνατό του συνειδητοποίησα ότι ήταν απλώς ακριβολογία: ο πόνος του ήταν πράγματι αλγοριθμικός, αφού η πορεία της νόσου του ήταν προδιαγεγραμμένη. 

Κάπως έτσι έσβησε η φλόγα στα μάτια του, ακόμη κι όταν έχασε το ένα από τις απαραίτητες για τη θεραπεία του ακτινοβολίες. Λυπάμαι πολύ που έπρεπε να φύγει μέσα σε τόσο πόνο και δεν θα πάψω ποτέ να τον θυμάμαι σαν παράδειγμα απαράμιλλης γενναιότητας και σαν τον σημαντικό ποιητή που ήταν. Επίσης, θα του είμαι πάντα ευγνώμων που με έκανε να πιστέψω στον εαυτό μου και μου έδωσε ένα σπίτι (την Ομπρέλα) μέσα από το οποίο μπορούσα να εκφραστώ. Με κάποιον τρόπο, με έκανε να αισθανθώ πως η σκέψη και η πένα μου αξίζουν κάτι. Το έκανε αυτό ο Μάκης με τους ανθρώπους...

Χριστίνα Λιναρδάκη




Σ’ αυτόν τον τόπο που γεννήθηκε η άνοιξη
όλα ειπώθηκαν, τι ν’ απογράψω
.[1]

Έλα ντε. Αυτοί είναι οι δύο στίχοι που ανοίγουν την τελευταία ποιητική συλλογή που είδε ο Μάκης Αποστολάτος τυπωμένη όσο ήταν εν ζωή. Θα πέθαινε λίγους μήνες αργότερα. Στο στίγμαΛόγου γράφουμε τέσσερεις άνθρωποι που είχαμε πρωτοσυναντηθεί στην Ομπρέλα του, τόσα χρόνια πίσω, και η προσωπική μου ιδέα ήταν να ασχοληθούμε με το έργο του, να επικεντρωθούμε στην προσφορά του. Σπάνια τα πράγματα καταλήγουν εκεί που τα περιμένει κανείς, ευτυχώς. Έχει ήδη αναφερθεί η μαχητικότητα πέραν κάθε φαντασίας που τον χαρακτήριζε, ο άνθρωπος αυτός ήταν δύναμη της φύσης. Επίσης η πολύπλευρη δημιουργικότητά του, η ανεξάντλητη έμπνευση και δράση του σε τόσους τομείς, με τόσους ανθρώπους, σε τόσους στίχους.

Δέκα χρόνια αργότερα συνειδητοποιώ ότι όσα πράγματα κατάφερε να αλλάξει, το έκανε με το παράδειγμά του. Έκανε πράξη αυτό που αποφάσιζε μαχόμενος πάντα στην πρώτη γραμμή και όρθιος στις επάλξεις. Και παρόλο που το έργο του αγγίζει τόσο την ποίηση όσο και την θέση του ποιητή στην κοινωνία του σήμερα, για μένα η υστεροφημία του έγκειται στους ανθρώπους που άφησε πίσω του. Δέκα χρόνια μετά έχει πλέον αποδειχτεί ότι ο Αποστολάτος αποτέλεσε έμπνευση, αλλά όχι καλούπι. Η Χριστίνα, η Ήλια, η Κατερίνα κι εγώ βρισκόμαστε εδώ να διαβάζουμε και να γράφουμε, επειδή ανάμεσα στα άλλα, ο Μάκης ήξερε όσο λίγοι να ακολουθεί και να παρατηρεί τις σκέψεις των άλλων. Ήξερε να ακούει. Κι εγώ, όταν διαβάζω κάτι που υπό άλλες συνθήκες θα τροφοδοτούσε τις μεταξύ μας συζητήσεις, τις πιάνω από εκεί που τις είχαμε αφήσει την τελευταία φορά. Δύο αγύριστα κεφάλια, λόγω καταγωγής και ταμπεραμέντου, να χαμογελάνε το ένα στο άλλο.

Θα ήθελα να μπορώ να πω ότι τον Μάκη δεν τον σταματούσε τίποτα αλλά προφανώς αυτό δεν ισχύει, αν ίσχυε δεν θα ήμασταν εδώ να κάνουμε αυτή την κουβέντα. Ο καρκίνος τον αναχαίτισε και ο θάνατος του έκοψε τελικά το δρόμο, εκείνος δεν είχε κανένα σκοπό να σταματήσει. Είχε δουλειές να κάνει, βιβλία να διαβάσει, στίχους να γράψει. Και τώρα που ξαναδιαβάζω την Διαστολή και συστολή των σωμάτων για να γράψω αυτό το κομμάτι, βρίσκομαι και πάλι μπροστά στην καθαρότητα, στην διαύγεια σκέψης και στην ευθεία ματιά που ο Μάκης ακουμπούσε στα πράγματα και στις ίδιες του τις σκέψεις, εξίσου. Μια ματιά όχι ατρόμητη, ούτε κατά διάνοια, αγέρωχη όμως ναι, χωρίς καμία αμφιβολία.

Και αν σε ένα υποθετικό σύμπαν σαν αυτό που ανασαίνει στα Μοιρολόγια, μπορούσαμε να καθίσουμε και να διαβάσουμε μαζί αυτή την τελευταία του συλλογή, και διάβαζα ότι «Σ’ αυτόν τον τόπο που γεννήθηκε η άνοιξη / όλα ειπώθηκαν, τι ν’ απογράψω.», θα του έλεγα να τα αφήσουμε αυτά κύριε Μάκη, ας ήσασταν εδώ, και μια χαρά θα απογράφατε. 

Κρις Λιβανίου


[1] Μάκης Αποστολάτος, «Ερήμην», in. Διαστολή και συστολή των σωμάτων, εκδ. Στοχαστής, Αθήνα, 2010, σελ. 9.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου