Πέμπτη, 4 Ιουνίου 2020

«Εκεί που τραγουδάνε οι καραβίδες» της Ντέλια Όουενς

Έπρεπε να το διαβάσω, είχα βαρεθεί να ακούω γι’ αυτό. Κι επιπλέον έχει αυτόν τον παράξενο τίτλο που κεντρίζει το ενδιαφέρον. Το αγόρασα λοιπόν και διάβασα τις 460 σελίδες του μέσα σε δύο μόλις μέρες.

Το βιβλίο ξεκίνησε πολύ καλά. Η γραφή τής (71χρονης πρωτοεμφανιζόμενης συγγραφέως, όπως διάβασα μετά) Ντέλια Όουενς είναι πολύ στρωτή και γενικά ισορροπημένη, η δε μετάφραση της Μαργαρίτας Ζαχαριάδου εξαιρετική· πραγματικά τη ζήλεψα, γιατί οι δυσκολίες της είναι όλες αποτυπωμένες μέσα στο κείμενο, σαν ανάγλυφες. Η αφήγηση ξετυλίγεται σε δύο παράλληλους χρονικούς ορίζοντες: ένα οιονεί παρόν στο οποίο επισυμβαίνει ένας φόνος και ένα παρελθόν μέσα από το βάθος του οποίου παρακολουθούμε τη ζωή της πρωταγωνίστριας από τότε που ήταν έξι ετών και εγκαταλείφθηκε από όλη της την οικογένεια στο σπίτι τους στον βάλτο. Μέσα σε αυτόν τον δεύτερο ορίζοντα εγκολπώνεται και ένας ακόμη παλιότερος που περιέχει ιστορίες των γονιών της. Οι χρονικοί ορίζοντες κάποια στιγμή συγκλίνουν και η αφήγηση οδηγεί σε αναπάντεχες αποκαλύψεις και αντίστοιχες ψυχικές καταστάσεις από την πλευρά του αναγνώστη, αφού το στοιχείο της κοινωνικής ηθικής είναι παρόν από την αρχή του βιβλίου και κατευθύνει σε μεγάλο βαθμό τα τεκταινόμενα, εγείροντας παράλληλα το αίσθημα δικαίου του. Με κάποιον τρόπο, ο αναγνώστης έχει μείνει εξαρχής χωρίς επιλογές: πρέπει οπωσδήποτε να πάρει θέση.

Οι απίστευτες δυσκολίες που αντιμετωπίζει η πρωταγωνίστρια προκειμένου να επιβιώσει μέσα στον βάλτο από μικρό παιδί, όπως και οι συνθήκες απόλυτης μοναξιάς – αν όχι απομόνωσης – που επικρατούν σε όλη σχεδόν τη διάρκεια της ζωής της, λειτουργούν σαρωτικά και είναι αδύνατο να μην τη συμπαθήσει ο αναγνώστης. Πρέπει επιπλέον να πω ότι είναι δύσκολο να μη δακρύσει (εγώ πάντως έκλαψα) στα σημεία που την εγκατέλειπαν ένας-ένας όλοι οι δικοί της, ιδίως η μητέρα της, και εκείνη βυθιζόταν όλο και πιο πολύ στην απέραντη, καθολική μοναξιά της. Η χλεύη των κατοίκων του χωριού έπειτα, η προδοσία από τους λιγοστούς που εμπιστεύτηκε και η συμπαράσταση που της έδειξαν δύο – επίσης περιθωριακοί σαν την ίδια – μαύροι, λειτουργούν επίσης ως μοχλοί συμπάθειας προς το μέρος της.

Εκπληκτικός είναι ο τρόπος με τον οποίο αναδεικνύεται ο βάλτος, ή η φύση γενικότερα, στο βιβλίο. Δεν είναι απλώς ένα ισχυρό σκηνικό, είναι η πεμπτουσία της ύπαρξης της πρωταγωνίστριας και το πιο ασφαλές της κομμάτι – αν μη τι άλλο, δεν την προδίδει ποτέ.

Υπάρχουν ωστόσο και αδυναμίες στο βιβλίο. Κάποια κλισέ ή στερεότυπα αναδύονται πολύ έντονα: οι προκαταλήψεις για παράδειγμα οδηγούν στην ενοχοποίησή της για φόνο χωρίς να υπάρχουν επαρκή στοιχεία, ενώ στον αντίποδα 2-3 πρόσωπα σε θέσεις-κλειδί (ο δικηγόρος υπεράσπισής της, ο εκδότης των βιβλίων της) είναι αρκετά για να της αλλάξουν τη ζωή. Τέτοιες απλοποιήσεις και υπεραπλουστεύσεις (όπως επίσης ο εραστής της που είναι καθ' όλα ανέντιμος και επιστρέφει μεθυσμένος, αφού πρώτα την εξαπάτησε, για να τη βιάσει) δείχνουν κατά τη γνώμη μου έναν κάπως ακατέργαστο πυρήνα και, όταν τις συνειδητοποίησα, με ενόχλησαν. Στον αντίποδα (και ευτυχώς), ο πρώτος της έρωτας προσφέρει πιο σύνθετες συνθήκες που προσομοιάζουν στην πραγματική ζωή. Όσον αφορά τον έρωτα, μια και τον ανέφερα, με ενόχλησαν επίσης οι λιγοστές σελίδες που περιγράφουν την πρώτη προσπάθεια της πρωταγωνίστριας στο σεξ: ένιωσα σα να διάβαζα ξαφνικά Άρλεκιν και έπρεπε να γυρίσω να ξαναδώ το εξώφυλλο για να βεβαιωθώ ότι διαβάζω πάντα το ίδιο βιβλίο.

Αν εξαιρέσουμε αυτά τα στοιχεία, πρόκειται για μια καλή ιστορία, με απηχήσεις από τον Μόγλη (όπως υπέδειξε και ο Διονύσης Μαρίνος από την bookpress), στοιχεία αισθηματικού μυθιστορήματος, ακόμη και αστυνομικού, που όμως δένουν σε ένα, σχετικά καλά συναρμοσμένο, σύνολο. Η ιστορία της Κάια εντυπώνεται στον νου του αναγνώστη και οι ψυχολογικές διακυμάνσεις της επηρεάζουν τις δικές του. Το δε φινάλε είναι εξαιρετικό, διότι όλα τακτοποιούνται όπως πρέπει, χωρίς όμως να υπάρχει το εύκολο happy end.

Οι όποιες αδυναμίες στην πλοκή οφείλονται κατά πάσα πιθανότητα στην έλλειψη πείρας της πρωτοεμφανιζόμενης συγγραφέως. Όπως πάντα βέβαια, το στοίχημα το σώζει ένας καλός μεταφραστής, όπως η Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, που απιθώνει απαλά τον αναγνώστη πάνω στην ομορφιά των λέξεων.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου