Δευτέρα, 29 Ιουνίου 2020

Πρωτοβουλία περιοδικών, ιδρυμάτων και ενώσεων κατά της μάστιγας της λογοκλοπής





ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΩΝ, ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΕΝΩΣΕΩΝ
ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΜΑΣΤΙΓΑΣ ΤΗΣ ΛΟΓΟΚΛΟΠΗΣ 

ΑΝΟΙΧΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ


Η γελοιοποίηση των θεσμών

«Γιατί ένας σοβαρός δημοσιογράφος μιας σοβαρής εφημερίδας δεν ασχολείται σοβαρά με το θέμα της λογοκλοπής στην Ελλάδα; Γιατί η Εταιρεία Συγγραφέων σιωπά;» Αυτά τα ερωτήματα απεύθυνε τις προάλλες στο facebook ο ποιητής Ντίνος Σιώτης. Αφορμή βεβαίως η αποκάλυψη του συγγραφέα Νίκου Σαραντάκου ότι το δημοσιευμένο στο Βήμα άρθρο του Αλέξη Σταμάτη, απόσπασμα του οποίου τέθηκε στις φετινές Πανελλήνιες Εξετάσεις, είναι προϊόν λογοκλοπής. Μια μέρα αργότερα, ο ίδιος έφερε στο φως και άλλη λογοκλοπή του Σταμάτη, για άλλο άρθρο του στην ίδια εφημερίδα.

Ας αναλογιστούμε μια στιγμή ποιοι και πόσοι θεσμοί εκτίθενται εδώ. Πρώτα απ’ όλα βεβαίως εκτίθεται η εφημερίδα που εξέλαβε και δημοσίευσε τα κλοπιμαία κείμενα ως πρωτότυπα. Ασφαλώς δεν γνώριζε την προέλευσή τους. Παρ’ όλα αυτά, δεν χρωστά μια συγγνώμη στους αναγνώστες της; Ύστερα, προφανώς, εκτίθενται οι θεματοθέτες των εξετάσεων και το Υπουργείο Παιδείας που τις διοργανώνει. Δεν οφείλουν μια εξήγηση σε γονείς, δασκάλους και μαθητές για τη φτωχή τους κρίση; Κατόπιν, οι θεσμοί που έχουν να κάνουν με τη λογοτεχνία και το βιβλίο στη χώρα μας: οι ενώσεις των συγγραφέων όπως η Εταιρεία Συγγραφέων και οι ενώσεις των εκδοτών. Δεν κατανοούν πόσο βαριά είναι η σκιά της δυσπιστίας που πέφτει πάνω σε όλα τα μέλη τους, σε κάθε άνθρωπο που εργάζεται έντιμα και δημιουργικά στο πεδίο της γραφής; Τέλος, εκτίθεται ο Τύπος, μικρός και μεγάλος, της χώρας. Πώς είναι δυνατόν εφημερίδες, ειδησεογραφικοί ιστότοποι, λογοτεχνικά περιοδικά τόσες μέρες τώρα, στη συντριπτική τους πλειονότητα, να κάνουν ωσάν να μη συνέβη τίποτε; Και αντί για έρευνες διαφωτιστικές του ζητήματος να δημοσιεύουν ρεπορτάζ με τον Σταμάτη να δηλώνει… συγκινημένος και υπερήφανος που το «κείμενό του» επελέγη για τις εξετάσεις; (Έως τη στιγμή αυτή, μόνον η Καθημερινή, προς τιμήν της, έχει αναφερθεί στο ζήτημα).

Η περίπτωση του Σταμάτη είναι δυστυχώς μόνο η κορυφή του παγόβουνου. Προ ημερών, το Κρατικό Βραβείο Ποίησης απονεμήθηκε σε βιβλίο του Χάρη Βλαβιανού. Κανείς Έλληνας συγγραφέας δεν έχει καταγγελθεί τόσες φορές στο παρελθόν, από τόσο πολλούς και με τόσο πολλά και αδιάσειστα πειστήρια, για την ακατάπαυστη λογοκλεπτική του δράση. Ο λαός λέει ότι πρώτα βγαίνει η ψυχή και μετά το χούι. Αναρωτιέται λοιπόν κανείς: τα μέλη της κριτικής επιτροπής των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας και το Υπουργείο Πολιτισμού που τα εποπτεύει, τα συνυπολόγησαν όλα αυτά στην κρίση τους; Προστάτευσαν τον εαυτό τους, έκαναν έστω έναν προληπτικό έλεγχο; Ή μήπως προσχώρησαν και αυτά στην κλεπτοκρατική θεωρία ορισμένων απολογητών της λογοκλοπής που βλέπουν στην πράξη της υπεξαίρεσης του ξένου κόπου και της εξαπάτησης του αναγνώστη ένα θεμιτό διακειμενικό παίγνιο;

Σε χώρες του εξωτερικού που σέβονται τον αναγνώστη, η κατακραυγή είναι τέτοια που οι αποδεδειγμένα λογοκλόποι (πολλώ δε μάλλον οι κατ’ επανάληψιν) είναι αδύνατο να εξακολουθήσουν να επαγγέλλονται σοβαρά τον συγγραφέα. Στη Γερμανία, τη Γαλλία, τις ΗΠΑ, σε όλο σχεδόν τον κόσμο, μεγαλόσχημοι πολιτικοί, ιεράρχες, πολυβραβευμένοι δημοσιογράφοι, για ατοπήματα κάποτε λιγότερο σοβαρά αναγκάστηκαν να παραιτηθούν από τη θέση τους και να ζητήσουν δημοσίως συγγνώμη. «Πρόσφατα, εισήγαγα στίχους άλλων ποιητών στα έργα μου. Ήταν λάθος μου. Το παραδέχομαι», έγραφε σε μια τέτοια δημόσια απολογία του προ ετών ο Αυστραλός ποιητής Άντριου Σλάττερυ. Και αναγνώριζε τις συνέπειες της πράξης του: «Αποδέχομαι ότι δεν θα ξαναδημοσιεύσω κανένα ποίημα και ακόμη περισσότερο καμία ποιητική συλλογή σε αυτή τη χώρα.»

Στην Ελλάδα, αντίθετα, οι λογοκλόποι όχι μόνο δεν λογοδοτούν και δεν μετανοούν για τις πράξεις τους, αλλά τιμώνται και προβάλλονται. Συμπαρασύροντας στη γελοιοποίηση τους θεσμούς μας και εκθέτοντας τους συγγραφείς μας στην ανυποληψία.

Ώς πότε;

Τα υπογραφόμενα περιοδικά, ιδρύματα και ενώσεις:

Αντίφωνο
Άρδην
δέ(κατα)
Διεθνές Λογοτεχνικό Φεστιβάλ Τήνου
Δημοσιογραφία
Εμβόλιμον
Ένεκεν
Ερατώ / Erato
Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών
Εύλογον
Θυρίδες
Νέο Επίπεδο
Νέο Πλανόδιον
Νέος Ερμής ο Λόγιος
Nomas Magazine
Οικολογείν
Ο Φαρφουλάς
Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών
Πλανόδιον / Ιστορίες Μπονζάι
(.poema..)
Poetix
Poetry Athens
Σημειώσεις
Σίσυφος
Στέγη Γραμμάτων Κωστής Παλαμάς
στίγμαΛόγου
Το Κοινόν των Ωραίων Τεχνών
Το Κοράλλι
Tranzito
Fractal


Σημ.: Η επιστολή δημοσιεύθηκε και στη Lifo. Δείτε την τεκμηρίωση της λογοκλοπής στο ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου εδώ.

Πέμπτη, 25 Ιουνίου 2020

Το ποίημα "Γουόκμαν" του Michael Robbins

Michael Robbins
Ο Michael Robbins έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές, τις Alien vs. Predator (Penguin, 2012) και The Second Sex (Penguin, 2014). Έχει επίσης γράψει ένα βιβλίο κριτικής με τίτλο Equipment for Living: On Poetry and Pop Music (Simon & Schuster, 2017). Ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί στα New Yorker, Poetry, Harper's, Boston Review κ.ά. και κριτικές του στα Harper's, London Review of Books, The New York Observer, the Chicago Tribune, Spin κ.ά. Είναι διδάκτορας αγγλικής γλώσσας και φιλολογίας στο University of Chicago και διδάσκει δημιουργική γραφή στο Montclair State University.

Το ποίημα που ακολουθεί χαρακτηρίζεται για την έντονη αφηγηματικότητά του. Το ποιητικό υποκείμενο φορά τη μάσκα του απλού (αν όχι απλοϊκού) ανθρώπου της αμερικανικής επαρχίας που, όντας βετεράνος πολέμου, αναπολεί την εποχή της νιότης του, τότε που ζούσε με λίγα μέσα κι όμως κατάφερε να κάνει ένα εξωτικό ταξίδι στο Μεξικό. Ωστόσο, το μήνυμα του ποιήματος είναι άλλο: ότι δεν πρέπει να δίνουμε στην εκάστοτε στιγμή μεγαλύτερη σημασία απ’ αυτήν που είναι απολύτως απαραίτητη. Διαβάστε το πρωτότυπο εδώ.

Γουόκμαν

Δεν είχα πρόθεση να κόψω το ποτό,
απλά κάπως συνέβη.
Πάντα θεωρούσα
ότι θα ήταν δύσκολο, ή όχι
δύσκολο ακριβώς,
αλλά αδύνατο.
Τότε μια παραμονή Πρωτοχρονιάς
είκοσι χρόνια πριν
στο κλαμπ των βετεράνων, ο Κρεγκ κι εγώ
πίναμε μπίρα
από κάτι καφέ μπουκάλια,
κάνοντας τις ετικέτες
φωλίτσες από κονφετί.
Στο Μεξικό
την παραμονή Πρωτοχρονιάς πριν απ’ αυτήν,
είχα αρχίσει να πίνω
ξανά, αφού είχα μείνει στεγνός έναν χρόνο.
Ταξίδευα μόνος μου
στην Οαχάκα για έναν μήνα
και είχα τουλάχιστον δύο
όμορφες εμπειρίες.
Το λεωφορείο που με πήγαινε εκεί
χάλασε στα βουνά
και κοίταζα τα αστέρια να τρεμοπαίζουν
μ’ ένα κορίτσι απ’ το Μεξικό
που αργότερα μου ‘στειλε ένα γράμμα
αλλά εγώ δεν απάντησα. Αυτή είναι η μία
απ’ τις εμπειρίες. Οι άλλες
είναι μυστικές. Φύγαμε απ’ το κλαμπ των βετεράνων
σε λογική ώρα, για αλλαγή.
Δεν ξαναήπια ποτέ.
Δεν ξέρω γιατί.
Δεν νομίζω ότι είχε να κάνει
με μένα. Πιστεύω
πως ήταν θαύμα. Όπως όταν
ο ήρως το τελευταίο
δευτερόλεπτο τραβάει τον μοχλό για να πάει
το τρένο προς τα κει που δεν είναι δεμένη
η ηρωίδα. Ήμουν πάντα απένταρος
εκείνες τις μέρες, ενώ τώρα είμαι απλά
φτωχός. Είχα ένα γουόκμαν
και ένα σακίδιο γεμάτο
κασέτες στην Οαχάκα. Τις είχα βαρεθεί
όλες μέσα σε μια βδομάδα
και ανυπομονούσα να αγοράσω καμιά καινούργια
αλλά δεν μου ‘φταναν τα λεφτά.
Άκουσα το Λιβ θρου δις
στα ερείπια του Ζάποτεκ
στο Μόντε Αλμπάν,
το Ρούμορς στο λεωφορείο για την πόλη του Μεξικού.
Στο Πουέρτο Άνχελ,
τα ακουστικά μου έχαναν
υπόκωφη ασυμφωνία
στο μπαρ πάνω στην ταράτσα,
όπου κάθισα παρακολουθώντας τον ωκεανό.
Ένας Αμερικανός περίπου στην ηλικία
που έχω τώρα
με ρώτησε τι ακούω.
Του είπα Σόνικ Γιουθ. Ρώτησε
ποιο άλμπουμ, του είπα Σίστερ.
Κρυφογέλασε και είπε
«Είμαι ο Τζόνι Στράικ».
Προφανώς δεν ήταν θαύμα,
αλλά δεν μπορούσα να το πιστέψω.
Είχα μπροστά μου τον άνθρωπο που έγραψε
το 1976 το κλασικό τραγούδι των Κράιμ
«Χοτ γουάιρ μάι χαρτ»,
το οποίο έβαλαν οι Σόνικ Γιουθ
στο κλασικό τους άλμπουμ του 1987, Σίστερ,
που άκουγα
στο γουόκμαν μου
τέρμα Θεού στο Μεξικό μέσα στον ήλιο.
Βέβαια στην πραγματικότητα
άκουγα το Ντέιντριμ νέισον,
όμως το αλλάζω σε Σίστερ
όποτε λέω αυτή την ιστορία.
Είναι όμως μια ωραία ιστορία
ακόμη και χωρίς τις γαρνιτούρες.
Αυτή είναι η άλλη απ’ τις εμπειρίες
στην Οαχάκα που ανέφερα,
όμως οι υπόλοιπες είναι μυστικό.
Ω Μεξικό, όπως ο Τζέιμς Σίλερ
έγραψε στoν Φρανκ Ο’ Χαρα
μήπως είσαι άλλο ένα
συγκαλυμμένο όνειρο;
Ο Σίλερ παραήταν ευαίσθητος
για μένα τότε, όμως τώρα
είναι όσο ευαίσθητος χρειάζεται.
Μου αρέσουν οι ευχές του.
Που «το όμορφο αστείο
άσπρο κυνηγόσκυλο» μπορούσε
να είναι αθάνατο, για παράδειγμα.
Όμως δεν μπορώ κάθε φορά να συγχωρώ
τον τόνο του που θύμιζε τη σειρά Σέντραλ Παρκ Γουέστ,
τις αυστριακές οπερέτες του
και τα ατελείωτα γκαζόν του,
μολονότι δεν ήταν πλούσιος
και ήταν αρκετά
βασανισμένος, ένας Θεός ξέρει πόσο.
Το καλοκαίρι του 1984
στη Σάλιντα του Κολοράντο
είχα τον Σλέιντ και τον Στηβ Πέρι
στο γουόκμαν μου.
Έπινα γάλα σε τεράστια
ποτήρια απ’ το Μπέγκερ Κινγκ
διακοσμημένα με σκηνές
απ’ την Επιστροφή των Τζεντάι.
Δεν μπορείς να αγοράσεις ταμπόν
με κουπόνια τροφίμων
ακόμη κι αν η μάνα σου
επιμένει να προσπαθήσεις.
Η Σάλιντα βρίσκεται κατά μήκος
του ποταμού Άρκανσας,
το ρεύμα του οποίου
ένα ζεστό απόγευμα
με συμπαρέσυρε
απιθώνοντάς με
στα ρηχά πολύ πιο κάτω.
Ήταν η πρώτη φορά
που πίστεψα ότι θα
πέθαινα, αλλά δεν πέθανα. Το Άρκανσας
και όλα τα άλλα είναι θνητά.
Η μαμά μου είχε ξαναγεννηθεί,
προς απελπισία μου. Όμως τελευταία ανακαλύπτω
πως όντως πιστεύω στον Θεό
Πατέρα Παντοκράτορα, Ποιητή
ουρανού και γης:
και στον Ιησού Χριστό,
τον Υιό του Θεού, Κύριό μας,
που κυοφορήθη απ’ το
Άγιο Πνεύμα. Πώς
διάολο έγινα
Χριστιανός; Θεία χάρις,
υποθέτω. Απλά κάπως
συνέβη. Παραδέχομαι ότι βρίσκω
τη νεκρανάσταση του σώματος
και την αιώνια ζωή
δύσκολη, ή όχι δύσκολη
ακριβώς, αλλά αδύνατη.
Δεν υπάρχει πιο παλαβή πεποίθηση
απ’ ό,τι δεν θα είμαστε
καλυμμένοι από φύλα, φύλλα,
φύλλα, όπως το λέει ο Σίλερ,
που σημαίνει, τελείως φευγάτοι,
όπως το έθεσε ο Ο’ Χάρα στο υπέροχο
λυπητερό ποίημά του προς τον Τζον Άσμπερι.
Όμως η ελπίδα είναι διαφορετικό είδος ζώου
απ’ την πεποίθηση. «Η τρελλή ελπίδα
που διακηρύσσει ο Απόστολος Παύλος
στην Προς Κορινθίους Β΄», μου έγραψε ο φίλος μου ο Τζον
όταν η μάνα του
πέθανε. Η χριστιανική θρησκεία
είναι πολύ όμορφη μερικές φορές
και πολύ αληθινή μερικές άλλες,
μολονότι οι ψαγμένοι
αναμένεται να είναι υπεράνω
όλων αυτών των πραγμάτων. Ε λοιπόν,
είμαι και Μαρξιστής.
Πήγαινε και πούλα τον χιτώνα σου
και μεταδότω το μη έχοντι.
Στο νέο του άλμπουμ ο Δρ. Ντρε
λέει «Οποιοσδήποτε παραπονιέται
για την κατάστασή του
με έχει χάσει». Με κίνδυνο να χάσετε
περισσότερους ζάμπλουτους, παραπονεθείτε
για την κατάστασή σας,
λέω εγώ. Άκουσα το Δε κρόνικ
στο γουόκμαν μου το καλοκαίρι
που δούλευα νυχτερινή βάρδια
στο ταχυδρομείο. Έβγαινα με την Ντέντρε,
που όταν έβαζα τα ακουστικά μου
στ’ αυτιά της και πάταγα το κουμπί να παίξει
έλεγε «Γιατί με βρίζει αυτός
ο άντρας;». Το έλεγε πιο δυνατά
απ’ όσο ήταν απολύτως απαραίτητο.
Ένας τρελός
ερχόταν στο ταχυδρομείο
γύρω στις δύο μετά τα μεσάνυχτα και μου ζητούσε
να στείλω φαξ με φρικιαστικές, προχειρογραμμένες προειδοποιήσεις
σε όλες τις εφημερίδες και τα κανάλια του Ντένβερ.
Ήθελε να μάθουν οι άνθρωποι
ότι ο Θεός θα τιμωρούσε την περιοχή
με φυσικές καταστροφές
αν η επαρχία κατάφερνε
να του κάνει έξωση απ’ τη γη
που είχε καταλάβει παράνομα. Μου ζητούσε
να τον βοηθήσω να σκεφτεί διάφορες
ακραίες καιρικές συνθήκες
που ο Θεός μπορούσε να εξαπολύσει.
Του έλεγα «Τυφώνες;»
μολονότι ήμασταν στο Κολοράντο.
Εκείνος μουτζούρωνε τυφώνες.
Κομμάτια βρώμικου χαρτιού απόλυτα
καλυμμένου μπρος και πίσω με απειλητικά,
θυμωμένα μαύρα γράμματα σαν ορνιθοσκαλίσματα:
υπόψη νυχτερινού δελτίου ειδήσεων θα
σημειωθούν πυρκαγιές σίφουνες τυφώνες.
Τον βοηθούσα να συνθέσει τα κατεβατά του
μετά τα έστελνα με φαξ σε έναν προς ένα
τους μεγάλους τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς σταθμούς του Ντένβερ,
την εφημερίδα Denver Post
και τη Rocky Mountain News,
που σταμάτησε από τότε να εκδίδεται
για πάντα. Μόνο που στην πραγματικότητα
απλώς υποκρινόμουν ότι τα έστελνα
και μετά δεν του έπαιρνα λεφτά,
λέγοντας ότι χαιρόμουν που βοήθησα τον σκοπό του.
Κι αν δεν ήταν βλαμμένος αλλά πραγματικός
προφήτης; Η μητροπολιτική περιοχή του Ντένβερ
δεν υπέστη κάποια καταστροφή
τότε, αλλά αυτό δεν αποδεικνύει
τίποτα. Δείτε τον Ιωνά και τη
Νινευή, εκείνη τη λαμπρή πόλη.
Δεν πιστεύω πως ήταν προφήτης,
όμως το ταχυδρομείο είναι ωραίο
δύο η ώρα το πρωί ακόμη κι αν το σιχαινόμουν
που δούλευα εκεί. Οι σειρές
με τα σιωπηλά φωτοτυπικά
σαν παροπλισμένα θωρηκτά
σε μικρό λιμάνι, η φωσφοριζέ
χλωμάδα, ο σταθμός ροκ μουσικής
που έβαζα ξανά δυνατά μόλις
ο συνάδελφός μου χαμήλωνε.
Στ’ αλήθεια ο τύπος ζωγράφιζε ερασιτεχνικά
πλημμύρες, σίφουνες, κ.λπ.,
στις θρηνολογίες του ή μήπως
το φανταζόμουν; Εύχομαι
να είχα σκεφτεί να τις φωτοτυπήσω.
Εύχομαι να είχα κρατήσει
το γράμμα του κοριτσιού απ’ το Μεξικό.
Εύχομαι να είχα κρατήσει τα φωτοτυπικά
με τις αργές δέσμες τους
φωτός, τα φώτα της πόλης
που γεμίζουν την κοιλάδα του Μεξικού
καθώς το λεωφορείο κατεβαίνει
αργά κάτω και ο Στήβι τραγουδάει τι
είχες, ω, τι έχασες. Ο Σίλερ
κι οι ευχές του! «Εύχομαι να ήταν
1938 ή ’39 ξανά». «Εύχομαι να
μπορούσα να κάνω βίδες μια μηχανή
και να την ξανασυναρμολογήσω». «Εύχομαι να
είχα φέρει το βιβλίο μου με τα εμπνευσμένα
λογοτεχνικά κείμενα». «Εύχομαι να μπορούσα να πατήσω
χιονονονιφάδες σε ένα βιβλίο σαν να ‘ταν λουλούδια».
Αυτό το τελευταίο είναι το αγαπημένο μου. Εύχομαι να
το είχα γράψει εγώ. Συχνά θα χαλάρωνα
για μήνες μέχρι να ξανατραβηχτώ σε κάποιο μπαρ
από φόβο ή πλήξη ή και τα δύο. Είδα
Το αύριο ποτέ δεν πεθαίνει – με πρωταγωνιστή
τον Πιρς Μπρόσναν, τον δεύτερο χειρότερο
Τζέιμς Μποντ – στην Οαχάκα και
βγήκα με την ευχή η ζωή μου να ήταν
ρομαντική και συναρπαστική και ευλογημένη
ή τουλάχιστον να είχα κάποιον
να του μιλήσω. Έτσι σταμάτησα στο πρώτο
μπαρ που είδα, και κάποιος
μου μίλησε. Είναι τόσο θλιβερό και
τέλειο να είσαι νέος και μόνος
στο Σόκαλο όταν τα μικρά φώτα
ανάβουν σαν ψάρια που βγαίνουν στην επιφάνεια
κάτω απ’ τη σελήνη και θέλεις
να αρπάξεις τους ανθρώπους που προσπερνούν
και να τους ρωτήσεις ποιος είσαι, φοβάσαι
όπως εγώ. Και δεν
ξέρεις ότι είκοσι χρόνια αργότερα
θα γράφεις αυτό το ποίημα.
Καλά, τώρα γίνομαι υπερευαίσθητος
και ξεχνώ ότι εκείνες τις μέρες
έγραψα τα χειρότερα ποιήματα.
«Κρατούσα μια κιθάρα κι έτρεμα
και δεν τραγουδούσα» είναι ένας πραγματικός
στίχος που είχα γράψει! Ο τύπος με τους τυφώνες
θα μπορούσε να είχε γράψει καλύτερη ποίηση.
Σήμερα θέλω να γράψω για το πώς
πέρασαν σχεδόν είκοσι χρόνια
από τότε που είχα ένα γουόκμαν.
Σκέψου μόνο: υπήρχε ένα τραγούδι
που δεν ήξερα
ότι θα ήταν το τελευταίο τραγούδι
που θα άκουγα ποτέ σε γουόκμαν.
Το άκουγα σαν να ήταν απλά
ένα οποιοδήποτε παλιό τραγούδι,
γιατί όντως ήταν.


Εισαγωγικό σχόλιο και μετάφραση;
Χριστίνα Λιναρδάκη


Σημ.: Η μετάφραση πρωτοδημοσιεύθηκε στο τρέχον τεύχος του περιοδικού Poetix (τεύχος 22). Δείτε το πρωτότυπο ποίημα εδώ.

Δευτέρα, 22 Ιουνίου 2020

Το ποίημα της Δευτέρας - "Άπιαστα" της Τζίνας Ξυνογιαννακοπούλου


Άπιαστα

Κυνηγώντας πεταλούδες σε κεριά αναμμένα ανάμεσα. Πασχίζω να τις φυγαδεύσω κι ας τσουρουφλιστώ. Μην τις πιάσει κανείς. Και σκόνη στα δάχτυλα μείνουν τα πολύχρωμα φτερά. Όνειρά μου.

*

Βλέποντας ξανά και ξανά παλιές ελληνικές ταινίες, λικνίζομαι στην αιώρα της νοσταλγίας. Με ζαλίζει η πύκνωση των δεκαετιών, η αραίωση της ελληνικότητας. Στου χρόνου την απόσταξη αναμείχτηκαν παλιές αναλογίες με καινούργιες. Και ζει αυτό που πέθανε, παραμένουν όσα χάθηκαν. Στη νιοστή επανάληψη έμαθα στο δράμα να χαμογελώ, με την κωμωδία να δακρύζω.

*

Τον Θεό αμφισβητούν κι ένα σύμπαν σκαλίζουν. Εκεί που το μισοεξηγούν μαζί και την αρχή των πάντων, ένα άλλο ξεπετιέται και σε νέες θεωρίες τους βυθίζει. Πρωτόνια σε αναμονή έκρηξης. Ελεγχόμενης. (Τότε πώς μεγάλης;)
Οι ερωτευμένοι, θεοί ο ένας του άλλου, βυθισμένοι στο μικρό μεγάλο σύμπαν. Την απεραντοσύνη των σωμάτων τους. Ίσως στην ανεξέλεγκτη έκρηξή τους, η αρχή.


Τζίνα Ξυνογιαννακοπούλου
από τη συλλογή της Αφύλακτο κενό

Πέμπτη, 18 Ιουνίου 2020

Από τις έξι - Ποιήματα για τη δουλειά


Η δουλειά αποτελεί για πολλούς το πιο σημαντικό κομμάτι της ζωής τους. Πολλές φορές είναι ένα κομμάτι ευχάριστο όπως φαίνεται σ’ ένα μικρό ποίημα κάποιας Αμερικανίδας που ξεκινά την εβδομάδα:

άλλη μια Δευτέρα
ζεστά σύννεφα καφέ
σε κάθε γραφείο


Για άλλους,  ο χώρος δουλειάς έχει πολλές διαστάσεις και προεκτάσεις:

ισημερία του Στόουνχεντζ
έπαινοι απ’ τον διευθυντή πωλήσεων εν μέσω
ενός κύκλου από κινητά τηλέφωνα


Για πολλούς πάλι αποτελεί έναν εφιάλτη μέσα από τον οποίο πρέπει να περάσεις:

Ξεκινώντας μια μέρα δουλειάς
Αναρωτιέσμαι πότε θα τελειώσει
Παλεύοντας για νάρθει η Παρασκευή

Νευρική ένταση -
ποτίζοντας το φιλόδεντρο
αναπνέω αργά


Η Αμερικανίδα ποιήτρια Susan Yuzna κατέγραψε τις δικές της εμπειρίες από τη δουλειά στις αρχές της δεκαετίας του εβδομήντα:

H Τηλεφωνήτρια
                                  Στον Ντέιβιντ Φόστερ

Είχα την παραγγελία μου. Όχι από κανέναν χορό
Αγγέλων, αλλά από τις χώρες που καλούσαμε

στην καρδιά της νύχτας μες στη νεκρική ησυχία. Ιαπωνία,
η φωνή μιας νεαρής γυναίκας, ως ύδωρ εν γη

διψασμένη, κυλούσε πάνω στα
κουρασμένα κόκαλα του κορμιού μου σαν παγωμένο

γαλαζοπράσινο κύμα. Ύστερα ήταν οι Αυστραλοί
τ’ ατέλειωτα αστεία τους με κρατούσαν ξύπνια. Μια φορά

έγραψα ιστορία: για οχτώ χρόνια ένας άντρας
ζητούσε την αδερφή ψυχή του στην ερημιά.

Μ’ αγαπούσε, αγαπούσε τη φωνή μου,
την εναλλαγή των καλωδίων εκεί στο Όκλαντ της Καλιφόρνια,

κάπως έτσι πήγαινε. Συχνά όμως ήμουν
τόσο κουρασμένη που δεν έδινα δεκάρα. Στην πρώτη

μεταμεσονύκτια βάρδια μου ήμουν κατάκοπη
κι αδιαφορούσα εντελώς, ένας επιχειρηματίας μου έβαζε πάλι τις φωνές,

για τις γραμμές εκεί κάτω στη Μανίλα, σα να μπορούσα
να σταματήσω τους τυφώνες σα να

μπορούσα να κάνω τις παλιοκαρακάξες της Μανίλα
να μας αγαπήσουν ή να βοηθήσουν κάπως

που δεν υπήρχε περίπτωση. "Γιατί δεν προσπαθείτε πάλι
σε δυο βδομάδες" (με απαλή φωνή, είχα έτοιμη

την απάντηση, έπειτα αλλαγή καλωδίου,
διακοπή στον αέρα προτού οι βρισιές

δηλητηριάσουν το αυτί μου). Πολύ κουρασμένη
για οτιδήποτε, ποιος νοιάζονταν για τις εμπορικές συμφωνίες,

ή τη μεθυσμένη νοσταλγία για κάποια πόρνη
που ήξερε στον πόλεμο - δεν μπορούσε να θυμηθεί

το όνομα, το μέρος που δούλευε, το δρόμο όπου
έκανε πιάτσα, όμως θα μπορούσα να τον βοηθήσω να τη βρει ;

Ποτέ δε θα τον ξεχάσω… Με είχε εξαντλήσει
το κουδούνισμα του τηλεφώνου οχτώ ώρες συνέχεια
ήθελα να ξεριζώσω τα μαλλιά μου, μια μικρή τούφα
κάθε φορά, ήταν μια καινούρια

ανακάλυψη ενός κολασμένου κύκλου κι αν ήσουν
εκεί πέρα, ίσως καταλάβαινες

γιατί εκείνη η διαβόητη χίπισσα σηκώθηκε απ’ το
κάθισμα της, πέταξε τα ακουστικά και σκαρφάλωσε

τρέχοντας ανάποδα κατά μήκος του δωματίου
κάτω απ τον μεγάλο, μαύρο πίνακα με τις συνδέσεις
μπουσουλώντας

από σταθμό σε σταθμό τραβούσε τα καλώδια
από τις μαύρες σήραγγές τους, σπάζοντας τις συνδέσεις

τη μια ύστερα απ’ την άλλη σα μια σειρά από κομμένες συνουσίες
σ' όλη την έκταση του πίνακα

πριν την σταματήσουν για να την πάρουν μακριά.
"Πρέπει να παίρνει LSD", είπε μια παντρεμένη

απ’ τη στρατιωτική βάση της Αλαμέντα. "Και δεν φοράει
καθόλου εσώρουχα", πρόσθεσε μια άλλη.

Πίσω στο 1970 γίνονταν αυτά, όταν τα υπερατλαντικά του Όκλαντ
ήταν ακόμα στα σπάργανα, όμως η απέχθεια

για το κουδούνισμα του τηλεφώνου μ’ ακολουθεί ακόμα.
Στέκομαι στη μέση του δωματίου

βλέπω το καταραμένο κεφάλι του να γυρίζει,
και χασκογελώ ηλίθια με την

ανικανότητα του. Βγαίνω έξω απ τη πόρτα, γεμίζω
τα πνευμόνια με αέρα παγωμένο, και χάνομαι μακριά στην ησυχία.

Γίνομαι ένας μαύρος χτύπος μέσα στην απόλυτα λευκή
ακινησία του χιονιού. Σας το λέω

τώρα, ήταν ένας εντελώς καινούριος κολασμένος κύκλος,
αλλά πού να το ξέραμε; Είχαμε δουλειές,

η αγορά ήταν σφιχτή, και το συνδικάτο κέρδιζε για μας
δωρεάν επιστροφή στο σπίτι όποτε είχαμε νυχτερινή βάρδια.


O Francis Dougan, ένας Ιρλανδός που έζησε χρόνια στην Αυστραλία, κατέγραψε τις εμπειρίες των χρόνων της εργασίας του στο ακόλουθο ποίημα: 

Υπάρχουν πιο σημαντικά στη ζωή από την σκληρή δουλειά

Δε μπορώ να πω ότι η ζωή μου ήταν κάτι το ιδιαίτερο
πήγα εκεί κι έκανα αυτό

Όμως δούλεψα σ’ ένα συνεργείο στρώνοντας αγωγούς για τον Michael Kelleher στο Buninyong κοντά στο Ballarat
Και στα τέλη του ’80 δούλεψα για μια εταιρεία που λεγόταν C.D.L
Βαστώντας το κομπρεσέρ μες την καλοκαιρινή ζέστη όταν οι μέρες καίνε κολασμένα.

101 Collins Street στη Μελβούρνη την θυμάμαι
αυτή τη διεύθυνση
Όχι ότι μου άρεσε η δουλειά,
θυμάμαι παρόλα αυτά
Να ξυπνώ κάθε πρωί στις πεντέμιση
κι ύστερα να παίρνω το τραμ για τη δουλειά
Αφήνοντας την οικοδομή κάθε βράδυ
ήμουν σκεπασμένος με σκόνη απ’ την κορφή ως τα νύχια.

Άλλα τέσσερα χρόνια δούλεψα κόβοντας δέντρα
για να βάλουμε κολώνες ρεύματος
Χειριστής ενός μηχανήματα που μάζευε κεράσια
δε χρειαζόταν πτυχίο γι αυτή τη δουλειά
Σε μια προβληματική εταιρεία γερανών που την είχαν ένα μάτσο άπληστοι
Ακόμα μου χρωστούν δυο βδομάδων μισθούς
δεν το ξεχνώ.

Δούλεψα ξυλοκόπος πέρα μακριά στην Ιρλανδία πολύ καιρό πριν
Στα ψηλά δάση δίπλα στα βουνά με τις κορφές σκεπασμένες από χιόνια
Οι πιο πολλές μέρες του χειμώνα υγρές και παγωμένες
ως τον Απρίλιο οι λιακάδες ελάχιστες
Ακούγοντας μονάχα τον ήχο του ανέμου που ούρλιαζε περνώντας μέσα από πεύκα και έλατα…


Κάποιες άλλες δουλειές πάλι γίνονται σε ηπείρους και χώρες όπου οι άνθρωποι δούλευαν και δουλεύουν κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες. Τούτο μπορεί να το διαπιστώσει κανείς σε ένα τραγούδι της εργατιάς της φυλής Κόζα της οποίας οι άντρες δούλευαν στα ορυχεία του Γιοχάνεσμπουργκ στη νότια Αφρική:

Μια δυνατή
καμπάνα χτυπά
το πρωί στις έξι.
Πήγα στο Rhini
και βρήκα τους άντρες
να δουλεύουν εκεί
από τις έξι.
Πίσω στο Tinarha
βρήκα τους άντρες
νάχουν αρχίσει
το βασανιστικό παιχνίδι
του σκληρού μόχθου τους –
από τις έξι!


Και βέβαια η δουλειά σε παλιότερες εποχές είχε ακόμα πιο επαχθή μορφή, ειδικά τον καιρό της αποικιοκρατίας όπως φαίνεται στο Τραγούδι των λιμενεργατών από την φυλή Μακόντι στις ακτές της Μοζαμβίκης:

Χαραυγές γεμάτες από φόβο -
εμπορεύματα
τραβιούνται στη στεριά.
Έια, έια, έια!
Χαραυγές γεμάτες
από τρόμο
φορτία σύρονται στη θάλασσα.
Έια, έια, έια!
Χόι εσείς εκεί• σκύβετε,
προσέχετε -
κοιτάζετε
καλά τις ετικέτες.
Έια, έια, έια!



Απόστολος Σπυράκης

Πηγές:
1. https://www.thehaikufoundation.org/2016/12/07/haiku-in-the-workplace-work-in-general/
2. https://www.thehaikufoundation.org/2017/10/18/haiku-in-the-workplace-multitasking
3. https://www.thehaikufoundation.org/2017/12/12/haiku-in-the-workplace-anger-management
4. https://poets.org/poem/telephonist
5. https://www.poemhunter.com/poems/hard-work-9/page-1/10038214/
6. https://www.jobacle.com/blog/haikus-about-work-poem-group-1.html
7. Αθανάσιος Νταουσάνης, Ανθολογία ποίησης της Μαύρης Αφρικής, εκδ. Ροές, 2003.

Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2020

Το ποίημα της Δευτέρας - "Δεν ζητώ να γυρίσω πίσω" του Δημήτριου Δημητριάδη


[άτιτλο]

Δεν ζητώ να γυρίσω πίσω στους λευκούς ποταμούς της άγουρης σκέψης
στο νεφέλωμα της παλάμης φωλιά για τις μέλισσες
στο μαλακό χώμα της αδούλευτης γης δεν ζητώ να γυρίσω
επαίτης ήδη των σχημάτων και των χρωμάτων που στόχευα στα όνειρα
αστραπές γύρω μου κι εγώ ανακάλυπτα τα πρωτοβρόχια
άτολμος απέναντι στα επακόλουθα έπαιζα με τα σπίρτα μικρό παιδί
αγνοώντας τη δύναμη της σάρκας να στέκει πυρίμαχη κάτω από το νερό
εκεί που αναπόδραστα παραμονεύουν προσχήματα κι ενήλικα παραμύθια
και πνιγηρή ζέστη στο λυκαυγές
παραβλέποντας την προφανή αλήθεια πως ό,τι γλιτώνει από το χαλάζι
είναι μόνο το κόκκινο σταφύλι πάνω στο τραπέζι
υπόλοιπο του μεσημεριού κι ενός μοναχικού απογεύματος.


Δημήτριος Δημητριάδης
από τη συλλογή του Όταν ο ψίθυρος

Πέμπτη, 11 Ιουνίου 2020

«Πλανόδιος στα σύνορα της Εδέμ» του Αντρέα Τιμοθέου

Η ποίηση του Αντρέα Τιμοθέου μας ταξιδεύει στα χρόνια της αφής, στην παιδική ηλικία, με σκηνές που χαράχτηκαν στη μνήμη και επανέρχονται στις γκρίζες ώρες των ενήλικων ημερών. Στις φωτεινές αυλές τα παιχνίδια, οι υποσχέσεις, οι αγκαλιές, τα νανουρίσματα, οι ήχοι από τα βήματα μες τα δωμάτια, οι γιορτές, όλα έχουν την σφραγίδα της αγάπης. Τότε που κυριαρχούσε ολάνθιστη η παρουσία της μητέρας, το παρήγορο χάδι της γιαγιάς, η παρέα με τον παππού και τον πατέρα. Mέρες που κυλούσαν στα νερά μιας ήσυχης ευτυχίας, ο δικός του χαμένος παράδεισος. Τίποτα δεν μαρτυρούσε τις δυσκολίες των καιρών, εκτός από κάποιες σκιές που έκαναν την εμφάνισή τους, σαν προειδοποίηση, στο σφιγμένο χαμόγελο της μητέρας, στην παράξενη αγωνία που διέκρινε στον τρόπο που έσβηνε το τσιγάρο ο πατέρας. Και μόνο τα παλιά παιχνίδια που άφηναν πίσω τους σε κάποιες μετακομίσεις μιλούσαν για το πέρασμα του χρόνου.

Η μητέρα, στη μνήμη χαραγμένη/ προστάτιδα ανυπεράσπιστων χρόνων./ Μια μυρωδιά από τσιγάρο/ με πρωινό μακιγιάζ./ Έντονο μοβ στο σπίτι και στα πράγματα/ και το πάτωμα πάντα να γυαλίζει,/ να αντανακλά τα χρόνια της/ που περνούσαν ερήμην της/ προσδοκώντας./ Μια αφέλεια αναγκαία επιβίωσης/ να μην την απελπίζει/ που πλήγωνε τον χρόνο, άφηνε βέβαια εκ των υστέρων τα σημάδια του.
Μια γεύση από φιλί λίγο πριν τον ύπνο,/ να ησυχάζει τους εφιάλτες της μέρας/ και άρωμα μέντας τα κρύα βράδια του χειμώνα.
Γέλιο μέχρι δακρύων/ και δάκρυα σκορπισμένα σε ψεύτικα χαμόγελα/ σαν τις σκέψεις μου, σκόρπιες κι αυτές./ Άλλωστε, παιδί της είμαι,/ η μάνα μου είναι.

Πώς τρέχει ο χρόνος, πώς ξαφνικά ξυπνάς από το όνειρο και βρίσκεσαι μέσα σε ένα κορμί ενήλικο, να φροντίζεις εσύ εκείνους που κάποτε σου πρόσφεραν απλόχερα την φροντίδα τους. Να βιώνεις κοντά τους τη φθορά του χρόνου. Ο ποιητής ξετυλίγει τις αναμνήσεις του και τις αφήνει να πετάξουν σαν κορδέλες στον ουρανό, γίνεται ο παρατηρητής του κύκλου της ζωής, συμπαραστέκεται στους αγαπημένους του μέχρι το αναπόφευκτο τέλος. 

Στο ποίημα του «το Κορίτσι από τη Σρι Λάνκα», ο ποιητικός του φακός συλλαμβάνει σε μια και μόνη σκηνή, όχι μόνο τη σωματική φθορά από το πέρασμα του χρόνου, αλλά και τη φθορά της εποχής που οδηγεί σε ένα μέλλον δίχως όνειρα.

…Κοίταζαν κι οι δυο στο κενό./ Η μία τη ζωή που άφησε,/ η άλλη τη ζωή που έχανε./ Σχεδόν αδιάφορη η μεταξύ τους παρέα,/ σχεδόν ανέγγιχτα τα χέρια του βραδινού περιπάτου./ Τα χέρια που τη σήκωναν, την τάιζαν, την έπλεναν…
Τα χέρια που λάμβαναν σ’ έναν καθωσπρέπει φάκελο εξιλέωσης/ μια μηνιαία οφειλή στα γηρατειά/ Τα χέρια που θα της έκλειναν/ κάποιο ξημέρωμα τα μάτια.

Η προσγείωσή του σε μια ενήλικη πραγματικότητα καθορίζει το τραύμα. Η αγάπη που βιώθηκε στην παιδική ηλικία γίνεται το ιερό δισκοπότηρο της ποίησής του. Η απώλειά της, η πληγή που ματώνει και καθορίζει ένα σκοπό ζωής, τη διατήρηση της μνήμης, των δεσμών της αγάπης.

Τώρα που με ξέχασαν ακόμα και οι λέξεις/ μαζεύω κορδέλες λογής λογής… Τις τυλίγω σαν φυλακτά στα χέρια μου,/ ν΄αποκαλύπτουν πως εκείνα τα πρώτα δεσμά/ δεν λύθηκαν ολότελα./ ενίοτε παρηγορούνται με ένα ποίημα…

Αγαπημένοι άνθρωποι που έφυγαν, λειτουργούν μέσα του σαν αξίες, καθένας τους για διαφορετικό κομμάτι της ψυχής. Ο ποιητής συνεχίζει την ιστορία τους, επιθυμεί να βρουν δικαίωση οι ανεκπλήρωτοι πόθοι τους, οι προσδοκίες, τα ιδανικά τους, για ένα κόσμο ειρήνης, αλληλεγγύης, αγάπης· να διατηρηθούν τα χνάρια της πολιτιστικής κληρονομιάς τους που κουβαλάει μέσα του.

Άνθρωποι φύγανε/ με τόσα ανερμήνευτα,/ με τάματα ανεκπλήρωτα/ αγγέλους προσδοκώντας…
Αυτή είναι η πραμάτεια του που διαλαλεί, πλανόδιος στα σύνορα της Εδέμ: αλλάζω τα παλιά με τα καινούργια…

Η λευκή δαντέλα που ύφαινε η γιαγιά αφηγείται την ιστορία του τόπου του, της πολύπαθης Κύπρου. …Ο μύθος πάντα προπορευότανε,/ η μπλε του μήτρα/ όριζε σύμβολα κι αστέρες./ Μα η ζωή επρόσταζε σκιές,/ μια έκπτωτη πραγματικότητα/ χωρίς προειδοποίηση,/ γεμάτη όμως ανάγκη...

Μια «έκπτωτη» πραγματικότητα ρίχνει τώρα στον μύθο τη σκιά της, μια πράσινη γραμμή ορίζει τα σύνορα μιας άλλης χαμένης Εδέμ: Έχω βιώσει το Τέρας/ σε μορφές ανεξίτηλες./ Η δαντέλα το φρόντισε/ σε σιωπούσα κατάσταση,/ μα η ανάμνησή της/ δηλώνει από μόνη της/ το ανυπεράσπιστο της ύπαρξής μου.

Ο ποιητής νιώθει αλληλεγγύη για όσους έχουν ξεριζωθεί από την πατρίδα τους και έχουν χάσει την ταυτότητά τους, μια αόρατη κλωστή τον συνδέει με όλης της γης τους αδικημένους.

Όταν δεν θα ’μαι πια εδώ/ να με αποκαλείτε Πρόσφυγα./ Το όνομά μου θα λεηλατηθεί/ σαν την ανάμνηση των τόπων,/ μοναδικό φορτίο φυγής./ Πώς να προφέρει κανείς/ μία σορό/ χωρίς ταυτότητα,/ χωρίς τίτλους ακινήτων,/ χωρίς υπόσχεση έρωτα;/ Εξαγνισμένος/ θα υποδεικνύω στους βαρκάρηδες/ τις δαιδαλικές μορφές της ύλης,/ μαζί και όσα μας στοιχειώνουν./ Πάνω σε ένα τελευταίο νεύμα/ θα στείλω δάκρυ για παρηγοριά/ σε όσους καμωθήκαμε/ από τον ίδιο αστέρα.

Αναμετριέται με του ανθρώπου την ήττα. Η φωνή του πηγάζει από μια βαθύτερη ανάγκη να ορίσει ένα δικό του κομμάτι γης και ουρανού. Επιθυμεί μια νέα άνοιξη για τον κόσμο που μέσα της θα ανθίσουν τα άλφα της αγάπης, τα ρω του έρωτα...

Η ποίησή του είναι ένα θησαυροφυλάκιο μνήμης που οχυρώνει τον νου και την καρδιά από την ερημιά της πραγματικότητας. Όλα όσα αγαπάει βρίσκονται εκεί. Αφιερώνει ποιήματα σε Κύπριες κυρίες της ποίησης, στη Ναδίνα Δημητρίου, την Έλενα Τουμαζή-Ρεμπελίνα, τη Φροσούλα Κολοσιάτου, την Ευφροσύνη Μαντά-Λαζάρου, στον ποιητή Μιχάλη Ζαφείρη, στην ηθοποιό Αννίτα Σαντοριναίου, στο αγαπημένο ινδάλμά του, τη Μαρία Κάλλας.

Στην ενότητα «Αγάπες μικρές» γράφει για έναν ιδανικό έρωτα που δεν βρήκε τόπο στον χρόνο: Αν η αγάπη μου για σένα/ έβρισκε τόπο στον χρόνο/ θα έγραφα ποιήματα επάνω στα μαλλιά σου,/ δεν θα ’βρισκαν χώρο σε κίτρινες σελίδες/ χωρίς προορισμό./ Θα σου φιλούσα το μέτωπο φορές εκατό/ και θα ’χανα το μέτρημα λίγο πριν το τέλος./ Θ’ αγοράζαμε ένα σπίτι στο κέντρο/ και θα το γέμιζες παρόν και μέλλον./ Δεν θα ’χα ανάγκη μνήμες στους τοίχους/ και αντικείμενα παρελθόντα για παρηγοριά…

Η ποίησή του περιπλανιέται στις πόλεις που περπάτησε, επικεντρώνεται στο βλέμμα των ανθρώπων. Παντού ανακαλύπτει σημάδια φθοράς από μια πραγματικότητα που κάνει την ψυχή τους να ψευτίζει. Συχνά ο μύθος γίνεται αντικείμενο συναλλαγής, πουλιέται για την επιβίωση.

Στο Παρίσι, άνθρωποι «δήθεν», ξεγελούν με τη γοητεία των τρόπων τους, την κομψότητα των ρούχων τους: Στην πόλη αυτή/ μπορείς να δώσεις ραντεβού/ σε μια απ’ τις γέφυρές της./ Τα βλέμματα σε κατευθύνουν/ σε τόπους ασφαλείς,/ ενίοτε και απόγνωσης. Όχι μην απορείς/ για τους καταραμένους ποιητές/ δικαίως τους γέννησε η πόλη τούτη/… Στην πόλη αυτή μπορείς να γελαστείς δικαίως/ μ’ ένα μπερέ, ένα μερσί κι ένα φουλάρι/ μαστορικά δεμένο…

Στη Βαρκελώνη όλα έχουν μια τάση υπερβολής: Τα δέντρα της πόλης/ έχουν ηλικία/ και η γυναίκα ερωτική/ από τη σύλληψή της/ ν’ αντέχει τους ρυθμούς του φλαμένκο./… Η μουσική στους δρόμους,/ η αγάπη στους δρόμους,/ και η μνήμη στους δρόμους. Ευτυχώς, έχουν μεγάλα πεζοδρόμια…

Στη Βιέννη το φιλί του Κλιμτ μπορεί καθένας να το αποκτήσει, το αγοράζεις με μια κίνηση της κάρτας/ τόσο απλή…

Στο Άμστερνταμ …τα βράδια ο ζωγράφος κρατά την Άννα απ’ το χέρι,/ περπατούν στους δρόμους της πόλης,/ ανασαίνουν κι οι δυο τα χρόνια του εγκλεισμού/ και πριν το χάραμα, παίρνουνε πάλι θέση./ Συστήνουν στους περαστικούς κι ανυποψίαστους/ όψεις του τέρατος,/ που είναι πάντα εντός μας.

…Στη Λευκωσία επιβλήθηκε μια σιαμαία αδελφή,/ της τρώει το σώμα και τη μνήμη σε δόσεις. Εμείς ανήμποροι, συνταγογραφούμε δείπνα διπλωματικά,/ ενίοτε και μερικά ποιήματα….

Η βροχή στη Ρώμη θυμίζει πως υπάρχει προορισμός, η πόλη θυμίζει ότι τον έψαξαν άλλοι πριν από εμάς. Το ξέρω καλά. Ήταν και θα είναι πάντα οι αδικαίωτοι του κόσμου τούτου πολλοί, μα ο προορισμός σε υποδέχεται, μονάχα αν τον αναγνωρίσεις, αν στέκεσαι απέναντί του και συνεχίζεις ν΄αγαπάς, έχοντας φόβο κι ελπίδα…

Ποίηση ανθρωποκεντρική που σέβεται την παράδοση και δείχνει μεγάλη ευαισθησία για την πολιτιστική κληρονομιά του ανθρώπου. Ένα ημερολόγιο της καρδιάς που δεν αφήνει να χαθούν οι αναμνήσεις, συνεχίζει τις ιστορίες από δαντέλα της γιαγιάς και έχει κάτι από την υφή παραμυθιού. Αποτυπώνει την πάλη του ανθρώπου να ξεπεράσει τα σύνορα του εαυτού του για να συναντήσει τον άλλον, να αγκαλιάσει το ξένο, το διαφορετικό· εστιάζεται στο νόημα της ζωής, στην αναζήτηση της αγάπης.
                                                                                           
                                                                                                   Κατερίνα Τσιτσεκλή

ΤΟ ΖΑΧΑΡΙ ΦΟΡΕΜΑ
Κάποτε θα γίνω ένα ζαχαρί φόρεμα
θα φτάνει μέχρι τον αστράγαλο
να παρασέρνει όσα μου στέρησε η γη.
Θα ’ναι πλουμιστό
με λεπτομέρειες και λίθους,
επενδυμένο από μετάξι και αρώματα ακριβά.
Θα φορεθεί σε επετείους και γιορτές,
θα το χορέψουν χέρια κάτασπρα
σε ακριβά σαλόνια.
Θα φτάσει ήσυχα γεράματα
στην κυανή ακτή
και στο νησί του ονείρου.
Σε συντριβάνια πέτρινα,
σε κήπους με λεβάντες θ’ απλωθεί.
Θ’ αφήσει πίσω του βελόνια και κλωστές,
σύριγγες και ναφθαλίνες,
μα μέσα στον ποδόγυρο
ραμμένα πάντοτε θα κρύβει
γιατρικά παρηγοριάς.
Ανάμνηση αλλοτινή, μα πάντα εντός μου.
Κάποτε θα γίνω ένα ζαχαρί φόρεμα.



Δευτέρα, 8 Ιουνίου 2020

Το ποίημα της Δευτέρας - "Στο υπόγειο παρόν" της Λαμπρινής Γλερίδου



Στο υπόγειο παρόν
Έρημο το δωμάτιο
Έχω αποδιώξει εδώ και μέρες
την παλιά επίπλωση
Κάτι ξερά λουλούδια
ξεχασμένα
Ό, τι μπορούσε ακόμη
να αντέξει τη φθορά
Και ό, τι δεν άντεξε
σε χρήση ή αχρηστία
Σήματα σκέψεων περασμένων πια νομίζω
Ξεκαθαρίσματα της μνήμης
Έμαθα
να τα υπομένω
σε ώρες τάχα ακινησίας
Μου έχει ξεφύγει μόνο το παράθυρο
Δεν έχει τίποτε αλλάξει εκεί
και αδυνατώ να επέμβω
Μου μένει
να πενθώ
έναν ορίζοντα άπιαστο

Λαμπρινή Γλερίδου
(αδημοσίευτο)


Πέμπτη, 4 Ιουνίου 2020

«Εκεί που τραγουδάνε οι καραβίδες» της Ντέλια Όουενς

Έπρεπε να το διαβάσω, είχα βαρεθεί να ακούω γι’ αυτό. Κι επιπλέον έχει αυτόν τον παράξενο τίτλο που κεντρίζει το ενδιαφέρον. Το αγόρασα λοιπόν και διάβασα τις 460 σελίδες του μέσα σε δύο μόλις μέρες.

Το βιβλίο ξεκίνησε πολύ καλά. Η γραφή τής (71χρονης πρωτοεμφανιζόμενης συγγραφέως, όπως διάβασα μετά) Ντέλια Όουενς είναι πολύ στρωτή και γενικά ισορροπημένη, η δε μετάφραση της Μαργαρίτας Ζαχαριάδου εξαιρετική· πραγματικά τη ζήλεψα, γιατί οι δυσκολίες της είναι όλες αποτυπωμένες μέσα στο κείμενο, σαν ανάγλυφες. Η αφήγηση ξετυλίγεται σε δύο παράλληλους χρονικούς ορίζοντες: ένα οιονεί παρόν στο οποίο επισυμβαίνει ένας φόνος και ένα παρελθόν μέσα από το βάθος του οποίου παρακολουθούμε τη ζωή της πρωταγωνίστριας από τότε που ήταν έξι ετών και εγκαταλείφθηκε από όλη της την οικογένεια στο σπίτι τους στον βάλτο. Μέσα σε αυτόν τον δεύτερο ορίζοντα εγκολπώνεται και ένας ακόμη παλιότερος που περιέχει ιστορίες των γονιών της. Οι χρονικοί ορίζοντες κάποια στιγμή συγκλίνουν και η αφήγηση οδηγεί σε αναπάντεχες αποκαλύψεις και αντίστοιχες ψυχικές καταστάσεις από την πλευρά του αναγνώστη, αφού το στοιχείο της κοινωνικής ηθικής είναι παρόν από την αρχή του βιβλίου και κατευθύνει σε μεγάλο βαθμό τα τεκταινόμενα, εγείροντας παράλληλα το αίσθημα δικαίου του. Με κάποιον τρόπο, ο αναγνώστης έχει μείνει εξαρχής χωρίς επιλογές: πρέπει οπωσδήποτε να πάρει θέση.

Οι απίστευτες δυσκολίες που αντιμετωπίζει η πρωταγωνίστρια προκειμένου να επιβιώσει μέσα στον βάλτο από μικρό παιδί, όπως και οι συνθήκες απόλυτης μοναξιάς – αν όχι απομόνωσης – που επικρατούν σε όλη σχεδόν τη διάρκεια της ζωής της, λειτουργούν σαρωτικά και είναι αδύνατο να μην τη συμπαθήσει ο αναγνώστης. Πρέπει επιπλέον να πω ότι είναι δύσκολο να μη δακρύσει (εγώ πάντως έκλαψα) στα σημεία που την εγκατέλειπαν ένας-ένας όλοι οι δικοί της, ιδίως η μητέρα της, και εκείνη βυθιζόταν όλο και πιο πολύ στην απέραντη, καθολική μοναξιά της. Η χλεύη των κατοίκων του χωριού έπειτα, η προδοσία από τους λιγοστούς που εμπιστεύτηκε και η συμπαράσταση που της έδειξαν δύο – επίσης περιθωριακοί σαν την ίδια – μαύροι, λειτουργούν επίσης ως μοχλοί συμπάθειας προς το μέρος της.

Εκπληκτικός είναι ο τρόπος με τον οποίο αναδεικνύεται ο βάλτος, ή η φύση γενικότερα, στο βιβλίο. Δεν είναι απλώς ένα ισχυρό σκηνικό, είναι η πεμπτουσία της ύπαρξης της πρωταγωνίστριας και το πιο ασφαλές της κομμάτι – αν μη τι άλλο, δεν την προδίδει ποτέ.

Υπάρχουν ωστόσο και αδυναμίες στο βιβλίο. Κάποια κλισέ ή στερεότυπα αναδύονται πολύ έντονα: οι προκαταλήψεις για παράδειγμα οδηγούν στην ενοχοποίησή της για φόνο χωρίς να υπάρχουν επαρκή στοιχεία, ενώ στον αντίποδα 2-3 πρόσωπα σε θέσεις-κλειδί (ο δικηγόρος υπεράσπισής της, ο εκδότης των βιβλίων της) είναι αρκετά για να της αλλάξουν τη ζωή. Τέτοιες απλοποιήσεις και υπεραπλουστεύσεις (όπως επίσης ο εραστής της που είναι καθ' όλα ανέντιμος και επιστρέφει μεθυσμένος, αφού πρώτα την εξαπάτησε, για να τη βιάσει) δείχνουν κατά τη γνώμη μου έναν κάπως ακατέργαστο πυρήνα και, όταν τις συνειδητοποίησα, με ενόχλησαν. Στον αντίποδα (και ευτυχώς), ο πρώτος της έρωτας προσφέρει πιο σύνθετες συνθήκες που προσομοιάζουν στην πραγματική ζωή. Όσον αφορά τον έρωτα, μια και τον ανέφερα, με ενόχλησαν επίσης οι λιγοστές σελίδες που περιγράφουν την πρώτη προσπάθεια της πρωταγωνίστριας στο σεξ: ένιωσα σα να διάβαζα ξαφνικά Άρλεκιν και έπρεπε να γυρίσω να ξαναδώ το εξώφυλλο για να βεβαιωθώ ότι διαβάζω πάντα το ίδιο βιβλίο.

Αν εξαιρέσουμε αυτά τα στοιχεία, πρόκειται για μια καλή ιστορία, με απηχήσεις από τον Μόγλη (όπως υπέδειξε και ο Διονύσης Μαρίνος από την bookpress), στοιχεία αισθηματικού μυθιστορήματος, ακόμη και αστυνομικού, που όμως δένουν σε ένα, σχετικά καλά συναρμοσμένο, σύνολο. Η ιστορία της Κάια εντυπώνεται στον νου του αναγνώστη και οι ψυχολογικές διακυμάνσεις της επηρεάζουν τις δικές του. Το δε φινάλε είναι εξαιρετικό, διότι όλα τακτοποιούνται όπως πρέπει, χωρίς όμως να υπάρχει το εύκολο happy end.

Οι όποιες αδυναμίες στην πλοκή οφείλονται κατά πάσα πιθανότητα στην έλλειψη πείρας της πρωτοεμφανιζόμενης συγγραφέως. Όπως πάντα βέβαια, το στοίχημα το σώζει ένας καλός μεταφραστής, όπως η Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, που απιθώνει απαλά τον αναγνώστη πάνω στην ομορφιά των λέξεων.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Δευτέρα, 1 Ιουνίου 2020

Το ποίημα της Δευτέρας - "Δώσ' μου τα κύματα" της Χριστίνας Οικονομίδου



Δώσ' μου τα κύματα

Τα κύματα δώσ' μου,
αυτά που σπάνια έρχονται
ως το κατώφλι του σπιτιού μου
[όταν η φύση μου μιλά σαν θάλασσα ζεστή,
απαξιώνοντας την ανυπόφορη αιωνιότητα].

Θάνατος, ξέρω, πάει να πει τελείωσε
μηδέν εις το πηλίκον,
αλλ' όμως μοιάζει με παρηγοριά αυτό
αν το καλοσκεφτείς
όταν τα σύννεφα κυριολεκτούν
περιφρονώντας τη φθορά
κι ό,τι ακόμα μας λυγίζει

[οικτίροντας και κοροϊδεύοντας
ακόμα και αυτήν
την ταπεινή, κουρελιασμένη Αθανασία
του καρδιακού μου φίλου
που έχει ήδη εξαντληθεί
περιδιαβαίνοντας τα ποιήματά μου].

[-'Ομως τη θάλασσα
δεν ξέρω να την έχουν εξαντλήσει] 

Και ναι, ο θάνατος δεν είναι παρά θάνατος
ακόμα και αν έχει προηγηθεί
μια ολονυκτία αγάπης.
Μα δες, ολόκληρη η ζωή μας ένα βαλς,
βροχή απαλή που γλιστρά
απ' τα δέντρα στο πρόσωπο,
έν' αδέξιο ταγκό σε λαϊκές γειτονιές και φαβέλες
να γλείφει το μέλι απ' τις ρώγες των μελισσών.

Κανείς νικητής στο τέλος του χρόνου·
μονάχα ένα λεωφορείο 
με τα μάτια κλειστά·
έτοιμα ωστόσο ν' αναμετρηθούν
με το αδιανόητο.

Γι' αυτό σου λέω
δώσε μου τα κύματα,
εκείνα που δεν το διστάζουν
ν' ανοίξουν ένα άλφα
στο ωμέγα της επιθυμίας,
αφομοιώνοντας τον βίο μας
[όσο ακόμα είναι καιρός]
στο σώμα ενός χελιδονιού,
νομίμως απαλείφοντας 
τόσους χειμώνες.


Χριστίνα Οικονομίδου
από τη συλλογή της M' έναν χορό στο στόμα