Τετάρτη, 18 Νοεμβρίου 2020

«Και βέβαια τους φοβάμαι» της Κορίνας Καλούδη

Μετά την προμετωπίδα της αφιέρωσης («στον γιο μου»), σε αυτή την πρώτη ποιητική συλλογή της Κορίνας Καλούδη, προτάσσονται δύο στίχοι:

Μοιάζει να σου είπα ψέματα
μα έτσι ήξερα τότε να μιλώ 

Συνιστούν αυτοί οι στίχοι μια οιονεί δήλωση αποποίησης ευθυνών για τη μυθοπλασία που περιέχει η συλλογή; Η αλήθεια είναι ότι, γράφοντας κυρίως σε πρώτο πρόσωπο στα ποιήματα (τα τριτοπρόσωπα είναι λιγοστά), η ποιήτρια χαρίζει την υφή της προσωπικής μαρτυρίας και αναγάγει τα στιγμιότυπα που περιγράφει σε προσωπικά βιώματα. Θα λέγαμε ότι πρόκειται για βιώματα που αφορούν το ποιητικό υποκείμενο, η αλήθεια τους όμως είναι τόσο κραυγαλέα, που ο αναγνώστης μένει με την υποψία ότι αντανακλούν αυτοβιογραφικές στιγμές.

Ωστόσο, οι κόσμοι που διαγράφονται στη συλλογή είναι δύο. Ο ένας είναι αυτός της μνήμης, της παιδικότητας και της ασφάλειας. Ο άλλος είναι εκείνος του θορύβου, του φόβου και της φθοράς. Έτσι, ορισμένες ιστορίες των ποιημάτων εμπλέκουν μέρη οικεία, όπως το γιορτινό τραπέζι (ποίημα «Γιορτή») και το εξοχικό (ποίημα «Σαν τότε») ή γνώριμες από παλιά γεύσεις (Κι όταν νυχτώσει/ θα πάμε στην πλατεία για παγωτό/ Εγώ θα πάρω φράουλα με φιστίκι, στο ποίημα «Ευδαιμονία παιδιού») και αγαπημένους ανθρώπους (όπως στο ποίημα «Πατέρας» και «Άφεση» ή «Αυτοί οι δύο» που αναφέρεται στους γονείς της). Οι υπόλοιπες όμως ιστορίες εμπλέκουν κάποιο είδος μάχης, προσωπικής (όλοι μου έλεγαν/ να μην περάσω τη γραμμή/ κι εγώ δεν έβλεπα καμιά γραμμή/ εκεί που έδειχναν, στο ποίημα «Καμία γραμμή») ή γενικευμένης (ποιήματα «Ακόμα» και «Ολίσθημα»), και προσβλέπουν σε κάποιο είδος υπέρβασης (Όμως το ξέρω πια/ Αν δεν πηδήξουμε/ δεν φτάνουμε ποτέ, στο ποίημα «Το ξέρω πια»). Ακόμη και τα ποιήματα του δεύτερου αυτού κόσμου ωστόσο παραδίδονται με χαρακτηριστική απαλότητα, την ίδια που διαπνέει ολόκληρη τη συλλογή:

ΦΟΥΡΚΕΤΕΣ
Οι φουρκέτες
που χρόνια συγκρατούν
το χτένισμά της
σιγά σιγά
εισχώρησαν στο κρανίο

Δεν πονάει πια


Οι τίτλοι εξηγούν το εκάστοτε ποίημα και, όπου δεν υπάρχουν, το κάνουν να μοιάζει με συνέχεια του προηγούμενου, σαν δεύτερη σκέψη πάνω στο ίδιο θέμα. Κάποτε, οι τίτλοι επαναλαμβάνονται μέσα στους στίχους του ποιήματος, σαν ηχώ που υπογραμμίζει το νόημά τους.

Η ποίηση της Καλούδη είναι λιτή και δωρική, με μία όμως σημαντική διαφορά, που αποτελεί και τον κυρίαρχο μηχανισμό της: η ποιήτρια επενδύει στους καταληκτικούς στίχους για να παραδώσει το ποιητικό αποτέλεσμα όσο πιο ακέραιο γίνεται.

Έτσι, η συστροφή των καταληκτικών στίχων είτε δικαιολογεί τα προλεγόμενα (όπως στο ποίημα «Διψάνε μόνο») είτε τους αλλάζει εντελώς το νόημα σε μια ειρωνική μεταστροφή (όπως στο ποίημα «Αναίδεια»). Άλλες φορές πάλι, οι καταληκτικοί στίχοι διατυπώνουν μία φανταστική, παράλογη επιθυμία (Κι όταν με σήκωνε ψηλά/ φαινόταν εύκολη υπόθεση/ να πιάσω το φεγγάρι, στο ποίημα «Πατέρας»).

Η χειρουργικής ακριβείας χρήση των καταληκτικών στίχων κατ’ αυτόν τον τρόπο βαθαίνει το νόημα του εκάστοτε ποιήματος και το εκτοξεύει:

ΝΑ ΜΑΘΟΥΜΕ
Ο γκρεμός κάτω απ’ τα πόδια μας

Περπατάμε πάνω στη λεπτή γραμμή
-σαν κλωστή από ιστό αράχνης-
με όλο μας το βάρος
αγωνιώδη βήματα

με την ελπίδα
πως κάποτε θα σπάσει

να μάθουμε επιτέλους
αν έχουμε φτερά


Εν είδει συμπεράσματος διατυπώνονται έτσι, με χαρακτηριστική άνεση, νοήματα που διαφορετικά θα χρειάζονταν πολλά λόγια για να ειπωθούν. Το αποτέλεσμα είναι σφικτό, στέρεο και συνεκτικό:

ΚΑΘΑΡΣΗ
Κι έρχεται κάποτε η ώρα
ν’ αδειάσεις το πιστόλι
στο κεφάλι σου
Να σκοτώσεις το τέρας


Τελειώνοντας, θα ήθελα να σταθώ στο τελευταίο ποίημα της συλλογής, που τιτλοφορείται «Ειρήνη». Το ποίημα περιγράφει τη στιγμή που ο πολύχρονος πόλεμος τελειώνει, παρ’ όλα αυτά αποπνέει τη χαρακτηριστική απαλότητα ολόκληρης της συλλογής. Οι πολεμιστές έχουν καθίσει κάτω από τον ίσκιο ενός δέντρου και λέει ο ένας στον άλλον:

Έλα
να σου μιλήσω τώρα
για τη θάλασσα.


Η θάλασσα, αιώνιο σύμβολο ηρεμίας, γαλήνης, απεραντοσύνης και νοσταλγίας, είναι η τελευταία λέξη της Καλούδη σε αυτή την εξαιρετική, πρώτη της συλλογή.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου