Παρασκευή, 3 Απριλίου 2020

Ο μεταπολεμικός κόσμος του Μανὀλη Αναγνωστάκη

Πηγή φωτογραφίας: sansimera.gr.
Το περιθώριο, μια σειρά επιγραμματικών φράσεων και ποιητικών αφηγήσεων, είναι ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά βιβλία του Μανόλη Αναγνωστάκη, όπου γίνεται απολογισμός της μέχρι τότε πορείας του. Όπως λέει ο ίδιος στον πρόλογο, όλα τα κείμενα γράφτηκαν τους τελευταίους μήνες του 1968 και τους πρώτους μήνες του 1969, για να κυκλοφορήσουν ανάμεσα σε πολύ λίγους φίλους του σε περιορισμένα, δακτυλογραφημένα αντίγραφα. Στο σύνολό τους, απηχούν τις αναμνήσεις, τις ενοχές, τους εφιάλτες από τα σκοτεινά χρόνια που ήταν ενταγμένος στην ένοπλη αριστερά, τις ανησυχίες του, τις παρατηρήσεις για την εξέλιξη των ανθρώπων και τις αλλαγές που συμβαίνουν γύρω του στη μεταπολεμική Ελλάδα. Σε μια από τις πιο συγκλονιστικές περιγραφές της κατοχικής ατμόσφαιρας μιλά για μια προσωπική του εμπειρία από κάποια εκτέλεση προδοτών:

Φυλάγαμε τσίλιες οι τρεις μας, γωνία Αρριανού-Ολύμπου. Κρατούσαμε σφιχτά το περίστροφο, με το χέρι στη φαρδιά τσέπη του σακακιού που φούσκωνε, όπως στην τελευταία ταινία του Τζωρτζ Ραφτ. Στις οχτώ ακριβώς ακούστηκε μια ριπή από πολυβόλο και σε λίγο σκόρπιοι πυροβολισμοί. Στις οχτώ και πέντε έφτασε ο Γαλάνης να μας πει να διαλυθούμε. Εγώ κατέβαινα μαζί του μέχρι την Εγνατία. "Απλή δουλειά", είπε. Μόλις μπήκαμε μέσα στον τεκέ τους βρήκαμε όλους ξαπλωμένους στην κουρελού ακίνητους, σα να μην άκουσαν που μπήκαμε. Τους φωνάξαμε να σηκωθούν. Δε σηκωθήκανε, ήτανε βαριά μαστουρωμένοι. Τους ρίξαμε με την ησυχία μας μια και καλή. Δε σάλεψε κανείς τους, ούτε κιχ, οχτώ άτομα. "Θ’ ανασάνει τώρα η γειτονιά από την αλητεία του Κιορπέ". "Πάρε το περίστροφο", είπα, "δεν έχω πού να το ακουμπήσω απόψε". Πρόσεξα τη φωνή μου. Την πρόσεξε και ο Γαλάνης. "Σε καταλαβαίνω", είπε. "Δεν έχεις συνηθίσει ακόμα". "Είναι κι αυτό", είπα.

Οι εκτελέσεις βέβαια αφορούσαν και τις δυο πλευρές:
Είχαμε ραντεβού με τον Βαμβακά, στις εννιά παρά είκοσι, στην οδό Κωνσταντίνου Μελενίκου – αυτός θ’ ανηφόριζε. Στις οχτώ και πέντε τον σκοτώσανε στη Μισραχή, την ώρα που έτρεχε να προλάβει το τραμ. Την άλλη μέρα, είδα τη φωτογραφία του στην εφημερίδα. Τότε τον είδα για πρώτη φορά και έμαθα πως αυτός που περίμενα και δεν ήρθε ήταν ο Βαμβακάς.

Μετά την ήττα της αριστεράς άρχισαν οι εκκαθαρίσεις:
Μπήκανε στα γραφεία του Κόμματος, σπάσανε τις ντουλάπες και τα συρτάρια, σκίσαν τις φωτογραφίες, αναποδογυρίσαν τα έπιπλα, βρίζοντας και βλαστημώντας.
Σε δυο κάρα στοιβάξαν ως απάνω τα χαρτιά και τα βιβλία και τα πήρανε.

Όπως οι ρόδες τραντάζονταν από τις λακκούβες, στην οδό Κατούνη, γλυστρούσανε εδώ κι εκεί από το ξεχειλισμένο φορτίο, στο δρόμο το λασπωμένο, λογιστικά τετράδια και κομματικές ταυτότητες.

Στη γωνιά του πρακτορείου Μπέρου αντάμωσα την Ουρανία που έσφιγγε το μαντήλι στο στόμα της κι έκλαιγε με λυγμούς.

Ύστερα από είκοσι χρόνια, ο ποιητής ανακαλύπτει πληροφορίες και λεπτομέρειες για πρόσωπα που έπαιξαν το παιχνίδι τους εκείνη τη σκοτεινή εποχή, με το αζημίωτο βέβαια:
Ο δικηγόρος του Σακκά πήρε 200 λίρες στο χέρι, με την υπόσχεση να κατεβεί αμέσως στην Αθήνα να στείλει την εκτέλεση. Την άλλη μέρα ο Σακκάς εκτελέστηκε. Ο δικηγόρος το ήξερε αυτό από τα πριν, τον είχανε είχαν εκτελέσει και τον ενημερώσανε για την απόρριψη της αίτησης για χάρη. "Έκανα ό,τι ήταν ανθρωπίνως δυνατόν", είπε. "Μου πήρανε τα λεφτά και με γελάσανε κοτζάμ υπουργοί…".
Γιατί να μου τα ξαναθυμίσει πάλι ο Γιώργος όλα αυτά χτες, όταν μας συστήσανε σ’ ένα σπίτι την κόρη του δικηγόρου κυρία Τάδε σήμερα, με άντρα γιατρό, συνάδελφο, και με μια βίλα προικώα, στη Χαλκιδική.

Την περίοδο 1951-54 ο Μανόλης Αναγνωστάκης βρίσκεται κλεισμένος στην φυλακή του Γεντί Κουλέ, καταδικασμένος από το στρατοδικείο δις εις θάνατον επειδή κρίθηκε επικίνδυνος και αρνήθηκε να αποκηρύξει την ιδεολογία του. Εκεί τον επισκέπτονται η αδερφή του Λούλα Αναγνωστάκη κι ο Ντίνος Χριστιανόπουλος,  που τον κράτα ενήμερο για τις εξελίξεις στο χώρο της λεπτοτεχνίας.

Η οικογένειά του προσπάθησε με κάθε τρόπο να τον σώσει, πληρώνοντας μεγάλα ποσά, μετέτρεψε δυο φορές την ποινή του και τελικά κατάφερε να τον αποφυλακίσει το 1954. Αφού υπηρέτησε την θητεία του,  έφυγε αμέσως στη Σουηδία για ιατρικές σπουδές,  όμως οι αναμνήσεις των φρικτών στιγμών που πέρασε τον ακολουθούσαν σ’ όλη τη ζωή του:
Όταν ήμουν με τυφοειδή πυρετό στο Αναρρωτήριο, κάθε πρωί στις πέντε, περνούσαν κάτω από τα παράθυρα οι φάλαγγες των μελλοθανάτων κι εμείς στα κρεβάτια μας ακούγαμε τα τραγούδια, τις ζητωκραυγές, τις βλαστήμιες.
Εκείνο το πρωί νόμισα πως ξεχώρισα τη φωνή το Φαρμάκη, ένα τόνο πιο πάνω από τις άλλες – ύστερα κατάλαβα πως ήτανε για μένα τον άρρωστο, ένα τελευταίο μήνυμά του, ο αποχαιρετισμός.

Οι άνθρωποι με τους οποίους έζησε τα δύσκολα χρόνια δε φεύγουν ποτέ απ’ το μυαλό του:
Τα βράδια, τις πιο πολλές φορές, συναντιόμασταν σε μια γωνιά του πάρκου, πλάι στο ερειπωμένο και ακατοίκητο περίπτερο που, άγνωστο γιατί, το λέγαμε "στους τροπικούς". (Σήμερα είναι εκεί το λούνα παρκ και το σκοπευτήριο.) Ο Χάρης σκοτώθηκε το ΄44, ο Ξενοφών είναι γιατρός στη Μόσχα, η Ισμήνη σκοτώθηκε το ΄47, ο Μέρτζος εκτελέστηκε το ΄48, ο Αργύρης είναι καθηγητής στο Πίτσμπουργκ, ο Τάκης υπάλληλος του ΙΚΑ Σερρών. Εγώ γράφω.

Όταν εκτελέστηκε ο Ζάνος, ήτανε 27 χρονώ. Εμείς κλείναμε τα 23. Τώρα είμαστε στα 45.

Παρά τη στράτευσή του στην αριστερή ιδεολογία, είχε πάντα τις αμφιβολίες του για τις επιλογές των υψηλά ισταμένων του κόμματος και πάντα ήθελε να εντοπίζει τις ευθύνες τους:
Χρόνια και χρόνια μας μιλούσανε (και μιλούσαμε κι εμείς με τη σειρά μας) για τον Μ.Σ. σαν τον πιο επικίνδυνο, ύπουλο και σατανικό χαφιέ. Μέσα στη ζοφερή βίβλο της προδοσίας, ο Μ.Σ. ιδιαίτερο κεφάλαιο, πέρασε από την προηγούμενη γενιά στη δική μας, για να παραδοθεί, σκυτάλη μισητή, στην επόμενη. Γνώρισα πρόπερσι για πρώτη φορά τον Μ.Σ. στο σπίτι του, στο Μοσχάτο. Η αμφιβολία σφηνώθηκε μέσα μου από τη πρώτη στιγμή. Πήγα και ρώτησα ανθρώπους, ψηλά, για την περίπτωση. Δυο, σκεφτικοί, μου είπαν πως από καιρό δεν είναι πια τόσο βέβαιοι όπως άλλοτε. Ένας τρίτος δεν είχε πια σοβαρές αμφιβολίες για την αλήθεια. Γιατί δε βγαίνουμε να τα πούμε αυτά στον κόσμο μας, τους είπα. Δεν ενδιαφέρεται πια κανείς γι’ αυτή την υπόθεση, μου είπαν. Πέρασαν χρόνια από τότε… Ρώτησα τον Μ.Σ. τον ίδιο. Γιατί σιωπάς ακόμα; Γιατί δε μιλάς; Δεν ενδιαφέρεται πια κανείς για την υπόθεση, μου είπε. Πέρασαν τόσα χρόνια από τότε… Τώρα που γράφω και μια διαδήλωση νέων αμέριμνων παιδιών περνά κάτω από το παράθυρό μου, τραγουδώντας εύθυμα και φωνάζοντας το ένα-ένα-τέσσερα, σκέφτομαι κι εγώ πως ναι, αλήθεια, όλοι έχουν δίκιο. Δεν ενδιαφέρεται πια κανείς γι’ αυτή την υπόθεση Πέρασαν τόσα χρόνια από τότε...

Οι νέοι της εποχής κι οι σχέσεις τους με τη δική του γενιά βρίσκονταν πάντα στο επίκεντρο της προσοχής του:
Ο Γ.Χ. το πλουσιόπαιδο, που παντρεύτηκε φοιτητής τη Βάσω  ύστερα από δεκαοχτώ χρόνια στην Κέρκυρα και στο Ιτζεδίν  ζει τώρα στα Σεπόλια, με κίρρωση του ήπατος, σάκχαρο δύο και ογδόντα πέντε και σπονδυλωτή σπονδυλαρθρίτιδα. Ο γιος του λείπει εργάτης στη Γερμανία, η κόρη του συζεί μ’ έναν αξιωματικό της αεροπορίας στη Θεσσαλονίκη. Η Βάσω πέθανε. Τα παιδιά της γειτονιάς, όταν τ’ απογεύματα βγάζει την καρέκλα του και κάθεται στο δρόμο μπροστά στην πόρτα του, τον χαιρετούν και τον φωνάζουν μπάρμπα.
Γυρίζοντας ο Κ.Λ. από την Ικαριά, βρήκε το γιο του, παλληκάρι πια σε μια σχολή κινηματογράφου, με τις σπουδές του σταματημένες στη Γ΄ Γυμνασίου. Πούλησε κάτι παλιά βιβλία, του αγόρασε καινούριο κοστούμι, του 'βαλε ένα γνωστό καθηγητή να τον προγυμνάσει στα μαθηματικά. Το πέμπτο βράδυ, σ’ ένα καυγά στο σπίτι, το παλληκάρι σήκωσε τη γροθιά και του την έφερε στο πρόσωπο, βρίζοντας τον χαμένο κορμί και κερατά.

Με κάθε αφορμή οι αναμνήσεις και οι εφιάλτες επιστρέφουν:
Πρόσκληση γραπτή να συναντηθούν οι παλιοί συμμαθητές – "μετά είκοσι πέντε έτη", να πιούμε ένα κρασί, να θυμηθούμε τα παλιά. Υπήρχε και μια φωτογραφία αποφοίτων, χαμογελαστοί όλοι, με το τσιγαράκι στο χέρι, στην παραλία, στα μπλόκια. Ο Γρηγορίου που χάθηκαν τα ίχνη του γύρω στο ΄48. Ο Σταθάτος, επιχειρηματίας νυν στον Πειραιά, πρώην χαφιές. Ο Μιχόπουλος, ο επιλεγόμενος Μιράντα. Ο εκτελωνιστής Τζουβάρας. Ο Χρήστος ο Λαβίδας, που τον έπιασα με την Τίνα, στα χαλάσματα του εβραίικου νεκροταφείου, στις οχτώμιση το βράδυ, την Παρασκευή 6 Απριλίου 1945.

Κι άλλοι πολλοί.

Καμιά φορά πάλι, το παρελθόν εμφανίζεται ζωντανό μπροστά στα μάτια του:
Κι η κόρη της Τίνας, της Τίνας που την κούρεψαν οι χίτες το ΄45, είκοσι τώρα χρονώ, σαν και τη μάνα της τότε, το ίδιο όμορφη, χόρευε χτες στο κλαμπ με κοντά- κοντά κομμένα αγορίστικα της μόδας τα μαλλιά.

Επιλογή και σχόλιο:
Απόστολος Σπυράκης


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου