Πέμπτη, 25 Ιουνίου 2020

Το ποίημα "Γουόκμαν" του Michael Robbins

Michael Robbins
Ο Michael Robbins έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές, τις Alien vs. Predator (Penguin, 2012) και The Second Sex (Penguin, 2014). Έχει επίσης γράψει ένα βιβλίο κριτικής με τίτλο Equipment for Living: On Poetry and Pop Music (Simon & Schuster, 2017). Ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί στα New Yorker, Poetry, Harper's, Boston Review κ.ά. και κριτικές του στα Harper's, London Review of Books, The New York Observer, the Chicago Tribune, Spin κ.ά. Είναι διδάκτορας αγγλικής γλώσσας και φιλολογίας στο University of Chicago και διδάσκει δημιουργική γραφή στο Montclair State University.

Το ποίημα που ακολουθεί χαρακτηρίζεται για την έντονη αφηγηματικότητά του. Το ποιητικό υποκείμενο φορά τη μάσκα του απλού (αν όχι απλοϊκού) ανθρώπου της αμερικανικής επαρχίας που, όντας βετεράνος πολέμου, αναπολεί την εποχή της νιότης του, τότε που ζούσε με λίγα μέσα κι όμως κατάφερε να κάνει ένα εξωτικό ταξίδι στο Μεξικό. Ωστόσο, το μήνυμα του ποιήματος είναι άλλο: ότι δεν πρέπει να δίνουμε στην εκάστοτε στιγμή μεγαλύτερη σημασία απ’ αυτήν που είναι απολύτως απαραίτητη. Διαβάστε το πρωτότυπο εδώ.

Γουόκμαν

Δεν είχα πρόθεση να κόψω το ποτό,
απλά κάπως συνέβη.
Πάντα θεωρούσα
ότι θα ήταν δύσκολο, ή όχι
δύσκολο ακριβώς,
αλλά αδύνατο.
Τότε μια παραμονή Πρωτοχρονιάς
είκοσι χρόνια πριν
στο κλαμπ των βετεράνων, ο Κρεγκ κι εγώ
πίναμε μπίρα
από κάτι καφέ μπουκάλια,
κάνοντας τις ετικέτες
φωλίτσες από κονφετί.
Στο Μεξικό
την παραμονή Πρωτοχρονιάς πριν απ’ αυτήν,
είχα αρχίσει να πίνω
ξανά, αφού είχα μείνει στεγνός έναν χρόνο.
Ταξίδευα μόνος μου
στην Οαχάκα για έναν μήνα
και είχα τουλάχιστον δύο
όμορφες εμπειρίες.
Το λεωφορείο που με πήγαινε εκεί
χάλασε στα βουνά
και κοίταζα τα αστέρια να τρεμοπαίζουν
μ’ ένα κορίτσι απ’ το Μεξικό
που αργότερα μου ‘στειλε ένα γράμμα
αλλά εγώ δεν απάντησα. Αυτή είναι η μία
απ’ τις εμπειρίες. Οι άλλες
είναι μυστικές. Φύγαμε απ’ το κλαμπ των βετεράνων
σε λογική ώρα, για αλλαγή.
Δεν ξαναήπια ποτέ.
Δεν ξέρω γιατί.
Δεν νομίζω ότι είχε να κάνει
με μένα. Πιστεύω
πως ήταν θαύμα. Όπως όταν
ο ήρως το τελευταίο
δευτερόλεπτο τραβάει τον μοχλό για να πάει
το τρένο προς τα κει που δεν είναι δεμένη
η ηρωίδα. Ήμουν πάντα απένταρος
εκείνες τις μέρες, ενώ τώρα είμαι απλά
φτωχός. Είχα ένα γουόκμαν
και ένα σακίδιο γεμάτο
κασέτες στην Οαχάκα. Τις είχα βαρεθεί
όλες μέσα σε μια βδομάδα
και ανυπομονούσα να αγοράσω καμιά καινούργια
αλλά δεν μου ‘φταναν τα λεφτά.
Άκουσα το Λιβ θρου δις
στα ερείπια του Ζάποτεκ
στο Μόντε Αλμπάν,
το Ρούμορς στο λεωφορείο για την πόλη του Μεξικού.
Στο Πουέρτο Άνχελ,
τα ακουστικά μου έχαναν
υπόκωφη ασυμφωνία
στο μπαρ πάνω στην ταράτσα,
όπου κάθισα παρακολουθώντας τον ωκεανό.
Ένας Αμερικανός περίπου στην ηλικία
που έχω τώρα
με ρώτησε τι ακούω.
Του είπα Σόνικ Γιουθ. Ρώτησε
ποιο άλμπουμ, του είπα Σίστερ.
Κρυφογέλασε και είπε
«Είμαι ο Τζόνι Στράικ».
Προφανώς δεν ήταν θαύμα,
αλλά δεν μπορούσα να το πιστέψω.
Είχα μπροστά μου τον άνθρωπο που έγραψε
το 1976 το κλασικό τραγούδι των Κράιμ
«Χοτ γουάιρ μάι χαρτ»,
το οποίο έβαλαν οι Σόνικ Γιουθ
στο κλασικό τους άλμπουμ του 1987, Σίστερ,
που άκουγα
στο γουόκμαν μου
τέρμα Θεού στο Μεξικό μέσα στον ήλιο.
Βέβαια στην πραγματικότητα
άκουγα το Ντέιντριμ νέισον,
όμως το αλλάζω σε Σίστερ
όποτε λέω αυτή την ιστορία.
Είναι όμως μια ωραία ιστορία
ακόμη και χωρίς τις γαρνιτούρες.
Αυτή είναι η άλλη απ’ τις εμπειρίες
στην Οαχάκα που ανέφερα,
όμως οι υπόλοιπες είναι μυστικό.
Ω Μεξικό, όπως ο Τζέιμς Σίλερ
έγραψε στoν Φρανκ Ο’ Χαρα
μήπως είσαι άλλο ένα
συγκαλυμμένο όνειρο;
Ο Σίλερ παραήταν ευαίσθητος
για μένα τότε, όμως τώρα
είναι όσο ευαίσθητος χρειάζεται.
Μου αρέσουν οι ευχές του.
Που «το όμορφο αστείο
άσπρο κυνηγόσκυλο» μπορούσε
να είναι αθάνατο, για παράδειγμα.
Όμως δεν μπορώ κάθε φορά να συγχωρώ
τον τόνο του που θύμιζε τη σειρά Σέντραλ Παρκ Γουέστ,
τις αυστριακές οπερέτες του
και τα ατελείωτα γκαζόν του,
μολονότι δεν ήταν πλούσιος
και ήταν αρκετά
βασανισμένος, ένας Θεός ξέρει πόσο.
Το καλοκαίρι του 1984
στη Σάλιντα του Κολοράντο
είχα τον Σλέιντ και τον Στηβ Πέρι
στο γουόκμαν μου.
Έπινα γάλα σε τεράστια
ποτήρια απ’ το Μπέγκερ Κινγκ
διακοσμημένα με σκηνές
απ’ την Επιστροφή των Τζεντάι.
Δεν μπορείς να αγοράσεις ταμπόν
με κουπόνια τροφίμων
ακόμη κι αν η μάνα σου
επιμένει να προσπαθήσεις.
Η Σάλιντα βρίσκεται κατά μήκος
του ποταμού Άρκανσας,
το ρεύμα του οποίου
ένα ζεστό απόγευμα
με συμπαρέσυρε
απιθώνοντάς με
στα ρηχά πολύ πιο κάτω.
Ήταν η πρώτη φορά
που πίστεψα ότι θα
πέθαινα, αλλά δεν πέθανα. Το Άρκανσας
και όλα τα άλλα είναι θνητά.
Η μαμά μου είχε ξαναγεννηθεί,
προς απελπισία μου. Όμως τελευταία ανακαλύπτω
πως όντως πιστεύω στον Θεό
Πατέρα Παντοκράτορα, Ποιητή
ουρανού και γης:
και στον Ιησού Χριστό,
τον Υιό του Θεού, Κύριό μας,
που κυοφορήθη απ’ το
Άγιο Πνεύμα. Πώς
διάολο έγινα
Χριστιανός; Θεία χάρις,
υποθέτω. Απλά κάπως
συνέβη. Παραδέχομαι ότι βρίσκω
τη νεκρανάσταση του σώματος
και την αιώνια ζωή
δύσκολη, ή όχι δύσκολη
ακριβώς, αλλά αδύνατη.
Δεν υπάρχει πιο παλαβή πεποίθηση
απ’ ό,τι δεν θα είμαστε
καλυμμένοι από φύλα, φύλλα,
φύλλα, όπως το λέει ο Σίλερ,
που σημαίνει, τελείως φευγάτοι,
όπως το έθεσε ο Ο’ Χάρα στο υπέροχο
λυπητερό ποίημά του προς τον Τζον Άσμπερι.
Όμως η ελπίδα είναι διαφορετικό είδος ζώου
απ’ την πεποίθηση. «Η τρελλή ελπίδα
που διακηρύσσει ο Απόστολος Παύλος
στην Προς Κορινθίους Β΄», μου έγραψε ο φίλος μου ο Τζον
όταν η μάνα του
πέθανε. Η χριστιανική θρησκεία
είναι πολύ όμορφη μερικές φορές
και πολύ αληθινή μερικές άλλες,
μολονότι οι ψαγμένοι
αναμένεται να είναι υπεράνω
όλων αυτών των πραγμάτων. Ε λοιπόν,
είμαι και Μαρξιστής.
Πήγαινε και πούλα τον χιτώνα σου
και μεταδότω το μη έχοντι.
Στο νέο του άλμπουμ ο Δρ. Ντρε
λέει «Οποιοσδήποτε παραπονιέται
για την κατάστασή του
με έχει χάσει». Με κίνδυνο να χάσετε
περισσότερους ζάμπλουτους, παραπονεθείτε
για την κατάστασή σας,
λέω εγώ. Άκουσα το Δε κρόνικ
στο γουόκμαν μου το καλοκαίρι
που δούλευα νυχτερινή βάρδια
στο ταχυδρομείο. Έβγαινα με την Ντέντρε,
που όταν έβαζα τα ακουστικά μου
στ’ αυτιά της και πάταγα το κουμπί να παίξει
έλεγε «Γιατί με βρίζει αυτός
ο άντρας;». Το έλεγε πιο δυνατά
απ’ όσο ήταν απολύτως απαραίτητο.
Ένας τρελός
ερχόταν στο ταχυδρομείο
γύρω στις δύο μετά τα μεσάνυχτα και μου ζητούσε
να στείλω φαξ με φρικιαστικές, προχειρογραμμένες προειδοποιήσεις
σε όλες τις εφημερίδες και τα κανάλια του Ντένβερ.
Ήθελε να μάθουν οι άνθρωποι
ότι ο Θεός θα τιμωρούσε την περιοχή
με φυσικές καταστροφές
αν η επαρχία κατάφερνε
να του κάνει έξωση απ’ τη γη
που είχε καταλάβει παράνομα. Μου ζητούσε
να τον βοηθήσω να σκεφτεί διάφορες
ακραίες καιρικές συνθήκες
που ο Θεός μπορούσε να εξαπολύσει.
Του έλεγα «Τυφώνες;»
μολονότι ήμασταν στο Κολοράντο.
Εκείνος μουτζούρωνε τυφώνες.
Κομμάτια βρώμικου χαρτιού απόλυτα
καλυμμένου μπρος και πίσω με απειλητικά,
θυμωμένα μαύρα γράμματα σαν ορνιθοσκαλίσματα:
υπόψη νυχτερινού δελτίου ειδήσεων θα
σημειωθούν πυρκαγιές σίφουνες τυφώνες.
Τον βοηθούσα να συνθέσει τα κατεβατά του
μετά τα έστελνα με φαξ σε έναν προς ένα
τους μεγάλους τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς σταθμούς του Ντένβερ,
την εφημερίδα Denver Post
και τη Rocky Mountain News,
που σταμάτησε από τότε να εκδίδεται
για πάντα. Μόνο που στην πραγματικότητα
απλώς υποκρινόμουν ότι τα έστελνα
και μετά δεν του έπαιρνα λεφτά,
λέγοντας ότι χαιρόμουν που βοήθησα τον σκοπό του.
Κι αν δεν ήταν βλαμμένος αλλά πραγματικός
προφήτης; Η μητροπολιτική περιοχή του Ντένβερ
δεν υπέστη κάποια καταστροφή
τότε, αλλά αυτό δεν αποδεικνύει
τίποτα. Δείτε τον Ιωνά και τη
Νινευή, εκείνη τη λαμπρή πόλη.
Δεν πιστεύω πως ήταν προφήτης,
όμως το ταχυδρομείο είναι ωραίο
δύο η ώρα το πρωί ακόμη κι αν το σιχαινόμουν
που δούλευα εκεί. Οι σειρές
με τα σιωπηλά φωτοτυπικά
σαν παροπλισμένα θωρηκτά
σε μικρό λιμάνι, η φωσφοριζέ
χλωμάδα, ο σταθμός ροκ μουσικής
που έβαζα ξανά δυνατά μόλις
ο συνάδελφός μου χαμήλωνε.
Στ’ αλήθεια ο τύπος ζωγράφιζε ερασιτεχνικά
πλημμύρες, σίφουνες, κ.λπ.,
στις θρηνολογίες του ή μήπως
το φανταζόμουν; Εύχομαι
να είχα σκεφτεί να τις φωτοτυπήσω.
Εύχομαι να είχα κρατήσει
το γράμμα του κοριτσιού απ’ το Μεξικό.
Εύχομαι να είχα κρατήσει τα φωτοτυπικά
με τις αργές δέσμες τους
φωτός, τα φώτα της πόλης
που γεμίζουν την κοιλάδα του Μεξικού
καθώς το λεωφορείο κατεβαίνει
αργά κάτω και ο Στήβι τραγουδάει τι
είχες, ω, τι έχασες. Ο Σίλερ
κι οι ευχές του! «Εύχομαι να ήταν
1938 ή ’39 ξανά». «Εύχομαι να
μπορούσα να κάνω βίδες μια μηχανή
και να την ξανασυναρμολογήσω». «Εύχομαι να
είχα φέρει το βιβλίο μου με τα εμπνευσμένα
λογοτεχνικά κείμενα». «Εύχομαι να μπορούσα να πατήσω
χιονονονιφάδες σε ένα βιβλίο σαν να ‘ταν λουλούδια».
Αυτό το τελευταίο είναι το αγαπημένο μου. Εύχομαι να
το είχα γράψει εγώ. Συχνά θα χαλάρωνα
για μήνες μέχρι να ξανατραβηχτώ σε κάποιο μπαρ
από φόβο ή πλήξη ή και τα δύο. Είδα
Το αύριο ποτέ δεν πεθαίνει – με πρωταγωνιστή
τον Πιρς Μπρόσναν, τον δεύτερο χειρότερο
Τζέιμς Μποντ – στην Οαχάκα και
βγήκα με την ευχή η ζωή μου να ήταν
ρομαντική και συναρπαστική και ευλογημένη
ή τουλάχιστον να είχα κάποιον
να του μιλήσω. Έτσι σταμάτησα στο πρώτο
μπαρ που είδα, και κάποιος
μου μίλησε. Είναι τόσο θλιβερό και
τέλειο να είσαι νέος και μόνος
στο Σόκαλο όταν τα μικρά φώτα
ανάβουν σαν ψάρια που βγαίνουν στην επιφάνεια
κάτω απ’ τη σελήνη και θέλεις
να αρπάξεις τους ανθρώπους που προσπερνούν
και να τους ρωτήσεις ποιος είσαι, φοβάσαι
όπως εγώ. Και δεν
ξέρεις ότι είκοσι χρόνια αργότερα
θα γράφεις αυτό το ποίημα.
Καλά, τώρα γίνομαι υπερευαίσθητος
και ξεχνώ ότι εκείνες τις μέρες
έγραψα τα χειρότερα ποιήματα.
«Κρατούσα μια κιθάρα κι έτρεμα
και δεν τραγουδούσα» είναι ένας πραγματικός
στίχος που είχα γράψει! Ο τύπος με τους τυφώνες
θα μπορούσε να είχε γράψει καλύτερη ποίηση.
Σήμερα θέλω να γράψω για το πώς
πέρασαν σχεδόν είκοσι χρόνια
από τότε που είχα ένα γουόκμαν.
Σκέψου μόνο: υπήρχε ένα τραγούδι
που δεν ήξερα
ότι θα ήταν το τελευταίο τραγούδι
που θα άκουγα ποτέ σε γουόκμαν.
Το άκουγα σαν να ήταν απλά
ένα οποιοδήποτε παλιό τραγούδι,
γιατί όντως ήταν.


Εισαγωγικό σχόλιο και μετάφραση;
Χριστίνα Λιναρδάκη


Σημ.: Η μετάφραση πρωτοδημοσιεύθηκε στο τρέχον τεύχος του περιοδικού Poetix (τεύχος 22). Δείτε το πρωτότυπο ποίημα εδώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου