Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2020

«Κάτω απ’ το πάπλωμα» της Αντωνίνης Σμυρίλλη

Δεν έχω κρύψει ότι είμαι πουριτανή. Επίσης, έχω εκφράσει την αντίθεσή μου στη χρήση των σεξουαλικών αναφορών. Καίτοι τη μετρίασα στη συνέχεια, η βασική ιδέα παραμένει: οι αναφορές στο σεξ και τη σεξουαλική ταυτότητα γίνονται αποδεκτές ένεκα της διαπραγμάτευσής τους – και μόνο.

Στη δεύτερη αυτή συλλογή της Σμυρίλλη, η σεξουαλικότητα έχει αναπάντεχο ρόλο: ξεφεύγει από την αυτοαναφορικότητά της και γίνεται όψη της ταυτότητας του ποιητικού υποκειμένου. Γίνεται σημαία που καθορίζει τη διαφορετικότητα: τι κι αν είμαι διαφορετική, λέει το ποιητικό υποκείμενο, αυτή είμαι! Αυτό που υποβόσκει, είναι φυσικά και πάλι η σύγκρουση με τον κόσμο, όπως στην πρώτη της ποιητική συλλογή.

BUSY DAY

- Τι θα κάνεις σήμερα;
- Θα κλάψω.

Καταλαβαίνω
Όλοι θέλουν να είναι φυσιολογικοί

Το άλλο είναι το ανώμαλο
Το δικό μου


Τα ποιήματα εμπεριέχουν έναν βαθμό αυθάδειας που όμως δεν ενοχλεί. Είναι το κοίταγμα του ειδώλου στον καθρέφτη που την εγείρει. Είναι αυτό που βλέπει κάποιος στον εαυτό του και το αποδέχεται, γνωρίζοντας ωστόσο πως πάει κόντρα στις κοινωνικές συνήθειες και τα καθώς πρέπει: γι’ αυτό και βγάζει τη γλώσσα του στον κόσμο. Η αυθάδεια εμπεριέχει αυτοσαρκασμό:

ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΜΟΥ ΣΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ

ΤΑΠΑ

Η νοσοκόμα
Με έστησε στον τοίχο
Ανακουφίστηκα
Όταν είδα πως το σημάδι μου
Ήταν στα πιο ψηλά σημεία

Ύστερα μου ήρθε περίοδος

*

1,52 είπε η γυμνάστρια, θες και παρέλαση

*

Στις παρελάσεις κατεβαίνω πρώτη
Να πιάσω θέση μπροστά


Όλα είναι μέσα στην ποιητική συλλογή. Ακόμη και το τραύμα:

I LOVE YOU TOO, MOMMY (απόσπασμα)

Ο χρόνος της μετρά / Αντίστροφα / Σαν το MasterChef /
Ποτέ δεν προλαβαίνει / Με φωνάζει / Δεν ξέρω τα βήματα /
Και δεν μ’ ενδιαφέρει να τα μάθω /
Έτσι κι αλλιώς όλα τα κάνω λάθος /
Δεν μου συγχωρεί / Που παντρεύτηκε στα δεκαεννιά /
Που έχω σφριγηλό κώλο / Και γαμιέμαι συχνά /
Δεν μου συγχωρεί / Που δεν είμαι η αδελφή μου


Ακόμη και η προσδοκία της αγάπης:

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ (απόσπασμα)

Θα ΄θελα να ζαρώσουμε μαζί
Έτσι όπως ζαρώνουν
Τα καραμελωμένα μήλα
Στον φούρνο


Όλα αυτά τα στοιχεία κάνουν τη συλλογή βαθιά ανθρώπινη. Συγχρόνως, την κάνουν βαθιά εξομολογητική. Είναι στοιχεία προσωπικά, τέτοια που όντως μπορεί κανείς να δει «κάτω απ’ το πάπλωμα»: δεν φαίνονται εκ πρώτης όψεως, χρειάζονται εξοικείωση, χρειάζονται ζεστή ατμόσφαιρα και χαλάρωση, ποιότητες που μπορεί να προσφέρει το πάπλωμα.

Ορισμένα ποιήματα είναι ιδιαίτερα σκληρά. Το “I love you too, mommy” είναι ένα από αυτά, «Ο καθυστερημένος» είναι ένα άλλο. «Ο καθυστερημένος» χρησιμεύει ως παράδειγμα του τι κάνει ο κόσμος σε όποιον είναι διαφορετικός:

Κι εμείς τον βάζαμε στη μέση
Τυφλόμυγα
ζζζ κάναμε
Και τον χτυπούσαμε
Μέχρι να μελανιάσει


Το ποιητικό υποκείμενο, επομένως, που έχει εξαιτίας της διαφορετικότητάς του συγκρουστεί με τον κόσμο, πορεύεται πληγωμένο μα αποφασισμένο. Οι απογοητεύσεις δεν λείπουν («Στο παραμυθοπωλείο/ Λέει: Δεν θέλω να είμαστε φίλες/ Καίω τη γλώσσα μου/ Ρουφώντας αμήχανα/ Το τσάι του Harry Potter/ Θέλω να τη φιλήσει/ Να περάσει/ Γίνομαι/ Σκληρή/ Κατεψυγμένη φράουλα» - ποίημα “Brain Freeze”), αλλά θα τηρήσει την απόφαση να συνεχίσει όπως και να ‘χει. Ίσως είναι αυτή η αποφασιστικότητα που μου έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση και ίσως μάλιστα να είναι η πηγή της ποιητικότητας της συλλογής. Γιατί, τι άλλο είναι η ποίηση, εκτός από ένα no matter what?

Μου άρεσαν επίσης οι αναφορές (στα αγγλικά) σε στοιχεία της ποπ κουλτούρας (Master Chef, Harry Potter κ.λπ.). Δείχνουν έναν άνθρωπο που ζει μέσα στον κόσμο τον οποίο αντιστρατεύεται και μας θυμίζουν ότι πολλές φορές η ζωή είναι από μόνη της μια παραδοξότητα.

Θα ήθελα να κλείσω με το ομότιτλο ποίημα της συλλογής:

ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΟ ΠΑΠΛΩΜΑ

Κοιμάμαι
Με φως
Πώς αλλιώς θα υπέμενα
Το σκοτάδι;

Γλείφω
Το παιδί
Που αποκοιμιέται
Μέσα μου
Όπως το γατί
Το πετσί του

Και το πρωί
Απ’ την αρχή
Θάβω το φως
Κάτω απ’ το πάπλωμα. 

Χριστίνα Λιναρδάκη


Δευτέρα, 28 Σεπτεμβρίου 2020

Το ποίημα της Δευτέρας: "Ποίημα για τα δικαιώματά μου" της June Jordan



ΠΟΙΗΜΑ ΓΙΑ ΤΑ  ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΜΟΥ

Κι απόψε έχω ανάγκη να κάνω μια βόλτα και να ξεκαθαρίσω
όσα σχετίζονται με αυτό το ποίημα όσα σχετίζονται με το ότι δεν μπορώ
να βγω έξω χωρίς να αλλάξω τα ρούχα μου τα παπούτσια μου
τη στάση του σώματος μου το φύλο μου την ηλικία μου
το να είμαι μια γυναίκα μόνη μες στο βράδυ/
μόνη στους δρόμους / χωρίς να αποτελεί το μια γυναίκα μόνη ζήτημα/
το ζήτημα είναι πως δεν μπορώ να κάνω αυτά που θα ήθελα
να κάνω με το σώμα μου επειδή έχω το λάθος
φύλο τη λάθος ηλικία το λάθος δέρμα και
αν υποθέσουμε πως αυτό δε συνέβαινε εδώ στην πόλη αλλά στην παραλία/
ή βαθιά μέσα στο δάσος και ήθελα να πάω
εκεί μόνη να διαλογιστώ πάνω στον Θεό/ ή πάνω στα παιδιά ή πάνω στον κόσμο/ και όλα
αυτά να μου φανερωθούν από τα αστέρια και τη σιωπή:
δεν θα μπορούσα να πάω και δεν θα μπορούσα να σκεφτώ και δεν θα μπορούσα
να μείνω εκεί
μόνη
καθώς χρειάζομαι να είμαι
μόνη αφού αλλιώς δεν μπορώ να κάνω ότι θα ήθελα να κάνω με το ίδιο μου
το σώμα και
ποιος στο διάτανο κανόνισε τα πράγματα
έτσι
και στη Γαλλία λένε αν ο τύπος διεισδύσει
αλλά δεν εκσπερματώσει τότε δε με βίασε
και αν αφού τον μαχαιρώσω αν αφού έχω ουρλιάξει
αν αφού έχω παρακαλέσει το καθίκι και αν ακόμα κι αφού τον έχω χτυπήσει
στο κεφάλι με σφυρί αν ακόμα και μετά από αυτό αυτός
και τα φιλαράκια του με γαμήσουν
τότε συναίνεσα και δεν υπήρξε
βιασμός γιατί στην τελική καταλαβαίνετε στην τελική
με ξεσκίσανε επειδή ήμουν λάθος ήμουν
το λάθος ξανά να είμαι εγώ όντας εκεί που ήμουν / το λάθος
να είμαι αυτή που είμαι
ακριβώς όπως η Νότιος Αφρική
που διεισδύει στη Ναμίμπια που διεισδύει στην
Αγκόλα και μήπως αυτό σημαίνει εννοώ πώς είστε σίγουροι ότι
η Πρετόρια εκσπερματώνει ποιό θα είναι το πειστήριο η
απόδειξη της θηριώδους εκσπερμάτωσης των δυναστών στη Μαύρη Ήπειρο
και αν
μετά τη Ναμίμπια και αν μετά την Αγκόλα και αν μετά τη Ζιμπάμπουε
αν οι ομοαίματοι κι οι ομοαιματές μου αντισταθούν ακόμα και
σε αυτό-σφαγιασμό των χωριών και αν μετά από αυτό
εν τούτοις χάσουμε τι θα πούνε τα μεγάλα αγόρια θα
επικαλεστούν τη συναίνεσή μου:
Με παρακολουθείτε: Είμαστε οι λάθος άνθρωποι με
το λάθος δέρμα στη λάθος ήπειρο και πώς
στο διάτανο όλοι βρίσκουν λογικό
που σύμφωνα με τους Τάημς εκείνη τη βδομάδα
το 1966 η C.I.A. αποφάσισε πως είχε ένα πρόβλημα
και το πρόβλημα ήταν ένας άντρας με το όνομα Νκρούμα κι έτσι
τον σκότωσαν και πριν από αυτόν ήταν ο Πατρίς Λουμούμπα
και πριν από αυτόν ήταν ο πατέρας μου στο
σχολείο μου να φοβάται
να πατήσει το πόδι του στην καφετέρια επειδή έλεγε πως
ήταν λάθος λάθος ηλικία λάθος δέρμα λάθος
φύλο και πλήρωνε τα δίδακτρά μου και
πριν απ’ αυτό
ο πατέρας μου έλεγε πως έκανα λάθος που του ’λεγα ότι
θα έπρεπε να είχα βγει αγόρι επειδή αυτός ήθελε αγόρι/ ένα
αγόρι και ότι θα έπρεπε να είχα ανοιχτότερο δέρμα και
ότι θα έπρεπε να είχα πιο ίσια μαλλιά και ότι
δεν θα ’πρεπε να είμαι ατίθαση σαν αγόρι αντ’ αυτού θα έπρεπε
να ’μαι απλά αγόρι/ ένα αγόρι και πριν απ’ αυτό
η μητέρα μου εκλιπαρούσε να κάνω πλαστική
στη μύτη και να βάλω σιδεράκια και μου ’λεγε
να παρατήσω τα βιβλία να τα παρατήσω με άλλα
λόγια
είμαι πολύ εξοικειωμένη με τα προβλήματα της C.I.A.
και τα προβλήματα της Ν. Αφρικής και τα προβλήματα
της εταιρείας Έξον και τα προβλήματα της λευκής
Αμερικής γενικά και τα προβλήματα των δασκάλων
και των παπάδων και του F.B.I. και των κοινωνικών
λειτουργών και της Μαμάς και του Μπαμπά μου συγκεκριμένα/ είμαι πολύ
εξοικειωμένη με τα προβλήματα καθώς τα προβλήματα
αποδεικνύεται πως είναι
μέσα μου
είμαι η ιστορία του βιασμού
είμαι η ιστορία της απόρριψης αυτού που είμαι
είμαι η ιστορία της τρομοκρατημένης κάθειρξης του
εαυτού μου
είμαι η ιστορία της άδικης επίθεσης και των αμέτρητων
στρατών ενάντια σε καθετί που θέλω να κάνω με το μυαλό μου
και το κορμί μου και την ψυχή μου
είτε πρόκειται για το περπάτημα έξω τη νύχτα
είτε για την αγάπη που αισθάνομαι ή
για την ιερότητα του αιδοίου μου ή
την ιερότητα των εθνικών μου συνόρων
και την ιερότητα των ηγετών μου ή την ιερότητα
κάθε πόθου
που γνωρίζει η
αναμφισβήτητα μόνη και μονήρης καρδιά μου
έχω βιαστεί
εξ
αιτίας του ότι είμαι λάθος το λάθος φύλο η λάθος ηλικία
το λάθος δέρμα η λάθος μύτη τα λάθος μαλλιά η
λάθος ανάγκη το λάθος όνειρο ο λάθος τόπος
το λάθος ένδυμα εγώ
εγώ είμαι το νόημα του βιασμού
είμαι το πρόβλημα που όλοι προσπαθούν να
εξαλείψουν με εξαναγκασμένη
διείσδυση με ή χωρίς αποδεικτικά στοιχεία βλέννας και/
αλλά ας είναι αυτό ολοφάνερο το ποίημα αυτό
δεν είναι συναίνεση δε συναινώ
με την μητέρα μου με τον πατέρα μου με τους δασκάλους με
το F.B.I. με τη Ν. Αφρική με το Bedford-Stuy
με την Park Avenue με τις Αμερικάνικες Αερογραμμές με τους καυλωμένους
χασομέρηδες στις γωνίες με τους ηδονοβλεψίες στα
αυτοκίνητα
Δεν είμαι λάθος: Δε με ’λένε λάθος
Το όνομά μου είναι δικό μου δικό μου δικό μου
και δεν μπορώ να σας πω ποιος στο διάτανο κανόνισε να ’ναι έτσι τα πράματα
αλλά μπορώ να σας πω πως από δω και στο εξής η αντίστασή μου
ο απλός και καθημερινός αυτοπροσδιορισμός μου
μπορεί κάλλιστα να σας κοστίσει τη ζωή

June Jordan
(μετάφραση: Kyoko Kishida)
περιοδικό ΤΕΦΛΟΝ, τεύχος 2

 

Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2020

"Έξοδα νοσηλείας" του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη

Δύο διαφορετικές παράλληλες ζωές, δύο παράλληλοι βίοι ανθρώπων που κάποια στιγμή λόγω συνθηκών συναντιούνται και συνυπάρχουν εξ ανάγκης για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα σε έναν θάλαμο νοσοκομείου, ο ένας στο ρόλο του νοσοκόμου-φροντιστή του άλλου.

Είναι το καινούργιο βιβλίο, το καινούργιο μυθιστόρημα του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη με τον τίτλο΄Εξοδα νοσηλείας, τίτλος ο οποίος κυριολεκτικά και μεταφορικά επιφέρει ηλεκτρικές εκκενώσεις υψηλών τάσεων ώστε η αρχή της διαδραστικής επικοινωνίας με τους αναγνώστες/τις αναγνώστριες να ξεκινά από κει.

Ο Π. Χατζημωυσιάδης δημιουργεί, πλάθει, ένα σύγχρονο μυθιστόρημα όπου, εκτός από τους βασικούς άξονες της αναμέτρησης των δύο πρωταγωνιστών με τη ζωή-τον θάνατο-τον χρόνο-τη μνήμη-την ασθένεια, θέματα διαχρονικά που απασχολούν τους ανθρώπους κάθε εποχής, θέτει μέσω των ηρώων του και άλλα βασικά ζητήματα που ταλανίζουν και κρατούν σε αμηχανία, αγωνία, διλήμματα και ανασφάλεια τον σημερινό άνθρωπο. Σε καιρούς όπου η κυρίαρχη μαζική κουλτούρα επιβάλλει συνολικά τρόπον τινά την πολιτισμική και υπαρξιακή άρνηση του πόνου, της οδύνης, της απώλειας, του πένθους, της μοναξιάς, της εγκατάλειψης και την αντικαθιστά με επίπλαστες προτάσεις τύπου think positive (σκέψου θετικά), ο συγγραφέας διαρρηγνύει αυτό το ψευδές πέπλο της κάλυψης αυτών των συναισθημάτων και τολμά να αναμετρηθεί με τις αλήθειες που μας απασχολούν ως σύνολο, αλλά διστάζουμε ή ντρεπόμαστε να τις εκφράσουμε, να τις αποκαλύψουμε, να τις υπερασπιστούμε, απωθώντας έτσι πτυχές της πραγματικής ζωής που, ούσα σύνθετη,  συμπεριλαμβάνει και αυτές τις καταστάσεις οι οποίες εκφράζονται τόσο εύστοχα στην ελληνική γλώσσα με τις λέξεις "χαρμολύπη" και "κλαυσίγελως".

Τρεις μονόλογοι των δύο αυτών προσώπων δομούν τον κορμό του βιβλίου, διανθισμένοι με εμβόλιμες,  παράπλευρες αναφορές σε ιστορίες-περιστατικά που συναντά και γνωρίζει λόγω της δουλειάς του ο ένας εκ των ηρώων, ο νοσηλευτής. Ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης έχει ήδη κατακτήσει το προσωπικό συγγραφικό του ύφος και ήθος, και θάλλει ως δημιουργός, αλλά δεν εφησυχάζει, ανοίγοντας και εξελίσσοντας διαρκώς και θεματολογικά τα εκφραστικά του μέσα. Στα Έξοδα νοσηλείας υπάρχουν έντονα τα στοιχεία/χαρακτηριστικά του εσωτερικού μονολόγου, της δομής της αίσθησης (structure of feeling), που λειτουργεί δραστικά, και της πρωτοπρόσωπης ομοδιηγητικής αφήγησης. Ξεδιπλώνονται οι ζωές των δύο ηρώων του (οι οποίοι ηλικιακά ανήκουν στην ίδια γενιά των 40+), ανακαλούνται μνήμεςγεγονότα με συνεχείς εναλλαγές και flash back ενός πανταχού παρόντα πολυδιάστατου κυκλικού χρόνου που εντείνει, επιτείνει,αναζωογονεί και κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον των αναγνωστών/αναγνωστριών. 

Μπορεί σε έναν πίνακα ζωγραφικής να συμπυκνωθεί και να αποτυπωθεί τρόπον τινά η ζωή/η πορεία της ζωής ενός ανθρώπου; Είναι το "Σιταροχώραφο με τα κοράκια"του Vincent van Gogh που κοσμεί το εξώφυλλο του βιβλίου, αλλά και δρα ως ένα είδος πυξίδας, ένα είδος χάρτη της ανθρωπογεωγραφίας του μυθιστορήματος.Ο νοσηλευτής προσπαθεί να συμπληρώσει όλα τα κομμάτια του παζλ που λείπουν από την αναπαράσταση αυτού του πίνακα ώστε να αποκαλυφθεί μπροστά του ολόκληρη η πορεία και η κατάληξη της ζωής του, ακόμη και οι άγνωστες γι΄αυτόν πτυχές της. Όλες οι ελλείψεις, τα κενά,οι απουσίες, τα ματαιωμένα του όνειρα, μα και οι προσδοκίες συμπεριλαμβάνονται στα κομμάτια που λείπουν από αυτόν τον πίνακα. Είναι η απουσία της μάνας, η ξαφνική φυγή της, ενώ ακόμη αυτός ήταν παιδί που τον στοιχειώνει στην μέχρι τώρα ενήλικη ζωή του. Θυμάται αρκετές σκηνές έντονων διαπληκτισμών ανάμεσα στον πατέρα και την μητέρα του μέχρι εκείνη την ημέρα της ξαφνικής εξαφάνισης της, κάποιες εικόνες,  και μετά να απλώνεται σιωπή, μια παράξενη σιωπή με πολλά ερωτηματικά που έμεινε να τον απασχολεί να τον τυραννά τα επόμενα χρόνια. Σιγά-σιγά αρχίζει να τολμά να σηκώνει το πέπλο του μυστηρίου της φυγής της και να αφήνει να εννοηθεί πως η μητέρα του υπήρξε θύμα έμφυλης ενδοοικογενειακής βίας. Όπως συνηθίζεται να συμβαίνει στις μικρές μα και στις μεγάλες κοινωνίες και τις οικογένειες,  τα ένοχα εγκληματικά μυστικά σκεπάζονται, "κουκουλώνονται", μην τυχόν και βγουν προς τα έξω και μαθευτούν στον ευρύτερο κοινωνικό περίγυρο, με αποτέλεσμα οι ένοχοι να μένουν συνήθως ατιμώρητοι. Πολύ αργότερα ήρθε το γιατροπόρεμα του πατέρα, είδε και έζησε μαζί του την σταδιακή φθορά, την αποδόμηση του νου, της μνήμης,  το ανεπιστρεπτί βύθισμα στους λαβυρίνθους της λήθης,  της λησμονιάς, λόγω της πάθησης του αλτσχάιμερ. Πολλές φορές σκέφτηκε να πάρει την απόφαση να δώσει τη λύση/τη λύτρωση με την ευθανασία, αλλά άλλες τόσες έκανε πίσω όταν τον κατέκλυζαν τα ηθικά διλήμματα και οι ενδοιασμοί μαζί με τις τύψεις τις ενοχές που ήξερε πως θα είχε και θα τον κατάτρυχαν μια ζωή: πώς μπορούσε να πάρει την πρωτοβουλία να δώσει τέλος στη ζωή ενός άλλου ανθρώπου έστω κι αν ήταν ο πατέρας του; Αναρωτιέται, διερωτάται για τη σημασία που έχει και τον ρόλο που παίζει η μνήμη: "τι κάνει τον άνθρωπο, αν όχι η μνήμη και η σκέψη", και αν αφαιρέσει κανείς αυτές τις λειτουργίες τι απομένει; 

Καταρρέουσες και παρακμάζουσες οι δυτικές κοινωνίες πολιτικά, κοινωνικά, οικονομικά, το γνώριμο μέχρι πρότινος κοινωνικό κράτος που αποτελούσε ασπίδα και δίχτυ ασφαλείας για τις ασθενέστερες οικονομικά τάξεις συρρικνώνεται και με την επέλαση του άκρατου νεοφιλελευθερισμού προωθείται και εγκαθίσταται η ιδιωτικοποίηση της δημόσιας υγείας. Αυτό διαπιστώνει, αυτό βιώνει και αντιμετωπίζει καθημερινά ο νοσηλευτής στην ιδιωτική εταιρία παροχής υπηρεσιών υγείας που εργάζεται. Αναρωτιέται τι πήγε λάθος με τη γενιά του και, ενώ όλα προοιωνίζονταν καλύτερες εποχές, στην πορεία όλα χάθηκαν. Σε προσωπικό επίπεδο, προσπαθεί να κρατήσει ακόμα τις αξίες στις οποίες πίστεψε: της ανθρωπιάς της αλληλεγγύης.  Ο συγγραφέας τον περιβάλλει με έναν εσωτερικό μανδύα τρυφερότητας και νοιαξίματος για τους συνανθρώπους του που έχουν ανάγκη και τους οποίους συνεχίζει να προσφέρει σε κάθε ευκαιρία, πέρα από την τυπική διεκπεραίωση των καθηκόντων του.

Το δεύτερο πρωταγωνιστικό πρόσωπο του βιβλίου είναι ο ασθενής που πάσχει από την εκφυλιστική πάθηση της εγκεφαλίτιδας και τον φροντίζει ο συγκεκριμένος νοσηλευτής. Γνωρίζει ότι ο χρόνος ζωής που του απέμεινε είναι λιγοστός, όμως θέλει να δώσει περιεχόμενο και χώρο σε αυτόν τον χρόνο μέχρι να ακουστεί το δικό του τετέλεσται, με τον ρυθμικό ήχο ενός ρολογιού. Με πλήρη πνευματική νηφαλιότητα μπροστά στην οθόνη ενός υπολογιστή γράφει, κάνοντας τον δικό του απολογισμό ζωής "για το είναι και το μη είναι, το τώρα και το πάντα". Ο άνθρωπος στις ακραίες, στις οριακές στιγμές του εφευρίσκει και κινητοποιεί απίστευτους μηχανισμούς επιβίωσης. Ο ασθενής διαστέλλει το περιεχόμενο του δικού του χρόνου (όσου του έχει απομείνει)  και λέει "δεν έχω πάψει να ονειρεύομαι, να προσδοκώ και να ελπίζω", δίνοντας έτσι το στίγμα της επιθυμίας του πάθους του να ζήσει όσο του αναλογεί ακόμα και κάτω από αυτές τις συνθήκες. Ανακαλύπτει τρόπους επικοινωνίας, προσωποποιεί αντικείμενα και συνομιλεί μαζί τους (όπως το κομοδίνο ή το μηχάνημα για το ηλεκτροκαρδιογράφημα), βρίσκει έτσι την αφορμή, το έναυσμα, να ξεδιπλώσει τις σκέψεις και τους στοχασμούς του ή, όπως ο ίδιος λέει, "διαστέλλει το σύμπαν την οικουμένη του". Επιστρατεύει κάθε δυνατή ή αδύνατη πολιτική/κοινωνική/υπαρξιακή/φιλοσοφική σκέψη και διαδικασία, ακολουθεί αλληλουχίες συλλογισμών και θεωρημάτων,  προκειμένου να αποδείξει την δυναμική της ύπαρξης, να δικιολογήσει ακόμα και αυτού του είδους την ακινησία, τον εγκλεισμό. Με αυτόν τον τρόπο, απωθεί τον ανθρώπινο πόνο, ξορκίζει τον θάνατο, αποδεικνύει την δύναμη του θυμικού, της μνήμης του νου πάνω στο αδύναμο σώμα με την συνεχώς φθίνουσα κινητική του κατάσταση. Μέσα στο κάδρο της γενικής ιστορικής πραγματικότητας, συμβαίνουν οι μικρές άγνωστες ιστορίες των καθημερινών ανθρώπων Ο συγγραφέας, με έναν τρόπο σημειολογικό/συμβολικό, παρομοιάζει αυτό το πάσχον σώμα με την χώρα μας, με τα τόσα τραύματα που έχει υποστεί,  τις τόσες τραυματικές εμπειρίες που είχε και έχει κατά την περίοδο της νεώτερης ιστορίας της κι όμως συνεχίζει να μας εκπλήσσει με τις δυναμικές αναλαμπές της.

Ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης σκιαγραφεί διακριτικά και υπαινικτικά - όχι κραυγαλέα - τον περιβάλλοντα χώρο των δύο ηρώων του, τον φωτίζει με τα χρώματα της μοναξιάς που έχουν και οι πίνακες τού κατ΄εξοχήν ζωγράφου-εκφραστή της μοναξιάς και της απομόνωσης των σύγχρονων μεγαλουπόλεων, του Εντουαρντ Χόπερ. Από τις ζωές αυτών των δύο ανθρώπων απουσιάζει ο οικογενειακός και φιλικός περίγυρος, που λειτουργεί συνήθως υποστηρικτικά προσφέροντας με την παρουσία του την συμπαράσταση και την βοήθεια που είναι απαραίτητη στις δύσκολες στιγμές. Είναι όμως μόνοι τους και καλούνται να δώσουν τον δικό τους αγώνα επιβίωσης σε έναν κόσμο απρόσωπο και  δυστοπικό που οδηγεί στην ατομική ερημία.


Φανή Αθανασιάδου

 

Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2020

"Η Θάλασσα" του Μιχάλη Μακρόπουλου


Δεύτερη νουβέλα του Μιχάλη Μακρόπουλου σε ισάριθμες εβδομάδες, με σκοπό να παραμείνω στο κλίμα και στο σύμπαν του συγγραφέα και με κίνδυνο να υποπέσω στο αμάρτημα της σύγκρισης. Κάθε νόμισμα δύο όψεις, όπως συνήθως. Συνθήκη που και στη Θάλασσα ο Μακρόπουλος συμμερίζεται και μάλιστα αξιοποιεί στο έπακρο, όπως έκανε και στο Μαύρο νερό: κινείται σε δίπολα και στήνει τα συμβαίνοντα σε αλλεπάλληλες ανατροπές. Και εδώ, η καταστροφή που συντελείται και αποτελεί την αφηγηματική αφετηρία δεν είναι αλληγορία αλλά προϋπόθεση.
Αν υποθέσουμε ότι οι κοινωνίες μας και κατ’ αναλογία οι συμπεριφορές μας ως άτομα υπαγορεύονται και οριοθετούνται από ένα πλέγμα παγιωμένων συνθηκών, αυτό που κάνει ο Μακρόπουλος είναι να «πειράξει» κάποια ή κάποιες από τις παραμέτρους που ορίζουν τις εν λόγω συνθήκες και να παρατηρήσει το αποτέλεσμα που θα προκύψει: πώς είναι οι «καινούριοι» άνθρωποι που καλούνται να επιβιώσουν έπειτα από μια εν δυνάμει ισοπεδωτική ανατροπή, πώς επαναπροσδιορίζονται οι σχέσεις μεταξύ τους, αλλά και σε τι μεταλλάσσεται το δίπολο «άτομο/κοινωνία». Ο συγγραφέας βρίσκει έναν διακριτικό τρόπο να αποστασιοποιηθεί από το αρχικό γεγονός που σηματοδοτεί το αφηγηματικό «σημείο μηδέν» ώστε να επικεντρωθεί στον άνθρωπο του «μετά»: στα καινούρια εξελικτικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του, στις απώλειες, στην προσαρμοστικότητα αλλά και σε ό,τι απομένει από τον προηγούμενο εαυτό του και αντιστέκεται λιγότερο ή περισσότερο σθεναρά στην καινούρια πραγματικότητα. Που, ας μην το ξεχνάμε, έβγαλε την παλιά εκτός παιχνιδιού με την οριστικότητα του διά παντός ηττημένου.
Στη Θάλασσα το νερό είναι ο καταλύτης που ανατρέπει και τελικά ισοπεδώνει ό,τι μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν γνώριμο και οικείο. Περνάμε από την έκφραση «οι άνθρωποι» που αναγνωρίζει την ύπαρξη κοινωνικών σταθερών και καταλήγουμε να μιλάμε για «τον άνθρωπο» εννοώντας το είδος, τοποθετώντας τον στο ίδιο επίπεδο με τους υπόλοιπους κατοίκους του πλανήτη: τα ζώα, τα φυτά. Η ανατροπή λοιπόν έρχεται από τη φύση, είναι ανεξέλεγκτη και είναι επίσης τυχαία. Δεν υπάρχουν πολλά να γίνουν, η αλήθεια είναι ότι το μόνο που απομένει στους όποιους επιζώντες είναι να βρουν καταφύγιο στο εσωτερικό της γης, μιας και η επιφάνειά της δεν αποτελεί πλέον οικοσύστημα κατάλληλο για την επιβίωσή τους: τα πάντα έχουν πνιγεί από την βροχή, και όσοι από μια αυθαίρετη απόφαση της εξελικτικής μοίρας δεν διαθέτουν την απαραίτητη γονιδιακή μετάλλαξη που τους θωρακίζει απέναντι στον ιό-φάντασμα, θα πεθάνουν αναπόφευκτα και χωρίς πολλές κουβέντες.
Υπάρχει μια «δυσαναλογία ματιάς» στο κλάσμα άνθρωπος/περιβάλλον: το φυσικό περιβάλλον αχανές και τρομακτικό στη δύναμή του, και οι άνθρωποι λιγοστοί και τρομαγμένοι, κρυμμένοι στα έγκατα της γης σαν τα ποντίκια. Υπάρχει η αντιπαράθεση, σχεδόν αντιπαλότητα ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση, όπου ο άνθρωπος χάνει κατά κράτος και σχεδόν εξαφανίζεται από προσώπου γης (χωρίς καν πρόθεση για λογοπαίγνιο). Μια από τις ανατροπές του κειμένου είναι το γεγονός ότι ενώ μέχρι τώρα ο άνθρωπος ήταν ο αδιαμφισβήτητος νικητής σε κάθε αναμέτρηση και η φύση ο μόνιμος χαμένος, τώρα γύρισε ο τροχός και ξύπνησε το θηρίο. Κάποιοι θα σκεφτούν ότι ήταν καιρός.
Ο άνθρωπος βρέθηκε αντιμέτωπος με τις πραγματικές του διαστάσεις, είδε μπροστά του τον εαυτό του μικρό, σχεδόν ασήμαντο, τον είδε ως αυτό του ήταν πάντα, ένα μέρος ενός όλου και όχι το κέντρο του σύμπαντος. Στη Θάλασσα, η πρώτη απώλεια εξαιτίας της καταρρακτώδους βροχής είναι η ανθρωποκεντρική προσέγγιση της ζωής μας. Αυτό που παίρνει την θέση της είναι μια αμείλικτη ευθραυστότητα και η συνειδητοποίηση ότι λίγα είναι τελικά αυτά που περνούν από το χέρι μας, τα υπόλοιπα ουσιαστικά μας προκύπτουν και οφείλουμε να τα διαχειριστούμε με τα όποια μέσα διαθέτουμε. Γίνεται τελικά ένα ξεκαθάρισμα λογαριασμών και το μέχρι εκείνη τη στιγμή κατεστημένο καθαιρείται ως βασική προϋπόθεση για επαναπροσέγγιση. Χωρίς πολλά-πολλά, οι πάγοι λιώνουν, ο μετεωρίτης αποκαλύπτεται, η ασθένεια συνθλίβει τον πληθυσμό με αυθαίρετο και ισοπεδωτικό τρόπο, η στάθμη του νερού πνίγει κοινωνίες και καθημερινότητες, ο κόσμος προχωράει. Αυτό που συμβαίνει κατά βάση είναι ότι η φύση ξαναπαίρνει τον έλεγχο του πλανήτη με τέσσερεις διαδοχικές κινήσεις και χωρίς αξιόλογο αντίπαλο: ο άνθρωπος και τα επιτεύγματά του μπροστά τη δύναμή της είναι και θα παραμείνουν αστεία μεγέθη.
Σ’ αυτό το πλέγμα πραγματικότητας και ανατροπών, της τύχης και των συνεπειών της, η αφηγήτρια, κάτοικος μιας από τις υπόγειες πόλεις, επιχειρεί να αποκτήσει και πάλι ταυτότητα και ατομικό περίγραμμα. Δεν θα είναι εύκολο. Σε ένα κείμενο όπου οι μόνοι ήχοι που ακούγονται είναι αυτός της διαρκούς βροχής και των ίδιων της των σκέψεων καθώς στροβιλίζονται και εναλλάσσονται στο κεφάλι της, έχει ανάγκη την εξωτερική επικοινωνία: τη φωνή του Άλλου. Ο Άλλος αποκτά σάρκα και οστά στο πρόσωπο της Ιωάννας και το ταξίδι μπορεί να ξεκινήσει.
Και ο χρόνος; Πώς κυλάει; Ο χρόνος στη Θάλασσα είναι σπασμένος σε άπειρα μικρά κομμάτια, σε απολήξεις αναμνήσεων, σε εικόνες από εποχές του χρόνου που δεν υφίστανται πλέον, σε σκέψεις που κυκλοφορούν ακόμα στο μυαλό της αφηγήτριας, σε μνήμες ανθρώπων ήδη προ πολλού πεθαμένων. Άπειρα μικρά κομμάτια που της είναι αδύνατον να ξανασυναρμολογήσει, και το μόνο που της απομένει είναι να ανατρέχει σ’ αυτά κάθε φορά που αισθάνεται τον εαυτό της να βυθίζεται στην ανυπαρξία ενός πλάσματος χωρίς παρελθόν.
Η Θάλασσα ξεδιπλώνει μπροστά στα μάτια του αναγνώστη μια γη που κάνει αυτό έκανε από καταβολής κόσμου, να γεμίζει και να αδειάζει από τους ανθρώπους (κάποια εκατομμύρια χρόνια πριν, έκανε κάτι ανάλογο με τους δεινόσαυρους αλλά είναι ψυχολογικά πιο εύκολο να διαχειριστούμε αυτή την απώλεια…), σαν πλημμυρίδα και άμπωτη. Η θάλασσα και η βροχή που συμπορεύονται στη νουβέλα αυτή πυροδοτούν μια αναγκαστική κάθαρση, μια επιστροφή θέλοντας και μη στο αρχέγονο, έναν μηδενισμό στα κοντέρ τελικά, με όποιες ανατροπές και όσο πένθος συνεπάγεται αυτό. Και επειδή το σκηνικό πλαίσιο δεν είναι οριοθετημένο με ακρίβεια, ενισχύεται αυτή η απροσδιόριστη γεύση του εφιάλτη, του αναπόδραστου, και του ξυλιασμένου χρόνου.
Ο Μακρόπουλος ακουμπάει μια ευθεία ματιά στους ανθρώπους και στα πράγματα, στις τρομακτικές πραγματικότητες και τις ανομολόγητες συγκινήσεις και στο τέλος, σχεδόν απρόσμενα, αφήνει έναν ανεπαίσθητο αέρα τρυφερότητας. Η απογύμνωση των ηρώων από τον εύκολο συναισθηματισμό που θα τους εξασφάλιζε έναν ρόλο θύματος τα κάνει όλα πιο επώδυνα: δεν υπάρχει διέξοδος ούτε καν μέσω της έκφρασης, στο μεγαλύτερο μέρος του κειμένου οι άνθρωποι επιβιώνουν σε βαθιά μοναξιά. Αυτό βέβαια μέχρι την απόφαση της αφηγήτριας και της Ιωάννας να βγουν έξω και να αντικρύσουν ό,τι απέμεινε: ό,τι στέκεται ακόμα όρθιο μετά τον κατακλυσμό, αλλά και όποιο κομμάτι του περασμένου εαυτού τους μπορούν να επανακτήσουν σε μια προσπάθεια να επανασυνδεθούν με το παρελθόν και να βρουν μια θέση στον ήλιο.
Στη Θάλασσα η όποια λύτρωση δεν θα έρθει από την ανατροπή της παρούσας συνθήκης: αυτή είναι τετελεσμένη και δεν επανέρχεται κανείς στα πώς και τα γιατί. Θα έρθει όμως από την επανενεργοποίηση των στοιχείων εκείνων που συνθέτουν την ανθρώπινη υπόσταση ακόμα και στις πιο μικρές της λεπτομέρειες. Και στις πιο μεγάλες επίσης, όπως για παράδειγμα το θάρρος που καταλήγει να ξεπεράσει τον φόβο του άγνωστου, αυτό το έμφυτο θάρρος του ανθρώπου να αναζητά και να διεκδικεί το παρελθόν του γιατί ξέρει ότι χωρίς ιστορία η επιβίωση είναι μόνο παράταση κενού χρόνου. Τη στιγμή που οι δύο κοπέλες στέκονται κάτω από το σκληρό και ζωογόνο φως του ήλιου, στην ουσία αναγνωρίζουν και αποδέχονται ότι χωρίς ρίζες δεν θα μπορέσει ποτέ να υπάρξει συνέχεια. Τα υπόλοιπα θα είναι απλώς μια αλληλουχία βημάτων. Στη Θάλασσα όπως και στο Μαύρο νερό συνειδητά επιλέγεται το ρίσκο του άγνωστου από την ακινησία της ασφάλειας επειδή οι ήρωες γνωρίζουν ότι στην πραγματικότητα οποιαδήποτε άλλη επιλογή, όσο λογική κι αν δείχνει, είναι πλασματική. Το χρονικό σημείο αυτής της συνειδητοποίησης σηματοδοτεί την πρώτη ανεπαίσθητη ανατροπή, είναι η στιγμή που αρχίζουν σταδιακά να διαφαίνονται οι επιλογές. Και το ταξίδι θα τελειώσει όταν οι άνθρωποι θα συναντηθούν και πάλι σ’ αυτή την τόσο αλλαγμένη γη.
Η πέρα από κάθε αμφισβήτηση ποιητικότητα της γραφής θα αποτελέσει τον συνδετικό ιστό του κειμένου και των ανθρώπων του, και θα κρατήσει κάθε τρυφερότητα γραπωμένη σε κάθε φόβο, να τον κοιτάζει σαν ίσο προς ίσο.
Στο τέλος ξαναρχίζουν όλα. Ευτυχώς.

Κρις Λιβανίου

Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2020

"Το παραμύθι με την κοντέσα Αντρέα και τη γιαγιά της Τζουστινιάνα" του Μάριο Δελγάδο Απαραΐν

 

Στην αρχή ένας πολύ περίεργος τίτλος που κινεί την περιέργεια, έπειτα η υπόσχεση ότι είναι το πιο σύντομο μυθιστόρημα του κόσμου και τέλος η χώρα προέλευσης του συγγραφέα: η Ουρουγουάη. Όλα αυτά εκ προοιμίου δημιουργούν τις συνθήκες μιας ιδιαίτερης ιστορίας.

Και από την πρώτη κιόλας σελίδα ξεπηδά ορμητικά η τεχνική της γραφής του μαγικού ρεαλισμού  που ανοίγει συναρπαστικά την αφήγηση.

«…Ενώ καθάριζε πατάτες για να συνοδέψει το ασάδο των αστέγων, η κοντέσα Αντρέα έκοψε ένα δάχτυλο του αριστερού της χεριού, κι απ΄την πληγή άρχισε να τρέχει πολύ, γαλάζιο αίμα».

Φαίνεται πως ο μαγικός ρεαλισμός είναι συνδεδεμένος με την ίδια την ψυχοσύνθεση των λαών της Λατινικής Αμερικής. Από το πουθενά αναφύονται ανοίκειες υπερβάσεις της πραγματικότητας που κρατούν σταθερά έκπληκτο το βλέμμα του αναγνώστη και καταφέρνουν να διεισδύουν γλυκά στο διανοητικό του επίπεδο, στα κρυφά του σημεία, εκεί που γεννώνται οι μικρές συναισθηματικές δονήσεις των παραμυθιών.

Όμως τουλάχιστον εδώ, σε αυτή τη μικρή αφήγηση, αυτό είναι μονάχα η αρχή, είναι το όχημα για να περάσει ο συγγραφέας σε μια πιο ρεαλιστική διείσδυση που απηχεί μάλλον τον πόνο τούτου του κόσμου παρά την παραμυθία του. Η αφήγηση λειτουργεί σε ένα επίπεδο καθαρά συμβολικό και η αποκωδικοποίηση των συμβόλων γίνεται ξεκάθαρη στο τέλος του βιβλίου, εκεί που μοιάζει να γίνεται εντέλει και η άφοβη προσέγγιση του πραγματικού.

Μέχρι τότε όμως η ιστορία ξεκινά εντυπωσιακά με την αρπαγή μιας όμορφης κοπέλας, της νεαρής Αντρέα, από τους πειρατές. Και κανείς βέβαια δεν θα ήξερε την ιστορία της, κανείς δεν θα ενδιαφερόταν ποτέ για τη ζωή της, την περιπέτειά της, αν δεν αποκαλυπτόταν από εκείνο το τόσο θαυμάσιο, τυχαίο περιστατικό η ευγενική καταγωγή της…

 «Σύμφωνα με το θρύλο που γέννησε αυτή την ιστορία, στις 28 Ιουλίου του σωτηρίου έτους 1717, ο γάλλος πειρατής Ετιέν Μορό, συνοδευόμενος απ’ τα πρωτοπαλίκαρά του, οπλισμένα με μουσκέτα και γιαταγάνια, άρπαξε την κοντέσα Αντρέα Κιαραμόντε, απ΄ την πλατεία του σισιλιάνικου χωριού Τσεφαλού, θαμπωμένος από τόση ομορφιά και εργατικότητα, βλέποντάς την να γυαλίζει τις μπότες των στρατιωτών του βασιλιά για να βγάλει το ψωμί της».

Και δίπλα στη μικρή, που αντιστεκόταν σθεναρά, για να μην είναι μόνη πήραν μαζί τους και τη γιαγιά της Τζουστινιάνα που όλοι την αποκαλούσαν μάγισσα καθώς ήξερε τα μαγικά ποιήματα για τα έντεκα μυστήρια της ζωής. Από την Ιταλία οι δύο γυναίκες έκαναν ένα υπερατλαντικό ταξίδι μέσα στο πειρατικό πλοίο, μαζί με αφρικάνους αιχμαλώτους που επρόκειτο να πουληθούν σε Πορτογάλους δουλέμπορους της Λατινικής Αμερικής.

Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού ακούγονταν διάφορες ιστορίες για υπερφυσικά τέρατα, για θαλάσσια ερπετά και για ένα τεράστιο κράκεν που εμφανιζόταν από τα βάθη των ωκεανών αναστατώνοντας τα ταξίδια των ναυτικών και απειλώντας τις ζωές τους. Η μικρή Αντρέα «τις νύχτες με φουρτούνα, άκουγε τρομοκρατημένη απ΄ τη γωνίτσα της τους ναυτικούς απ΄ την κουβέρτα να φοβερίζουν ο ένας τον άλλον και να μιλάνε για τη μόνιμη απειλή των θαλάσσιων ερπετών και του τρομερού κράκεν με τα οκτώ μπράτσα και τις τρεις καρδιές που ζει στα βάθη των ωκεανών και αναπνέει μόνο δύο φορές τη μέρα».

Και ξαφνικά η απειλή έγινε πραγματικότητα, το κράκεν εμφανίστηκε μπροστά τους φοβερό και τρομερό με μάτια κόκκινα που ξεπρόβαλλαν πάνω από την κουπαστή. Και στ΄ αλήθεια δεν θα μπορούσαν να το αντιμετωπίσουν αν δεν είχαν μαζί τους τη γιαγιά. Έτσι λοιπόν, χάρη στην κρυφή μαγική δύναμη της γιαγιάς, το κράκεν αποσύρθηκε γαληνεμένο, η θύελλα έπαυσε, η θάλασσα ηρέμησε, σιωπή και ηρεμία επικράτησε παντού.

Κι έπειτα από εβδομήντα μία μέρες στη θάλασσα ήρθε το τέλος του ταξιδιού, όπου η γιαγιά, η εγγονή, και μαζί όλο το πλήρωμα του καραβιού έφτασαν στον όρμο της Βαλίσας, στην Ουρουγουάη.

«Εξαντλημένοι από το ταξίδι, άνδρες και γυναίκες που είχαν ελευθερωθεί για λίγες ώρες απ΄ τις ποδοπέδες, άφησαν να σωριαστεί στη χλιαρή αμμουδιά της ακτής το αποστεωμένο και τυραννισμένο σώμα τους, τα σαθρωμένα ή σπασμένα κόκαλά τους, αφήνοντας να βγει ανάμεσα σε κλάματα και βογγητά αυτή η αγωνία που συνήθως προκαλεί η ανακούφιση ότι είσαι ζωντανός. Εκείνο το βράδυ είχε λίγα σύννεφα στον ουρανό, ο καιρός ήταν ευχάριστος, κι από την ήρεμη πράσινη θάλασσα φυσούσε ένα αλμυρό αεράκι που κάπου κάπου έφερνε μαζί του το λεπτό άρωμα από τα φύκια».

Η περιπέτεια της γιαγιάς και της εγγονής ωστόσο συνεχίζεται, καθώς οι ζωές τους εμπλέκονται με τα απρόοπτα της ζωής των γάλλων πειρατών, τις διεκδικήσεις των ισπανών κατακτητών και τις ανατροπές της δικής τους αλλόκοτης προσωπικής ιστορίας, σε έναν απρόσμενο κύκλο ζωής.

Άνθρωποι με υπερφυσικές ή μαγικές ιδιότητες, ήρωες φτωχοί και ταλαιπωρημένοι, πειρατές, ο Ετιέν Μορό, ο Καστιλιάνος Αντολίν με τη φορτωμένη με δώρα καρότσα του, ο Φορσούδο Σαράβια, ένας νέγρος γίγαντας που σηκώνει με τα χέρια του την καρότσα του Αντολίν όταν κολλά στις λάσπες και άλλοι πολλοί άσημοι μα συνάμα και γοητευτικοί άνθρωποι περιτριγυρίζουν τη γιαγιά και την Αντρέα. Και δίπλα σε όλους αυτούς Ισπανοί κατακτητές και Πορτογάλοι τυχοδιώκτες που ο καθένας από την πλευρά του διεκδικεί τη δική του μερίδα του λέοντος.

Μαζί με την προσωπική ιστορία των δύο γυναικών, η αφήγηση ταξιδεύει στο χρόνο και επουλώνει αφηγηματικά τις πληγές και τις αδικίες που έχει υποστεί ένας ολόκληρος λαός, χρησιμοποιώντας συχνά ως βάλσαμο το παράδοξο ή το παραμυθιακό στοιχείο. Η ιστορία της χώρας του συγγραφέα αφήνει το αποτύπωμά της στο πέρασμα των αιώνων. Και καθώς η λογοτεχνική πορεία της Λατινικής Αμερικής συμβαδίζει εν πολλοίς με το μαγικό ρεαλισμό, την αρμονική ένταξη του υπερεαλιστικού στην πραγματικότητα... μοιάζει  να υπάρχει ώρες ώρες μια μυστική συμφωνία αποδοχής του καλού και του κακού, έτσι καθώς η αδικία πλανάται με διαφορετικές μορφές ανά τους αιώνες.

Εντέλει όμως η ματιά του συγγραφέα δεν αρκείται στην κρυφή γοητεία του παραδόξου και στις θαυματουργές λύσεις που ενίοτε δίνει, γίνεται ολοένα και πιο αποκαλυπτική, και περνά τελικά στην απάρνηση του μαγικού. Έτσι, ενώ αρχικά η αίσθηση της αδικίας υποβόσκει ήπια και εμποτίζει τις ζωές των ανθρώπων με τον ίδιο τρόπο που ο μαγικός ρεαλισμός εισβάλλει στην πραγματικότητα βρίσκοντας απίστευτες κι όμως πιστευτές ερμηνείες για τον κόσμο μας, στο τέλος η δύναμή του φθίνει και μάλλον μοιάζει να ηττάται. Μετά από μια συναρπαστική ιστορία, μια πικρή και αστόλιστη πραγματικότητα καιροφυλακτεί. Ο ωμός ρεαλισμός προβάλλει αγέρωχος, μπλεγμένος με τα προβλήματα του σύγχρονου πλέον κόσμου.

Και ο συγγραφέας δεν μένει εντός των ορίων της χώρας του, αλλά σε λίγες μόνο σελίδες καταφέρνει να φτιάξει ένα αφήγημα που έχει ξεκάθαρο ανθρωπιστικό μήνυμα. Με μια απότομη χρονική μετάβαση ξυπνά θαρρείς από το όνειρο και επανέρχεται στο τώρα. Οι ακατάπαυστες μετακινήσεις ανθρώπων που μεταμορφώνονται στις αλλαγές των αιώνων από μαύρους σκλάβους σε σύγχρονους νεαρούς Αφρικανούς που πεινασμένοι και φοβισμένοι επιθυμούν να περάσουν στην Ευρώπη αποτελούν την τελική, απρόσμενη ανατροπή, την ολική επαναφορά στο σήμερα, εκεί που σε μια άκρη υπάρχει το τέλος των μύθων.

Και όταν τα παραμύθια τελειώνουν, ο κόσμος απομένει γυμνός και σκληρός. Είναι εντέλει κι αυτός ένας  τρόπος θέασης των πραγμάτων, τώρα που τα θαλάσσια τέρατα και τα μαγικά στοιχεία αποχωρούν αποδυναμωμένα…


Ήλια Λούτα

Παρασκευή, 18 Σεπτεμβρίου 2020

«Δεν κατοικούν όλοι οι άνθρωποι τον κόσμο με τον ίδιο τρόπο» του Ζαν-Πωλ Ντυμπουά

Μια τρυφερή νουβέλα που ξεκινά με τον πρωταγωνιστή της Πολ στη φυλακή, όπου εκτίει ποινή για μία παράβαση η οποία αποκαλύπτεται μόνο στο τέλος του βιβλίου. Ήταν απαραίτητο να γίνει έτσι, ώστε να μπορέσουμε να φθάσουμε σε αυτήν έχοντας πρώτα γνωρίσει τον χαρακτήρα του. Ο Πολ είναι ένας καθημερινός άνθρωπος, τίποτε εξεζητημένο: ευχαριστημένος με τα λίγα, αναζητεί την ομορφιά στα απλά πράγματα, χαίρεται να είναι χρήσιμος στους άλλους και ταυτίζεται εύκολα μαζί τους επειδή διαθέτει έντονο το στοιχείο της ενσυναίσθησης.

Αυτός είναι ο Πολ, τον οποίο παρακολουθούμε στη φυλακή να γίνεται φίλος του θηριώδους στο μέγεθος, με παιδική όμως ψυχή, συγκρατουμένου του Πατρίκ. Τον παρακαλουθούμε επίσης να ενοράται μέσα στο κελί του τα αγαπημένα του πρόσωπα να τον συντροφεύουν: τον πάστορα πατέρα του, την Ινδιάνα σύζυγό του και το σκυλάκι τους. Ο πατέρας άσκησε μεγάλη επίδραση στον Πολ, ήταν άλλωστε ο μόνος που ασχολιόταν ουσιαστικά μαζί του, ενόσω ήταν παιδί και αργότερα έφηβος, αφού η εκθαμβωτική μητέρα του ενδιαφερόταν περισσότερο για την κινηματογραφική αίθουσα που κληρονόμησε από τους γονείς της. Η σύζυγός του έπειτα επέτρεψε στην ψυχή του να απλωθεί στον χώρο και τη φύση γύρω, σαν να ήταν αντίλαλός τους. Και το σκυλάκι τού υπογράμμισε τι σημαίνει αφοσίωση και αγάπη.

Τα μαθαίνουμε όλα αυτά από τις αναμνήσεις του Πολ. Η μνήμη αναδεικνύεται στο βιβλίο ως βασικό όχημα της αφήγησης, η οποία με αυτόν τον τρόπο εξελίσσεται παράλληλα σε παρόν και παρελθόν. Η μνήμη όμως κουβαλά και συναισθηματικά φορτία: στην περίπτωση του Πολ, κουβαλά νοσταλγία για τις αγαπημένες στιγμές και τα αγαπημένα πλάσματα που βρέθηκαν δίπλα του, αλλά και μελαγχολία για όσα χάθηκαν και δεν μπορούν να ανακτηθούν.

Τα πλάσματα που μοιράστηκαν τη ζωή του Πολ είχαν πολλά κοινά με τον ίδιο. Ο πατέρας του ήταν ένας άνθρωπος χωρίς εξάρσεις, όπως και ο Πολ, που όμως παθιάστηκε κάποια στιγμή με τον τζόγο, με αποτέλεσμα να χάσει τη θέση του στην εκκλησία αλλά και την ίδια τη ζωή του. Ένα ολίσθημα ήταν αρκετό να φέρει την ολοκληρωτική καταστροφή. Με τον Πολ το ολίσθημα μπορεί να μην έφερε αντίστοιχη ολοκληρωτική καταστροφή, σηματοδότησε όμως το κλείσιμο ενός κύκλου, με την επιστροφή του στον τόπο του πατέρα του, στη Δανία. Η σύζυγός του Γουινόνα ήταν ένας άνθρωπος συγκινητικός, ενωμένη με τη φύση γύρω, με τους προγόνους της, κυρίως όμως με την κάθε στιγμή. Μέσα από τα μάτια του Πολ, παρουσιάζεται αγιοποιημένη, μια ουράνια παρουσία που διασχίζει τους αιθέρες με το υδροπλάνο της – μέχρι που έρχεται η στιγμή του τέλους της μέσα σε αυτό, μετά από μηχανική βλάβη. Όσο για το σκυλάκι, είναι η ενσάρκωση της αφοσίωσης και της αγάπης, με μεγάλο βαθμό ενσυναίσθησης και το ίδιο, και σε απόλυτη επικοινωνία με τον Πολ και τη Γουινόνα.

Όλα γύρω από τον Πολ  καθρεφτίζουν τον ίδιο και ίσως αυτό είναι τελικά που έχει ανάγκη. Να αντανακλάται η ζωή του πάνω στους ανθρώπους που τον περιστοιχίζουν, να είναι ένα μαζί τους, να είναι ασφαλής κοντά τους και μέσα τους. Ακόμη και η δουλειά του, επιστάτης σε ένα κτήριο που καθημερινά παρουσιάζει προβλήματα και έχει ανάγκη φροντίδας, όπως και οι ένοικοί του, αντανακλά τον εαυτό του: την προθυμία του να βοηθήσει, την αίσθηση ότι είναι χρήσιμος και τη βαθιά ανθρωπιά που τον διακρίνει.

Όμως, ο καιρός έχει γυρίσματα κι έτσι ο Πολ χάνει μία-μία τις σταθερές του, που τα τελευταία χρόνια ήταν η Γουινόνα και η δουλειά του. Και τότε μετατρέπεται, για μια στιγμή, σε θηρίο. Σε ένα πλάσμα που ξεχνάει πως είναι άνθρωπος και πως έχει να κάνει με άνθρωπο. Και αυτή η στιγμή είναι αρκετή για να καταλήξει στη φυλακή.

Οι περιγραφές του Ντυμπουά είναι λιτές, μα συγκλονιστικές. Αφηγημένες σε πρώτο πρόσωπο από τον πρωταγωνιστή, χαρίζουν την αχλή που ρίχνει η προσωπική εμπειρία στα γεγονότα – αντί για μια ψυχρή και αποστασιοποιημένη απολογιστική φωνή κάποιου τρίτου. Μας θυμίζουν πόσο βαθιά ανθρώπινοι είμαστε κατ’ ουσίαν όλοι, αν δεν διαταραχθεί ο κόσμος μας. Και πως αρκεί μία κακή στιγμή για να έρθουν τα πάνω κάτω. Αυτό όμως που μπορεί να μας σώσει στο τέλος είναι οι σταθερές του καθενός μας. Για τον Πολ ήταν μια εκκλησία σκεπασμένη με άμμο στην άκρη της Δανίας, ένας πατέρας που κάποτε του είπε έναν λόγο αγάπης, μία σύζυγος που του χάρισε ένα γλυκό φιλί, μια υγρή μουσούδα που του συμπαραστάθηκε. Για καθένα μας είναι και κάτι άλλο. Είναι πάντως η ίδια μας η ζωή μέσα στο κέλυφός της.

Χριστίνα Λιναρδάκη

 

Τετάρτη, 16 Σεπτεμβρίου 2020

"Μαύρο νερό" του Μιχάλη Μακρόπουλου



Ο ήλιος δεν βγαίνει ποτέ. Αυτή είναι πρώτη εντύπωση που έχει κανείς όταν διαβάζει το Μαύρο νερό του Μιχάλη Μακρόπουλου. Δεν είναι αλήθεια βέβαια, μόνο εξαιρετική τεχνική από την πλευρά του συγγραφέα: στο χωριό οι μέρες διαδέχονται η μία την άλλη σε μια κανονικότητα και μια ομοιογένεια που από ένα σημείο και μετά ακυρώνουν το πέρασμα του χρόνου. Δεν υπάρχει χρόνος επειδή το μέλλον έχει εκ των πραγμάτων ακυρωθεί και το παρελθόν είναι ήδη πολύ πίσω: οι ελάχιστοι εναπομείναντες είναι τα τελευταία ψήγματα μιας ζωής και μιας ιστορίας προ πολλού τελειωμένης.
Ο Μιχάλης Μακρόπουλος περιφέρεται στο εγκαταλελειμμένο χωριό με την κάμερα στον ώμο, καταγράφει εικόνες τυλιγμένες στην πάχνη και ήχους της φύσης ανεπαίσθητους, μέχρι την στιγμή που ανάμεσα σ’ αυτά ο αναγνώστης αρχίζει να αντιλαμβάνεται και παρουσίες ανθρώπων, σχεδόν φαντασματικές πλην όμως με σάρκα και οστά και το κυριότερο, αρχίζει να ακούει το παρελθόν τους, το μέλλον που δεν θα έχει κανείς τους και το παρόν που είναι ό,τι τους έχει πλέον απομείνει.
Στο Μαύρο νερό άνθρωποι και περιβάλλον κινούνται σ’ ένα περίγραμμα καφκικού εφιάλτη: η αίσθηση της ερήμωσης είναι ήδη από την αρχή το καταλυτικό στοιχείο, χτίζεται όμως στον αντίποδα μιας ανθρώπινης παρουσίας που παραμένει ριζωμένη και συνεχίζει να εκτελεί τις μετρημένες της ανάσες, αποφασισμένη να πάρει μέχρι και την τελευταία που της αναλογεί. Ο Μακρόπουλος δουλεύει τόσο το πρώτο νόημα των λέξεων όσο και τις σκιές τους, δημιουργεί την κάθε αίσθηση πλέκοντας ένα δίχτυ από νοηματικές υποψίες και απόηχους, εγκλωβίζει στις προτάσεις του λέξεις-αερικά, και το αποτέλεσμα τον δικαιώνει με τον πιο καίριο τρόπο: ο αναγνώστης δεν διαβάζει μόνο, αλλά σιγά-σιγά μαθαίνει να αφουγκράζεται. Το όλον σε ένα κείμενο μόλις 76 σελίδων. Οι λέξεις του είναι μετρημένες.

Στην πορεία της ανάγνωσης γίνεται σαφές πως οι κανόνες που διέπουν το φως και την παρουσία-απουσία του, διέπουν και τους ήχους. Οι άνθρωποι στο Μαύρο νερό, έχουν κατά βάση ξεχάσει να μιλούν: σαν έχουν πεθάνει οι λέξεις τους, να έχουν σχεδόν σβήσει οι φθόγγοι. Ένα ακόμα μισοσκόταδο κερδίζει σταδιακά έδαφος στο μυαλό τους. Χωρίς τις λέξεις χάνονται οι αισθήσεις, αλλοιώνονται τα περιγράμματα, φθίνουν οι αντοχές. Κάθε φορά που μιλάει κάποιος, αφήνει μια αίσθηση ρωγμής στην ησυχία της εγκατάλειψης, ο ήχος της ανθρώπινης φωνής είναι τόσο περιορισμένος που και μόνο το γεγονός της ομιλίας αποτελεί ανατροπή, γεννάει έκπληξη: η παρηγοριά της ανθρώπινης φωνής προστίθεται στις απώλειες.
Στο Μαύρο νερό ένα χωριό που ακόμη κατοικείται, έχει στην ουσία μεταλλαχθεί σε τάφο. Σε ένα πρώτο επίπεδο τάφο της ανάμνησης όσων πέθαναν από την αρρώστια που το έχει ερημώσει, και στη συνέχεια σε τάφο των λιγοστών ζωντανών που περιμένουν την σειρά τους. Ποιοι είναι όμως οι πραγματικοί τάφοι; Είναι το ερώτημα που έρπει σε όλη την έκταση της νουβέλας: είναι τα ερημωμένα και εγκαταλελειμμένα σπίτια του χωριού ή τα καινούρια σπίτια στα Γιάννενα που το κράτος έχει θέσει στην διάθεση των εναπομεινάντων κατοίκων; Στα μεν πρώτα οι αναμνήσεις είναι παρούσες μαζί με τα φαντάσματα των πεθαμένων, στα δε δεύτερα δεν υπάρχει κανένας απολύτως:

Το ήθελε, όμως δεν μπορούσε να πάει, ένας μόνος του, σ’ εκείνα τα άδεια σπίτια που είχαν μέσα τα πάντα, αλλά στις καινούριες τους καρέκλες δεν καθόταν κανένα φάντασμα ούτε έτρωγε στα καινούρια τους τραπέζια ούτε πηγαινόφερνε τα αθόρυβα βήματά του στα πατώματα. [1]

Προσωπικά αναρωτιέμαι μήπως και στις δύο περιπτώσεις για μνήματα να πρόκειται τελικά, και η μόνη διαφορά να είναι η οικειότητα. Μήπως τα τελευταία ίχνη ζωής να βρίσκονται εκεί που ήταν πάντα, στην ανάμνηση;

Όταν με την αφή της μνήμης το χέρι άγγιζε την κρύα πέτρα, τα φαντάσματα την ζέσταιναν με το νεκρό τους χνότο.[2]

Ο Μιχάλης Μακρόπουλος αποδεικνύει χωρίς τη σκιά της παραμικρής αμφιβολίας ότι το τελευταίο καταφύγιο της ύπαρξης, όταν όλα έχουν χαθεί και η ανθρώπινη υπόσταση είναι ένας αριθμός σε κάποιο γραφειοκρατικό λαβύρινθο, είναι η μνήμη. Σε ατομικό και σε συλλογικό επίπεδο εξίσου, η μνήμη είναι ο πυλώνας της ταυτότητας αλλά πάνω από όλα η προϋπόθεση της όποιας ελευθερίας. Οι ήρωες του Μαύρου νερού που εκ πρώτης όψεως φαίνονται απολιθωμένοι, σχεδόν νεκροί, είναι κάθε άλλο παρά αυτό: αγωνίζονται σκληρά για να επιβιώσουν σ’ ένα ρημαγμένο τόπο χωρίς ούτε ένα ρίνισμα ελπίδας για να κρατηθούν, είναι συνειδητοί αποδέκτες μιας μοίρας που δεν επέλεξαν και από την οποία δεν έχουν δυνατότητα διαφυγής. Άνθρωποι που δεν ρωτήθηκαν για τίποτα από όσα τους οδήγησαν στο σημείο που βρίσκονται τώρα, αλλά που πληρώνουν τις ναυαγισμένες αποφάσεις άλλων που ζουν κάπου αλλού ασφαλείς, ασκούν την μόνη πράξη ελευθερίας που τους απομένει: να αποφασίσουν πού θα ζήσουν και το κυριότερο, πού θα πεθάνουν.
Σε έναν ιδιότυπο χορό του Ζαλόγγου, ένας-ένας πεθαίνει εν πλήρη συνειδήσει όταν έρθει η σειρά του, είτε μέσω αυτοκτονίας είτε μέσω αναχώρησης και είναι δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς ποιος από τους δύο τρόπους είναι ο τραγικότερος:

Φεύγοντας να πάει στα καινούρια σπίτια στον Κατσικά, θα αφανιζόταν με τρόπο που δεν μπορεί κανένας θάνατος να αφανίσει τον άνθρωπο. Φεύγοντας, το παλιό χαρακωμένο τραπέζι στο σπίτι του, κείνη η κουτσή καρέκλα που όλο έλεγε να την φτιάξει κι ολοένα το αμελούσε, το παλιό στρώμα που το κορμί του το ’χε βαθουλώσει με το βαθύ αποτύπωμα του μοναχικού του ύπνου, η ραγισμένη τσιάφκα όπου έπινε το τσάι του, όλα θα έχαναν το νόημά τους – και τότε ο Γιάννης Πάντος δεν θα είχε υπάρξει ποτέ.(…)Το λεωφορείο ήρθε, οι δυο βαλίτσες μπήκαν στη μπαγκαζιέρα, ο Γιάννης Πάντος ανέβηκε σκυφτός τα σκαλιά και το σκονισμένο του πρόσωπο, πίσω απ’ το άπλυτο τζάμι, τους κοίταξε με την ακινησία και τη θαμπάδα προσώπου σε παλιά φωτογραφία. .[3]

Η καθημερινότητα των κατοίκων που πίνουν το Μαύρο νερό έχει χτιστεί πάνω στο εξής οξύμωρο: η μόνη πράξη που εκφράζει την ελευθερία και την αυτοδιάθεσή τους είναι το να παραμείνουν στην φυλακή του χωριού. Έτσι, από την πρώτη στιγμή ξεκινά να εδραιώνεται μια θεμελιώδης και ταυτόχρονα παράδοξη αντίφαση: η φυγή στα Γιάννενα που ισοδυναμεί με εγκλεισμό και η παραμονή στον τόπο τους που συνιστά τελικά ύστατη πράξη ελευθερίας. Η φυγή προς την βελτίωση του κατεστραμμένου βιοτικού επιπέδου αποτελεί την τελευταία πράξη ενός έργου διωγμού και εγκατάλειψης, σε αντιδιαστολή με την παραμονή που σηματοδοτεί την συνέχιση της ζωής ως συνειδητή επιλογή, ικανή να εξασφαλίσει την επιβίωση των αναμνήσεων και των σκιών, όλων όσων αποτελούσαν δηλαδή την ζωή που χάθηκε στον βωμό της καταστροφής, μεταμφιεσμένης σε πρόοδο και ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον. Που όχι μόνο δεν ήρθε αλλά δηλητηρίασε και το παλιό.

Οι δύο θάνατοι που με κυνηγάνε ακόμα είναι ο θάνατος του Γιώργου Γκέρτσου, του τυφλού ψάλτη που αφήνει τον εαυτό του να πεθάνει, και του Κώστα Μυριούνη που στο τελευταίο του ταξίδι στα Γιάννενα αποφασίζει να μην επιστρέψει ξανά στο χωριό. Και ο λόγος που με ενδιαφέρουν είναι γιατί είναι προαποφασισμένοι από τους ίδιους. Στην περίπτωση του Γκέρτσου ο θάνατος επέρχεται ως συνειδητή, ειλημμένη απόφαση του ατόμου, που αφήνει το σαρκίο του να εξασθενήσει και να σβήσει, να γίνει τελικά μέρος του περιβάλλοντος.
Στην περίπτωση του Μυριούνη ο συμβολικός θάνατος είναι αποτέλεσμα παραίτησης, μιας άνευ όρων παράδοσης. Ο Κώστας πεθαίνει τη στιγμή που δεν αντέχει άλλο να αγωνίζεται, που παίρνει την απόφαση να μείνει στα Γιάννενα, στα καινούρια σπίτια. Και είναι ένας θάνατος αυτός, ας μην γελιόμαστε: ο συγγραφέας τον βάζει να τα αφήσει όλα πίσω του, να φύγει χωρίς να γυρίσει να πάρει έστω «μια φωτογραφία». Φεύγει γι’ αυτό το ταξίδι χωρίς επιστροφή μόνος, χωρίς αποσκευές, με τα ρούχα που φορούσε. Κι αυτά τα καινούρια σπίτια, σαν φέρετρα μοιάζουν. Όπως και να ’χει, ο παλιός του εαυτός, ο μόνος εαυτός που είχε εν τέλει, οι φωτογραφίες, οι αναμνήσεις, τα προσωπικά του φαντάσματα, έμειναν πίσω. Στην προηγούμενη ζωή, τη μόνη ζωή που ήθελε να ζει αλλά που δεν άντεξε άλλο και την άφησε. Συνειδητά. Μαχαιρωμένος.

Τότε ο Κώστας αποφάσισε ότι θα ’μενε έτσι, μ’ ό,τι είχε απάνω του. Θα πήγαινε στα νέα σπίτια. Άμα πήγαινες σ’ επιδοτούσαν επιπλέον. Δεν θα γυρνούσε να πάρει ούτε μια φωτογραφία απ’ το σπίτι ούτε τίποτα. Άμα τον βλέπατε…»
Η όψη του είχε γίνει πέτρα, θά ’λεγε ο Ζαφείρης Ντεμάι, αλλά στη σάρκα από κάτω ένα μαχαίρι μπηγόταν βαθιά ως το μεδούλι και τον σκότωνε ξανά και ξανά.[4]

Χρειάζονται σπουδαίες ικανότητες για να βάλει κανείς τόσα λόγια στη σιωπή, και μάλιστα με την ακρίβεια που τα βάζει ο Μακρόπουλος. Ήχοι και φως μέσα στην ησυχία των σκέψεων:

Λες και για τον Γιώργο Γκέρτσο, πού ’τυφλωθεί όταν ήταν σχεδόν γέρος πια, οι λέξεις δεν γεννιόνταν από το νου αλλά από τα μάτια, έτσι χάθηκαν οι ονομασίες των πραγμάτων με το που χάθηκε η εικόνα τους, κι από την ικανότητα του λόγου έμεινε ό,τι ήταν σ’ αυτήν το πιο βαθύ για το γέρο: η τέχνη της ψαλτικής.[5]

Οι λέξεις μετά βίας καταφέρνουν να συγκρατήσουν τη συντριπτική ποιητικότητα των ωμών συγκυριών και των προαναγγελθέντων θανάτων. Παρόλα αυτά στο τέλος οι δύο εναπομείναντες μπορούν να φωνάξουν νενικήκαμεν. Γιατί μετά από όλες τις αλλοιώσεις, τις στρεβλώσεις, τις φθορές, αυτό που έμεινε όρθιο και τελικά άτρωτο είναι η ανθρώπινη υπόσταση, η μνήμη, η όποια ταυτότητα, η ελπίδα. Δύο άνθρωποι, οι τελευταίοι δύο για την ακρίβεια, νίκησαν την ισοπέδωση και τον τελικό αφανισμό.
Τελικά το άλογο ήταν η επιθυμία και των δύο.

Ένα βράδυ ρώτησε τον Χριστόφορο τι θα ήθελε.
«Να θέλω για ποιο πράγμα, Πατέρα;» ρώτησε εκείνος.
«Τι άλλο θα ’θελες να κάνεις, Φόρη», του είπε, «Πώς αλλιώς θα ήθελες να ζεις». «Θα’θελα να ζω όπως ακριβώς ζω τώρα. Μονάχα…»
«Μονάχα τι πράγμα;»
«Θά ’θελα ν’ ανέβαινα μία φορά σ’ άλογο. Κι εσύ, πατέρα;»
«Θα ’θελα να σου ’βρισκα αυτό το άλογο, Φόρη».
«Ναι, αλλά για σένα τι θα ’θελες;»
«Τι θα ’θελα;…» αναρωτήθηκε σαν ν’ άκουγε κάποιον άλλον να το λέει: έναν άνθρωπο που είχε θελήσει κάποτε κάτι, μα δεν θυμόταν πια τι.[6]

Κρις Λιβανίου


[1] σελ. 29.
[2] σελ. 29.
[3] σελ. 29, 30.
[4] σελ. 34.
[5] σελ. 53.
[6] σελ. 70.

Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2020

Το ποίημα της Δευτέρας: "Σιδηροδρομικός Σταθμός Χαλκίδας" της Κατερίνας Λιάτζουρα



Σιδηροδρομικός Σταθμός Χαλκίδας

Ρίχνω μια κλεφτή ματιά στην οθόνη. Ανάβοντας το φωτάκι θα ήθελα να ήσουν εκεί. Εκεί. Ένα μικρό φακελάκι και να με περίμενες. Να περίμενες να μιλήσουμε. Ώρες ατελείωτες. Και να λέγαμε όλα αυτά που χαθήκανε. Που χαθήκανε στην προσπάθεια. Που χαθήκανε στο ξημέρωμα. Που τ' άφησα να χαθούν μέσα στην ανάγκη. Που τα 'πνιξα μωρά νεογέννητα. Θα ήθελα να ρίξεις μια κλεφτή ματιά στην οθόνη. Και ανάβοντας το φωτάκι θα ήθελα να ήμουν εκεί. Εκεί. Ένα ανεπαίσθητο γραμματάκι και να σε περίμενα. Να περίμενα να μιλήσουμε. Ώρες ανεκπλήρωτες. Και να πούμε όλα αυτά που σωθήκανε. Που σωθήκανε στην προσπάθεια. Που σωθήκανε στο ξημέρωμα. Που τ' άφησα να σωθούν μέσα στην αδιαφορία. Που τα λάτρεψα γέροντες υπερήλικες. Κουρασμένο μυαλό μοιρασμένο στα δυο. Νιάτα και γηρατειά. Η εφηβεία χάθηκε στον δρόμο, χάθηκε στην προσπάθεια. Έριξα μια κλεφτή ματιά στην οθόνη. Άναψε το φωτάκι. Έπειτα κενό.

Όνειρα γεμάτα.
Όνειρα, όπως τα θες.


Κατερίνα Λιάτζουρα
(από τη συλλογή της Η κρεμμυδαποθήκη)