Πέμπτη, 7 Μαΐου 2020

"Ακτινογραφία θώρακος" του Γιώργου Γκανέλη

ΤΑ  ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΑ
Στο μικροσκόπιο το χαλάκι της πόρτας
με τα αποτυπώματα των παπουτσιών

Δε θέλω να αναφερθώ σε λεπτομέρειες
Οι λέξεις ακυρώνονται από τη φλυαρία

Το είπα και χθες πως η ζωή είναι δρόμος
ο καθένας με ένα σακίδιο στην πλάτη
ψάχνει απεγνωσμένα να βρει αυτό το σπίτι
μετά σκουπίζει τα πόδια του και μπαίνει

Με φοβίζει το θέμα της διανυκτέρευσης
τι όνειρα θα δει και πώς θα τα ερμηνεύσει

Τα αποτυπώματα στο χαλί πάντα κρύβουν
Το στέρεο υπόλειμμα των χαμένων ημερών


Στη νέα ποιητική συλλογή του Γιώργου Γκανέλη,  οι σκηνές από την πόλη που υπήρχαν σε προηγούμενες συλλογές του λιγοστεύουν, οι διαδρομές του γίνονται πιο εσωτερικές, το σύμπαν συχνά χωράει σε ένα δωμάτιο. Οι υπερρεαλιστικές εικόνες του αντλούν το υλικό τους από την πραγματικότητα, απεικονίζουν συμβολικά τα καίρια ζητήματα της εποχής μας. Μέσα τους παρεισφρέει ένας λόγος δηκτικός, σαρκαστικός και κάποτε νοσταλγικός, ένας ελεγχόμενος χείμαρρος από λέξεις που σταδιακά φανερώνει όσα ο ποιητής κρύβει στην καρδιά του. Μια αληθινή «Ακτινογραφία Θώρακος», όπως ο τίτλος της συλλογής προϊδεάζει.

Η ποίησή του γίνεται μια αλληγορική κριτική για την εποχή μας και τον σύγχρονο άνθρωπο που τo όραμά του έχει γίνει τόσο υλιστικό όσο και οι ανάγκες του και δεν βλέπει που οδηγούν οι λάθος επιθυμίες του για εξουσία και πλουτισμότο κληροδότημα που αφήνει στο μέλλον. Μιλάει για ένα κόσμο που λειτουργεί, θαρρείς, με μια μηχανική καρδιά και επιβάλλει τη λογική του στον άνθρωπο. Με τις καθημερινές συνήθειες του να ακολουθούν μια αυτοματοποιημένη ρουτίνα, την υποβάθμιση της αξίας της αγάπης, την απαξίωση του έρωτα, εκείνο που πάσχει είναι η ανθρωπινότητά του. ...Τα σίδερα πάλλονται/ ευαισθησία το λες/ ή ξεφτισμένο μοτέρ/ όπως και να το δεις/ οι μηχανές έχουν ζωή... 

Το νοσοκομείο γίνεται η πύλη για να συνειδητοποιήσει τη θνητότητά του, στο κατώφλι του αφήνει κάθε ψευδαίσθηση αθανασίας. Ο ποιητής σκέφτεται σκωπτικά, την πιθανότητα ενός παράδεισου που να θυμίζει την καθημερινότητά μας: ...Αλλά μια μέρα θα εξερευνήσω/ μ’ ένα ποδήλατο τον ουρανό/ και τότε να δεις αγγέλους/ μποτιλιαρισμένους στα σύννεφα/ -μη συνεχίσω και εκτεθώ – Τα υπόλοιπα στο αεροδρόμιο... 

H αίσθηση της απαξίωσης κάθε ιδανικού συνοδεύεται από το κενό, την έλλειψη νοήματος. Οι ιδέες γκρεμίζονται, η φιλοσοφία και οι τέχνες περιθωριοποιούνται: Το φως ό,τι κι αν λέει/ εδώ θα μαρτυρήσει/ πιο σκοτεινιά δεν γίνεται

Γιατί ανάμεσα στο θάνατο και στη ζωή που μισείς/ δύο είναι οι κόσμοι/ κι ο Πλάτωνας/ στριμωγμένο φρικιό/ Όπου αλητεύουν οι ιδέες/ υψώνονται οδοφράγματα/ φέρτε μου Μεταφυσικές/ στον δρόμο να ανάβω/ σαν να ’τανε φεγγάρια/ (Χωρίς παρεξήγηση/ παραμένω εμπειριστής) 

Ο ποιητής στηλιτεύει την αυτοματοποιημένη ρουτίνα, την ελεγχόμενη ζωή μας, που βρίσκει μόνο στις Κυριακές ένα ξέφωτο. Σατιρίζει τη χαμένη ικανότητά μας για οποιαδήποτε αντίδραση απέναντι σε ένα σύστημα που μουδιάζει τα συναισθήματα και αποδυναμώνει τη σκέψη. Ο άνθρωπος βιώνει την αλλοτρίωσή του, πεθαίνει σε δόσεις: Ούτε σφυριά ούτε αλυσοπρίονα/ ο κρότος της γης ελεγχόμενος/ και τ’ αεροπλάνα κάθε Κυριακή εξαφανίζονται από τα ραντάρ…

Λοιπόν ελάτε να μελαγχολήσουμε/ αφήστε στην άκρη τα προσχήματα/ είσαστε ή δεν είσαστε συνένοχοι/ αυτής της εκκωφαντικής σιωπής; Καπνίστε ελεύθερα/ συγκατοικήστε/ συνουσία δυο σπασμένων φωνών/ κι ο κόσμος άβυσσος με καθρέφτη…

Η βαθιά ανάγκη του ανθρώπου να αγαπήσει και να αγαπηθεί σκοντάφτει στη δυσπιστία που έχει ο ένας άνθρωπος για τον άλλον και κάνει αδύνατη κάθε ουσιαστική επικοινωνία: Πέρα από τα προσωπικά δράματα/ και τα λόγια που προλειαίνουν θλίψη/ αναζητούμε δυο δάχτυλα φωσφορικά/ αυτά που φωτίζουν τις κατακόμβες/ τις κρύες νύχτες της περισυλλογής… 

Δεν είναι εύκολη υπόθεση ο έρωτας/ ακόμη κι αν βρεις το αντικλείδι του/ σε περιμένει στη γωνία ο αντίλαλος/ η διαφορετική εκδοχή της μοναξιάς/ γιατί ο εαυτός σου είναι πάντα ένας

Τελικά το ένστικτο της ελευθερίας/ υπερισχύει κάθε άλλου αγγίγματος/ και το πρωί δυο σπασμένα δάχτυλα/ ουρλιάζουν πάνω στα λευκά σεντόνια/ Κι εμείς σαν ξένοι να κοιταζόμαστε

Καταγγέλλει τον άνθρωπο που δεν βλέπει, δεν ακούει, δεν μιλάει, αλλά γυρίζει την πλάτη, αποστρέφει το βλέμμα από αυτό που δεν θέλει να ξέρει: Αν υποθέσουμε/ πως ήταν χαράματα/ πως περνούσαν καρφιά/ σ’ έναν νεκρό άνθρωπο/ και κοίταζες τη σκηνή/ απ΄το σπασμένο τζάμι/ - ξέχασα να συστηθώ: ένας μικρός αντίλαλος…

Στην ποίησή του είναι το προφανές που σε περιγελάει, τα κακώς κείμενα που κανείς προσπερνάει, γιατί τα έχει συνηθίσει, τα θεωρεί δεδομένα. Οι λέξεις του αποκτούν ένα σαρκασμό που επιθυμεί να αφυπνίσει και μαζί εκθειάζει τη φωτεινότητα των καταφρονεμένων ανθρώπων:
Ηθικό πλεονέκτημα να είσαι νηστικός και να ταΐζεις λύκους… Να είσαι άστεγος και να σου ζητούν οικοδομική άδεια… …Και είναι απίστευτη η φωτεινότητα/ του κάθε λογής καταφρονεμένου…

Κάποιοι άνθρωποι δείχνουν τόσο κενοί που θυμίζουν άδεια πουκάμισα. Όσοι ταυτίζουν την εσωτερική αξία τους με τα υλικά αγαθά τους, δεν αναλογίζονται  σε τι χάος θα βρεθούν αν για κάποιο λόγο τα χάσουν:

Σήμερα είδα έναν άνθρωπο/ με δυο στιλέτα στην καρδιά/ δεν είχε καθόλου καύσιμα/ κι όμως πετούσε στο χάος/… εγώ μπήκα στο μετρό/ κι έγινα πειραματόζωο/ Τι άλλο θέλεις να μάθεις;/ 

Οι επιβάτες στη θέση τους/ κι ο θάνατος μηχανοδηγός. 

Από την ποίησή του περνάνε οι σφετεριστές της γης που τώρα λυμαίνονται άλλον πλανήτη, μιας και τα αποθέματα της γης κάποτε τελειώνουν και η εξόρυξη κοστίζει…

Οι σκοτεινές συναλλαγές που κλείνονται αθέατα στο φως της ημέρας από τους λίγους και βλάπτουν τους πολλούς: Τον ήλιο να τον κοιτάς απ’ τις βαθιές ρωγμές του/ να σε τυφλώνει το γκρίζο/ ουδέποτε η φωτεινότητα/…Οι ρίζες του σκότους/ ποτίζονται το μεσημέρι/ …Δέρματα αρκούντος σκοτεινά/ διψούν για τυφλές χειραψίες…

Ακούγεται ο θόρυβος από τα παγόβουνα που σπάνε στο σκοτάδι της νύχτας.

Συχνά μια μυρωδιά, μια εικόνα, ένας ήχος, ζωντανεύει μια ξεχασμένη ανάμνηση και φτιάχνει το ποίημα. Η μυρωδιά του φαγητού που ξεχύνεται από τη διπλανή πόρτα, παράγει μοναξιάΤα αποτυπώματα στο χαλί πάντα κρύβουν/ το στέρεο υπόλειμμα των χαμένων ημερών…

Το νερό της βρύσης φέρνει στη μνήμη τη ροή του αίματος, τον πόλεμο. Οι ομπρέλες που κλείνουν ανεξήγητα είναι αλληγορία για την έλλειψη ουσιαστικής βοήθειας προς τα αθώα θύματά του:

Να σας θυμίσω τις ομπρέλες/ που έκλειναν ανεξήγητα/ όταν άρχιζε η βροχή; Τους τραυματίες των ουρανών/ στα φεγγάρια – χειρουργεία;/ Μόνος είδα τα ψαλίδια/να κόβουν τον ομφάλιο λώρο/ του λευκού μεσημεριού/ και τα περιστέρια στα σύρματα/ να γίνονται άγγελοι/ Έκτοτε το χιόνι μοιάζει γάζα/ που απορροφά τα αίματα…

Εδώ το ποίημα φέρνει στο νου συνειρμικά, τα χιλιάδες παιδιά που σκοτώθηκαν τα τελευταία χρόνια στην λωρίδα της Γάζας και σε άλλα μέρη του κόσμου…

Ο ράφτης που βλέπει τυχαία να ράβει στην Ερμού, στο ποίημα γίνεται ο ράφτης που ράβει της γης το μέλλον, αργότερα ξηλώνει τα μανίκια...

Δέκα μποφόρ όνειρα ολόγυμνα/ που πέφτουν απ΄το φεγγάρι/ δεν είναι αγάλματα σε κουτί/ παρόλα αυτά μην τα κλαις/ υπάρχει ο ράφτης να τα ντύσει…Εδώ τα δυνατά μποφόρ, η πανσέληνος, η νύχτα, θυμίζουν τους χιλιάδες πρόσφυγες που κατορθώνουν να φθάσουν από τις εμπόλεμες περιοχές στις ακτές της Μεσογείου, μετά από τιτάνιο αγώνα με τα στοιχεία της φύσης, τη μεγάλη αυτή ανθρωπιστική κρίση της εποχής μας.

Μαζεύτηκαν πολλά και η τροπή των πραγμάτων δικαιώνει τις ανησυχίες μου, γράφει ο ποιητής στο τελευταίο ποίημα της συλλογής: Ό,τι δεν φαίνεται με τα μάτια δημιουργεί μετασεισμούς. Αυτό είναι μια άσχημη εξέλιξη/ και η εκδίκηση του πολιτισμού...

 Όπως και να 'χει,  κυλάει αίμα στις φλέβες των ποιημάτων του και εκείνος τολμάει, με τρόπο σαχτουρικό θαρρείς, να εμφανίζεται μέσα τους και να αδειάζει το περίσσιο αυτό συναίσθημα στη θάλασσα. Ο ποιητής ασκεί κριτική στα κακώς κείμενα της σύγχρονης εποχής μόνο για να αφυπνίσει τον άνθρωπο, να του θυμίσει την αξία της αλληλεγγύης και της αγάπης, να τον ωθήσει να αγωνιστεί για ένα δίκαιο κόσμο, να κρατήσει ζωντανό το όραμά του για το μέλλον.

…Αν εξαιρέσεις κάποια αγάλματα/ όλα τα υπόλοιπα χρειάζονται αγάπη…

                                                                                                Κατερίνα Τσιτσεκλή


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου