Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2020

Σφηνάκια Οκτωβρίου: ένα ελληνικό και ένα ξένο βιβλίο

 


«Ταξιδεύοντας σε ξένη γη» του David Park

Αυτό το βιβλίο θα χρειαζόταν μια κανονική ανάρτηση και ο λόγος που δεν την κάνω είναι ότι δεν άντεξα να διαβάσω τις τελευταίες 30 περίπου σελίδες. Η γραφή του David Park είναι απλά εκπληκτική: ο τρόπος που περιγράφει τα τοπία και τις συναισθηματικές διακυμάνσεις των ηρώων, ο τρόπος που απλώνει την πλοκή, το παγωμένο σκηνικό που σχηματίζει τον κόσμο στον οποίο κινείται ο πατέρας (αλλά και τον εσωτερικό του κόσμο) είναι πραγματικά μοναδικά. Ο αναγνώστης αισθάνεται μεγάλη ασφάλεια διαβάζοντας το βιβλίο (αισθάνεται ότι το έχει γράψει ένας σοβαρός συγγραφέας που δεν πειραματίζεται πάνω στην κασίδα του) και αυτή η ασφάλεια είναι πολύ σημαντική, γιατί αποτελεί τη βάση από την οποία μπορεί κάποιος να αφεθεί για να συγκινηθεί ή ακόμη και να εκστασιαστεί. Και τα δύο είναι εξίσου πιθανά στο συγκεκριμένο βιβλίο - και δικαιολογημένα.

Μέχρι τη στιγμή που γίνεται αβάσταχτο. Ειλικρινά τα μάτια μου δεν σταματούσαν να κλαίνε διαβάζοντας τον σπαραγμό του πατέρα, ο οποίος ξεκίνησε ένα μεγάλο ταξίδι μέσα στην παγωμένη χώρα του προκειμένου να πάρει τον μικρότερο γιό του από την πόλη όπου σπουδάζει και να τον φέρει σπίτι για τα Χριστούγεννα. Ο σπαραγμός του βέβαια δεν αφορά αυτόν τον γιο που σπουδάζει, δεν αφορά την κόρη του ούτε καν τη γυναίκα του. Αφορά μόνο τον ίδιο, βαθιά τον ίδιο, και τον μεγαλύτερο γιο, τον οποίο έδιωξε από το σπίτι γιατί είχε κυλήσει στα ναρκωτικά και είχε γίνει απειλή για την υπόλοιπη οικογένεια. Πώς μπορεί όμως να ζήσει κανείς με τον εαυτό του, αν διώξει το παιδί του από το σπίτι;  Απλώς δεν μπορεί. Ο λυγμός του πατέρα είναι τόσο σπαρακτικός που πραγματικά δεν άντεξα την ένταση. Και τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές είμαι έτοιμη να κλάψω. Οι τελευταίες 30 σελίδες είναι για πραγματικά δυνατούς αναγνώστες. Το υπόλοιπο βιβλίο είναι μια απόλαυση για όλους.

Χριστίνα Λιναρδάκη


«Πέντε στάσεις» του Μάκη Τσίτα

Οι Πέντε στάσεις είναι μια νουβέλα-μονόλογος που στις 75 σελίδες της εξελίσσεται ραγδαία, σχεδόν με μία ανάσα. Το μεγάλο τεχνικό πλεονέκτημα που προσφέρει ο μονόλογος είναι ότι επειδή όλα συμβαίνουν στο κεφάλι του ανθρώπου που μιλάει ή που σκέφτεται, ο χρόνος (εδώ ο αφηγηματικός) συστέλλεται και διαστέλλεται κατά το δοκούν. Μεγάλη υπόθεση αυτό, γιατί ο αναγνώστης ακολουθεί κατά πόδας τις πορείες που καταγράφει ο νους του πρωταγωνιστή και μπαίνει αβίαστα σε ένα γρήγορο ρυθμό εναλλαγής γεγονότων και συναισθημάτων.

Η Τασούλα δίνει μια κατακερματισμένη εικόνα της ζωής της σε μια αφήγηση τόσο γρήγορη που τελικά πετυχαίνει να αναιρέσει το πέρασμα του χρόνου. Mιλάει με σφυριές και με μια βιασύνη να τα προλάβει όλα, να βρει το δίκιο της και ταυτόχρονα να προσπαθήσει να αποδεχτεί τις επιλογές που έκανε όλα αυτά τα χρόνια, και κυρίως τις συνέπειές τους. Προφορικός λόγος και μια ιστορία χωρίς πρωτοτυπία συνθέτουν τις Πέντε στάσεις, η τρυφερότητα παρόλα αυτά δεν λείπει, και στο τέλος είναι αυτή που δίνει την όποια ιδιαιτερότητα στο κείμενο.

Δεν είναι σαφές σε ποιον απευθύνεται η Τασούλα όταν αφηγείται την ζωή της. Ο αποδέκτης του μονολόγου είναι σιωπηλός, μπορεί να μην είναι άλλος από το ίδιο της το μυαλό, μπορεί να είναι όλοι εμείς που πιθανότατα έχουμε ξανακούσει μια ιστορία σαν τη δική της. Η Τασούλα μιλάει για να βάλει τις σκέψεις της σε τάξη, όπως όλοι μας. Να δικαιολογήσει τις επιλογές και τα λάθη, να εξηγήσει τις ματαιώσεις. Και να αποδεχτεί ότι το παρελθόν είναι αυτό που είναι και θα το κουβαλάει μαζί της πάντα. Το βλέπει αυτό και σχεδόν ξαφνιάζεται, γιατί μέχρι και πριν τον θάνατο του άντρα της, τον θεωρούσε υπαίτιο όλων των δεινών, παρόλα αυτά όταν εκείνος πεθαίνει, συνειδητοποιεί ότι τίποτα δεν άλλαξε σε ό,τι συμβαίνει μέσα της: οι λάθος αποφάσεις και τα αδιέξοδα της ανήκουν όλα.

Οι χαρακτήρες παρόλη την προσπάθεια του συγγραφέα να τους δώσει ειδικό βάρος, παραμένουν μονοδιάστατοι, όχι όμως κενοί. Και μπορεί στο κείμενο να μην υπάρχει πρωτοτυπία, αλλά δεν βαριέται κανείς να το διαβάζει. Η ανατροπή που ίσως θα άλλαζε την εικόνα δεν έρχεται, και μετά το τέλος της ανάγνωσης οι ήρωες χάνονται στο πλήθος.

Κρις Λιβανίου 



Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2020

"Τέλος" του Λάζαρου Γεωργιάδη


Ενδιαφέρων τρόπος να ονομάσεις την πρώτη σου ποιητική συλλογή «Τέλος», οξύμωρο σχεδόν. Δεν είναι το μόνο ενδιαφέρον πράγμα που συμβαίνει εδώ όμως, το αντίθετο μάλιστα:

ξέρω πως αγαπούσες

τους ήλιους που λιώνουν οι νύχτες στα σοκάκια[1]

Αυτοί είναι οι πρώτοι στίχοι που διαβάζει κανείς όταν ανοίγει το βιβλίο, ο τόνος έχει δοθεί, μένει να επαληθευτεί η πρώτη εντύπωση. Στο τέλος της ανάγνωσης, αυτό που ξεκινά σαν αίσθηση στο πρώτο ποίημα, γίνεται βεβαιότητα: ο Λάζαρος Γεωργιάδης έχει επιτύχει να δημιουργήσει ένα ολοκληρωμένο ποιητικό σύμπαν όπου οι σκέψεις του και οι άνθρωποι κινούνται σε αρμονία και σε στενές αλληλουχίες. Υπάρχουν ανομοιογένειες; Σαφέστατα, όμως δεν θέτουν σε κίνδυνο το σύνολο, και η φωνή και οι λέξεις του ποιητή τελικά κυλούν απρόσκοπτα.

Η σχέση μου με τη χυδαιολογία στη λογοτεχνία είναι σταθερά αρνητική εν μέρει για καθαρά αισθητικούς (και γι' αυτό προσωπικούς) λόγους και εν μέρει για τεχνικούς: συνήθως πρόκειται για ένα εκφραστικό πυροτέχνημα που δεν έχει τελικά να πει και πολλά, βραχείας διάρκειας και αμφίβολης χρησιμότητας, περισσότερο μια καλή κρυψώνα αδυναμιών παρά οτιδήποτε άλλο. Στις περιπτώσεις που ο Γεωργιάδης το χρησιμοποιεί, γίνεται το βασικό αρνητικό του ποιήματος, ευτυχώς όμως περιορισμένης έκτασης. Η προκλητικότητα είναι ένα ηχηρό στοιχείο στο σύνολο της συλλογής, όχι μόνο σε φραστικό αλλά και σε εννοιολογικό επίπεδο, και αυτό είναι το πραγματικά ενδιαφέρον της υπόθεσης, επειδή περικλείει και συγκαλύπτει πάθος. Και παράλληλα με την προκλητικότητα υπάρχει και πρωτοτυπία, υπάρχει ρίσκο στη θεματολογία και στις αλληλουχίες: ο Γεωργιάδης φέρνει κοντά παράδοξα πράγματα σε δύσκολους συσχετισμούς. Οι στίχοι του είναι σαν μικρά ηλεκτροσόκ, σαν να προσπαθεί να επανεκκινήσει όχι την καρδιά αλλά τη σκέψη, να ξαναβρεί τον σφυγμό της. Και αυτό που μένει πίσω κάθε φορά είναι ο απόηχος των αδιέξοδων σκέψεων και των λέξεων που σβήνουν.

Οι στίχοι στο Τέλος είναι σύντομοι, σαν διακεκομμένες σφυριές. Και ενώ δεν υπάρχει αμφιβολία ότι «παράγουν ήχο», αφήνουν πολλές φορές την αίσθηση μιας κατακερματισμένης σκέψης, μιας έλλειψης συνοχής: ο ήχος γίνεται θόρυβος. Σαν ο ποιητής να μην είναι σίγουρος πού θέλει να πάει, ούτε αν θέλει να βρίσκεται εκεί που τον οδηγεί ο δρόμος που πλακοστρώνει. Η προφορικότητα της γραφής λειτουργεί καλά στο σύνολο των ποιημάτων, δίνει στον Γεωργιάδη την ευκαιρία να σπάσει τους κώδικες με ευθύ και αποτελεσματικό τρόπο και να φτάσει στην ουσία από τον συντομότερο δρόμο: η αποτελεσματικότητα της συγκίνησης είναι εξασφαλισμένη.

Στον αντίποδα της προφορικής αμεσότητας, μπορεί να συναντήσει κανείς βία στις λέξεις και στις εικόνες, που μετά το πρώτο ξάφνιασμα επαναπροσδιορίζουν τη ματιά τόσο του ποιητή όσο και του αναγνώστη και μάλιστα σε ίδιες δόσεις. Η βιαιότητα της εικόνας ως εκφραστικό εργαλείο αλλά και ως σύμβολο, η παρουσία της ως αποκλειστική συνθήκη αντίληψης του χώρου και των ανθρώπων, δεν αφήνει παρά στενά περιθώρια στις υπόλοιπες αισθήσεις για να καλύψουν τα κενά: στα ποιήματα του Τέλους, η εικόνα αποτελεί έναν αντικατοπτρισμό φυλακής, γίνεται ένας δεσμοφύλακας σκέψεων και συγκινήσεων που ακυρώνει την ελευθερία των επιλογών, και στο τέλος κλειδώνει ποιητή και αναγνώστες σε έναν λαβύρινθο πλασματικής αισιοδοξίας.

Η αγάπη στο Τέλος είναι αδηφάγος και συχνά ανθρωποφάγος, σπάνια καταλύτης μιας θετικής οπτικής των πραγμάτων. Η παρουσία της και μόνο παρόλα αυτά, έστω και σε μια δυναμική σπασμένων ισορροπιών, είναι ο βασικός αέρας αισιοδοξίας που φυσάει στα ποιήματα. Δεν καταφέρνει να υπερκαλύψει τον θυμό ούτε τη μοναξιά όπως θα περίμενε κανείς, και ο ποιητής θα κάνει αρκετά γρήγορα τον διαχωρισμό ανάμεσα στην «φυσική» της παρουσία και την επί του πρακτέου δύναμή της που μάλλον σπάνια της αποδίδει τελικά. Σε μια πρώτη συλλογή όπως αυτή, το εγώ έχει μια ισχυρή παρουσία, ακόμα (και κατά κανόνα περισσότερο) και στις σιωπές: το άηχο περίγραμμά του δίνει στις υπόλοιπες παρουσίες οριοθετημένο χώρο και βήμα για να προφέρουν τις αγωνίες και τους φόβους που τις διακατέχουν και που επιχειρούν να εξημερώσουν, άλλοτε με επιτυχία και άλλοτε όχι.

Σε ένα παιχνίδι αντιθέσεων και ανατροπών του αναμενόμενου, συναντάει κανείς στίχους βυθισμένους σε μια καταλυτική τρυφερότητα που ανατρέπει τα πάντα την τελευταία στιγμή: η πραγματική ανατροπή, όπως επίσης και η κατά τη γνώμη μου μεγάλη αξία της συγκεκριμένης συλλογής βρίσκεται εκεί ακριβώς, στην τρυφερότητα που είναι «πεταμένη» ανάμεσα σε άλλες λέξεις και σε απροκάλυπτα σκοτεινές σκέψεις, όχι σε trash κουβέντες ξεπεσμένου ράπερ: ο Λάζαρος Γεωργιάδης βρίσκει τις ισορροπίες του και συναντιέται με κάτι εξίσου σημαντικό: με την διακριτή, σταθερή και ηχηρή ποιητική του ταυτότητα που θα τον οδηγήσει ποιος ξέρει σε ποια παράδοξα μονοπάτια.

Πιο κάτω παραθέτω κάποια από τα ποιήματα που μου άρεσαν περισσότερο:



ΚΛΕΙΝΟΝ ΑΣΤΥ (Α)[2]

Το γρασίδι ήταν γκρι
Ο αέρας μύριζε καμένο πλαστικό
Και τα αγγίγματα
Τα αγγίγματα άφηναν πάντα στο τέλος
Κάτι από νεκροτομείο.


ΠΡΙΝ ΦΥΓΩ[3]

Κι έλεγα μέσα μου
τότε
πριν φύγω απ’ τη γη

τα παγκάκια να μην ήταν κρεβάτια
οι δρόμοι να μην ήταν πεδίο μαχών
οι άνθρωποι να γινόντουσαν
αυτό που ήταν

δραπέτες της αποξένωσης ας πούμε

και τα παιδιά

τα παιδιά να μην ήταν
πρόχειρα μικρά σημειωματάρια
για του κώλου μας τις μουτζούρες.


ΑΝ ΟΧΙ ΤΩΡΑ ΠΟΤΕ;[4]

Κι όλο κλαίνε και κλαίνε κι οδύρονται για τον έρωτα

μα πότε αλήθεια επαναστάτησαν γι’ αυτόν
πιο πάνω απ’ τη ζωή;

Κι όλο κλαίνε και κλαίνε κι οδύρονται για την επανάσταση

μα πότε ερωτεύθηκαν γι’ αυτήν
πιο πάνω απ’ τον θάνατο;

Τώρα που με βλέπω κι εμένα εδώ μπροστά μου

πότε;

 

Κρις Λιβανίου

 


[1] Λάζαρος Γεωργιάδης, Τέλος, εκδ. Στοχαστής, Αθήνα, 2018, στ. 1-2, σελ. 7.

[2] σελ. 37.

[3] σελ. 47.

[4] σελ. 35.

Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2020

Το ποίημα της Δευτέρας: "Έκλαμψη" της Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου



Έκλαμψη

Στα όνειρα ποτέ δεν είναι αρκετό το φως. Συνήθως ψάχνεις έναν διακόπτη που δεν υπάρχει. Ή μία λάμπα που δεν έχει αφήσει κάποια πρόνοια στον χώρο. Όταν ξυπνάς είναι πάντα απόγευμα. Ο κόσμος έξω κρεμάει ένα κάδρο στον ουρανό, στέκει και το κοιτάζει καθώς χάνεται από προσπάθεια διάσωσης.

Ανασκουμπώνεσαι. Η μνήμη λέει πως κάποτε κάποιος σκοπός προλαβαίνει να κρατήσει ένα έστω μικρό χέρι προτού φυσήξει άγρια το τέλος.


Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου 

Από τη συλλογή της Η αφηρημένη τέχνη του έψιλον


Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου 2020

Τρία και κάτι ποιήματα του Αμερικανού ποιητή Arthur Sze

O Arthur Sze γεννήθηκε στη Ν. Υόρκη το 1950. Είναι Αμερικανός ποιητής κινεζικής καταγωγής. Το έργο του έχει περιγραφεί από Αμερικανούς κριτικούς ως «συνδυασμός ταοϊστικής φιλοσοφίας, πέτρινων τοίχων ζεν και μεταμοντέρνου πειραματισμού». Χαρακτηριστική της ποίησής του είναι η σύνδεση ανάμεσα σε ετερόκλητα στοιχεία και ιδέες, όπως τη ζωή στην πόλη και τη φύση, την αστρονομία και την κινεζική φιλοσοφία. Με αυτό τον τρόπο καταφέρνει να συλλάβει και να καθρεφτίσει την πολυπλοκότητα της πραγματικότητας. Στιγμές γεμάτες χάρη, έρωτα κι ομορφιά συνυφαίνονται με ρίγη φρίκης και απειλές οικολογικής καταστροφής , καθώς ο Sze μετακινείται με δεξιοτεχνία σε διαφορετικές εικόνες – τη σελήνη που καθρεφτίζεται στην επιφάνεια του νερού, λίγο αλάτι πάνω στο τραπέζι, έναν άντρα που χρωστάει νοίκια – μετατρέποντας την απλότητα σε συγχρονικότητα και το χάος σε ποίημα. Ο Sze είναι ένας ποιητής που έφτασε στη βραχεία λίστα για το βραβείο Pulitzer και χαίρει του σεβασμού κριτικών και κοινού στις ΗΠΑ, κυρίως όμως είναι ένας ποιητής που συνεχίζει να διευρύνει και να βαθαίνει τη ματιά μας στον κόσμο.

Ακολουθούν τρία ποιήματα από την πιο πρόσφατη συλλογή του Sight Lines (εκδ. Copper Canyon Press, Ουάσιγκτον 2019), τα οποία πρωτοδημοσιεύθηκαν στο περιοδικό vakxikon.gr (τεύχος αρ. 46) και απόσπασμα από ένα μεγαλύτερο ποίημα της ίδιας συλλογής που πρωτοδημοσιεύθηκε στο τρέχον τεύχος του περιοδικού Poetix (αρ. 23), δυστυχώς με τυπογραφικά λάθη (δεν φαίνονται οι διαγραφές) προς αποκατάστασή τους. Εδώ παρατίθενται και τα πρωτότυπα.

**

Doppler Effect
Stopped in cars, we are waiting to accelerate
along different trajectories. I catch the rising
pitch of a train – today one hundred nine people
died in a stampede converging at a bridge;
radioactive water trickles underground
toward the Pacific Ocean; nickel and copper
particulates contaminate the Brocade River.
Will this planet sustain ten billion people?
Ah, switch it: a spider plant leans toward
a glass door, and six offshoots dangle from it;
the more I fingered the clay slab into a bowl,
the more mishappen it became; though Ihave
botched this, bungled that, the errancies
reveal it would not be better if things happened
just as I wished; a puffer fish inflates on deck;
a burst of burnt rubber rises from pavement.


Φαινόμενο Ντόπλερ
Σταματημένοι στην κίνηση, περιμένουμε να ξεκινήσουμε
για να ακολουθήσουμε διαφορετικές τροχιές. Ακούω τον όλο και δυνατότερο
θόρυβο ενός τρένου – σήμερα εκατόν εννέα άνθρωποι
ποδοπατήθηκαν όταν στριμώχτηκαν σε μια γέφυρα·
ραδιενεργό νερό κυλά αργά κάτω από το έδαφος
προς τον Ειρηνικό Ωκεανό· σωματίδια
νικελίου και χαλκού μολύνουν τον ποταμό Τζιν στην Κίνα.
Θα αντέξει αυτός ο πλανήτης δέκα δισεκατομμύρια ανθρώπους;
Ω, ας το πάρουμε αλλιώς: ένα καλλωπιστικό φυτό γέρνει προς
μια γυάλινη πόρτα, και έξι παραφυάδες κρέμονται προς τα κάτω·
όσο περισσότερο πίεζα το κομμάτι του πηλού να γίνει γαβάθα,
τόσο χειρότερο γινόταν· μολονότι τα ‘χω
κάνει μαντάρα εδώ και θάλασσα εκεί, τα λάθη μου
αποκαλύπτουν ότι δεν θα’ ταν καλύτερα τα πράγματα αν είχαν συμβεί
όπως ακριβώς ήθελα· ένα φουσκόψαρο φουσκώνει στο κατάστρωμα·
η μυρωδιά καμένου λάστιχου αναδύεται από το πεζοδρόμιο.

**

Light Echoes
In the parking lot, we look up at the Milky Way:
a poacher aims a rifle at a black rhinoceros:
a marble boat disappears in smog.
As I gaze at an anthurium, wild cockatoos
cry from the tops of blue marble trees:
a lake forms on an ice sheet: rivers branch
and branch. A guitarist leans into the space
between notes; a stone plummets
down a black well: he does not know
the silence when he will aim a bullet
at himself. On a wall, a red spider;
macaws in cages squawk when we approach:
I stretch letters into the leaf of an autograph tree.
Like lights extending along a bay,
notes from Norteňa splay in my ears –
they sparkle then disappear into black sounds.


Aπαλή ηχώ
Από το πάρκινγκ, κοιτάζουμε τον Γαλαξία στον ουρανό:
ένας λαθροκηνυγός στοχεύει έναν μαύρο ρινόκερο με το τουφέκι του:
ένα μαρμάρινο καράβι εξαφανίζεται στην αιθαλομίχλη.
Καθώς κοιτάζω έναν ανθούριο, άγρια κοκατού
φωνάζουν από τις κορυφές μπλε μαρμάρινων δέντρων·
μια λίμνη σχηματίζεται σε έναν παγετώνα: τα ποτάμια διακλαδίζονται
και διακλαδίζονται. Ένας κιθαρίστας αγκαλιάζει το διάστημα
ανάμεσα στις νότες· μια πέτρα βυθίζεται
σε ένα μαύρο πηγάδι: δεν ξέρει
τη σιωπή που θα γίνει όταν εκείνος σημαδέψει με μια σφαίρα
τον εαυτό του. Σε έναν τοίχο, μια κόκκινη αράχνη·
εξωτικοί παπαγάλοι σε κλουβιά κρώζουν καθώς πλησιάζουμε:
Σκαλίζω γράμματα στο φύλλο ενός αυτοβιογραφικού δέντρου.
Σαν φώτα που εκτείνονται κατά μήκος ενός κόλπου,
νότες μεξικάνικης μουσικής ανοίγονται στα αυτιά μου –
λαμπυρίζουν έπειτα εξαφανίζονται αφού γίνουν μαύροι ήχοι.

**

Courtyard fire
An autumn equinox,
    we make a fire
        in the courtyard: sparks
gust into the black air,
    and all seasons are enfolded
        in these flames:
snow gathers and tips the lilac twigs;
    a stinkhorn rises
        out of dirt below a watersprout;
ants climb the peony stalks;
    and, gazing into coals,
        I skydive and pass through
stages of youth: at first,
    I climb a tower and,
        looking out, find the world tipped;
then I dash through halls:
    if ripening is all,
        what can the dead teach us?
We who must rage and lust,
    hurtle zigzagging between cars
        in traffic, affirm
the call to abandon illusions
    is a call to abandon
        a condition that requires illusions;

and, as I pull the cord,
    spring rips and blooms;
        on landing, I sway on earth.


Φωτιά στην αυλή
Την εαρινή ισημερία,
    ανάβουμε φωτιά
        στην αυλή: σπίθες
ανεβαίνουν σε ριπές στον μαύρο αέρα,
    και όλες οι εποχές τυλίγονται
        στις φλόγες:
το χιόνι μαζεύεται και κάνει τα μαβιά κλαδάκια να γέρνουν·
    ένα μανιτάρι φυτρώνει
        μέσα απ’ το χώμα κάτω από μια πηγή·
μυρμήγκια σκαρφαλώνουν στα κοτσάνια της παιώνιας·
    και, κοιτάζοντας τα κάρβουνα,
        βουτώ από τον ουρανό και περνώ από
εποχές νεότητας: στην αρχή
    ανεβαίνω σ’ έναν πύργο και,
        κοιτώντας έξω, βλέπω τον κόσμο γυρισμένο ανάποδα·
έπειτα ορμώ μέσα σε αίθουσες:
    εάν η ωριμότητα είναι το παν,
        τότε τι μπορούν να μας διδάξουν οι νεκροί;
Εμείς, που οφείλουμε να ωρυόμαστε και να λαχταράμε,
    χιμάμε κάνοντας ζιγκ ζαγκ ανάμεσα σε αυτοκίνητα
        στην κίνηση, επιβεβαιώνουμε ότι
το κάλεσμα να εγκαταλείψουμε τις ψευδαισθήσεις
    είναι ένα κάλεσμα να εγκαταλείψουμε
        μια κατάσταση που απαιτεί ψευδαισθήσεις·
και, καθώς τραβώ το καλώδιο,
    η άνοιξη περνάει βολίδα κι ανθίζει·
        σαν προσγειώνομαι, ταλαντεύομαι πάνω στο έδαφος.

**

Water calligraphy
5
– Sunrise: I fill my rubber bucket with water
and come to this patch of blue-gray sidewalk –
I’ve made a sponge-tipped brush at the end
of a waist-high plastic stick; and, as I dip it,
I know water is my ink, memory my blood –

the tips of purple bamboo arch over the park –
I see a pitched battle at the entrance to a palace
and rooftops issuing smoke and flames –
today, there’s a white statue of a human figure,
buses and cars drive across the blank square –

at that time, I researched carp in captivity
and how they might reproduce and feed
people in communes – I might have made
a breakthrough, but Red Guards knocked at the door –
they beat me, woke me up at all hours

until I didn’t know whether it was midnight or noon –
I saw slaughtered pigs piled on wooden racks,
snow in the spring sunshine – the confessions
they handed me I signed – I just wanted it
to end – then herded pigs on a farm – wait –

a masseur is striking someone’s back,
his hands clatter like wooden blocks –
now I block the past by writing the present –
as I write the strokes of moon, I let the brush
swerve rest for a moment before I lift it

and make the one stroke hook – ah, it’s all
in that hook – there, I levitate: no mistakes
will last, even regret is lovely – my hand
trembles; but if I find the gaps resting places,
I cut the sinews of an ox, even as the sun

moon waxes – the bones drop, my brush is sharp,
sharper than steel – and though people murmur
at the evaporating characters, I smile, frown
fidget, let go – I draw the white, not the black –


Καλλιγραφία του νερού
5
– Αυγή: γεμίζω τον λαστιχένιο κουβά μου με νερό
και φτάνω σ’ αυτό το μπάλωμα μπλε-γκρίζου πεζοδρομίου –
έφτιαξα ένα πινέλο με σφουγγάρι στην άκρη
ενός πλαστικού κονταριού μέχρι τη μέση μου· και, καθώς το βουτώ,
ξέρω ότι το νερό είναι το μελάνι μου, η μνήμη το αίμα μου –

οι άκρες των μωβ μπαμπού σχηματίζουν αψίδα πάνω απ’ το πάρκο –
βλέπω μια άγρια μάχη στην είσοδο ενός παλατιού
και στέγες που βγάζουν καπνό και φλόγες –
σήμερα, υπάρχει το λευκό άγαλμα μιας ανθρώπινης φιγούρας,
λεωφορεία και αυτοκίνητα διέρχονται την κενή πλατεία –

εκείνη τη στιγμή, ερευνούσα κυπρίνους σε αιχμαλωσία
και πώς μπορεί να αναπαράγονται και να ταΐζουν
ανθρώπους σε κομμούνες – μπορεί να έκανα
επανάσταση, όμως οι Κόκκινοι Φρουροί χτύπησαν την πόρτα –
με έδειραν, με ξυπνούσαν όλες τις ώρες

μέχρι που δεν ήξερα πια αν ήταν μεσάνυχτα ή μεσημέρι –
είδα σφαγμένα γουρούνια στοιβαγμένα σε ξύλινες σανίδες,
χιόνι στην ανοιξιάτικη λιακάδα – τις ομολογίες
που μου έδιναν τις υπέγραφα – ήθελα μόνο να
τελειώνει αυτό – μετά γουρούνια σε κοπάδι σε ένα αγρόκτημα – μισό λεπτό –

ένας μασέρ χτυπάει την πλάτη κάποιου,
τα χέρια του κάνουν θόρυβο σα να ‘ταν ξύλινοι κυβόλιθοι –
τώρα σταματώ το παρελθόν γράφοντας το παρόν –
καθώς γράφω σελήνη, αφήνω το πινέλο 
να ελιχθεί ξεκουραστεί μια στιγμή προτού το πάρω

και ζωγραφίσω ένα φεγγάρι αγκίστρι – αχ, όλα βρίσκονται
μέσα σ’ αυτό το αγκίστρι – εκεί, αιωρούμαι: κανένα λάθος
δεν θα μείνει, ακόμη κι η μεταμέλεια είναι ευχάριστη – το χέρι μου
τρέμει· μα βρίσκω τα κενά τους τόπους ανάπαυσης,
κόβω τους τένοντες ενός βοδιού, ακόμη κι όταν ο ήλιος

η σελήνη είναι στη χάση – τα κόκαλα πέφτουν, το πινέλο μου είναι αιχμηρό,
αιχμηρότερο από ατσάλι – και μολονότι οι άνθρωποι μουρμουρίζουν
για τα ιδεογράμματα που εξατμίζονται, γελώ, συνοφρυώνομαι
κινούμαι νευρικά, το αφήνω – ζωγραφίζω το λευκό, όχι το μαύρο –

Μετάφραση και εισαγωγικό σχόλιο:
Χριστίνα Λιναρδάκη


Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2020

"Επιστροφή στον 21ο αιώνα" του Νίκου Δόικου

Θα ξεκινήσω από την τελική εντύπωση που αποκόμισα διαβάζοντας την τελευταία δουλειά του Νίκου Δόικου: η Επιστροφή στον 21ο αιώνα είναι μια ιδιαίτερα απαιτητική ποιητική συλλογή. Σκοπός μου εδώ είναι να περιγράψω τους λόγους στους οποίους οφείλω αυτή την εντύπωση, και ταυτόχρονα να δείξω τις προκλήσεις που συναντά κανείς στην την πορεία της ανάγνωσης, τους διάφορους δρόμους, το πλέγμα των παράδοξων συσχετισμών, και τελικά την έκπληξη που προκύπτει από την αναστολή του χρόνου και τις ανατροπές στους δεσμούς της πραγματικότητας με τον άνθρωπο, με κάθε έναν από εμάς τους ίδιους.

Ο Δόικος στα 33 ποιήματα που απαρτίζουν την Επιστροφή στον 21ο αιώνα παίρνει καθοριστικά ρίσκα: στη γραφή που παραμένει κι εδώ αναμφισβήτητα το δυνατό του χαρτί και στην θεματολογία, αλλά κυρίως στον ανατρεπτικά ευθύ τρόπο που προσεγγίζει και εκθέτει όσα έχει να πει. Πλησιάζει μεταξύ τους πράγματα και λέξεις τόσο απομακρυσμένες που ξενίζουν, και συχνά οι αντιθέσεις είναι τόσο ακραίες που σχεδόν οι έννοιες αυτοαναιρούνται: χτίζεται έτσι προοδευτικά μια στατική ισορροπία, ένα είδος στεγανοποιημένης αδράνειας μάλλον στις λέξεις παρά στις πράξεις. Γιατί αυτό που είναι σαφές από την αρχή, και παραμένει το πλέον σταθερό σημείο αναφοράς και οριοθέτησης αυτής της συλλογής, είναι ότι πρόκειται για ποίηση θεμελιωμένη στο δίπολο δράση-αντίδραση. Κάποιοι σε παλιότερες εποχές θα μιλούσαν για στρατευμένη.

Στα ποιήματα όπου ο στίχος είναι σύντομος, οι λέξεις μοιάζουν με αναλαμπές μιας διαφορετικής όσο και αποσπασματικής πραγματικότητας: γεννούν μια φευγαλέα αντίληψη ενός κόσμου που θα μπορούσε να ανασαίνει στην θέση του υπάρχοντος, αλλά που τελικά παραμένει σε μια λυμφατική κατάσταση λόγω του ανθρώπινου εγκλεισμού σε έξωθεν επιβεβλημένες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες. Ο Δόικος γράφει βαθιά επηρεασμένος από το οικονομικό, κοινωνικό και οριακά το πολιτικό γίγνεσθαι που παρατηρεί γύρω του, τα ποιήματα που απαρτίζουν αυτή τη συλλογή είναι σε ένα βαθμό κραυγές ονείρου σε μια αντιπαράθεση με μια ισοπεδωτική πραγματικότητα. Ο ποιητής μιλάει για τα τωρινά, για όσα στοιχειοθετούν την καθημερινότητα σε ένα αξιακό επίπεδο, όμως το κάνει σχεδόν συγκαλυμμένα, χωρίς συμπεριφορά ανταποκριτή ή τάση σφυγμομέτρησης: χρησιμοποιεί τα κοινωνικά δεδομένα ως βάση για να δομήσει πάνω τους σκέψη και στάση. Η έννοια της στρατευμένης ποίησης στροβιλίζεται στο μυαλό μου σχεδόν από τον πρώτο στίχο.

Μπήκα χαράματα μες στα χαλάσματα
μιας τράπεζας από καιρό παρατημένης.[1]

Πού μπορεί να κρύβεται η τόσο παρηγορητική και τελικά καθαρτική διαχρονικότητα της ποίησης σε στίχους με τόσο έντονη κοινωνικο-πολιτική χροιά; Άλλο ένα ερώτημα που ακολουθεί τον αναγνώστη κατά πόδας. Προσωπικά δεν βρήκα απάντηση. Ο ποιητής ψηλαφεί με το βλέμμα τους ελιγμούς της ιστορίας σε μια απόπειρα να ξορκίσει την αδράνεια, και για να ακουμπήσει τα όνειρα των ανθρώπων για μια ζωή ελεύθερη από χρηματοοικονομικά περιγράμματα πάνω σε πράξεις, μπορεί και σε επαναστάσεις απ’ αυτές που τελικά καταφέρνουν να αλλάξουν το μέλλον. Στην Επιστροφή στον 21ο αιώνα στοιχειοθετείται η αυτοπροσδιοριστική πλευρά του ποιητή ως προς το κοινωνικό γίγνεσθαι από τη μία μεριά, και το κατεστημένο από την άλλη: μιλάει για τους «ποιητές» ως σύνολο και λιγότερο για τον «ποιητή» ως μονάδα, σαν να τους αφαιρεί συμβολισμό για να ενισχύσει το κοινωνικό και πολιτικό τους περίγραμμα, και από εκεί την δύναμη και την ευθύνη που φέρουν απέναντι στην κοινωνία. Στην ουτοπική θα σκέφτονταν κάποιοι. Μένει να αποσαφηνιστεί.

Η γραφή του Δόικου είναι εξαιρετική και η γλώσσα προσεγμένη, οι λέξεις σπάνιες και απρόσμενες. Μιλάει όμως με γρίφους, και η ποίησή του γίνεται ξαφνικά εσωστρεφής εκεί που θα περίμενε κανείς το αντίθετο. Κλείνεται στους ίδιους του τους κώδικες και η απόσταση ανάμεσα σ’ εκείνον και τον αναγνώστη όλο και μεγαλώνει. Οι στίχοι, όσο καλοί και να είναι, που είναι, δεν καταφέρνουν πολλές φορές να γίνουν η γέφυρα: έχω την αίσθηση ότι γράφει με κομμένες άγκυρες. Στα ποιήματα που δείχνουν πεζά χωρίς επ’ ουδενί να είναι, γράφει στηριζόμενος σε τρεις άξονες, κάθε φορά διαφορετικούς: προσεγγίζει την πραγματικότητα μέσα από τρεις διαστάσεις, τρία χαρακτηριστικά στοιχεία, σαν να παρατηρεί τα συμβαίνοντα μέσα από τρεις διαφορετικούς φακούς κάθε φορά:

(…) η ωραιότητα έχει άπειρες εκδοχές ως πολυχώρος των
αναπάντεχων, μα η αλήθεια στους αιώνες μία και μόνο μία,

αριστερά, δεξιά, στο μέσον σε τραβούν τα γαλάζια φύκια
τ’ ουρανού, μη νοιάζεσαι, η πεταλούδα θα βρει τον δρόμο της,
(…)
[2]



Η συλλογή στο σύνολό της έχει αξιοσημείωτη συνοχή τόσο ως προς τη θεματολογία όσο και ως προς τη γραφή: ο Νίκος Δόικος παρατάσσει τις λέξεις που θα χαρτογραφήσουν τους μαιάνδρους της σκέψης του και θα φωτογραφήσουν κάθε σύναψη χωρίς εκπτώσεις, ίσως όμως με μια δόση υπερβολής που δεν οδηγεί πάντα σε ξεκάθαρο αποτέλεσμα. Έχει βρει τον τρόπο να αποτυπώσει την αντανάκλαση της τεχνοκρατικής πραγματικότητας πάνω στις αδρές γραμμές της ανθρώπινης οντότητας που παραμένει αμετάβλητη στο πέρασμα του χρόνου, και να ψυχανεμιστεί πού θα μπορούσαν να εδραιωθούν ισορροπίες και πού ελλοχεύει το κίνδυνος των καταστροφικών ανατροπών.

Ο Νίκος Δόικος επικεντρώνεται στις αντιθέσεις που μας οριοθετούν ως ανθρώπινα όντα, χωρίς να αναλώνεται σε επιφανειακές απεικονίσεις αλλά προσπαθώντας να τις ξεθάψει από τις πιο βαθιές κρυψώνες και να αναδείξει τη δυναμική τους. Όσο εξελίσσεται η ανάγνωση, το στοιχείο που ολοένα κερδίζει έδαφος είναι μια «αντίθεση αντιθέσεων» ανάμεσα σε εκείνες που μας αποτελούν, που είναι δηλαδή προϊόν ατομικής ταυτότητας και σε εκείνες που μας κοιτάζουν απ’ έξω: οι πολιτικές, οι οικονομικές, και οι χρηματοπιστωτικές ακόμα, που μας εξασφαλίζουν μια θέση στην αγέλη των ομοίων. Στα ποιήματα της Επιστροφής στον 21ο αιώνα οι αντιθέσεις που ορίζουν την ανθρώπινη ατομικότητα και εκείνες που την ισοπεδώνουν και την αγνοούν, διασταυρώνουν τα ξίφη τους. Και ας νικήσει ο ισχυρότερος.

Σ’ αυτή την συλλογή ο αναγνώστης θα βρεθεί αντιμέτωπος με τις μύχιες σκέψεις του και ταυτόχρονα με την απόδοσή τους στο ευρύτερο κοινωνικό επίπεδο, και είναι τελικά δυνατή ποίηση επειδή επιτυγχάνει ένα σεισμικό ξάφνιασμα: το απρόβλεπτο συνοδεύει την κάθε λέξη, δεν μπορεί κανείς ούτε καν να υποψιαστεί ποια θα είναι η επόμενη αλληλουχία, ο ποιητής «αναγκάζει» τον αναγνώστη να σχοινοβατεί. Σαν να του λέει «αν δεχτείς να περπατήσεις πάνω στο σκοινί, σου εγγυώμαι ότι δεν θα πέσεις». Κρατάει τον λόγο του.

Ο Δόικος παίζει με τις φόρμες, τις ανατρέπει για να τις επανεφεύρει από την αρχή, και όλο αυτό χωρίς να χάνει βήμα και χωρίς να χάνει από τα μάτια του το στόχο: νομίζω ότι είναι ένα στοίχημα που στο τέλος έχει κερδηθεί:

Στις μέρες μας η στιγμή δεν συγχωρεί τον χρόνο[3]

Η διαρκής, αέναη εναλλαγή μεγεθών, όγκων και συγκινήσεων γεννάει μια κίνηση στα άκρα που συνεχίζεται στο διηνεκές: ιδού ένας άλλος, αιρετικός τρόπος να μετράμε τον χρόνο, και οι στίχοι του, που θυμίζουν ριπές φωτός σε ένα σκηνικό θεάτρου κατά τα άλλα βυθισμένου στο σκοτάδι, προσπαθούν να δείξουν τις εναλλακτικές, τουλάχιστον στις περιπτώσεις που υπάρχουν. Τα ποιήματα αντλούν από την παγκοσμιοποιημένη πραγματικότητα σχεδόν τα πάντα: τη θεματολογία, τις λέξεις, τους φόβους και τη μοναξιά, αλλά ταυτόχρονα και σε αντίθετη ροπή εκφράζουν μια διαρκή προσπάθεια να επιστρέψουν στην προτέρα κατάσταση, την ανθρωποκεντρική, όπου οι λέξεις είναι εικόνες ονείρων με μόνη αποστολή να σχεδιάζουν και να οριοθετούν το ανθρώπινο περίγραμμα.

Ο Νίκος Δόικος έθεσε ενδεχομένως ένα στοίχημα στην Επιστροφή στον 21ο αιώνα, να προσεγγίσει τον άνθρωπο πρώτα ως κοινωνική μονάδα, και ως ατομική οντότητα στη συνέχεια. Δεν είμαι σίγουρη ότι λειτούργησε σε όλα τα επιμέρους επίπεδα στην ανάγνωση, όμως ο ποιητής έφερε αναμφισβήτητα εις πέρας την οπτική του, και το έκανε γράφοντας εξαιρετικούς στίχους. Η μοναξιά βέβαια δεν ξορκίστηκε, μάλλον το αντίθετο, δυνάμωσε και τρομάζει περισσότερο. Όλα μένουν να αιωρούνται.

Πιο κάτω μερικά ποιήματα που μου άρεσαν ιδιαίτερα:

           Απογύμνωση[4]

Όλο το Φως το φόρτωσε
στους δυνατούς ώμους του ταύρου
η Ευρώπη
το ‘κανε λάμψη
το φυλάκισε
κι άφησε πίσω της μονάχα
έναν ήλιο ενοικιαζόμενο

Φυσαλίδα[5]

Αρνήθηκα
Παρά τις δελεαστικές προτάσεις
Και τις ορθάνοιχτες πύλες της ουτοπίας
Πιστός στον μυστικό μας όρκο
Μέτρησα έναν έναν τους ποιητές να
Ξεμακραίνουν σε ψηφιακές λεωφόρους
Να προσκυνούν με δέος τις μεταλλάξεις
Τα πλουμιστά γιοφύρια
Στα τόξα τους πολύχρωμες αγχόνες
Κάτω από ανδριάντες ηρώων της Αφθονίας
Να προσκυνούν τη σιγουριά μικρών αντίδωρων
Τις συγκινήσεις ευκαιριακών εκπτώσεων
Με δωροκάρτες και ιριδίζοντα επιχειρήματα
Μικροί εντολοδόχοι ενός μικρού σύμπαντος.

Κι εγώ φυσαλίδα στο κύμα ανάμεσα
Μυριάδες φυσαλίδες της προαιώνιας τρικυμίας
Μιας θάλασσας ανελέητης κι ανάλλαχτης.

          Ονειροκάθαρση[6]

         Σκοτώστε τους ονειροπόλους
         Φροντίστε ίχνος μην αφήσετε κανένα

        Να μην κολλήσουν πεταλούδες οι νέες γενιές
        Να μη φυτρώσουνε στις τράπεζες λουλούδια

Κρις Λιβανίου

[1] in. Νίκος Δόικος, Επιστροφή στον 21ο αιώνα, εκδ. Κοράλλι, Αθήνα, 2019, στ. 1-2, σελ. 19.

[2]σελ. 36.

[3] σελ. 39.

[4] σελ. 13.

[5] σελ. 21.

[6] σελ. 49.

Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2020

"Αντίο τώρα, τα λέμε αύριο" του William Maxwell

Εννοείται ότι διάβασα, προτού ξεκινήσω να γράφω αυτό το σημείωμα, τους διθυράμβους που έχουν γραφτεί για το Αντίο τώρα, τα λέμε αύριο. Συμφωνώ σε ό,τι έχει να κάνει με την ατμόσφαιρά του: το βαμμένο στα χρώματα της ιδιοτυπίας της αμερικανικής υπαίθρου κλίμα διαπερνά όλο το βιβλίο, χαρίζοντάς του τη γοητεία της παλιάς καρτ-ποστάλ. Από πλευράς θεματολογίας, δυνατό χαρτί είναι ο πρόωρος θάνατος της μητέρας της οικογένειας εξαιτίας της ισπανικής γρίπης και η αναταραχή που γεννά. Επίσης δυνατό χαρτί είναι η διαπραγμάτευση των πανάρχαιων διλημμάτων που προκύπτουν από τις ανθρώπινες (και δη τις συζυγικές) σχέσεις, τα οποία όχι σπάνια οδηγούν σε διαλύσεις οικογενειών, ίσως ακόμη και στο έγκλημα – όπως συμβαίνει σε αυτό το βιβλίο. Στην εισαγωγή της Ann Patchett άλλωστε διάβασα ότι τα συγκεκριμένα θέματα (ο θάνατος της μητέρας, οι ανεπανόρθωτες φθορές στην οικογενειακή δομή) είναι επαναλαμβανόμενα στο έργο του συγγραφέα, ο οποίος ρέπει προς αυτά εξαιτίας της προσωπικής του εμπειρίας: η μητέρα του πέθανε όταν εκείνος ήταν ακόμη παιδί. Τα γεγονότα που περιγράφονται από κει και πέρα προέκυψαν από προσωπική του έρευνα σε άρθρα στον Τύπο. 

Σπουδαία όλα αυτά, ωστόσο το βιβλίο είναι αρκετά απροσπέλαστο. Ομολογώ ότι το διάβασα σε μια περίοδο δικής μου ψυχολογικής έντασης και αναστάτωσης, στη διάρκεια της οποίας ήμουν αρκετά unfocused, όμως το ότι η αφήγηση δεν ιχνηλατείται εύκολα δεν είναι κάτι που το φαντάστηκα. Πρώτα παρουσιάζεται το βασικό γεγονός, η δολοφονία, και κατόπιν σταδιακά (το χειρότερο όμως: αποσπασματικά) εκτίθενται τα γεγονότα που οδήγησαν σε αυτήν. Η πολυδιαφημιζόμενη (στο οπισθόφυλλο) φιλία των δύο αγοριών που βρέθηκαν στη δίνη του τυφώνα τον οποίο προκάλεσαν οι πράξεις των γονιών τους παρουσιάζεται σε λίγες, πενιχρές σελίδες, χωρίς να της αποδίδεται καμία έμφαση και κανένα βάθος. Παρεμπιπτόντως, η φράση «Αντίο τώρα, τα λέμε αύριο» ήταν εκείνη με την οποία τα δύο αγόρια αποχαιρετούσαν το ένα το άλλο κάθε μέρα.

Η δράση και τα τεκταινόμενα στο βιβλίο μοιράζονται ανάμεσα στις δύο οικογένειες, χωρίς πάντοτε να γίνεται εύκολα σαφές ποια από τις δύο αφορούν. Μεγαλύτερη εντύπωση μου έκανε η περιγραφή του ψυχισμού του σκύλου του ενός αγροκτήματος, τον οποίο αναγκάστηκαν τελικά να υποβάλουν σε ευθανασία λόγω της υπερβολικής του αφοσίωσης στους αρχικούς του ιδιοκτήτες(!) – εύρημα που αποτέλεσε, στον κόσμο του βιβλίου, τεκμήριο της ικανότητας του δολοφόνου να δολοφονήσει και άνθρωπο. Ούτε αυτό το εύρημα δεν αξιοποιήθηκε όμως.

Όλα είναι τόσο flat μέσα στο βιβλίο, τόσο πολύ ποτισμένα από τον αργό και τελικά υπνωτικό τόνο της αφήγησης που αναπόφευκτα μετατρέπονται σε πολτό, μια σούπα όπου τα ονόματα απλώς εναλλάσσονται και κανείς δεν ξεχωρίζει για τις πράξεις του, ούτε καν ο δολοφόνος που κατόπιν αυτοκτονεί (μοναδική εξαίρεση ίσως η Φερν, η μοιχαλίδα σύζυγος που ταράζει λίγο τα νερά με το ταμπεραμέντο της). Τη σύγχυση επιτείνει και η εναλλαγή των προσώπων της αφήγησης, αφού δεν υπάρχει ένας και μοναδικός αφηγητής: πότε αφηγείται το αγόρι και πότε κάποιος παντογνώστης παρατηρητής. Αποτέλεσμα; Μύλος, εκτός κι αν ο αναγνώστης έχει δοθεί στο βιβλίο ψυχή τε και σώματι. Εγώ πάντως δεν μπόρεσα να το κάνω.

Κάποτε έρχεται λοιπόν το αντίο (διαλύονται οι οικογένειες, συντελούνται η δολοφονία και η αυτοκτονία), χωρίς να έρθει κανένα αύριο. Κι όταν τελικά έρχεται και το αύριο, συμπυκνώνεται στη φευγαλέα συνάντηση των δύο αγοριών (των δύο φίλων του οπισθοφύλλου) στον διάδρομο ενός σχολείου της πόλης, που κάνει το ένα από τα δύο να μετανιώνει που δεν μίλησε στο άλλο και το άλλο να αποφασίζει να μετεγγραφεί σε άλλο σχολείο. Άδοξο τέλος για μια ιστορία που θα είχε χώρο για δράματα, ψυχογραφικές αναλύσεις, δυνατές σκηνές. Τίποτε όμως από αυτά δεν υπάρχει στο βιβλίο. Δεν είναι απλώς ότι δεν έχει την «εύκολη page turner λογική της αγωνίας της πλοκής», όπως διάβασα στην κριτική του Βασίλειου Δρόλια. Είναι ότι πρόκειται για μία εντελώς επίπεδη γραμμή καρδιακού παλμού. 
 
Για να το πω αλλιώς: τα γεγονότα που συντελούνται τελικά (τα οποία εκτίθενται στην αρχή του βιβλίου) ρίχνουν τόσο βαριά σκιά σε ό,τι προηγήθηκε (ή ό,τι έπεται στο συγκεκριμένο βιβλίο) που το θολώνουν ανεπανόρθωτα, σαν να το τοποθετούν σε έναν ορίζοντα τόσο μακρινό που ο αναγνώστης να καταλήγει να νιώθει πως δεν τον αφορά. Δυστυχώς, βέβαια, δεν είναι σπάνιο το φαινόμενο βιβλία που έχουν βραβευθεί και γραφτεί διθυράμβους γι’ αυτά να αποδεικνύονται από βαρετά μέχρι απροσπέλαστα... όλοι μας έχουμε τέτοιες εμπειρίες.

Ωστόσο, η μετάφραση του Παναγιώτη Κεχαγιά είναι εξαιρετική. Αποδίδει και την παραμικρή διακύμανση του τόνου του συγγραφέα σε στρωτή γλώσσα. Θα ήταν καλό πάντως οι εκδόσεις να είχαν προβλέψει και έναν διορθωτή, δεν είναι δυνατόν να τα περιμένουν όλα από τον μεταφραστή. Το λέω αυτό χωρίς να έχω σημειώσει σημαντικά γλωσσικά λάθη ή κάτι άλλο κραυγαλέο, αλλά επειδή παρατήρησα αρκετά στοιχεία που δεν ήταν απαραίτητα για μια ολοκληρωμένη διατύπωση και ξεχείλωναν ανεπαίσθητα το κείμενο. Υπερβολές, φυσικά, και η προσωπική διαστροφή μου με την οικονομία στα νοήματα, αλλά, όπως λένε και οι Γερμανοί, «ο διάβολος κρύβεται στη λεπτομέρεια». Κι αυτό είναι κάτι που αγνοούν συστηματικά οι εκδότες στις μέρες μας. 

Χριστίνα Λιναρδάκη

Παρασκευή, 16 Οκτωβρίου 2020

"Φιλιά στο κενό" της Μαργαρίτας Παπαγεωργίου


 Τα φιλιά στο κενό, είναι φιλιά αποχαιρετισμού σε μια μακροχρόνια ερωτική σχέση. Μια ποιητική καταγραφή αναμνήσεων και συναισθημάτων που απευθύνονται στο αγαπημένο πρόσωπο. Όταν ο χρόνος βαθαίνει και το ρολόι χάνει ένα χτύπο, τότε η ψυχή παίρνει τον δρόμο της ανάμνησης, αναζητά το δίδυμό της και οι λέξεις γίνονται σπονδή στην ποίηση· πυροδοτούνται από το ίζημα που άφησε πίσω της η αγάπη. 

Υπάρχει μια θαρραλέα πλευρά, ένας δυναμισμός σε αυτά τα ποιήματα που εντυπωσιάζουν με την ειλικρίνειά τους. Η ποιήτρια καταγράφει την οδυνηρή μετάβαση από το «εμείς» στο εγώ, τη μετάλλαξη του έρωτα από παρουσία σε απουσία. Το κενό της απόστασης που χωρίζει τα δυο σώματα γεμίζει από το σώμα της γραφής.

Ανάμεσα σε εμένα κι εσένα/ είναι τα δάχτυλά μου/ Μέσα από τα δάχτυλα μου/ ξεπηδούν λέξεις/ καμπύλες, τετράγωνες, μυτερές,/ περιστρέφονται στο διάστημα ανάμεσά μας/ φεύγουν από τα χέρια μου/ πετούν, σε αγγίζουν, τις χάνω, τις ξαναβρίσκω/ αλλάζουν σχήματα, ιδρώνουν, πονάνε/ όπως εσύ τόσο με εμένα...

Ο ρεαλισμός της αγγίζει το έδαφος μόνο και μόνο για να απογειωθεί, να φτάσει με την ταχύτητα της μνήμης στην κόκκινη στιγμή μιας ανάμνησης που κάνει τους χτύπους της καρδιάς να επιταχύνονται, μέχρι να χαθεί πάλι.

...Απ’ τον πόνο μου ξεπηδά μια μελωδία/ Φτερούγα που πετάει στις νότες της ορχήστρας/ ξεδιπλώνεται αργά στο ρυθμό της μουσικής/ γλιστράει στα χείλια του σαξόφωνου/ να σε συναντήσει./ Με κοιτάς/ Σου χαμογελώ

Ο χορός μας κύμα, λικνίζει τους δρόμους./ Ο χρόνος είναι όλος τώρα./ Αυτό το τραγούδι. Αυτή η ζωή./ Κι ανεβαίνουμε κολυμπώντας/ στ’ αστέρια μαζί.

…Το κόκκινο εκείνης της στιγμής κάποτε, απομακρύνεται/ Γίνεται ιώδες/ Το βαθύ μπλε της νοσταλγίας/ Ή το κυανό της κινίνης/ Οι παλμοί της καρδιάς μου επιβραδύνονται...

Οι λέξεις της αποκτούν τις ιδιότητες του φωσφόρου, για να ανιχνεύσουν στην κάμαρα, τα σημεία που άγγιξαν τα δάχτυλα του αγαπημένου, το σώμα θυμάται:

Καθώς με αγγίζεις/ η άρνηση φορτίζεται/ Προσκολλάται/ στις θετικές πρωτεΐνες / των δαχτύλων σου/ Τα αποτυπώματά σου/ παραμένουν στο δέρμα μου/ σπινθήρες μετά την τριβή/

Ηλεκτρισμένο το σώμα μου/ φωσφορίζει τις νύχτες/ φωτίζει στην κάμαρα πέρα ως πέρα/ για να μπορώ να κυνηγώ τη σκιά σου...

Όλα μπορούν να συμβούν σε αυτή την παράξενη ποίηση που επιστρατεύει τη χημεία και ψάχνει να βρει πού πάνε τα 21 γραμμάρια της ψυχής, όταν αφήσει το σώμα. Ενίοτε αναζητά μια ξένη γλώσσα, λέξεις από ένα τραγούδι που κοιμάται μέσα σε μια ανάμνηση, για να εκφραστεί:

Τις λευκές νύχτες/ όταν το κορμί ξαπλώνεται μουδιασμένο/ ορθώνεται η ψυχή/ τρέχει μέσα σε δωμάτια δίχως παράθυρα/ στοιχειό χτυπιέται στους τοίχους/ 21 γραμμάρια που περισσεύουν/ πόθοι και πάθη/ πού μένουν πού;(Σαν μακρόσυρτη νότα που παίζει ξανά και ξανά me gustas, te quiero, me amas no?)

Θυμίζει ότι όλα όσα είναι σημαντικά μένουν, τα άλλα τα παίρνει ο άνεμος... Αλλιώς η ερώτηση ξεχνιέται, σκορπίζεται, όπως διαλύονται τα σύννεφα, όπως διαλύονται τα σπίτια όταν φεύγουν οι άνθρωποι, όταν χάνονται οι συνδετικοί αρμοί της αγάπης.

...Χάνοντας σχήμα το σύννεφο/ σκορπάει το σπίτι/ βγαίνοντας ο ήλιος πού να βρει στέγες για να αποκοιμηθεί;

Χάνοντας βάρος η σταγόνα/ εξαϋλώνεται η φωτιά/ Βγαίνοντας η σελήνη πού να βρει/ λιμνούλες να ξεδιπλωθεί...

Οι λέξεις της σε κρατούν σε επιφυλακή, μοιάζουν να αναφέρονται σε κάτι πέρα από τον εαυτό της. Ο ασυνήθιστος τρόπος εκφοράς του λόγου συχνά κρύβει μια αλληγορία, όπως στους παραπάνω στίχους που φέρνουν στον νου, όχι μόνο τη δική της απώλεια, αλλά και τους άστεγους αυτού του κόσμου που ψάχνουν για μια θέση στον ήλιο· την ύπαρξη του πολέμου, τις βόμβες που πέφτουν από τον ουρανό και μετατρέπουν σε ερείπια τις πόλεις.

Οι ανατροπές στη ζωή γίνονται ανατροπές στην ποιητική γλώσσα, το ερωτικό παιχνίδι γίνεται νοητικό, ένα παιχνίδι με τη γραφή. Υπερρεαλιστικές εικόνες φυτρώνουν στους στίχους της σαν άγριες ρίζες, αποπνέουν την ανησυχητική ατμόσφαιρα μιας πραγματικότητας στερημένης από αγάπη, τη ματαιωμένη επιθυμία.

Το ποιητικό σώμα επιθυμεί να εξαϋλωθεί, να  ενώσει τη δική του οδύνη με τα συσσωρευμένα σύννεφα της οδύνης που υπάρχει στον κόσμο.

Μέσα στην υγρασία του απομεσήμερου/ με τα χέρια μου βουβά στις όχθες πια/ με το κορμί μου να αντινεμώνει/ ιστίο τυλιγμένο σε κατάρτι καταιγίδων,/ με τα πόδια μου διπλωμένα στο τώρα/ σε καρέκλες από πέτρες, βότσαλα, χώμα,/ μόνο μαλλιά πια/ λυτά στον άνεμο που φεύγει/ μόνο μάτια πια/ άγρυπνα στη νύχτα που έρχεται/ μόνο αυτιά πια/ πόνοι στην ημέρα που έφυγε/ μόνο δέρμα πια/ πούπουλο χελιδονιού εξόριστου/ μόνο καρδιά κυκλώνα πια/ που κάνει κύκλους/ μέσα στην υγρασία του απομεσήμερου…

Τα στοιχεία της φύσης, η φωτιά, ο άνεμος, το νερό, το χώμα συνδιαλέγονται στην ποίησή της με τα συναισθήματα που κάνουν τον άνθρωπο να νιώθει ζωντανός. Η ποιήτρια παίζει σε όλη την γκάμα των συναισθημάτων, προσφεύγει σε ένα συνδυασμό ποιητικών ρευμάτων, για να εκφραστεί. Κάθε ποίημα και ένας κρίκος στην αλυσίδα που επανασυνδέει τη χαμένη επικοινωνία με τον άλλον. Όταν η νοσταλγία καλεί την άγγελο της μνήμης δίπλα στο πιάνο, οι εικόνες της θυμίζουν μαγικό ρεαλισμό:

Η λευκότητα του δέρματος/ Η λευκότητα των φτερών/ αναμετριέται με το μαύρο των πλήκτρων/ Κάθε που αγγίζω με τα ακροδάχτυλά μου/ τις νότες του πιάνου/ Ανασηκώνεται η άγγελος της μνήμης/ γυμνά προτάσσει τα στήθια/ διπλώνει τα πόδια σταυροπόδι/ και με κοιτά στα μάτια

Τι να γυρεύει να μου πει; Η μελωδία που βγαίνει ασυναίσθητα απ’ τα χέρια μου/ και πάλλει τους ουρανούς πέρα ως πέρα/ είναι η απάντηση που δεν μπορώ αλλιώς να αρθρώσω...

Η ελπίδα αποκτά και αυτή πρόσωπο, έρχεται πιστή στο ραντεβού:

... Το δέρμα της μυρίζει σαν ώριμο ροδάκινο/ και το χαμόγελό της θυμίζει την πιο μεγάλη θάλασσα...

...Υπάρχεις. Έρχεσαι πάντα. Με περιμένεις./ Πιστή στο ραντεβού μας./ ...Εύχομαι όσο ζω/ να βρίσκω τη δύναμη/ να έρχομαι κι εγώ...

Σε μια εποχή που το ανθρώπινο συναίσθημα είναι σε μαρασμό, η ποιήτρια μοιάζει να λέει, «αισθάνομαι άρα υπάρχω»...

Στα φιλιά στο κενό, το χέρι που γράφει, γράφει για να διατηρήσει την ανάμνηση της αφής, γράφει με την ελπίδα της αναμονής και κάποτε με την αγωνία της ερώτησης:

«Εκεί που επιστρέφω/ δεν είσαι/ γιατί διαρκώς να επιστρέφω/ ενώ δεν είσαι εδώ;»

Πίσω από τις λέξεις της, υπόγεια και σιωπηλά φανερώνεται το αμείλικτο του χρόνου, το χάσμα επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων, ακόμα και όταν αυτοί αγαπιούνται, το ποτάμι των μύθων που στερεύει, η απομάγευση του κόσμου.

Στο ποίημα που αφιερώνει στη μικρή της αδελφή, σχολιάζει τη σημερινή κατάσταση των πραγμάτων:

Δεν ξέρω ποιο παραμύθι να σου πω/ Μου τελειώσαν οι ιστορίες/ όπως όταν ήμαστε παιδιά/ τα βράδια στα διπλανά κρεβάτια/ μου ζητούσες και σου έλεγα...

Τώρα όμως αδερφή μου,/ δεν έχω άλλο παραμύθι να σου πω/ Πέθανε κι ο Ρωμαίος και η Ιουλιέτα/ κι ο αγαπητικός και η Βοσκοπούλα/ ο Χριστός κι ο σατανάς/ ο αυτοκράτορας κι η επανάσταση...

Ο ρόλος της ποίησης είναι να αντιστέκεται στη φθορά της πραγματικότητας, να διατηρεί το όνειρο του ανθρώπου ζωντανό.

Γι΄αυτό και εκείνη ταξιδεύει με το μεθυσμένο καράβι του Ρεμπώ και πάντα θα επιστρέφει στην αγάπη· γράφει δυο ονόματα στην αμμουδιά, θυμάται το ευτυχισμένο γέλιο των παιδιών της στην ακροθαλασσιά:

Το όνομά σου ποτάμι, με πιάνει απ’ τη μέση./ Το όνομά μου πατρίδα, σε παίρνει ξανά./ Δυο δυο τα βήματα στην αμμουδιά.

Μέσα στην αγκαλιά μας τα παιδιά/ παίζουν ξυπόλητα μπάλα στους δρόμους... Ένα καράβι μεθυσμένο σιγοτραγουδά/ ανάβει τα φώτα του μέσα στη νύχτα.

(όσο τα παιδιά ψάχνουν τη ροή των υδάτων/ αναβλύζουν ακόμα και οι δρόμοι)...

Στην πορεία της από την ψευδαίσθηση του ονείρου στη μοναξιά του παρόντος και πάλι πίσω η ποιήτρια συναντά τη μεγάλη εικόνα του κόσμου. Την απάντηση στα ερωτήματα που διατρέχουν την ποίησή της δίνουν εικόνες από την ίδια τη ζωή που γαληνεύουν και φέρνουν ελπίδα για το μέλλον:

...Εκεί που σκάνε τα κύματα/ μια μάνα έχει βρέφος αγκαλιά/ και το θηλάζει τρυφερά/ Ο πατέρας με το άλλο αδερφάκι/ χαμογελούν και παίζουν κοντά...

...Κι εγώ εύχομαι, και αναπολώ/ έναν κύκλο επιθυμίας που χθες βράδυ/ σπάζοντας του χρόνου το φράγμα/ στον αέρα έμεινε ανοιχτός/ Και σκέφτομαι ότι όλα/ αρχίζουν και δεν τελειώνουν/ όλα αθωώνονται μυστικά/ σ’ εκείνα τα χείλη τα βρεφικά/ καθώς μυρώνουν/ τα βότσαλα, τις πέτρες, το χώμα/ το γάλα/ της αφρισμένης θάλασσας μέσα μας...

Κατερίνα Τσιτσεκλή

Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2020

Άλλη μια περιπλάνηση μετά τη βροχή: συμπληρώθηκαν 10 χρόνια από τον θάνατο του Μάκη Αποστολάτου

Ο Μάκης Αποστολάτος ήταν ένας άνθρωπος ιδιαίτερος που βοηθούσε όσους έψαχναν να βρουν ένα βήμα για να εκφραστούν. Εκδότης του λογοτεχνικού περιοδικού Ομπρέλα το οποίο, ψηφιοποιημένο πια, εξακολουθεί να αποτελεί βοήθημα πολλών νέων ερευνητών, έπαιρνε κοντά του τους ανθρώπους στους οποίους πίστευε. Κάπως έτσι η Ομπρέλα έγινε ο τόπος συνάντησης τεσσάρων από τους πέντε βασικούς συντάκτες αυτού εδώ του ιστολογίου: της Χριστίνας Λιναρδάκη, της Κρις Λιβανίου, της Κατερίνας Τσιτσεκλή και της Ήλιας Λούτα. Αντί άλλου μνημοσύνου για την επέτειο των δέκα ετών από τον θάνατό του, λοιπόν, γράφουμε για τον Μάκη Αποστολάτο και το έργο του.

*
Η ανθρωποκεντρική και κοινωνική ποίηση του Μάκη Αποστολάτου είναι ένα παράξενο κράμα από λάσπη και ουρανό, μας φέρνει ενώπιους ενωπίω με οράματα διάτρητα που περιμένουν ακόμα να δικαιωθούν. Αν συχνά καταφεύγει σε μια γλώσσα αιχμηρή, το κάνει για να καταγγείλει τους φυγάδες των ιδανικών που προσπαθούν να «ξεχάσουν», μέσα στον συμβιβασμό του καθημερινού βολέματος, την άρνηση που εξανεμίζεται στον κόμπο της γραβάτας, στα λουστρίνια του συμβιβασμού και για να αφυπνίσει τον αναγνώστη. Στο βάθος της ποίησής του λιμνάζει η ευαισθησία, η αγάπη για τον άνθρωπο και ένας λεηλατημένος ρομαντισμός, κάθε που το βλέμμα του συναντά το βλέμμα του «καταχθόνιου αλήτη» που σου μεταμοσχεύει ως το μεδούλι ουτοπία, τις μάζες που χάνονται κάθε πρωί στο μάνταλο της φάμπρικας, τα πεζοδρόμια που πέτρωσαν οι ορίζοντες λαθραίων μικρεμπόρων. 

Επιθυμεί να φανερώσει, πίσω από την προκυμαία που βούλιαξε η σχεδία των ονείρων, τους μεγαλέμπορους και τους εξουσιαστές αυτού του κόσμου. Ο ποιητής τάσσεται με τους ηττημένους, τους περιθωριακούς, μόνο στις φτωχογειτονιές της πόλης το βλέμμα των ανθρώπων έχει αυθεντικότητα... Οι σκέψεις και οι στίχοι που αναφέρονται εδώ, αντλούνται από την ποιητική του συλλογή Ο λαιμοδέτης του Αζώρ (1982). 

Στην Απεργία των Αγγέλων (1989), η γλώσσα του γίνεται λιγότερο αιχμηρή, πιο τρυφερή. Η παρουσία στην ποίησή του ουράνιων πλασμάτων – κυρίαρχου υπερρεαλιστικού στοιχείου – θα της προσδώσει ένα στοιχείο μαγικό, μια μυστικιστική διάσταση που θα την κάνει να ίπταται και να κοινωνεί το όνειρο, ενώ θα παραμένει παρόλα αυτά βαθιά ριζωμένη στην πραγματικότητα. Ο ποιητής θα πετάξει με τα φτερά του έρωτα και συνενόχους τους αγγέλους των αισθήσεων προς το Ιόνιο σε μια επιστροφή στις ρίζες του. Εδώ, ο λυρισμός του – αναπόσπαστο κομμάτι της ποιητικής παράδοσης του Ιονίου – θα κυριαρχήσει έντονα, κάνοντας κάποιους στίχους του να υποκύψουν στη σαγήνη της ομοιοκαταληξίας και εκείνον να υμνήσει τον θείο έρωτα: 

Γεμίζει η κούπα σου νερό θαλασσινό / ο ήλιος πίνει να στραγγίσει το κορμί σου / αν θα στερέψει πίνω αμίλητο νερό / και κάνω κόμπο στο λαιμό μου την φωνή σου... 

Ωστόσο μιλάει για την ίδια πραγματικότητα, αλλά τώρα στο τραγούδι της ζωής έρχεται να προστεθεί η ύπαρξη, η ομορφιά αλλά και η απώλεια του έρωτα. Τώρα η υπαρξιακή αγωνία βαραίνει τις φτερούγες του αγγέλου του καθώς τις νύχτες μετράει στα δάχτυλα... όχι όσες μέρες του απόμειναν / μα τις στιγμές του έρωτα που έχασε. 

Ωστόσο δεν παραλείπει να εντάξει στους στίχους του το κοινωνικό του όραμα, καθώς: 

...Ταξιαρχίες αγγέλων – πεθαμένων παιδιών εισβάλλουνε στις αίθουσες των συνεδρίων/ τις μετατρέπουν σε παιδικές χαρές/ κάνουνε γήπεδα τα πεδία βολής/ ανατρέπουν τις εστίες θανάτου εξ εφόδου. 

Ο έρωτας παίζει μεγάλο ρόλο στη ζωή του ποιητή, κρατάει το πάθος για το όραμά του ζωντανό. Στην Ολονυχτία ή το Αλφαβητάριο του Έρωτα, η ιδανική γυναίκα γίνεται μέσα του ολάκερη ήπειρος, τον ταξιδεύει, μαζί της βιώνει το ένυλό του όραμα: ευωδιάζει Κούρο Σίβο και Ακτές του Μεξικού, το Ρεύμα του Κόλπου σου·του θυμίζει τη λατρεμένη χώρα, την Ισπανία: Εσύ/ Άμμος/ Με αίμα/ ποτίζονται οι αγώνες. Μια Ισπανία νικητήρια όμως, όπου το όραμα ενός ελεύθερου κόσμου έχει – για μια στιγμή αιωνιότητας – θριαμβεύσει. 

...Είσαι ψευδαίσθηση λοιπόν άλλης ζωής/ ως κι η προσγείωση/ φαντάζει οφθαλμαπάτη. 

Ωστόσο, την επόμενη στιγμή το όραμά του διολισθαίνει, οι στίχοι του ναρκοθετούνται από την απουσία της που γίνεται αφορμή για να καταγγείλει μια ηθική «πλάνης», υπεύθυνη όχι μόνο για την απώλεια του έρωτα αλλά και για την ασχήμια της πραγματικότητας. 

Ο ποιητής παρομοιάζει τη φυγή της αγαπημένης του με τη φυγή της Αστάρτης, θεάς της γονιμότητας και του σαρκικού έρωτα της Ανατολικής Μεσογείου στην αρχαιότητα, η λατρεία της εξαφανίστηκε από το χριστιανισμό. 

...Στο υπέδαφος του καθωσπρεπισμού και των συμβάσεων/ έθαψες αισθήματα κι αισθήσεις/ Ψυχορραγούν σε σαρκοφάγο μιζέριας/ αργοσβήνουν. Και αλλού: …Οι μεταλαβόντες την ευπρέπεια του οίκου σου/ με διαμελίζουν. 

Η ηθική του ποιητή είναι η ηθική της φύσης, του σώματος η ελευθερία: Η φύση μας ζήτησε ν’ ανθίσει κι επανέρχομαι/ δεν της πρέπει να σέρνεται στις ράγες/ με καροτσάκι αναπηρίας

…Η καταστολή των επιθυμιών συντελείται με αίμα. 

Ο ποιητής θυμίζει ότι δεν υπάρχει περιθώριο επιστροφής για τις στιγμές που χάνονται. Στο τέλος, Κυριαρχεί η αιωνιότητα των στιγμών/ ολονυχτίες στο άπειρο. 

Στην τελευταία του ποιητική συλλογή Διαστολή και Συστολή των Σωμάτων (2010), εμφανίζεται ξανά η υπαρξιακή αγωνία που συναντάμε και στην Απεργία των Αγγέλων, μόνο πολύ πιο έντονη. 

Στην τριλογία της απώλειας, στο ποίημα με τίτλο «Του Τίγρη», γράφει: 

Άδειασαν τα σαλόνια/ κι οι ώρες γέρνουν προς το χάραμα της νάρκης/ ο τελευταίος μουσαφίρης σκοντάφτει/ στο κατώφλι της επόμενης μέρας/ γάτες αδέσποτες ακροβατούν στο έλεος./ Εσύ προσπέρασες με χάρη τους σωρούς των πιάτων/ και της δεξίωσης τα περισσεύματα/ Τα κύπελλα των βετεράνων πότισαν δεκάδες/ χείλη «ευφρόσυνων ψυχών»./ Ψάχνω της Βαβυλώνας τα ερείπια/ μέσω Βαγδάτης επί ματαίω./Σε λίγο τα ματόκλαδα θα κλείσουν επ’ αόριστον... 

Ωστόσο ο ποιητής έστω και αν κάποιες στιγμές μελαγχολεί, δεν χάνει την αγωνιστικότητά του, ούτε την κριτική του διάθεση: 

Έλεγες πως ψάχνεις το φως/ μα δε βλέπεις το φεγγάρι/ Σκορπάς αβροφροσύνες, ψεύτικα χαμόγελα/ και πολιτεύεσαι, όπως οι κύριοι στις πρεμιέρες./ Με χαιρετούρες τους κύκλους σου διευρύνεις/ ανακαλύπτεις φίλους, λιγοστεύεις τους εχθρούς/ διαθέτεις φήμη, έχεις τον τρόπο σου/ πρωταθλητής/ ―ως το λαιμό σε χοιροστάσιο. 

Στη Διαστολή και Συστολή των Σωμάτων, τα διάσπαρτα ερωτικά ποιήματα στήνουν εστίες αντίστασης κατά του θανάτου. Ο ίδιος ο τίτλος θυμίζει τη συστολή και διαστολή του σώματος που αναπνέει, της γης που ανασαίνει με την άμπωτη και την παλίρροια της θάλασσας. 

Μέσα στη συλλογή φιλοξενείται το ποίημα του «Το κόμιστρο της ουτοπίας» που αναφέρεται στην Ισπανική επανάσταση (1936-1939) και εκφράζει το κοινωνικό του όραμα που αφήνει ως παρακαταθήκη για το μέλλον, μαζί και μια υπόσχεση επιστροφής: ...Ίσως γυρίσω, αφού γεννήσουν τα ποιήματα τους ποιητές.
                                                                                                                            
                                                                                                                            Κατερίνα Τσιτσεκλή

Πηγές: 
Μάκης Αποστολάτος, 10 κείμενα για το έργο του, εκδόσεις Βακχικόν 2016
Κείμενό μου στο Περιοδικό Έρεισμα Φθινόπωρο-Χειμώνας 2000, στα πλαίσια αφιερώματος για την ποίηση του Μάκη Αποστολάτου 




Ήμουν αρκετά νέα, όταν συνάντησα για πρώτη φορά τον Μάκη. Πληθωρικό, εκρηκτικό, δυναμικό. Αρχικά, το πρώτο του, σαφώς εμφανές, ολοκάθαρα εξωτερικό χαρακτηριστικό, η αβρότητά του, ο ιδιαίτερος θαυμασμός του προς το γυναικείο φύλο. Λάτρευε να ρητορεύει με κομψές στοχευμένες φιλοφρονήσεις που έκαναν τις γυναίκες να χαμογελούν ή να γελούν! Κι έπειτα αυτή η σπιρτάδα, η οξυδέρκεια, η διαολεμένη επιμονή του, το πείσμα του και η αγάπη του για το περιοδικό. Από την αρχή μέχρι το τέλος. 

Υπήρξα φίλη του και κατά κάποιο τρόπο μαθήτριά του - δεν ξέρω αν ήμουν καλή - από την πρώτη μέχρι την τελευταία φορά της συναναστροφής μας. Με το χρόνο να κυλά αντίστροφα γι’ αυτόν, θυμάμαι την τελευταία Ομπρέλα, την πιο δύσκολη απ΄ όλες και την πιο συγκινησιακά φορτισμένη στην ολοκλήρωσή της. Μέσα από το νοσοκομείο ο Μάκης κανόνιζε όλες τις διαδικασίες έκδοσής της, τα θέματα και, επίμονα, ναι, πολύ επίμονα, βρισκόταν πάνω από όλα τα κείμενα για να τους ρίξει την τελευταία ματιά, παρά τις πολλαπλές αντικειμενικές δυσκολίες. Είχε ως συνήθως πολύ άγχος και αρκετά νεύρα, παρόλο που ήξερε πως όλα θα πήγαιναν καλά στην έκδοσή της, όπως και κάθε άλλη φορά, εξάλλου. Μονάχα που αυτή θα ήταν η τελευταία φορά. Και αυτό ήταν δεδομένο. 

Στο εξώφυλλο του περιοδικού η εικόνα καλοκαιρινή. Του άρεσε πολύ! Όλα ήταν καμωμένα όπως τις άλλες φορές, μόνο που η ομπρέλα ήταν κλειστή, σε μια αμμουδιά να απλώνει τη σκιά της στην καυτή, ίσως, άμμο, καθώς προμήνυε στους αναγνώστες – για όσους δεν ήξεραν – ότι το περιοδικό θα έκλεινε. 

Με δύο πολύ δυνατά αφιερώματα, στον Αλμπέρ Καμί και στον Ζακ Λακάν. «Γράψε κάτι και εσύ», μου είπε, και μου χάρισε τον Ξένο, «γράψε κάτι, έτσι για να μείνει». Και πράγματι έμεινε και σε μένα κάτι από το τέλος αυτής της πορείας, όχι η σημαντικότητα του κειμένου μου σαφώς, αλλά η συμμετοχή μου σε εκείνο το ταξίδι, με τις τελευταίες και πολλές εκκρεμότητες και τις τελευταίες επιθυμίες του, που κάποιες από αυτές, λίγο ίσως βιαστικά, εκπληρώθηκαν. (Αν ήταν παρών, μάλλον θα χαμογελούσε με αυτό που γράφω, γιατί αφήνω και κάποια υπονοούμενα). Έμεινε η σημαντικότητα των τελευταίων ημερών ενός ανθρώπου, που η συντροφιά του σε δένει υπαρξιακά μαζί του - για ελάχιστες ίσως στιγμές – καθώς βλέπεις πώς κλείνει τις υποθέσεις του με τη ζωή και πώς ετοιμάζεται για το θάνατο. 

Είχε μιαν έξαψη ψυχής, ένα αλλόκοτο πάθος που δεν τον εγκατέλειπε με τίποτα, ένα απαιτητικό αίσθημα δικαίου που του ζητούσε απεγνωσμένα να προλάβει κάποια πράγματα πριν φύγει. Και μια μεγάλη αγάπη γι’ αυτό που έκανε, που μεταμορφωνόταν σε εμμονή, καθώς βίωνε έντονα τα λιγοστά περιθώρια χρόνου, την αίσθηση ότι εγκαταλείπει αυτό που είχε χτίσει, ότι ο κύκλος του περιοδικού του κλείνει. Από την πρώτη του φορά που το ξεκίνησε, έφτασε ο ίδιος στην τελευταία φορά, με μεγάλη ψυχική και υπαρξιακή φόρτιση και, εν πλήρη επιγνώσει, σηματοδότησε το κλείσιμο της Ομπρέλας, το εικαστικό και το πραγματικό. Ο εκδότης, ο ιδρυτής, ο δημιουργός ανέλαβε να κόψει τον ομφάλιο λώρο. 

Και τώρα που γνωρίζουμε εκ των υστέρων πως δεν πρόλαβε να δει τυπωμένη την τελευταία έκδοση, καταλαβαίνουμε αυτήν την αίσθηση του διαχωρισμού, της διάσπασης που ένιωσε ο Μάκης. Σαν καραβάκι την έστειλε στο πέλαγος! Όμως η ψυχική και εργασιακή διεργασία της δημιουργίας της είχε ολοκληρωθεί γι’ αυτόν. Δεν παραδόθηκε στους φόβους του, δεν υποχώρησε, δεν λύγισε. Αποχαιρέτισε την ομπρέλα και αποχώρησε πανηγυρικά με την πίκρα του νικητή που εγκαταλείπει το στίβο. Μαχητικός και αγέρωχος! 

Και εγώ μια ταπεινή αφηγήτρια της ζωής των άλλων, που θεωρούσα δεδομένη και αυτονόητη τη σχέση μας, στο τέλος της ζωής του ένιωσα πως οι άνθρωποι μπορούν να φύγουν ανά πάσα στιγμή από κοντά μας και εκείνες τις μέρες, εκείνο τον καιρό, αισθάνθηκα γι’ αυτόν μιαν αλλιώτικη εγγύτητα, αντιλήφθηκα καλύτερα το εύρος της προσωπικότητάς του, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, περισσότερο από τα τόσα χρόνια γνωριμίας. 

Και απ’ ότι φαίνεται, καθώς τα χρόνια προχωρούν, μετά από δέκα, πλέον, χρόνια μάλλον εξακολουθεί να μας ενώνει, να ενώνει όλους εμάς τους πολύ νέους κάποτε, που μας στήριξε και μας έβαλε μέσα στο δικό του κόσμο, την ομπρέλα του γραπτού λόγου. Και μια ακόμη συνενωτική εμπειρία. Το τεύχος του περιοδικού δεν το πήρα από τον Μάκη αλλά από τον Λουκά Θεοχαρόπουλο. Από την παλιά παρέα!

Ήλια Λούτα



Πάνε δέκα χρόνια από τον θάνατο του Μάκη Αποστολάτου και την αναστολή της έκδοσης της Ομπρέλας, όπου «συναντηθήκαμε» για πρώτη φορά η Κρις, η Κατερίνα, η Ήλια κι εγώ. Το στίγμαΛόγου, το νέο σημείο συνάντησης τεσσάρων από τα μέλη της συντακτικής επιτροπής εκείνου του περιοδικού, ήρθε ίσως να διασώσει το καλύτερο πνεύμα του. Η Ομπρέλα ήταν ένα από τα παιδιά του Μάκη, μάλλον το πιο αγαπημένο. Ενσάρκωνε, βλέπετε, με πρόσφορο τρόπο αυτό που ο ίδιος αντιλαμβανόταν ως αποστολή του και που δεν ήταν άλλο από τη συνύφανση της τέχνης με την καθημερινότητα. Η ενεργός εμπλοκή της τέχνης στη ζωή ήταν η δική του απάντηση στην ανάγκη να αποκτήσει ο κόσμος νέο περιεχόμενο και νέο νόημα. Άλλωστε και ο ίδιος έτσι έζησε: πλέκοντας τη ζωή με την τέχνη σε ένα αξεδιάλυτο σύνολο. Αυτό δείχνουν άλλωστε το λογοτεχνικό σωματείο που είχε ιδρύσει, η Ενωτική Πορεία Συγγραφέων (ΕΠΟΣ), και ο αγώνας του για την καθιέρωση κρατικής σύνταξης στους λογοτέχνες.

Την ίδια στιγμή ήταν δυνατός ποιητής της Γενιάς του '70. Στην τελευταία ποιητική συλλογή του, τη Διαστολή και συστολή των σωμάτων, προσπάθησε να συμφιλιωθεί με την ιδέα του θανάτου ή ίσως και να την εξορκίσει, όμως η αίσθηση της ματαιότητας διαπερνά σαν λεπίδα τους στίχους. Η συλλογή είναι γεμάτη πάθος, γεμάτη από την ιερά μανία που γεννά ο πόνος, και ακόμη είναι γεμάτη από μελαγχολία. Ήταν φυσικό, αφού έβλεπε τον θάνατο να τον πλησιάζει. Παρ' όλα αυτά, δημιούργησε σε αυτήν τη δυνατότητα να χωρέσει στοιχεία που αποτελούσαν κεντρικούς θεματικούς άξονες προηγούμενων συλλογών του, όπως τον έρωτα και την επανάσταση, παρέμεινε δηλαδή ασυμβίβαστος και ατιθάσευτος μέχρι τέλους. Λυπήθηκα ειλικρινά που η κριτική επιτροπή του ποιητικού διαγωνισμού «Κούρος Ευρωπού» στο Κιλκίς δεν την τίμησε με βραβείο ή έστω έπαινο - την είχε υποβάλει ο Μάκης πριν από την έκδοσή της. Συνάμα ντράπηκα που είχα σκεφτεί αρνητικά για τον τίτλο με τον οποίο την είχε υποβάλει στον διαγωνισμό: Αλγόριθμον άλγος. Μια ακόμη διάκριση εκείνη την εποχή θα του είχε δημιουργήσει μια αίσθηση δικαίωσης, όμως ήταν μια διάκριση που δεν ήρθε. Όσο για μένα, μου είχε φανεί πομπώδης τότε ο τίτλος του διαγωνισμού και μόνο μετά τον θάνατό του συνειδητοποίησα ότι ήταν απλώς ακριβολογία: ο πόνος του ήταν πράγματι αλγοριθμικός, αφού η πορεία της νόσου του ήταν προδιαγεγραμμένη. 

Κάπως έτσι έσβησε η φλόγα στα μάτια του, ακόμη κι όταν έχασε το ένα από τις απαραίτητες για τη θεραπεία του ακτινοβολίες. Λυπάμαι πολύ που έπρεπε να φύγει μέσα σε τόσο πόνο και δεν θα πάψω ποτέ να τον θυμάμαι σαν παράδειγμα απαράμιλλης γενναιότητας και σαν τον σημαντικό ποιητή που ήταν. Επίσης, θα του είμαι πάντα ευγνώμων που με έκανε να πιστέψω στον εαυτό μου και μου έδωσε ένα σπίτι (την Ομπρέλα) μέσα από το οποίο μπορούσα να εκφραστώ. Με κάποιον τρόπο, με έκανε να αισθανθώ πως η σκέψη και η πένα μου αξίζουν κάτι. Το έκανε αυτό ο Μάκης με τους ανθρώπους...

Χριστίνα Λιναρδάκη




Σ’ αυτόν τον τόπο που γεννήθηκε η άνοιξη
όλα ειπώθηκαν, τι ν’ απογράψω
.[1]

Έλα ντε. Αυτοί είναι οι δύο στίχοι που ανοίγουν την τελευταία ποιητική συλλογή που είδε ο Μάκης Αποστολάτος τυπωμένη όσο ήταν εν ζωή. Θα πέθαινε λίγους μήνες αργότερα. Στο στίγμαΛόγου γράφουμε τέσσερεις άνθρωποι που είχαμε πρωτοσυναντηθεί στην Ομπρέλα του, τόσα χρόνια πίσω, και η προσωπική μου ιδέα ήταν να ασχοληθούμε με το έργο του, να επικεντρωθούμε στην προσφορά του. Σπάνια τα πράγματα καταλήγουν εκεί που τα περιμένει κανείς, ευτυχώς. Έχει ήδη αναφερθεί η μαχητικότητα πέραν κάθε φαντασίας που τον χαρακτήριζε, ο άνθρωπος αυτός ήταν δύναμη της φύσης. Επίσης η πολύπλευρη δημιουργικότητά του, η ανεξάντλητη έμπνευση και δράση του σε τόσους τομείς, με τόσους ανθρώπους, σε τόσους στίχους.

Δέκα χρόνια αργότερα συνειδητοποιώ ότι όσα πράγματα κατάφερε να αλλάξει, το έκανε με το παράδειγμά του. Έκανε πράξη αυτό που αποφάσιζε μαχόμενος πάντα στην πρώτη γραμμή και όρθιος στις επάλξεις. Και παρόλο που το έργο του αγγίζει τόσο την ποίηση όσο και την θέση του ποιητή στην κοινωνία του σήμερα, για μένα η υστεροφημία του έγκειται στους ανθρώπους που άφησε πίσω του. Δέκα χρόνια μετά έχει πλέον αποδειχτεί ότι ο Αποστολάτος αποτέλεσε έμπνευση, αλλά όχι καλούπι. Η Χριστίνα, η Ήλια, η Κατερίνα κι εγώ βρισκόμαστε εδώ να διαβάζουμε και να γράφουμε, επειδή ανάμεσα στα άλλα, ο Μάκης ήξερε όσο λίγοι να ακολουθεί και να παρατηρεί τις σκέψεις των άλλων. Ήξερε να ακούει. Κι εγώ, όταν διαβάζω κάτι που υπό άλλες συνθήκες θα τροφοδοτούσε τις μεταξύ μας συζητήσεις, τις πιάνω από εκεί που τις είχαμε αφήσει την τελευταία φορά. Δύο αγύριστα κεφάλια, λόγω καταγωγής και ταμπεραμέντου, να χαμογελάνε το ένα στο άλλο.

Θα ήθελα να μπορώ να πω ότι τον Μάκη δεν τον σταματούσε τίποτα αλλά προφανώς αυτό δεν ισχύει, αν ίσχυε δεν θα ήμασταν εδώ να κάνουμε αυτή την κουβέντα. Ο καρκίνος τον αναχαίτισε και ο θάνατος του έκοψε τελικά το δρόμο, εκείνος δεν είχε κανένα σκοπό να σταματήσει. Είχε δουλειές να κάνει, βιβλία να διαβάσει, στίχους να γράψει. Και τώρα που ξαναδιαβάζω την Διαστολή και συστολή των σωμάτων για να γράψω αυτό το κομμάτι, βρίσκομαι και πάλι μπροστά στην καθαρότητα, στην διαύγεια σκέψης και στην ευθεία ματιά που ο Μάκης ακουμπούσε στα πράγματα και στις ίδιες του τις σκέψεις, εξίσου. Μια ματιά όχι ατρόμητη, ούτε κατά διάνοια, αγέρωχη όμως ναι, χωρίς καμία αμφιβολία.

Και αν σε ένα υποθετικό σύμπαν σαν αυτό που ανασαίνει στα Μοιρολόγια, μπορούσαμε να καθίσουμε και να διαβάσουμε μαζί αυτή την τελευταία του συλλογή, και διάβαζα ότι «Σ’ αυτόν τον τόπο που γεννήθηκε η άνοιξη / όλα ειπώθηκαν, τι ν’ απογράψω.», θα του έλεγα να τα αφήσουμε αυτά κύριε Μάκη, ας ήσασταν εδώ, και μια χαρά θα απογράφατε. 

Κρις Λιβανίου


[1] Μάκης Αποστολάτος, «Ερήμην», in. Διαστολή και συστολή των σωμάτων, εκδ. Στοχαστής, Αθήνα, 2010, σελ. 9.