Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2020

"Το παραμύθι με την κοντέσα Αντρέα και τη γιαγιά της Τζουστινιάνα" του Μάριο Δελγάδο Απαραΐν

 

Στην αρχή ένας πολύ περίεργος τίτλος που κινεί την περιέργεια, έπειτα η υπόσχεση ότι είναι το πιο σύντομο μυθιστόρημα του κόσμου και τέλος η χώρα προέλευσης του συγγραφέα: η Ουρουγουάη. Όλα αυτά εκ προοιμίου δημιουργούν τις συνθήκες μιας ιδιαίτερης ιστορίας.

Και από την πρώτη κιόλας σελίδα ξεπηδά ορμητικά η τεχνική της γραφής του μαγικού ρεαλισμού  που ανοίγει συναρπαστικά την αφήγηση.

«…Ενώ καθάριζε πατάτες για να συνοδέψει το ασάδο των αστέγων, η κοντέσα Αντρέα έκοψε ένα δάχτυλο του αριστερού της χεριού, κι απ΄την πληγή άρχισε να τρέχει πολύ, γαλάζιο αίμα».

Φαίνεται πως ο μαγικός ρεαλισμός είναι συνδεδεμένος με την ίδια την ψυχοσύνθεση των λαών της Λατινικής Αμερικής. Από το πουθενά αναφύονται ανοίκειες υπερβάσεις της πραγματικότητας που κρατούν σταθερά έκπληκτο το βλέμμα του αναγνώστη και καταφέρνουν να διεισδύουν γλυκά στο διανοητικό του επίπεδο, στα κρυφά του σημεία, εκεί που γεννώνται οι μικρές συναισθηματικές δονήσεις των παραμυθιών.

Όμως τουλάχιστον εδώ, σε αυτή τη μικρή αφήγηση, αυτό είναι μονάχα η αρχή, είναι το όχημα για να περάσει ο συγγραφέας σε μια πιο ρεαλιστική διείσδυση που απηχεί μάλλον τον πόνο τούτου του κόσμου παρά την παραμυθία του. Η αφήγηση λειτουργεί σε ένα επίπεδο καθαρά συμβολικό και η αποκωδικοποίηση των συμβόλων γίνεται ξεκάθαρη στο τέλος του βιβλίου, εκεί που μοιάζει να γίνεται εντέλει και η άφοβη προσέγγιση του πραγματικού.

Μέχρι τότε όμως η ιστορία ξεκινά εντυπωσιακά με την αρπαγή μιας όμορφης κοπέλας, της νεαρής Αντρέα, από τους πειρατές. Και κανείς βέβαια δεν θα ήξερε την ιστορία της, κανείς δεν θα ενδιαφερόταν ποτέ για τη ζωή της, την περιπέτειά της, αν δεν αποκαλυπτόταν από εκείνο το τόσο θαυμάσιο, τυχαίο περιστατικό η ευγενική καταγωγή της…

 «Σύμφωνα με το θρύλο που γέννησε αυτή την ιστορία, στις 28 Ιουλίου του σωτηρίου έτους 1717, ο γάλλος πειρατής Ετιέν Μορό, συνοδευόμενος απ’ τα πρωτοπαλίκαρά του, οπλισμένα με μουσκέτα και γιαταγάνια, άρπαξε την κοντέσα Αντρέα Κιαραμόντε, απ΄ την πλατεία του σισιλιάνικου χωριού Τσεφαλού, θαμπωμένος από τόση ομορφιά και εργατικότητα, βλέποντάς την να γυαλίζει τις μπότες των στρατιωτών του βασιλιά για να βγάλει το ψωμί της».

Και δίπλα στη μικρή, που αντιστεκόταν σθεναρά, για να μην είναι μόνη πήραν μαζί τους και τη γιαγιά της Τζουστινιάνα που όλοι την αποκαλούσαν μάγισσα καθώς ήξερε τα μαγικά ποιήματα για τα έντεκα μυστήρια της ζωής. Από την Ιταλία οι δύο γυναίκες έκαναν ένα υπερατλαντικό ταξίδι μέσα στο πειρατικό πλοίο, μαζί με αφρικάνους αιχμαλώτους που επρόκειτο να πουληθούν σε Πορτογάλους δουλέμπορους της Λατινικής Αμερικής.

Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού ακούγονταν διάφορες ιστορίες για υπερφυσικά τέρατα, για θαλάσσια ερπετά και για ένα τεράστιο κράκεν που εμφανιζόταν από τα βάθη των ωκεανών αναστατώνοντας τα ταξίδια των ναυτικών και απειλώντας τις ζωές τους. Η μικρή Αντρέα «τις νύχτες με φουρτούνα, άκουγε τρομοκρατημένη απ΄ τη γωνίτσα της τους ναυτικούς απ΄ την κουβέρτα να φοβερίζουν ο ένας τον άλλον και να μιλάνε για τη μόνιμη απειλή των θαλάσσιων ερπετών και του τρομερού κράκεν με τα οκτώ μπράτσα και τις τρεις καρδιές που ζει στα βάθη των ωκεανών και αναπνέει μόνο δύο φορές τη μέρα».

Και ξαφνικά η απειλή έγινε πραγματικότητα, το κράκεν εμφανίστηκε μπροστά τους φοβερό και τρομερό με μάτια κόκκινα που ξεπρόβαλλαν πάνω από την κουπαστή. Και στ΄ αλήθεια δεν θα μπορούσαν να το αντιμετωπίσουν αν δεν είχαν μαζί τους τη γιαγιά. Έτσι λοιπόν, χάρη στην κρυφή μαγική δύναμη της γιαγιάς, το κράκεν αποσύρθηκε γαληνεμένο, η θύελλα έπαυσε, η θάλασσα ηρέμησε, σιωπή και ηρεμία επικράτησε παντού.

Κι έπειτα από εβδομήντα μία μέρες στη θάλασσα ήρθε το τέλος του ταξιδιού, όπου η γιαγιά, η εγγονή, και μαζί όλο το πλήρωμα του καραβιού έφτασαν στον όρμο της Βαλίσας, στην Ουρουγουάη.

«Εξαντλημένοι από το ταξίδι, άνδρες και γυναίκες που είχαν ελευθερωθεί για λίγες ώρες απ΄ τις ποδοπέδες, άφησαν να σωριαστεί στη χλιαρή αμμουδιά της ακτής το αποστεωμένο και τυραννισμένο σώμα τους, τα σαθρωμένα ή σπασμένα κόκαλά τους, αφήνοντας να βγει ανάμεσα σε κλάματα και βογγητά αυτή η αγωνία που συνήθως προκαλεί η ανακούφιση ότι είσαι ζωντανός. Εκείνο το βράδυ είχε λίγα σύννεφα στον ουρανό, ο καιρός ήταν ευχάριστος, κι από την ήρεμη πράσινη θάλασσα φυσούσε ένα αλμυρό αεράκι που κάπου κάπου έφερνε μαζί του το λεπτό άρωμα από τα φύκια».

Η περιπέτεια της γιαγιάς και της εγγονής ωστόσο συνεχίζεται, καθώς οι ζωές τους εμπλέκονται με τα απρόοπτα της ζωής των γάλλων πειρατών, τις διεκδικήσεις των ισπανών κατακτητών και τις ανατροπές της δικής τους αλλόκοτης προσωπικής ιστορίας, σε έναν απρόσμενο κύκλο ζωής.

Άνθρωποι με υπερφυσικές ή μαγικές ιδιότητες, ήρωες φτωχοί και ταλαιπωρημένοι, πειρατές, ο Ετιέν Μορό, ο Καστιλιάνος Αντολίν με τη φορτωμένη με δώρα καρότσα του, ο Φορσούδο Σαράβια, ένας νέγρος γίγαντας που σηκώνει με τα χέρια του την καρότσα του Αντολίν όταν κολλά στις λάσπες και άλλοι πολλοί άσημοι μα συνάμα και γοητευτικοί άνθρωποι περιτριγυρίζουν τη γιαγιά και την Αντρέα. Και δίπλα σε όλους αυτούς Ισπανοί κατακτητές και Πορτογάλοι τυχοδιώκτες που ο καθένας από την πλευρά του διεκδικεί τη δική του μερίδα του λέοντος.

Μαζί με την προσωπική ιστορία των δύο γυναικών, η αφήγηση ταξιδεύει στο χρόνο και επουλώνει αφηγηματικά τις πληγές και τις αδικίες που έχει υποστεί ένας ολόκληρος λαός, χρησιμοποιώντας συχνά ως βάλσαμο το παράδοξο ή το παραμυθιακό στοιχείο. Η ιστορία της χώρας του συγγραφέα αφήνει το αποτύπωμά της στο πέρασμα των αιώνων. Και καθώς η λογοτεχνική πορεία της Λατινικής Αμερικής συμβαδίζει εν πολλοίς με το μαγικό ρεαλισμό, την αρμονική ένταξη του υπερεαλιστικού στην πραγματικότητα... μοιάζει  να υπάρχει ώρες ώρες μια μυστική συμφωνία αποδοχής του καλού και του κακού, έτσι καθώς η αδικία πλανάται με διαφορετικές μορφές ανά τους αιώνες.

Εντέλει όμως η ματιά του συγγραφέα δεν αρκείται στην κρυφή γοητεία του παραδόξου και στις θαυματουργές λύσεις που ενίοτε δίνει, γίνεται ολοένα και πιο αποκαλυπτική, και περνά τελικά στην απάρνηση του μαγικού. Έτσι, ενώ αρχικά η αίσθηση της αδικίας υποβόσκει ήπια και εμποτίζει τις ζωές των ανθρώπων με τον ίδιο τρόπο που ο μαγικός ρεαλισμός εισβάλλει στην πραγματικότητα βρίσκοντας απίστευτες κι όμως πιστευτές ερμηνείες για τον κόσμο μας, στο τέλος η δύναμή του φθίνει και μάλλον μοιάζει να ηττάται. Μετά από μια συναρπαστική ιστορία, μια πικρή και αστόλιστη πραγματικότητα καιροφυλακτεί. Ο ωμός ρεαλισμός προβάλλει αγέρωχος, μπλεγμένος με τα προβλήματα του σύγχρονου πλέον κόσμου.

Και ο συγγραφέας δεν μένει εντός των ορίων της χώρας του, αλλά σε λίγες μόνο σελίδες καταφέρνει να φτιάξει ένα αφήγημα που έχει ξεκάθαρο ανθρωπιστικό μήνυμα. Με μια απότομη χρονική μετάβαση ξυπνά θαρρείς από το όνειρο και επανέρχεται στο τώρα. Οι ακατάπαυστες μετακινήσεις ανθρώπων που μεταμορφώνονται στις αλλαγές των αιώνων από μαύρους σκλάβους σε σύγχρονους νεαρούς Αφρικανούς που πεινασμένοι και φοβισμένοι επιθυμούν να περάσουν στην Ευρώπη αποτελούν την τελική, απρόσμενη ανατροπή, την ολική επαναφορά στο σήμερα, εκεί που σε μια άκρη υπάρχει το τέλος των μύθων.

Και όταν τα παραμύθια τελειώνουν, ο κόσμος απομένει γυμνός και σκληρός. Είναι εντέλει κι αυτός ένας  τρόπος θέασης των πραγμάτων, τώρα που τα θαλάσσια τέρατα και τα μαγικά στοιχεία αποχωρούν αποδυναμωμένα…


Ήλια Λούτα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου