Πέμπτη, 28 Μαΐου 2020

"Η τέχνη της απώλειας" της Alice Zeniter

Η τέχνη της απώλειας είναι ένα βιβλίο που αναφέρεται στην αίσθηση που αφήνει η χαμένη πατρίδα σε τρεις διαφορετικές γενιές της ίδιας οικογένειας και στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι σταδιακά αυτοπροσδιορίζονται στο νέο τόπο, μακριά από τις συλλογικές μνήμες και ρίζες, που κάποιοι εξακολουθούν να τις θυμούνται, ενώ κάποιοι άλλοι θέλουν να τις προσπεράσουν.

Η αφετηρία του βιβλίου προέρχεται από τα ιστορικά γεγονότα της Αλγερίας του 1954 έως το 1962, έχει ως βάση δηλαδή τον πόλεμο ανάμεσα στη Γαλλία και στα αλγερινά κινήματα που τελικά οδήγησαν στην ανεξαρτησία της χώρας. Στο διάστημα αυτό κάποιοι Αλγερινοί, οι επονομαζόμενοι αρκί, συνεργάστηκαν με τους Γάλλους αποίκους.

Στην Αλγερία λοιπόν ξεκινά η ιστορία, από τον παππού Αλί, έναν Καβύλιο ορεσίβιο, που υπήρξε αρκί (βοηθητικός του γαλλικού στρατού) και αναγκάστηκε να φύγει εσπευσμένα το 1962 για να προσφύγει στη Γαλλία μαζί με τη γυναίκα του και τα παιδιά του. Έφυγε πικραμένος από την πατρίδα, κουβαλώντας συγχρόνως πάνω του μια ενοχή.

Δυστυχώς η αποχώρηση του παππού Αλί σε μια χρονολογία-ορόσημο για την πορεία της χώρας προς την ανεξαρτησία φέρνει θαμπή και σιωπηλή πάνω στις ζωές και όλων των άλλων την κηλίδα της προδοσίας. Διωγμένος από μια χώρα που τον θεωρεί προδότη, μεταβαίνει σε μια άλλη που τον θεωρεί πολίτη δεύτερης κατηγορίας. Η ενοχή πλανάται αδιόρατη, χωρίς ποτέ να υπάρχει κανενός είδους τεκμηρίωση. Σαν να μην υπάρχει δηλαδή ούτε καταδίκη, ούτε αθώωση.

Ποια είναι η αίσθηση της πατρίδας; Το ερώτημα αυτό μοιάζει να διαπερνά όλες τις σελίδες του βιβλίου. Δεν είναι ίδια η αίσθηση για όλα τα μέλη της οικογένειας, ο καθένας βιώνει διαφορετικά τον ξεριζωμό. Μοιάζει να είναι αλλιώτικη η αίσθηση για την κάθε γενιά, αλλιώς αντιδρούν οι ενήλικες και αλλιώς τα παιδιά.

Τρία είναι τα σημαντικά πρόσωπα που εκπροσωπούν τις τρεις διαφορετικές γενιές. Ο παππούς Αλί, ο γιος του Χαμίντ που φεύγει παιδί από την Αλγερία και η εγγονή Ναϊμά που γεννιέται και μεγαλώνει στη Γαλλία.

«Το πλοίο κινείται αργά προς τα πίσω μέσα στα νερά του λιμανιού. Και τότε έρχεται στον Αλί η παράξενη εικόνα ενός σκοινιού δεμένου στην πρύμνη του τεράστιου φεριμπότ και ενωμένου με την ακτή, με τρόπο ώστε, όσο το πλοίο απομακρύνεται, ολόκληρη η πόλη να σέρνεται αργά αλλά αμείλικτα μέσα στη θάλασσα».

«Για τον Χαμίντ θα είναι διαφορετικά. Δεν θα μιλήσουν ποτέ γι΄αυτό. Αλλά η εικόνα θα μείνει στο μυαλό του μικρού αγοριού. Το Λευκό Αλγέρι. Εκτυφλωτικό. Έτοιμο να ξεπροβάλει μόλις κάποιος μιλήσει για την πατρίδα. Πεντακάθαρο και μακρινό συγχρόνως, σαν μακέτα μιας πόλης που εκτίθεται σ’ ένα μουσείο μέσα σε βιτρίνα».

«Για τη Ναϊμά πάλι, θα είναι αλλιώς. Γιατί αυτή θα πάρει το πλοίο προς την άλλη κατεύθυνση. Θα δει τη Μασσαλία να ξεμακραίνει και το Αλγέρι να πλησιάζει. Θα σκεφτεί τον πατέρα της, τον παππού της. Θα σκεφτεί, το Αλγέρι δεν είναι τόσο λευκό».

Η κοινή μοίρα της Αλγερίας και της Γαλλίας υπήρξε μάλλον πικρή. Η ιστορία της Αλγερίας επισφραγίστηκε με την αποχώρηση των Γάλλων. Ωστόσο σε αυτό τον αγώνα υπήρξαν και κάποιοι που δεν κινήθηκαν ομόθυμα προς το ρεύμα της απελευθέρωσης. Το βιβλίο αναφέρεται στους χαμένους της ιστορίας, στους υπέρμαχους της αποικιοκρατίας. Εδώ, υπάρχει και η άλλη άποψη, αυτή που δεν δέχεται τον αγώνα για την απελευθέρωση ως συνεκτικό, συμπαγή και σύσσωμο αλλά αποδέχεται και ακραίες παρεισφρύσεις εντός των κινημάτων, διχογνωμίες, αντιδράσεις καθώς και αντίθετες απόψεις.

Ωστόσο, αυτοί που αναγκάστηκαν να φύγουν από την πατρίδα τους ως φίλοι των αποικιοκρατών και πήγαν στη Γαλλία δεν είχαν καλύτερη τύχη στη συνέχεια. Δεν αντιμετωπίστηκαν ποτέ ως ισότιμοι πολίτες και ο αγώνας για την αποκατάσταση των ισορροπιών έφτασε σχεδόν μέχρι και την τρίτη γενιά.

Η οικογένεια του Αλί εγκαταστάθηκε στον οικισμό του Ποντ Φερόν, και έζησε δύσκολες στιγμές μέχρι η κατάσταση να εξομαλυνθεί.

Με μια μάλλον συναισθηματική γραφή, η συγγραφέας καταγράφει τον τρόπο που οι γονείς και τα παιδιά βιώνουν τις συνθήκες ζωής εκεί, το πώς διαγράφεται το μέλλον των μεγάλων αλλά κυρίως των παιδιών, τις δυσκολίες της γλώσσας, την καταπίεση των στενών χορικών πλαισίων, των στενών ρούχων, των στενών οριζόντων.

«Το σκέφτεται κάθε μέρα, μπροστά στην πρέσα του εργοστασίου, μέσα στα αποδυτήρια των εργατών, στο τραπέζι, στο λεωφορείο, πριν αποκοιμηθεί, συνέχεια. Δεν ελέγχει τίποτα από αυτό που μπορεί να είναι το μέλλον του γιου του, των παιδιών του, κι αυτό τον πονάει. Ξέρει ότι το μέλλον τους ξεγλιστράει παρ΄ όλες τις προσπάθειές του, ότι η αδυναμία του να συλλάβει το παρόν τον κάνει ανίκανο να χτίσει το αύριο. Το μέλλον τους γράφεται σε μια ξένη γλώσσα».

Εκεί, αρχίζει να μεγαλώνει και να ωριμάζει η δεύτερη γενιά, και ανάμεσα στα άλλα παιδιά ο Χαμίντ, ο πρωτότοκος γιος που όλο και ξεμακραίνει από τις αρχές του πατέρα του. Με απόψεις σαφώς πιο επαναστατικές από αυτόν τάσσεται υπέρ της ανεξαρτησίας των λαών και παντρεύεται Γαλλίδα. Χαράσσει σιγά σιγά το δικό του δρόμο και διαμορφώνει τις δικές του αντιλήψεις ζωής.

Η τρίτη γενιά φτάνει στην εγγονή του Αλί, τη Ναϊμά, μια κοπέλα που απέχει πλέον αρκετά από τη νοοτροπία, τα έθιμα και τον κόσμο της χαμένης πατρίδας. Η ματιά της είναι πλέον γαλλική, καθώς οι ρίζες του παρελθόντος μοιάζουν να έχουν αφομοιωθεί στο νέο έδαφος, ενώ υπάρχει μονάχα μια ημιφωτισμένη υπόμνηση της καταγωγής της.

Και ενώ τίποτα δεν έχει απομείνει από τη χαμένη πατρίδα που να την συγκινεί ή να την κεντρίζει προς αναζήτηση, η Ναϊμά με αφορμή τις επαγγελματικές υποχρεώσεις θα βρεθεί στο Τιζί της Αλγερίας. H ζωή θα τα φέρει έτσι ώστε να είναι η μόνη που θα επιστρέψει στα πάτρια εδάφη για να πιάσει το αφημένο κουβάρι των αναμνήσεων.

Το βιβλίο με αφορμή την ιστορία μιας οικογένειας αναφέρεται και σε καίρια προβλήματα που αφορούν το σύγχρονο κόσμο, στο ζήτημα της ταυτότητας και των επιρροών που αυτή δέχεται, στη διπλή πολιτισμική κληρονομιά, στις διαφορετικές απόψεις και οπτικές των ανθρώπων μέσα στην ίδια χώρα, αλλά κυρίως στη διαφοροποίηση των γενεών μέσα στο χρόνο, όταν απομακρύνονται από την πατρίδα. Και στη συγκεκριμένη ιστορία ο χρόνος κυλά πάντα αμετάκλητα προς τα μπρος, αφήνοντας πίσω του το παρελθόν που μέρα με τη μέρα γίνεται όλο και πιο απόμακρο.

Η γραφή είναι μοντέρνα και σύγχρονη, η αφήγηση κυλά εύκολα, και η οπτική του μυθιστορήματος είναι φιλοευρωπαϊκή με μικρές μονάχα αραβικές αφυπνίσεις που μπλέκονται ξέπνοες και μακρινές, καθώς το αλγερινό αγέρι απομακρύνεται ολοένα και πιο πολύ από τις ζωές όλων.

Και ποια πατρίδα είναι αυτή που υπερισχύει εντέλει καθώς τα χρόνια περνούν; Επώδυνο και πολύπλοκο ερώτημα που για να απαντηθεί θέλει τέχνη. Την τέχνη της απώλειας.

«Την τέχνη της απώλειας δεν είναι δύσκολο να μάθεις.
Τόσα πολλά πράγματα μοιάζουν αποφασισμένα
Να χαθούν που η απώλειά τους καταστροφή δεν είναι».

Ήλια Λούτα


Δευτέρα, 25 Μαΐου 2020

Το ποίημα της Δευτέρας - "Μικρή κηλίδα από μελάνι" του Λουκά Αξελού




Μικρή κηλίδα από μελάνι

Στεκόταν ώρες
στον βράχο
πασχίζοντας να συγκεντρώσει
τις σκέψεις του
που έσμιγαν
με τα ξεσπάσματα του ανέμου.

Μακριά πρόβαλε
ένα μαύρο σύννεφο
μικρή κηλίδα από μελάνι
που σταθερά
απλωνόταν στο χαρτί.

Είχε αρχίσει να γράφει.


Λουκάς Αξελός
Αθήνα, Ιούλιος 2018
Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Θέματα λογοτεχνίας


Πέμπτη, 21 Μαΐου 2020

Φυσαλίδα σε ποτήρι σαμπάνιας: σύντομη ιστορία των μπλουζ

Η μπλουζ μουσική είναι ένα από τα πιο γνωστά είδη μουσικής της Βόρειας Αμερικής. Είναι μια μουσική  φόρμα απλή, με λίγες συγχορδίες επαναλαμβανόμενες. Ένας από εκείνους που τα έκαναν γνωστά σε όλη την Αμερική και σε ολόκληρο τον κόσμο ήταν ο εθνικομουσικολόγος Άντυ Λόμαξ (1915-2002), ο οποίος περιόδευε ήδη από την δεκαετία του 1930 σε όλες τις Νοτιοανατολικές Πολιτείες, όπου μαζί με τον πατέρα του ηχογραφούσαν παλιούς μπλουζίστες και συνομιλούσαν μαζί τους. H ονομασία των μπλουζ προήλθε από το γαλάζιο χρώμα που συμβολίζει την θλιμμένη διάθεση, την μελαγχολία, όπως λένε και δύο παλιά τραγούδια:

Όταν η γαλάζια διάθεση γεμίσει το μυαλό μου, θα πάρω ένα τρένο και θα φύγω.

Όταν μια γυναίκα στενοχωριέται, βαστά το μικρό κεφάλι της και κλαίει.
Όταν ένας άντρας στενοχωριέται, παίρνει το τρένο και φεύγει.

Από κει πέρα έρχεται αυτό το τρένο, κόκκινα και γαλάζια φώτα πίσω του,
Κόκκινο για τις σκοτούρες, μπλε για το κουρασμένο μυαλό.

Αν ποτέ ήσουνα χάλια ξέρεις πώς νιώθω,
Είμαι σα μηχανή χωρίς τιμόνι να την οδηγήσει.

*

Γεμάτο σκοτούρες το μυαλό , γαλάζια η διάθεση μου,
Όμως δεν θάμαι έτσι για πάντα,

Ο άνεμος θα δυναμώσει
Και θα πάρει μακριά την γαλάζια μελαγχολία μου.

Σαν μουσικό είδος, το μπλουζ έχει τις ρίζες του στα χρόνια μετά τη λήξη του αμερικανικού εμφύλιου πολέμου, όταν η θέση των Αφρικανών σκλάβων βελτιώθηκε σχετικά. Στην πορεία της, η μουσική των μπλουζ αφομοίωσε πολλές επιρροές και μια απ' αυτές ήταν τα λεγόμενα εργατικά τραγούδια, τα work songs των μαύρων σκλάβων που δούλευαν ατελείωτες ώρες στις φυτείες, περιμένοντας να δύσει ο ήλιος για να ξεκουραστούν:

Πόσο θα χαρώ σαν ο ήλιος γείρει στη δύση του
Ένα ουράνιο τόξο γύρω απ’ τους ώμους, η βροχή δε θα πέσει πάνω μου

Δε νυστάζω καθόλου κι όμως θέλω να πλαγιάσω
Πόσο θα χαρώ σαν ο ήλιος γείρει στη δύση του

Το φεγγάρι αρχίζει να γυαλίζει
Βροχή από ασήμι , λάμψη χρυσαφένια.

Άλλες φορές πάλι η πηγή της έμπνευσης των μπλουζ είναι ο άγριος καιρός :

Μωρό μου δεν ακούς τον άνεμο που ουρλιάζει έξω απ’ την πόρτα;
Φυσά τόσο μοναχικά, θέ μου θε μου, σε λίγο θα σταματήσει.

Κεραυνοί βροντούν κι αστράφτει μωρό μου, ύστερα ο άνεμος δυναμώνει,
Θεέ μου χιονίζει έξω  βρέχει πάνω στο φτωχό μoυ τζάμι
Μικρή μαύρη Μάρθα θα σ’ αφήσω, είναι κρίμα όμως αυτή είναι η αλήθεια…

Οι γυναίκες έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο στην ανάπτυξη των μπλουζ. Η Μπέσι Σμιθ (1894-1937), η επονομαζόμενη "Αυτοκράτειρα των Μπλουζ", έγινε διάσημη τις δεκαετίες του 1920 και του 1930, τραγουδώντας κομμάτια όπως το "Μοναχικό μπλουζ της ερήμου":

Τούτος ο άντρας μου είναι τελειωμένος, μου φέρεται άσχημα
Αγαπά κάποια άλλη, την βλέπει αργά τη νύχτα
Γι αυτό έπιασα να τραγουδώ το μπλουζ της ερήμου

Θα ταξιδέψω στην έρημο , μακριά κατά τη δύση
Θα κρύψω τα βάσανα μου στην καυτή άμμο

Είμαι τόσο ταραγμένη, τα πόδια μου τρέμουν
Καίγομαι, γι' αυτό έπιασα τούτο το μοναχικό μπλουζ της ερήμου




Οι φυσικές καταστροφές μεγάλης έκτασης που συνέβαιναν όταν πλημμύριζαν πελώρια ποτάμια, όπως ο Μισισιπής, έδωσαν αφορμή για μπλουζ όπως αυτό ενός τυφλού συνθέτη από το Τέξας, του Μπλάιντ Λέμον Τζέφερσον (1893-1929):

Τα νερά πίσω απ’ το φράγμα ανεβαίνουν
Χιλιάδες άνθρωποι πάνω στους λόφους κοιτάζουν τα μέρη όπου κατοικούσαν κάποτε
Νερά στο Άρκανσο, άνθρωποι ουρλιάζουν στο Τεννεσί
Αν δεν φύγω από το Μέμφις, τα νερά πίσω απ’ το φράγμα θα με πνίξουν




Μετά την δεκαετία του 1920, η μουσική των μπλουζ πέρασε στην τεχνοτροπία της τζαζ την οποία επηρέασε βαθιά. Καρπός αυτής της σύζευξης είναι και τραγούδια σαν της Μπίλι Χόλιντεϊ:

Θα σε βλέπω
Σ' όλα τα παλιά γνώριμα μέρη
Που η καρδιά μου αγαπά
Όλη τη μέρα

Σ’ αυτό το μικρό καφέ
Στα πάρκα δίπλα στο δρόμο
Στο παιδικό καρουζέλ
Στις καστανιές, στο πηγάδι των ευχών

Θα σε βλέπω
Σε κάθε όμορφη καλοκαιρινή μέρα
Σε καθετί ελαφρύ και χαρούμενο
Έτσι θα σε θυμάμαι πάντα

Θα σε βρω στον ήλιο του πρωινού
Κι όταν η νύχτα είναι δροσερή
Θα κοιτάζω το φεγγάρι
Όμως θα βλέπω εσένα

Καθώς οι ορχήστρες γίνονταν όλο και πιο εκλεπτυσμένες,  η Μπίλι Χόλιντεϊ είχε στη διάθεση της τις πιο όμορφες συνθέσεις για να τις τραγουδήσει στο ύφος των μπλουζ που μόνο εκείνη ήξερε:

Έρχεσαι στο κεφάλι μου
Και τριγυρίζεις σα ρεφραίν που σε στοιχειώνει
Σε βρίσκω να στριφογυρνάς γύρω απ’ το μυαλό μου
Σα φυσαλίδα σε ποτήρι σαμπάνιας

Έρχεσαι στο κεφάλι μου
Σα γουλιά από αφρώδες κρασί βουργουνδίας
Και κάθε λέξη που ακούω για σένα
Είναι χτύπημα από ένα ή δυο κοκτέιλ

Η έξαψη της σκέψης
Ότι μπορεί να δώσεις μια σταγόνα προσοχής σ’ αυτό που θέλω
Μαγεύει το είναι μου
Όμως λέω στον εαυτό μου "Κρατήσου"
Δε βλέπεις ότι δεν έχεις καμιά τύχη

Μπαίνεις στο μυαλό μου
Μ' ένα χαμόγελο που ανεβάζει τον πυρετό μου
Σαν καλοκαίρι με χίλιους Ιούλιους
Αρρωσταίνεις την ψυχή μου με τα μάτια σου
Είμαι σίγουρη ότι η καρδιά μου
Δεν έχει την παραμικρή ελπίδα σ’ αυτόν τον τρελό έρωτα
Όμως μπαίνεις στο μυαλό μου
Μπαίνεις στο μυαλό μου




Στην μεταπολεμική εποχή, το μπλουζ επηρέασε καλλιτέχνες όπως ο Έλβις Πρίσλευ, ο Μπομπ Ντύλαν, ο Έρικ Κλάπτον και οι Ρόλινγκ Στόουνς που έγραψαν και τραγούδησαν πολλά κομμάτια χρησιμοποιώντας αυτήν τη φόρμα. Ένα άλλο πολύ ωραίο μπλουζ που άντεξε στο χρόνο και εξακολουθεί να είναι εξαιρετικά δημοφιλές είναι το "Ο ουρανός κλαίει" ("The sky is crying") του Έλμορ Τζέιμς (1918- 963) που γράφτηκε στο Σικάγο μια μέρα που έβρεχε καταρρακτωδώς ( H διασκευή του Γκάρυ Μπ. Μπ. Κόλεμαν το απογείωσε):

Ο ουρανός κλαίει
Δεν βλέπεις τα δάκρυα που κυλούν κάτω στο δρόμο
Έψαχνα το μωρό μου
Αναρωτιόμουν πού να βρίσκεται

Την είδα ένα πρωί
Περπατούσε κάτω στο δρόμο
Με πόνεσε, με πόνεσε πολύ
Έκανε τη φτωχή καρδιά μου να χτυπά δυνατά

Έχω ένα κακό προαίσθημα
Ότι δε μ’ αγαπά πια
Ο ουρανός κλαίει
Δε βλέπεις τα δάκρυα που κυλούν κάτω απ’ την πόρτα μου;





Απόστολος Σπυράκης


Πηγές :
1.https://monoskop.org/images/1/17/Alan_Lomax_The_Land_Where_the_Blues_Began.pdf
2. https://www.letras.mus.br/ed-lewis-e-prisoners/i-be-so-glad-when-the-sun-goes-down/
3. https://genius.com/Bessie-smith-lonesome-desert-blues-lyrics
4. https://www.azlyrics.com/b/billieholiday.html
5. https://genius.com/Gary-bb-coleman-the-sky-is-crying-lyrics
6. https://genius.com/Blind-lemon-jefferson-rising-high-water-blues-lyrics


Δευτέρα, 18 Μαΐου 2020

Το ποίημα της Δευτέρας - "Εκ των ων ουκ άνευ" του Κωστή Τριανταφύλλου


…αν και ο θάνατος μαζεύει τα λουλούδια,
οι σπόροι στα λουλούδια δεν τελειώνουνε ποτέ…
(στίχοι από τραγούδι που έγραψαν οι Grup Yorum)


εκ των ων ουκ άνευ

είναι ατομική ευθύνη
να ξεριζώσω τις μολυσματικές σχέσεις
να σταματήσω τις τοξικές ενοχές
να βάλω τα βιβλία οικονομίας μακρυά από αυτά της ποίησης και της τέχνης
και πιο μακριά αυτά της τηλεόρασης και στα σκουπίδια ακόμη
να προσαρμόσω το τί θα τρώω εγώ για να έχει να φάει ο γείτονας
να σταματήσω αυτούς που κάνουν την ποίηση να μην μιλάει
την Helin να μην ακούγεται
που πήρε τον παλμό του κόσμου κι έφυγε δυνατά
στη μουσική του κόσμου μια ηχώ με την καρδιά της
να σταματήσω τους λογοκριτές των ειδήσεων
τις πληροφορίες που δεν πληροφορούν
μας γεμίζουν ενοχές γιατί διαιωνίζουμε έναν κόσμο απάνθρωπο
σκλαβιάς και μίσους
θυμίζοντάς μας κιόλας πως είναι ατομική μας ευθύνη!

είναι ατομική ευθύνη να υπάρχουμε
να διεκδικούμε και να ανατρέπουμε
η ζωή είναι για σένα
η ευθύνη είναι για όλους μας
είναι κοινωνική ευθύνη
η ζωή είναι δικιά σου
κι η τέχνη για να γεμίζει την ψυχή μας


Κωστής Τριαντάφυλλου
Αθήνα, 3 Απριλίου 2020
(αδημοσίευτο)

Πέμπτη, 14 Μαΐου 2020

Εξερευνώντας τις καμπύλες του ουρανού – Ποιήματα του W. G. Sebald

Μολονότι ο W. G. Sebald δήλωνε ευθαρσώς ότι το μέσο του είναι ο πεζός λόγος, ξεκίνησε να δημοσιεύει ποιήματα σε γερμανικά και αυστριακά λογοτεχνικά περιοδικά τη δεκαετία του ’60, ενώ ήταν ακόμη μαθητής, και συνέχισε να γράφει ποίηση σε όλη του τη ζωή. Μάλιστα, έχουν δημοσιευθεί τέσσερα ποιητικά του βιβλία μέχρι σήμερα: (α) το Nach Natur (1988· το βιβλίο έχει μεταφραστεί στα ελληνικά από τον Γιάννη Καλιφατίδη και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άγρα με τον τίτλο Εκ του φυσικού), (β) το For Years Now (σε συνεργασία με την εικαστικό Tess Jarray, τη χρονιά που πέθανε ο Sebald, το 2001 – το βιβλίο πρωτοδημοσιεύθηκε στα αγγλικά) και, μετά θάνατον, (γ) το Unerzählt: 33 Texte und 33 Radierungen (σε συνεργασία με τον εικαστικό Jan Peter Tripp, το 2003· το βιβλίο έχει μεταφραστεί στα ελληνικά από τον Βασίλη Παπαγεωργίου και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Σαιξπηρικόν με τίτλο Αδιήγητη ιστορία), καθώς και (δ) το Über das Land und das Wasser (το 2008· σε αυτό περιλήφθηκαν αρκετά ποιήματα από μια ομότιτλη, αδημοσίευτη ποιητική συλλογή του Sebald – ο τίτλος θα μπορούσε να αποδοθεί Πέρα από τη γη και το νερό – αλλά και από μία δεύτερη, επίσης αδημοσίευτη ποιητική συλλογή, τη Schullatein – ελληνιστί Λατινικά του σχολείου)[i].

Η ανάγνωση των ποιημάτων του Sebald, ιδίως των πιο αφηγηματικών, ανακαλεί διάφορα στοιχεία της φωνής των αφηγητών σε μυθιστορήματα όπως Οι ξεριζωμένοι ή Οι δακτύλιοι του Κρόνου και μας δίνει το έναυσμα να αναλογιστούμε την ποιητική ποιότητα του πεζού του λόγου. Στα ποιήματά του επανέρχονται τα ίδια θέματα που βλέπουμε και στα μυθιστορήματά του: υλικά αρχείου, τα σύνορα, το ταξίδι, το τοπίο, η πράξη της ανάγνωσης, ο χρόνος, η μνήμη, ο μύθος, η εξορία, η τυχαιότητα. Από αυτά, η πράξη της ανάγνωσης δεν αφορά μόνο κείμενα, καθώς στο έργο του ο Sebald «διαβάζει» πίνακες, πόλεις, κτήρια, τόπια, όνειρα και πρόσωπα της ιστορίας. Αποτέλεσμα είναι, και στην ποίησή του ασφαλώς, ένας εγκυκλοπαιδικός πλούτος λογοτεχνικών παραπομπών και πολιτιστικών αναφορών που αντανακλάται και στα λίγα ποιήματα που παρατίθεντα εδώ και προέρχονται από τη συλλογή Über das Land und das Wasser (Μünchen: Carl Hanser Verlag, 2008).


[Άτιτλο][ii]
Πόσο είναι δύσκολο
να κατανοήσεις το τοπίο
καθώς περνάς απ’ αυτό με το τρένο
από δω προς τα κει
και σιωπηλά σε
παρακολουθεί να εξαφανίζεσαι.


Χρονοδιάγραμμα
Υποταγμένος
το πρωινό μελετώ
τους κόκκους του καφέ μου

Το μεσημέρι κόβω
μια φέτα για τον εαυτό μου
από την κούφια κολοκύθα του καλοκαιριού

Και μόνο όταν βραδιάζει ξανατολμώ
το κρητικό κόλπο
των ταυροκαθαψίων


Ανεξερεύνητο[iii]
Ο προπάππος
φορώντας το πολύχρωμο πανωφόρι του
καταρτίζει ένα ωροσκόπιο

Ένα τέλειο
επτάγραμμο όπου δεν μεταβάλλονται
οι κακόβουλοι οίκοι

Εκείνες οι λευκές περιοχές
που έχουν φωτοστοιχειοθετηθεί
πάνω στον ιστορικό μου άτλαντα



Πανάκεια
Μια ψαλιδιά
μια δαχτυλήθρα
το μάτι μιας βελόνας

Ένας προσκυνηματικός χώρος
μια αναμνηστική πέτρα
ένα βουνό που μετακινήθηκε

Ένα είδος χαμηλού πεύκου[iv]
κι ένα κυβοειδές παγάκι
χρωματισμένο με μια στάλα
βερολινέζικου μπλε



Mölkerbastei[v]
ο δωμάτιο του Μπετόβεν
είναι τακτοποιημένο τώρα

Τα κάδρα ισιωμένα
οι κουρτίνες καθαρές
και κάθε βδομάδα τα πατώματα
βερνικώνονται[vi] αδιαλείπτως

Μα την καρέκλα
πίσω από το πιάνο με ουρά[vii]
την έχουν απομακρύνει

Ακόμη έρχεται μερικές φορές
τα βράδια και συνθέτει κάτι
όρθιος

Υπό την αίρεση
η σύνθεσή του να ακούγεται μόνο
με ακουστικό βαρηκοΐας[viii]



Τριγωνομετρία των σφαιρών
Τη χρονιά του θρήνου
ο παππούς μετέφερε
το πιάνο στη σοφίτα
και δεν το έφερε
πίσω ποτέ ξανά

Με το μπρούντζινο τηλεσκόπιό του
τώρα εξερευνά
τις καμπύλες του ουρανού

Στο ημερολόγιό του έχει καταγράψει
έναν κομήτη με ουρά
και την κατηγορηματική πρόταση
ότι η σελήνη είναι έργο τέχνης της γης[ix]

Από κείνον ξέρω επίσης
για τον άγιο άνθρωπο που κάθεται
εκεί που η νύχτα γίνεται μέρα
και βρυχάται σαν λιοντάρι[x]

Και κάποτε μου είπε μην ξεχνάς
ο βόρειος άνεμος φέρνει
από τον οίκο του Κριού το φως
στις μηλιές


Ταξίδι στο Νιου Τζέρσι[xi]
Πέρασα δύο ώρες στα τέλη του Δεκέμβρη
στη λεωφόρο Γκάρντεν Στέιτ
στο πορτ μπαγκάζ του αρχαίου Φορντ
με την καρδιά μου να γίνεται μόνο
βαρύτερη χρόνο με τον χρόνο

Μια παρατεταμένη καταστροφή:
το συνεχές ποτάμι της κίνησης στους δρόμους
ο ατέλειωτος μόχθος της προσπέρασης
η βάναυση επαφή των βλεμμάτων
με εντελώς ξένους
στη γειτονική λωρίδα

Από πάθος
για τα προϊστορικά αδέρφια του
απογειώνεται από το αεροδρόμιο του Νιούαρκ
ένα Τζάμπο πάνω από βάλτους και λιμνοθάλασσες
πάνω από ένα γιγάντιο
βουνό σκουπιδιών που βγάζει καπνούς
και από τα αναρίθμητα φώτα
των διυλιστηρίων

Μίλι το μίλι καχεκτικά δέντρα
τηλεγραφόξυλα λιβάδια από μύρτιλα
μια επαρχία της Σιβηρίας
αποικιοκρατούμενη έπειτα σπαρμένη
ετοιμοθάνατα σούπερ μάρκετ
εγκαταλελειμμένα πτηνοτροφεία
στοιχειωμένα από εκατομμύρια επί εκατομμυρίων
αυγά για πρωινό
που κρύβουν τους ακατανόητους αναστεναγμούς
ενός ολόκληρου έθνους

Κοντά στην πόλη των συνταξιούχων, το Λέικχερστ
ένα πάρκο σαφάρι άηχο
κάτω από το παλτό του πάγου
κοιμητήρια τόσο μεγάλα
όσο τα θέατρα μαχών των παγκοσμίων πολέμων
ύποπτοι χώροι κήδευσης των πεθαμένων
αντικερί και ένας σταθμός λεωφορείων
για τα τελευταία ταξίδια
προς το Ατλάντικ Σίτι

Στο ημίφως του ίδιου του καταυλισμού
δέκα τετραγωνικά μίλια από αμυδρά
φωτισμένα μπάνγκαλοου
πρασιές με κωνοφόρα-νάνους
χριστουγεννιάτικες διακοσμήσεις
Αη Βασίληδες Ρούντολφ το ελαφάκι
και μπροστά από ένα σπίτι
ο θείος μου να ταΐζει τα πουλιά

Πίνοντας ποτό
αργότερα μου λέει
για την κατάληψη της Νέας Υόρκης
Πίνοντας ποτό σκέφτομαι
τις συνέπειες της καταστροφής μας
και τη σημασία της φωτογραφίας
που τον δείχνει, τον θείο μου,
σαν βοηθό σιδηρουργού το ΄23
στη νέα χάλκινη οροφή
της συναγωγής του Άουγκσμπουργκ
τότε ήταν καλύτερες εποχές

Την επομένη πάμε με το αμάξι στη θάλασσα
στη λεωφόρο Σισάιντ Παρκ το μεσημέρι
ξύλινοι διάδρομοι ερημωμένοι
φαγάδικα καλυμμένα με σανίδες
εξοχικά σε αλπικό στιλ
με αέρηδες να κυκλοφορούν ανάμεσά τους
γιοτ που κροταλίζουν απ’ το κρύο
η προαστιακή μετανάστευση των αμμόλοφων

Με τα καφετιά κύματα στο ύψος του σπιτιού
σαν υπόβαθρο ο θείος μου
γέρνοντας μπροστά μέσα στον άνεμο
μου βγάζει αντί για ποτό
μια φωτογραφία με την Πολαρόιντ του

Άραγε είναι αλήθεια ότι πεθαίνουμε
μόνο μια φορά



Ενενήντα χρόνια μετά
μια Κυριακή από-
γευμα του μηνός
Νοεμβρίου οδήγησα με το αμάξι
νότια του Φράιμπουργκ
πέρα από τις παρυφές
του Μέλανα Δρυμού.

Στον δρόμο μέχρι την Πύλη
της Βουργουνδίας σε χαμηλό ύψος
ακίνητα σύννεφα
πάνω από ένα τοπίο
βαθιά μες στις σκιές,
τα εκκολαπτόμενα μοτίβα των

αμπελώνων στις πλαγιές του.
Το Μπαντενβάιλερ[xii] μοιάζει
ερημωμένο μετά
από μια ιογενή καλοκαιρινή
επιδημία. Σιωπηλή
αιμορραγία, φαντάζομαι,

σε κάθε σπίτι και τώρα
δεν υπάρχει ούτε μία
ψυχή τριγύρω, ακόμη και
το πάρκινγκ
κοντά στις εγκαταστάσεις άδειο.
Μόνο στο φυτώριο των δέντρων

κάτω από γιγάντιες
σεκόγιες συναντώ
μια μοναχική κυρία
που μυρίζει πατσουλί
και κρατά ένα λευκό
σκυλάκι Πομεράνιαν στην αγκαλιά της.

Καθώς το απόγευμα
πλησιάζει
ο ήλιος βυθίζεται στη δύση
ανάμεσα στα σύννεφα
και την κορυφογραμμή
των λόφων του Βοζ
το τελευταίο από το
φως που χάνεται πλημμυρίζει
την κοιλάδα του Ρήνου
που τρεμοφέγγει και αναρριγεί
όπως η αλμυρή ακτή
μιας ξεραμένης λίμνης.



Στο Αλφερμέ[xiii]
αργά τον Νοέμβρη
όλη τη νύχτα
η βροχή γλείφει
τον Ιούρα[xiv]

Περνώντας στραβά τον ύπνο στη βελόνα
γράμμα-γράμμα
έρχεται μια γλώσσα
που δεν καταλαβαίνεις

Τα εξουθενωμένα μάτια
του συγγραφέα τα
δάχτυλα του ενός χεριού στα
πλήκτρα της μηχανής

Το πρωί σηκώνεται το σκοτάδι
από τη γη
και δεν υπάρχει καμία διαφορά
ανάμεσα σε λίμνη & αέρα

Κατά μήκος της ακτής
μια σειρά λεύκες
πίσω τους σε ένα αγκυροβόλιο
ένα μοναχικό καράβι

Πέρα από το γκρίζο
νερό αόρατο
μέσα από λωρίδες ομίχλης
το χωριό Zουτς

λίγα φώτα
που τρεμοσβήνουν &
μια στήλη χιονό-
λευκου καπνού.


Σημειώσεις:
[i] Σύμφωνα με την αγγλική έκδοση, Across the Land and the Water, σε επιμέλεια και μετάφραση του Iain Galbraith, που κυκλοφόρησε το 2012 από την Penguin Books, ορισμένα ποιήματα που στη γερμανική έκδοση παρουσιάζονται να ανήκουν στη συλλογή Schullatein είναι προγενέστερα ποιήματα, που έγραψε ο Sebald ενώ ήταν μαθητής.
[ii] Από τα ποιήματα που έγραψε ο Sebald στα μαθητικά του χρόνια, βλ. και την προηγούμενη σημείωση. Το ποίημα απηχεί, ήδη από τόσο νωρίς, τη γοητεία που του ασκούσαν τα ταξίδια.
[iii] Ο τίτλος αναφέρεται στις λευκές περιοχές (βλ. και τον έβδομο στίχο του ποιήματος) που στους παλιούς χάρτες αναπαριστούσαν ανεξερεύνητα σημεία.
[iv] Στο πρωτότυπο Drudenfuss, λέξη που εκτός από το φυτό σημαίνει και πεντάγραμμο και ανακαλεί τον εγγεγραμμένο σε πεντάγραμμο άνθρωπο που απαντάται στις εσωτερικές παραδόσεις (αστρολογία, αλχημεία, κ.λπ.). Ο Sebald επιστρέφει στα κείμενά του σε αυτές ολοένα.
[v] Ο Μπετόβεν, όταν ζούσε στη Βιέννη, έμενε στην οδό Mölkerbastei 8.
[vi] Στη μετάφραση χάθηκε δυστυχώς ένα λογοπαίγνιο. Η μετοχή gewienert του πρωτοτύπου σημαίνει «βερνικωμένα/γυαλισμένα», όμως συνείρει το ρήμα wienern που σημαίνει «μιλώ με βιεννέζικη προφορά».
[vii] Ο Μπετόβεν όντως δεν καθόταν σε κάθισμα πιάνου όταν συνέθετε, αλλά σε καρέκλα.
[viii] Εδώ παρουσιάζεται μια εικόνα του μουσείου ως χώρου που δεν πρέπει να διαταράσσεται και κατ’ επέκταση της ιστορίας ως συνθήκης συλλογικής μνήμης που πρέπει να διατηρείται τακτοποιημένη. Μόνο ο Μπετόβεν επιτρέπεται στον χώρο τη νύχτα, με την προϋπόθεση οι συνθέσεις του να μην μπορούν να ακουστούν.Το ποίημα αποτελεί πιθανότατα αιχμή για την παθολογικά υγιεινή και τακτοποιημένη επιφάνεια του πολιτισμού.
[ix] Στο πρωτότυπο “Der Mond ist ein Kunstwerk der Erde”: φράση από βιβλίο του Johann Wilhelm Ritter (το Fragmente aus dem Nachlass eines jungen Physikers, Χαϊδελβέργη 1830), όπου ο άνθρωπος εμφανίζεται στο σημείο τομής των τεσσάρων ειδών όντων του κόσμου (πουλιών, σκουληκιών, ψαριών, εντόμων), δηλαδή ως αδιάρρηκτο τμήμα της φύσης.
[x] Αναφορά στο Ταλμούδ.
[xi] Ο τίτλος στα αγγλικά στο πρωτότυπο.
[xii] Γνωστός ο θαυμασμός του Sebald για τον Τσέχωφ, ο οποίος υπέφερε από φυματίωση και είχε επισκεφθεί τη συγκεκριμένη πόλη με την ελπίδα να θεραπευτεί. Δυστυχώς όμως άφησε εκεί την τελευταία του πνοή, στις 15 Ιουλίου 1904.
[xiii] Το Αλφερμέ (Alfermée) είναι ένα μικρό χωριό στις όχθες της λίμνης Μπίελ (Biel) στην Ελβετία.
[xiv] Οροσειρά στα βόρεια των Άλπεων που εκτείνεται μεταξύ Γερμανίας, Γαλλίας και Ελβετίας και έχει δώσει το όνομά της στην Ιουρασική γεωλογική περίοδο.


Σημ.: Οι μεταφράσεις, μαζί με το εισαγωγικό σχόλιο και τις υποσημειώσεις, πρωτοδημοσιεύθηκαν στο περιοδικό Μανδραγόρας, τεύχος αρ. 61.

Δευτέρα, 11 Μαΐου 2020

Το ποίημα της Δευτέρας - Ἀτιτλο του Νίκου Γαλάνη



Εσύ το απέραντο χιόνι 
το σίγουρο βλέμμα 
Εσύ το κερί που δεν λειώνει 
τραγουδάς 
ήσυχη πια 
πάν’ απ’ της μέρας το γέρμα. 

Εσύ κόρη ξανθή κοιμάσαι 
φτερό στην καρδιά μου 
Εσύ αστραπή δεν φοβάσαι 
τίποτα 
ήσυχη πια 
στη μέση κάποιου θαλάμου. 

Εσύ το αγέρωχο άτι 
μιας γερασμένης ηπείρου 
Εσύ γης ζεστής είσαι τ’ αλάτι 
στέκεσαι 
ήσυχη πια
στη φλόγα μέσα τ’ ονείρου. 


Νίκος Γαλάνης
για τα 75 χρόνια από την 9η του Μάη 1945*
(αδημοσίευτο)





* Την 9η Μαϊου σε αρκετές χώρες, κυρίως της πρώην σοβιετικής ένωσης, γιορτάζουν την λήξη του Β' παγκόσμιου πολέμου και τιμούν τα θύματά τους. Στη Ρωσία για παράδειγμα προετοιμάζονται ένα μήνα πριν για τη γιορτή αυτή. Το συγκεκριμένο ποίημα είναι αφιερωμένο στην κοπέλα-μαχήτρια του κόκκινου στρατού που απεικονίζεται στη φωτογραφία.

Πέμπτη, 7 Μαΐου 2020

"Ακτινογραφία θώρακος" του Γιώργου Γκανέλη

ΤΑ  ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΑ
Στο μικροσκόπιο το χαλάκι της πόρτας
με τα αποτυπώματα των παπουτσιών

Δε θέλω να αναφερθώ σε λεπτομέρειες
Οι λέξεις ακυρώνονται από τη φλυαρία

Το είπα και χθες πως η ζωή είναι δρόμος
ο καθένας με ένα σακίδιο στην πλάτη
ψάχνει απεγνωσμένα να βρει αυτό το σπίτι
μετά σκουπίζει τα πόδια του και μπαίνει

Με φοβίζει το θέμα της διανυκτέρευσης
τι όνειρα θα δει και πώς θα τα ερμηνεύσει

Τα αποτυπώματα στο χαλί πάντα κρύβουν
Το στέρεο υπόλειμμα των χαμένων ημερών


Στη νέα ποιητική συλλογή του Γιώργου Γκανέλη,  οι σκηνές από την πόλη που υπήρχαν σε προηγούμενες συλλογές του λιγοστεύουν, οι διαδρομές του γίνονται πιο εσωτερικές, το σύμπαν συχνά χωράει σε ένα δωμάτιο. Οι υπερρεαλιστικές εικόνες του αντλούν το υλικό τους από την πραγματικότητα, απεικονίζουν συμβολικά τα καίρια ζητήματα της εποχής μας. Μέσα τους παρεισφρέει ένας λόγος δηκτικός, σαρκαστικός και κάποτε νοσταλγικός, ένας ελεγχόμενος χείμαρρος από λέξεις που σταδιακά φανερώνει όσα ο ποιητής κρύβει στην καρδιά του. Μια αληθινή «Ακτινογραφία Θώρακος», όπως ο τίτλος της συλλογής προϊδεάζει.

Η ποίησή του γίνεται μια αλληγορική κριτική για την εποχή μας και τον σύγχρονο άνθρωπο που τo όραμά του έχει γίνει τόσο υλιστικό όσο και οι ανάγκες του και δεν βλέπει που οδηγούν οι λάθος επιθυμίες του για εξουσία και πλουτισμότο κληροδότημα που αφήνει στο μέλλον. Μιλάει για ένα κόσμο που λειτουργεί, θαρρείς, με μια μηχανική καρδιά και επιβάλλει τη λογική του στον άνθρωπο. Με τις καθημερινές συνήθειες του να ακολουθούν μια αυτοματοποιημένη ρουτίνα, την υποβάθμιση της αξίας της αγάπης, την απαξίωση του έρωτα, εκείνο που πάσχει είναι η ανθρωπινότητά του. ...Τα σίδερα πάλλονται/ ευαισθησία το λες/ ή ξεφτισμένο μοτέρ/ όπως και να το δεις/ οι μηχανές έχουν ζωή... 

Το νοσοκομείο γίνεται η πύλη για να συνειδητοποιήσει τη θνητότητά του, στο κατώφλι του αφήνει κάθε ψευδαίσθηση αθανασίας. Ο ποιητής σκέφτεται σκωπτικά, την πιθανότητα ενός παράδεισου που να θυμίζει την καθημερινότητά μας: ...Αλλά μια μέρα θα εξερευνήσω/ μ’ ένα ποδήλατο τον ουρανό/ και τότε να δεις αγγέλους/ μποτιλιαρισμένους στα σύννεφα/ -μη συνεχίσω και εκτεθώ – Τα υπόλοιπα στο αεροδρόμιο... 

H αίσθηση της απαξίωσης κάθε ιδανικού συνοδεύεται από το κενό, την έλλειψη νοήματος. Οι ιδέες γκρεμίζονται, η φιλοσοφία και οι τέχνες περιθωριοποιούνται: Το φως ό,τι κι αν λέει/ εδώ θα μαρτυρήσει/ πιο σκοτεινιά δεν γίνεται

Γιατί ανάμεσα στο θάνατο και στη ζωή που μισείς/ δύο είναι οι κόσμοι/ κι ο Πλάτωνας/ στριμωγμένο φρικιό/ Όπου αλητεύουν οι ιδέες/ υψώνονται οδοφράγματα/ φέρτε μου Μεταφυσικές/ στον δρόμο να ανάβω/ σαν να ’τανε φεγγάρια/ (Χωρίς παρεξήγηση/ παραμένω εμπειριστής) 

Ο ποιητής στηλιτεύει την αυτοματοποιημένη ρουτίνα, την ελεγχόμενη ζωή μας, που βρίσκει μόνο στις Κυριακές ένα ξέφωτο. Σατιρίζει τη χαμένη ικανότητά μας για οποιαδήποτε αντίδραση απέναντι σε ένα σύστημα που μουδιάζει τα συναισθήματα και αποδυναμώνει τη σκέψη. Ο άνθρωπος βιώνει την αλλοτρίωσή του, πεθαίνει σε δόσεις: Ούτε σφυριά ούτε αλυσοπρίονα/ ο κρότος της γης ελεγχόμενος/ και τ’ αεροπλάνα κάθε Κυριακή εξαφανίζονται από τα ραντάρ…

Λοιπόν ελάτε να μελαγχολήσουμε/ αφήστε στην άκρη τα προσχήματα/ είσαστε ή δεν είσαστε συνένοχοι/ αυτής της εκκωφαντικής σιωπής; Καπνίστε ελεύθερα/ συγκατοικήστε/ συνουσία δυο σπασμένων φωνών/ κι ο κόσμος άβυσσος με καθρέφτη…

Η βαθιά ανάγκη του ανθρώπου να αγαπήσει και να αγαπηθεί σκοντάφτει στη δυσπιστία που έχει ο ένας άνθρωπος για τον άλλον και κάνει αδύνατη κάθε ουσιαστική επικοινωνία: Πέρα από τα προσωπικά δράματα/ και τα λόγια που προλειαίνουν θλίψη/ αναζητούμε δυο δάχτυλα φωσφορικά/ αυτά που φωτίζουν τις κατακόμβες/ τις κρύες νύχτες της περισυλλογής… 

Δεν είναι εύκολη υπόθεση ο έρωτας/ ακόμη κι αν βρεις το αντικλείδι του/ σε περιμένει στη γωνία ο αντίλαλος/ η διαφορετική εκδοχή της μοναξιάς/ γιατί ο εαυτός σου είναι πάντα ένας

Τελικά το ένστικτο της ελευθερίας/ υπερισχύει κάθε άλλου αγγίγματος/ και το πρωί δυο σπασμένα δάχτυλα/ ουρλιάζουν πάνω στα λευκά σεντόνια/ Κι εμείς σαν ξένοι να κοιταζόμαστε

Καταγγέλλει τον άνθρωπο που δεν βλέπει, δεν ακούει, δεν μιλάει, αλλά γυρίζει την πλάτη, αποστρέφει το βλέμμα από αυτό που δεν θέλει να ξέρει: Αν υποθέσουμε/ πως ήταν χαράματα/ πως περνούσαν καρφιά/ σ’ έναν νεκρό άνθρωπο/ και κοίταζες τη σκηνή/ απ΄το σπασμένο τζάμι/ - ξέχασα να συστηθώ: ένας μικρός αντίλαλος…

Στην ποίησή του είναι το προφανές που σε περιγελάει, τα κακώς κείμενα που κανείς προσπερνάει, γιατί τα έχει συνηθίσει, τα θεωρεί δεδομένα. Οι λέξεις του αποκτούν ένα σαρκασμό που επιθυμεί να αφυπνίσει και μαζί εκθειάζει τη φωτεινότητα των καταφρονεμένων ανθρώπων:
Ηθικό πλεονέκτημα να είσαι νηστικός και να ταΐζεις λύκους… Να είσαι άστεγος και να σου ζητούν οικοδομική άδεια… …Και είναι απίστευτη η φωτεινότητα/ του κάθε λογής καταφρονεμένου…

Κάποιοι άνθρωποι δείχνουν τόσο κενοί που θυμίζουν άδεια πουκάμισα. Όσοι ταυτίζουν την εσωτερική αξία τους με τα υλικά αγαθά τους, δεν αναλογίζονται  σε τι χάος θα βρεθούν αν για κάποιο λόγο τα χάσουν:

Σήμερα είδα έναν άνθρωπο/ με δυο στιλέτα στην καρδιά/ δεν είχε καθόλου καύσιμα/ κι όμως πετούσε στο χάος/… εγώ μπήκα στο μετρό/ κι έγινα πειραματόζωο/ Τι άλλο θέλεις να μάθεις;/ 

Οι επιβάτες στη θέση τους/ κι ο θάνατος μηχανοδηγός. 

Από την ποίησή του περνάνε οι σφετεριστές της γης που τώρα λυμαίνονται άλλον πλανήτη, μιας και τα αποθέματα της γης κάποτε τελειώνουν και η εξόρυξη κοστίζει…

Οι σκοτεινές συναλλαγές που κλείνονται αθέατα στο φως της ημέρας από τους λίγους και βλάπτουν τους πολλούς: Τον ήλιο να τον κοιτάς απ’ τις βαθιές ρωγμές του/ να σε τυφλώνει το γκρίζο/ ουδέποτε η φωτεινότητα/…Οι ρίζες του σκότους/ ποτίζονται το μεσημέρι/ …Δέρματα αρκούντος σκοτεινά/ διψούν για τυφλές χειραψίες…

Ακούγεται ο θόρυβος από τα παγόβουνα που σπάνε στο σκοτάδι της νύχτας.

Συχνά μια μυρωδιά, μια εικόνα, ένας ήχος, ζωντανεύει μια ξεχασμένη ανάμνηση και φτιάχνει το ποίημα. Η μυρωδιά του φαγητού που ξεχύνεται από τη διπλανή πόρτα, παράγει μοναξιάΤα αποτυπώματα στο χαλί πάντα κρύβουν/ το στέρεο υπόλειμμα των χαμένων ημερών…

Το νερό της βρύσης φέρνει στη μνήμη τη ροή του αίματος, τον πόλεμο. Οι ομπρέλες που κλείνουν ανεξήγητα είναι αλληγορία για την έλλειψη ουσιαστικής βοήθειας προς τα αθώα θύματά του:

Να σας θυμίσω τις ομπρέλες/ που έκλειναν ανεξήγητα/ όταν άρχιζε η βροχή; Τους τραυματίες των ουρανών/ στα φεγγάρια – χειρουργεία;/ Μόνος είδα τα ψαλίδια/να κόβουν τον ομφάλιο λώρο/ του λευκού μεσημεριού/ και τα περιστέρια στα σύρματα/ να γίνονται άγγελοι/ Έκτοτε το χιόνι μοιάζει γάζα/ που απορροφά τα αίματα…

Εδώ το ποίημα φέρνει στο νου συνειρμικά, τα χιλιάδες παιδιά που σκοτώθηκαν τα τελευταία χρόνια στην λωρίδα της Γάζας και σε άλλα μέρη του κόσμου…

Ο ράφτης που βλέπει τυχαία να ράβει στην Ερμού, στο ποίημα γίνεται ο ράφτης που ράβει της γης το μέλλον, αργότερα ξηλώνει τα μανίκια...

Δέκα μποφόρ όνειρα ολόγυμνα/ που πέφτουν απ΄το φεγγάρι/ δεν είναι αγάλματα σε κουτί/ παρόλα αυτά μην τα κλαις/ υπάρχει ο ράφτης να τα ντύσει…Εδώ τα δυνατά μποφόρ, η πανσέληνος, η νύχτα, θυμίζουν τους χιλιάδες πρόσφυγες που κατορθώνουν να φθάσουν από τις εμπόλεμες περιοχές στις ακτές της Μεσογείου, μετά από τιτάνιο αγώνα με τα στοιχεία της φύσης, τη μεγάλη αυτή ανθρωπιστική κρίση της εποχής μας.

Μαζεύτηκαν πολλά και η τροπή των πραγμάτων δικαιώνει τις ανησυχίες μου, γράφει ο ποιητής στο τελευταίο ποίημα της συλλογής: Ό,τι δεν φαίνεται με τα μάτια δημιουργεί μετασεισμούς. Αυτό είναι μια άσχημη εξέλιξη/ και η εκδίκηση του πολιτισμού...

 Όπως και να 'χει,  κυλάει αίμα στις φλέβες των ποιημάτων του και εκείνος τολμάει, με τρόπο σαχτουρικό θαρρείς, να εμφανίζεται μέσα τους και να αδειάζει το περίσσιο αυτό συναίσθημα στη θάλασσα. Ο ποιητής ασκεί κριτική στα κακώς κείμενα της σύγχρονης εποχής μόνο για να αφυπνίσει τον άνθρωπο, να του θυμίσει την αξία της αλληλεγγύης και της αγάπης, να τον ωθήσει να αγωνιστεί για ένα δίκαιο κόσμο, να κρατήσει ζωντανό το όραμά του για το μέλλον.

…Αν εξαιρέσεις κάποια αγάλματα/ όλα τα υπόλοιπα χρειάζονται αγάπη…

                                                                                                Κατερίνα Τσιτσεκλή


Δευτέρα, 4 Μαΐου 2020

Το ποίημα της Δευτέρας - "Ήσυχοι άνθρωποι" του Νικόλα Λεβέντη



Ήσυχοι άνθρωποι

Δεν έχεις δει τίποτα ακόμα.
Δεν θα υπάρξει άλλη δικτατορία σαν αυτή.
Όταν οι πράοι
αποφασίσουν να μιλήσουν
ακόμα και ο σκύλος σου θα φοβάται να γαβγίσει.

Έχουν ακούσει αρκετά
σκόρπια, ανώφελα, κακομαθημένα λόγια
για να τους επιτρέψουν να εξουσιάσουν ξανά.

Στο εξής, θα ακούς μόνο τις στριγκλιές
εκείνων που συνήθιζαν να μιλούν.
Να τη φοβάσαι αυτή την ημέρα.

Ο σεβασμός θα είναι η νέα θρησκεία,
η αγάπη ο νέος τρόπος σκέψης,
η εσωστρέφεια το νέο σπίτι της νόησης

και οι ήσυχοι άνθρωποι θα γευματίσουν
πάνω στα νεκρά σώματα όποιων δεν συμμορφωθούν.
Η τελευταία λέξη θα είναι η κραυγή τους.


Νικόλας Λεβέντης
από τη συλλογή του Κυνισμός, εκδ. Στοχαστής 2019