Πέμπτη, 11 Ιουνίου 2020

«Πλανόδιος στα σύνορα της Εδέμ» του Αντρέα Τιμοθέου

Η ποίηση του Αντρέα Τιμοθέου μας ταξιδεύει στα χρόνια της αφής, στην παιδική ηλικία, με σκηνές που χαράχτηκαν στη μνήμη και επανέρχονται στις γκρίζες ώρες των ενήλικων ημερών. Στις φωτεινές αυλές τα παιχνίδια, οι υποσχέσεις, οι αγκαλιές, τα νανουρίσματα, οι ήχοι από τα βήματα μες τα δωμάτια, οι γιορτές, όλα έχουν την σφραγίδα της αγάπης. Τότε που κυριαρχούσε ολάνθιστη η παρουσία της μητέρας, το παρήγορο χάδι της γιαγιάς, η παρέα με τον παππού και τον πατέρα. Mέρες που κυλούσαν στα νερά μιας ήσυχης ευτυχίας, ο δικός του χαμένος παράδεισος. Τίποτα δεν μαρτυρούσε τις δυσκολίες των καιρών, εκτός από κάποιες σκιές που έκαναν την εμφάνισή τους, σαν προειδοποίηση, στο σφιγμένο χαμόγελο της μητέρας, στην παράξενη αγωνία που διέκρινε στον τρόπο που έσβηνε το τσιγάρο ο πατέρας. Και μόνο τα παλιά παιχνίδια που άφηναν πίσω τους σε κάποιες μετακομίσεις μιλούσαν για το πέρασμα του χρόνου.

Η μητέρα, στη μνήμη χαραγμένη/ προστάτιδα ανυπεράσπιστων χρόνων./ Μια μυρωδιά από τσιγάρο/ με πρωινό μακιγιάζ./ Έντονο μοβ στο σπίτι και στα πράγματα/ και το πάτωμα πάντα να γυαλίζει,/ να αντανακλά τα χρόνια της/ που περνούσαν ερήμην της/ προσδοκώντας./ Μια αφέλεια αναγκαία επιβίωσης/ να μην την απελπίζει/ που πλήγωνε τον χρόνο, άφηνε βέβαια εκ των υστέρων τα σημάδια του.
Μια γεύση από φιλί λίγο πριν τον ύπνο,/ να ησυχάζει τους εφιάλτες της μέρας/ και άρωμα μέντας τα κρύα βράδια του χειμώνα.
Γέλιο μέχρι δακρύων/ και δάκρυα σκορπισμένα σε ψεύτικα χαμόγελα/ σαν τις σκέψεις μου, σκόρπιες κι αυτές./ Άλλωστε, παιδί της είμαι,/ η μάνα μου είναι.

Πώς τρέχει ο χρόνος, πώς ξαφνικά ξυπνάς από το όνειρο και βρίσκεσαι μέσα σε ένα κορμί ενήλικο, να φροντίζεις εσύ εκείνους που κάποτε σου πρόσφεραν απλόχερα την φροντίδα τους. Να βιώνεις κοντά τους τη φθορά του χρόνου. Ο ποιητής ξετυλίγει τις αναμνήσεις του και τις αφήνει να πετάξουν σαν κορδέλες στον ουρανό, γίνεται ο παρατηρητής του κύκλου της ζωής, συμπαραστέκεται στους αγαπημένους του μέχρι το αναπόφευκτο τέλος. 

Στο ποίημα του «το Κορίτσι από τη Σρι Λάνκα», ο ποιητικός του φακός συλλαμβάνει σε μια και μόνη σκηνή, όχι μόνο τη σωματική φθορά από το πέρασμα του χρόνου, αλλά και τη φθορά της εποχής που οδηγεί σε ένα μέλλον δίχως όνειρα.

…Κοίταζαν κι οι δυο στο κενό./ Η μία τη ζωή που άφησε,/ η άλλη τη ζωή που έχανε./ Σχεδόν αδιάφορη η μεταξύ τους παρέα,/ σχεδόν ανέγγιχτα τα χέρια του βραδινού περιπάτου./ Τα χέρια που τη σήκωναν, την τάιζαν, την έπλεναν…
Τα χέρια που λάμβαναν σ’ έναν καθωσπρέπει φάκελο εξιλέωσης/ μια μηνιαία οφειλή στα γηρατειά/ Τα χέρια που θα της έκλειναν/ κάποιο ξημέρωμα τα μάτια.

Η προσγείωσή του σε μια ενήλικη πραγματικότητα καθορίζει το τραύμα. Η αγάπη που βιώθηκε στην παιδική ηλικία γίνεται το ιερό δισκοπότηρο της ποίησής του. Η απώλειά της, η πληγή που ματώνει και καθορίζει ένα σκοπό ζωής, τη διατήρηση της μνήμης, των δεσμών της αγάπης.

Τώρα που με ξέχασαν ακόμα και οι λέξεις/ μαζεύω κορδέλες λογής λογής… Τις τυλίγω σαν φυλακτά στα χέρια μου,/ ν΄αποκαλύπτουν πως εκείνα τα πρώτα δεσμά/ δεν λύθηκαν ολότελα./ ενίοτε παρηγορούνται με ένα ποίημα…

Αγαπημένοι άνθρωποι που έφυγαν, λειτουργούν μέσα του σαν αξίες, καθένας τους για διαφορετικό κομμάτι της ψυχής. Ο ποιητής συνεχίζει την ιστορία τους, επιθυμεί να βρουν δικαίωση οι ανεκπλήρωτοι πόθοι τους, οι προσδοκίες, τα ιδανικά τους, για ένα κόσμο ειρήνης, αλληλεγγύης, αγάπης· να διατηρηθούν τα χνάρια της πολιτιστικής κληρονομιάς τους που κουβαλάει μέσα του.

Άνθρωποι φύγανε/ με τόσα ανερμήνευτα,/ με τάματα ανεκπλήρωτα/ αγγέλους προσδοκώντας…
Αυτή είναι η πραμάτεια του που διαλαλεί, πλανόδιος στα σύνορα της Εδέμ: αλλάζω τα παλιά με τα καινούργια…

Η λευκή δαντέλα που ύφαινε η γιαγιά αφηγείται την ιστορία του τόπου του, της πολύπαθης Κύπρου. …Ο μύθος πάντα προπορευότανε,/ η μπλε του μήτρα/ όριζε σύμβολα κι αστέρες./ Μα η ζωή επρόσταζε σκιές,/ μια έκπτωτη πραγματικότητα/ χωρίς προειδοποίηση,/ γεμάτη όμως ανάγκη...

Μια «έκπτωτη» πραγματικότητα ρίχνει τώρα στον μύθο τη σκιά της, μια πράσινη γραμμή ορίζει τα σύνορα μιας άλλης χαμένης Εδέμ: Έχω βιώσει το Τέρας/ σε μορφές ανεξίτηλες./ Η δαντέλα το φρόντισε/ σε σιωπούσα κατάσταση,/ μα η ανάμνησή της/ δηλώνει από μόνη της/ το ανυπεράσπιστο της ύπαρξής μου.

Ο ποιητής νιώθει αλληλεγγύη για όσους έχουν ξεριζωθεί από την πατρίδα τους και έχουν χάσει την ταυτότητά τους, μια αόρατη κλωστή τον συνδέει με όλης της γης τους αδικημένους.

Όταν δεν θα ’μαι πια εδώ/ να με αποκαλείτε Πρόσφυγα./ Το όνομά μου θα λεηλατηθεί/ σαν την ανάμνηση των τόπων,/ μοναδικό φορτίο φυγής./ Πώς να προφέρει κανείς/ μία σορό/ χωρίς ταυτότητα,/ χωρίς τίτλους ακινήτων,/ χωρίς υπόσχεση έρωτα;/ Εξαγνισμένος/ θα υποδεικνύω στους βαρκάρηδες/ τις δαιδαλικές μορφές της ύλης,/ μαζί και όσα μας στοιχειώνουν./ Πάνω σε ένα τελευταίο νεύμα/ θα στείλω δάκρυ για παρηγοριά/ σε όσους καμωθήκαμε/ από τον ίδιο αστέρα.

Αναμετριέται με του ανθρώπου την ήττα. Η φωνή του πηγάζει από μια βαθύτερη ανάγκη να ορίσει ένα δικό του κομμάτι γης και ουρανού. Επιθυμεί μια νέα άνοιξη για τον κόσμο που μέσα της θα ανθίσουν τα άλφα της αγάπης, τα ρω του έρωτα...

Η ποίησή του είναι ένα θησαυροφυλάκιο μνήμης που οχυρώνει τον νου και την καρδιά από την ερημιά της πραγματικότητας. Όλα όσα αγαπάει βρίσκονται εκεί. Αφιερώνει ποιήματα σε Κύπριες κυρίες της ποίησης, στη Ναδίνα Δημητρίου, την Έλενα Τουμαζή-Ρεμπελίνα, τη Φροσούλα Κολοσιάτου, την Ευφροσύνη Μαντά-Λαζάρου, στον ποιητή Μιχάλη Ζαφείρη, στην ηθοποιό Αννίτα Σαντοριναίου, στο αγαπημένο ινδάλμά του, τη Μαρία Κάλλας.

Στην ενότητα «Αγάπες μικρές» γράφει για έναν ιδανικό έρωτα που δεν βρήκε τόπο στον χρόνο: Αν η αγάπη μου για σένα/ έβρισκε τόπο στον χρόνο/ θα έγραφα ποιήματα επάνω στα μαλλιά σου,/ δεν θα ’βρισκαν χώρο σε κίτρινες σελίδες/ χωρίς προορισμό./ Θα σου φιλούσα το μέτωπο φορές εκατό/ και θα ’χανα το μέτρημα λίγο πριν το τέλος./ Θ’ αγοράζαμε ένα σπίτι στο κέντρο/ και θα το γέμιζες παρόν και μέλλον./ Δεν θα ’χα ανάγκη μνήμες στους τοίχους/ και αντικείμενα παρελθόντα για παρηγοριά…

Η ποίησή του περιπλανιέται στις πόλεις που περπάτησε, επικεντρώνεται στο βλέμμα των ανθρώπων. Παντού ανακαλύπτει σημάδια φθοράς από μια πραγματικότητα που κάνει την ψυχή τους να ψευτίζει. Συχνά ο μύθος γίνεται αντικείμενο συναλλαγής, πουλιέται για την επιβίωση.

Στο Παρίσι, άνθρωποι «δήθεν», ξεγελούν με τη γοητεία των τρόπων τους, την κομψότητα των ρούχων τους: Στην πόλη αυτή/ μπορείς να δώσεις ραντεβού/ σε μια απ’ τις γέφυρές της./ Τα βλέμματα σε κατευθύνουν/ σε τόπους ασφαλείς,/ ενίοτε και απόγνωσης. Όχι μην απορείς/ για τους καταραμένους ποιητές/ δικαίως τους γέννησε η πόλη τούτη/… Στην πόλη αυτή μπορείς να γελαστείς δικαίως/ μ’ ένα μπερέ, ένα μερσί κι ένα φουλάρι/ μαστορικά δεμένο…

Στη Βαρκελώνη όλα έχουν μια τάση υπερβολής: Τα δέντρα της πόλης/ έχουν ηλικία/ και η γυναίκα ερωτική/ από τη σύλληψή της/ ν’ αντέχει τους ρυθμούς του φλαμένκο./… Η μουσική στους δρόμους,/ η αγάπη στους δρόμους,/ και η μνήμη στους δρόμους. Ευτυχώς, έχουν μεγάλα πεζοδρόμια…

Στη Βιέννη το φιλί του Κλιμτ μπορεί καθένας να το αποκτήσει, το αγοράζεις με μια κίνηση της κάρτας/ τόσο απλή…

Στο Άμστερνταμ …τα βράδια ο ζωγράφος κρατά την Άννα απ’ το χέρι,/ περπατούν στους δρόμους της πόλης,/ ανασαίνουν κι οι δυο τα χρόνια του εγκλεισμού/ και πριν το χάραμα, παίρνουνε πάλι θέση./ Συστήνουν στους περαστικούς κι ανυποψίαστους/ όψεις του τέρατος,/ που είναι πάντα εντός μας.

…Στη Λευκωσία επιβλήθηκε μια σιαμαία αδελφή,/ της τρώει το σώμα και τη μνήμη σε δόσεις. Εμείς ανήμποροι, συνταγογραφούμε δείπνα διπλωματικά,/ ενίοτε και μερικά ποιήματα….

Η βροχή στη Ρώμη θυμίζει πως υπάρχει προορισμός, η πόλη θυμίζει ότι τον έψαξαν άλλοι πριν από εμάς. Το ξέρω καλά. Ήταν και θα είναι πάντα οι αδικαίωτοι του κόσμου τούτου πολλοί, μα ο προορισμός σε υποδέχεται, μονάχα αν τον αναγνωρίσεις, αν στέκεσαι απέναντί του και συνεχίζεις ν΄αγαπάς, έχοντας φόβο κι ελπίδα…

Ποίηση ανθρωποκεντρική που σέβεται την παράδοση και δείχνει μεγάλη ευαισθησία για την πολιτιστική κληρονομιά του ανθρώπου. Ένα ημερολόγιο της καρδιάς που δεν αφήνει να χαθούν οι αναμνήσεις, συνεχίζει τις ιστορίες από δαντέλα της γιαγιάς και έχει κάτι από την υφή παραμυθιού. Αποτυπώνει την πάλη του ανθρώπου να ξεπεράσει τα σύνορα του εαυτού του για να συναντήσει τον άλλον, να αγκαλιάσει το ξένο, το διαφορετικό· εστιάζεται στο νόημα της ζωής, στην αναζήτηση της αγάπης.
                                                                                           
                                                                                                   Κατερίνα Τσιτσεκλή

ΤΟ ΖΑΧΑΡΙ ΦΟΡΕΜΑ
Κάποτε θα γίνω ένα ζαχαρί φόρεμα
θα φτάνει μέχρι τον αστράγαλο
να παρασέρνει όσα μου στέρησε η γη.
Θα ’ναι πλουμιστό
με λεπτομέρειες και λίθους,
επενδυμένο από μετάξι και αρώματα ακριβά.
Θα φορεθεί σε επετείους και γιορτές,
θα το χορέψουν χέρια κάτασπρα
σε ακριβά σαλόνια.
Θα φτάσει ήσυχα γεράματα
στην κυανή ακτή
και στο νησί του ονείρου.
Σε συντριβάνια πέτρινα,
σε κήπους με λεβάντες θ’ απλωθεί.
Θ’ αφήσει πίσω του βελόνια και κλωστές,
σύριγγες και ναφθαλίνες,
μα μέσα στον ποδόγυρο
ραμμένα πάντοτε θα κρύβει
γιατρικά παρηγοριάς.
Ανάμνηση αλλοτινή, μα πάντα εντός μου.
Κάποτε θα γίνω ένα ζαχαρί φόρεμα.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου