Πέμπτη, 28 Μαΐου 2020

"Η τέχνη της απώλειας" της Alice Zeniter

Η τέχνη της απώλειας είναι ένα βιβλίο που αναφέρεται στην αίσθηση που αφήνει η χαμένη πατρίδα σε τρεις διαφορετικές γενιές της ίδιας οικογένειας και στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι σταδιακά αυτοπροσδιορίζονται στο νέο τόπο, μακριά από τις συλλογικές μνήμες και ρίζες, που κάποιοι εξακολουθούν να τις θυμούνται, ενώ κάποιοι άλλοι θέλουν να τις προσπεράσουν.

Η αφετηρία του βιβλίου προέρχεται από τα ιστορικά γεγονότα της Αλγερίας του 1954 έως το 1962, έχει ως βάση δηλαδή τον πόλεμο ανάμεσα στη Γαλλία και στα αλγερινά κινήματα που τελικά οδήγησαν στην ανεξαρτησία της χώρας. Στο διάστημα αυτό κάποιοι Αλγερινοί, οι επονομαζόμενοι αρκί, συνεργάστηκαν με τους Γάλλους αποίκους.

Στην Αλγερία λοιπόν ξεκινά η ιστορία, από τον παππού Αλί, έναν Καβύλιο ορεσίβιο, που υπήρξε αρκί (βοηθητικός του γαλλικού στρατού) και αναγκάστηκε να φύγει εσπευσμένα το 1962 για να προσφύγει στη Γαλλία μαζί με τη γυναίκα του και τα παιδιά του. Έφυγε πικραμένος από την πατρίδα, κουβαλώντας συγχρόνως πάνω του μια ενοχή.

Δυστυχώς η αποχώρηση του παππού Αλί σε μια χρονολογία-ορόσημο για την πορεία της χώρας προς την ανεξαρτησία φέρνει θαμπή και σιωπηλή πάνω στις ζωές και όλων των άλλων την κηλίδα της προδοσίας. Διωγμένος από μια χώρα που τον θεωρεί προδότη, μεταβαίνει σε μια άλλη που τον θεωρεί πολίτη δεύτερης κατηγορίας. Η ενοχή πλανάται αδιόρατη, χωρίς ποτέ να υπάρχει κανενός είδους τεκμηρίωση. Σαν να μην υπάρχει δηλαδή ούτε καταδίκη, ούτε αθώωση.

Ποια είναι η αίσθηση της πατρίδας; Το ερώτημα αυτό μοιάζει να διαπερνά όλες τις σελίδες του βιβλίου. Δεν είναι ίδια η αίσθηση για όλα τα μέλη της οικογένειας, ο καθένας βιώνει διαφορετικά τον ξεριζωμό. Μοιάζει να είναι αλλιώτικη η αίσθηση για την κάθε γενιά, αλλιώς αντιδρούν οι ενήλικες και αλλιώς τα παιδιά.

Τρία είναι τα σημαντικά πρόσωπα που εκπροσωπούν τις τρεις διαφορετικές γενιές. Ο παππούς Αλί, ο γιος του Χαμίντ που φεύγει παιδί από την Αλγερία και η εγγονή Ναϊμά που γεννιέται και μεγαλώνει στη Γαλλία.

«Το πλοίο κινείται αργά προς τα πίσω μέσα στα νερά του λιμανιού. Και τότε έρχεται στον Αλί η παράξενη εικόνα ενός σκοινιού δεμένου στην πρύμνη του τεράστιου φεριμπότ και ενωμένου με την ακτή, με τρόπο ώστε, όσο το πλοίο απομακρύνεται, ολόκληρη η πόλη να σέρνεται αργά αλλά αμείλικτα μέσα στη θάλασσα».

«Για τον Χαμίντ θα είναι διαφορετικά. Δεν θα μιλήσουν ποτέ γι΄αυτό. Αλλά η εικόνα θα μείνει στο μυαλό του μικρού αγοριού. Το Λευκό Αλγέρι. Εκτυφλωτικό. Έτοιμο να ξεπροβάλει μόλις κάποιος μιλήσει για την πατρίδα. Πεντακάθαρο και μακρινό συγχρόνως, σαν μακέτα μιας πόλης που εκτίθεται σ’ ένα μουσείο μέσα σε βιτρίνα».

«Για τη Ναϊμά πάλι, θα είναι αλλιώς. Γιατί αυτή θα πάρει το πλοίο προς την άλλη κατεύθυνση. Θα δει τη Μασσαλία να ξεμακραίνει και το Αλγέρι να πλησιάζει. Θα σκεφτεί τον πατέρα της, τον παππού της. Θα σκεφτεί, το Αλγέρι δεν είναι τόσο λευκό».

Η κοινή μοίρα της Αλγερίας και της Γαλλίας υπήρξε μάλλον πικρή. Η ιστορία της Αλγερίας επισφραγίστηκε με την αποχώρηση των Γάλλων. Ωστόσο σε αυτό τον αγώνα υπήρξαν και κάποιοι που δεν κινήθηκαν ομόθυμα προς το ρεύμα της απελευθέρωσης. Το βιβλίο αναφέρεται στους χαμένους της ιστορίας, στους υπέρμαχους της αποικιοκρατίας. Εδώ, υπάρχει και η άλλη άποψη, αυτή που δεν δέχεται τον αγώνα για την απελευθέρωση ως συνεκτικό, συμπαγή και σύσσωμο αλλά αποδέχεται και ακραίες παρεισφρύσεις εντός των κινημάτων, διχογνωμίες, αντιδράσεις καθώς και αντίθετες απόψεις.

Ωστόσο, αυτοί που αναγκάστηκαν να φύγουν από την πατρίδα τους ως φίλοι των αποικιοκρατών και πήγαν στη Γαλλία δεν είχαν καλύτερη τύχη στη συνέχεια. Δεν αντιμετωπίστηκαν ποτέ ως ισότιμοι πολίτες και ο αγώνας για την αποκατάσταση των ισορροπιών έφτασε σχεδόν μέχρι και την τρίτη γενιά.

Η οικογένεια του Αλί εγκαταστάθηκε στον οικισμό του Ποντ Φερόν, και έζησε δύσκολες στιγμές μέχρι η κατάσταση να εξομαλυνθεί.

Με μια μάλλον συναισθηματική γραφή, η συγγραφέας καταγράφει τον τρόπο που οι γονείς και τα παιδιά βιώνουν τις συνθήκες ζωής εκεί, το πώς διαγράφεται το μέλλον των μεγάλων αλλά κυρίως των παιδιών, τις δυσκολίες της γλώσσας, την καταπίεση των στενών χορικών πλαισίων, των στενών ρούχων, των στενών οριζόντων.

«Το σκέφτεται κάθε μέρα, μπροστά στην πρέσα του εργοστασίου, μέσα στα αποδυτήρια των εργατών, στο τραπέζι, στο λεωφορείο, πριν αποκοιμηθεί, συνέχεια. Δεν ελέγχει τίποτα από αυτό που μπορεί να είναι το μέλλον του γιου του, των παιδιών του, κι αυτό τον πονάει. Ξέρει ότι το μέλλον τους ξεγλιστράει παρ΄ όλες τις προσπάθειές του, ότι η αδυναμία του να συλλάβει το παρόν τον κάνει ανίκανο να χτίσει το αύριο. Το μέλλον τους γράφεται σε μια ξένη γλώσσα».

Εκεί, αρχίζει να μεγαλώνει και να ωριμάζει η δεύτερη γενιά, και ανάμεσα στα άλλα παιδιά ο Χαμίντ, ο πρωτότοκος γιος που όλο και ξεμακραίνει από τις αρχές του πατέρα του. Με απόψεις σαφώς πιο επαναστατικές από αυτόν τάσσεται υπέρ της ανεξαρτησίας των λαών και παντρεύεται Γαλλίδα. Χαράσσει σιγά σιγά το δικό του δρόμο και διαμορφώνει τις δικές του αντιλήψεις ζωής.

Η τρίτη γενιά φτάνει στην εγγονή του Αλί, τη Ναϊμά, μια κοπέλα που απέχει πλέον αρκετά από τη νοοτροπία, τα έθιμα και τον κόσμο της χαμένης πατρίδας. Η ματιά της είναι πλέον γαλλική, καθώς οι ρίζες του παρελθόντος μοιάζουν να έχουν αφομοιωθεί στο νέο έδαφος, ενώ υπάρχει μονάχα μια ημιφωτισμένη υπόμνηση της καταγωγής της.

Και ενώ τίποτα δεν έχει απομείνει από τη χαμένη πατρίδα που να την συγκινεί ή να την κεντρίζει προς αναζήτηση, η Ναϊμά με αφορμή τις επαγγελματικές υποχρεώσεις θα βρεθεί στο Τιζί της Αλγερίας. H ζωή θα τα φέρει έτσι ώστε να είναι η μόνη που θα επιστρέψει στα πάτρια εδάφη για να πιάσει το αφημένο κουβάρι των αναμνήσεων.

Το βιβλίο με αφορμή την ιστορία μιας οικογένειας αναφέρεται και σε καίρια προβλήματα που αφορούν το σύγχρονο κόσμο, στο ζήτημα της ταυτότητας και των επιρροών που αυτή δέχεται, στη διπλή πολιτισμική κληρονομιά, στις διαφορετικές απόψεις και οπτικές των ανθρώπων μέσα στην ίδια χώρα, αλλά κυρίως στη διαφοροποίηση των γενεών μέσα στο χρόνο, όταν απομακρύνονται από την πατρίδα. Και στη συγκεκριμένη ιστορία ο χρόνος κυλά πάντα αμετάκλητα προς τα μπρος, αφήνοντας πίσω του το παρελθόν που μέρα με τη μέρα γίνεται όλο και πιο απόμακρο.

Η γραφή είναι μοντέρνα και σύγχρονη, η αφήγηση κυλά εύκολα, και η οπτική του μυθιστορήματος είναι φιλοευρωπαϊκή με μικρές μονάχα αραβικές αφυπνίσεις που μπλέκονται ξέπνοες και μακρινές, καθώς το αλγερινό αγέρι απομακρύνεται ολοένα και πιο πολύ από τις ζωές όλων.

Και ποια πατρίδα είναι αυτή που υπερισχύει εντέλει καθώς τα χρόνια περνούν; Επώδυνο και πολύπλοκο ερώτημα που για να απαντηθεί θέλει τέχνη. Την τέχνη της απώλειας.

«Την τέχνη της απώλειας δεν είναι δύσκολο να μάθεις.
Τόσα πολλά πράγματα μοιάζουν αποφασισμένα
Να χαθούν που η απώλειά τους καταστροφή δεν είναι».

Ήλια Λούτα


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου