Πέμπτη, 23 Απριλίου 2020

"Η πανούκλα" του Αλμπέρ Καμί

Εξήντα χρόνια μετά από το θάνατο του Καμί (πέθανε τον Γενάρη του 1960), επιστρέφουμε σε ένα βιβλίο που γράφτηκε το 1947, μοιάζει όμως σαν να γράφεται αυτή τη στιγμή, σαν να είναι οι σελίδες του νωπές ακόμη από το μελάνι του τυπογραφείου. Ένα μυθιστόρημα με πολλαπλές αναγνώσεις, συμβολικό, προφητικό και σύγχρονο. Παράλογο και ρεαλιστικό μαζί, κάτι ανάλογο με αυτό που βιώνουμε τώρα, σε αυτή την παράταιρη συμπύκνωση εφιαλτικής και ρεαλιστικής διάστασης.

Να λοιπόν που στις μέρες μας μια νέα μορφή πραγματικότητας, μας ξαναφέρνει δίπλα στα βήματα που διάβηκαν συγγραφείς που δεν είναι σύγχρονοί μας και ερχόμαστε πάλι να στοχαστούμε την ευθραυστότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Παραμερίζοντας την πολιτική διάσταση του έργου, καθώς είχε γραφτεί με αλληγορικό τρόπο για να αποδώσει τα δεινά του ναζισμού, βρίσκουμε άπειρες γραμμές επικοινωνίας που συνέχουν την πορεία του με το τώρα, καθώς πραγματεύεται ξεκάθαρα τον τρόπο που ενσκύπτει μια παγκόσμια συμφορά στις «αγέλες» των ανθρώπων και την πορεία της πανδημίας στο γήινο κόσμο.

Στη φιλοσοφική βάση του στοχασμού του Καμί βρίσκεται η θεωρία του παραλόγου, σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος παραμένει μετέωρος ανάμεσα στον αμετάκλητο κανόνα που οδηγεί νομοτελειακά στο θάνατο και σε μια υψιπετή φύση που γυρεύει να βρει νόημα στον κόσμο. Η πανούκλα πραγματεύεται αυτήν ακριβώς την αντίφαση. Το δρόμο προς το θάνατο και τον παράλληλο δρόμο που αγκιστρώνεται στη ζωή.

Στην πραγματικότητα ο θάνατος ορίζει το πεπερασμένο της ύπαρξής μας. Τι γίνεται όμως όταν απειλεί να διεισδύσει σε ολόκληρες κοινωνίες; Και οι άνθρωποι πώς αντιμετωπίζουν την καθολική συμφορά; Πώς αντιμετωπίζουν αυτήν την αίσθηση του παραλόγου ή αλλιώς αυτήν την πνοή υπερκόσμιας αδικίας, όταν απειλεί να κόψει το νήμα της ζωής τους πρόωρα και μαζικά; Και μάλιστα τι γίνεται όταν η φρικτή σκιά απλώνεται πάνω σε παιδιά που δεν έχουν προλάβει καν να γευτούν την εμπειρία της ζωής; Κι όμως οι άνθρωποι οφείλουν να λειτουργήσουν μέσα σε αυτές τις συνθήκες, να χτίσουν μέσα σε αυτό το περιβάλλον την καθημερινότητά τους. Μπορούν να παλέψουν, να υποκύψουν στο τέλος της πορείας ή να παραδοθούν εξαρχής, να δουν μονάχα τον εαυτό τους ή να δουν και τον άλλο άνθρωπό που στέκει δίπλα τους.

Πώς καταφέρνουν όμως να υψώσουν το ανάστημά τους, να βρουν τρόπους πιο δυνατούς από το θάνατο; Πώς βιώνεται η απώλεια των αγαπημένων προσώπων; O εγκλεισμός; O περιορισμός των ελευθεριών; Η πίστη στον άνθρωπo; Και ποιο είναι το ισχυρότερο όπλο εναντίον του θανάτου; Αυτά κι άλλα πολλά ερωτήματα που αφορούν την ανίσχυρη ανθρώπινη ύπαρξη περνούν από τις σελίδες της πανούκλας, τη στιγμή που η πανδημία εμφανίζεται ορμητική και σαρωτική.

Μα πώς ξεκίνησαν όλα; «Με την πρώτη ματιά το Οράν είναι πραγματικά μια συνηθισμένη πόλη, τίποτα περισσότερο από μια γαλλική επαρχία της αλγερινής ακτής». Σ΄αυτή τη μικρή πόλη λοιπόν στις 16 του Απρίλη του 194… ο γιατρός Ριέ ένα πρωί βγαίνοντας από το διαμέρισμά του σκόνταψε πάνω σε ένα ψόφιο ποντίκι στη μέση του πλατύσκαλου. Παραξενεύτηκε λιγάκι, αλλά δεν έδωσε και μεγάλη σημασία, απλά ειδοποίησε το θυρωρό. Για εκείνον όμως η παρουσία του ψόφιου ποντικού ήταν σκανδαλώδης. Δεν υπήρχαν ποντίκια στο σπίτι. Δεν υπήρχε καμία περίπτωση. Κάποιος θα το είχε φέρει απ’ έξω. Μάλλον επρόκειτο για φάρσα. Συνεχώς όμως κι άλλα ποντίκια άρχισαν να βγαίνουν στην πόλη από παντού, από τις τρώγλες, τα υπόγεια, τους υπονόμους, τρεκλίζοντας εδώ και εκεί, έτοιμα να ψοφήσουν.

Και οι επόμενες μέρες φανέρωναν ολοένα και πιο πολλά νεκρά ποντίκια, με ένα ρυθμό που αυξανόταν ιλιγγιωδώς. Ήταν ένα απροσδιόριστο φαινόμενο, οι άνθρωποι δεν ήξεραν την προέλευσή του, δεν ήξεραν πώς να το σταματήσουν. Πώς ήταν δυνατόν να συμβαίνουν όλα αυτά τα απίθανα; Η πόλη είχε αναστατωθεί, είχε χάσει τη γαλήνη της, ερχόταν αντιμέτωπη με μια απειλή που ολοένα πλησίαζε με αλματώδη βήματα. «Αυτή που ήταν τόσο ήσυχη μέχρι τώρα, αναστατώθηκε μέσα σε λίγες μέρες, σαν ένας βολεμένος άνθρωπος, που το ψυχρό του αίμα μπαίνει ξαφνικά σ’ επαναστατικό αναβρασμό».

Τα πρώτα συνταρακτικά σημάδια έδωσαν τη θέση τους στους πρώτους θανάτους και σιγά σιγά η έκπληξη των πρώτων ημερών έδωσε τη θέση της στον πανικό. Η λέξη πανούκλα είχε πλέον προφερθεί. Η πανδημία είχε ενσκύψει αδιακρίτως πάνω από τις ζωές όλων. Οι πρώτοι θάνατοι έδωσαν τη θέση τους σε άλλους και έπειτα σε άλλους αναρίθμητους που αυξάνονταν πια εκθετικά. Η ζωή, η πανάκριβη ζωή, άρχισε να χάνει την αξία της σε μια λαίλαπα θανάτου που πλησίαζε υποχθόνια και ύπουλα έναν κόσμο ανυποψίαστο.

Η σημερινή πραγματικότητα είναι τόσο μα τόσο κοντινή στις περιγραφές του Καμί, σαν να έρχεται το παρελθόν να καθορίσει το τώρα. «Αλλά απ’ τη μια μεριά, ο αποκλεισμός της πόλης και η απαγόρευση να πλησιάζουν το λιμάνι είχαν σαν συνέπεια να σταματήσουν τα μπάνια, ενώ απ’ την άλλη οι κάτοικοι βρέθηκαν σε μια περίεργη πνευματική κατάσταση, όπου χωρίς κατά βάθος να δέχονται τα γεγονότα που τους χτύπησαν ξαφνικά, ένιωθαν ωστόσο έντονα ότι κάτι είχε αλλάξει. Πάντως πολλοί έλπιζαν ακόμα πως η επιδημία θα σταματούσε και ότι τελικά θα γλίτωναν αυτοί και η οικογένειά τους».

«Η θεομηνία δεν είναι στα μέτρα του ανθρώπου, φαντάζει κάτι εξωπραγματικό, ένας εφιάλτης που θα περάσει». «Γιατί, πώς θα μπορούσαν να σκεφτούν ποτέ την πανούκλα, που καταργεί το μέλλον, τις μετακινήσεις και τις συζητήσεις: νόμιζαν πως ήταν ελεύθεροι. Κανένας όμως δεν θα ’ναι ποτέ ελεύθερος όσο θα υπάρχουν θεομηνίες».

Πώς είναι η ζωή στις μέρες της πανούκλας; Σε μια πόλη θλιμμένη, κυριαρχεί παντού o φόβος, η αγωνία, ο ήχος του πόνου που διαχέεται από τα παράθυρα των σπιτιών, η αναμέτρηση με την αρρώστια και τα στατιστικά που τρομάζουν.

Η εκκλησία από τη μεριά της αναλαμβάνει ρόλο, οι αρχές μελετούν τα κατασταλτικά μέτρα, έφιππες φρουρές με τη σειρά τους αναλαμβάνουν την τήρηση της τάξης, οι εφημερίδες ρίχνονται με ζήλο στην ενημέρωση, μάλιστα και μια καινούρια ανάμεσά τους, ο Ταχυδρόμος της Επιδημίας. Τα τραμ, τα μοναδικά μέσα συγκοινωνίας προχωρούν αγκομαχώντας και «όλοι οι επιβάτες γυρίζουν τις πλάτες ο ένας στον άλλον για να αποφύγουν το αμοιβαίο κόλλημα της αρρώστιας». Κι όμως η καμπύλη των στατιστικών ανεβαίνει και ανεβαίνει. Γιατροί από το εξωτερικό έρχονται να τους συνδράμουν, ενώ τα μέσα καταπολέμησης της πανδημίας μοιάζουν να μην επαρκούν.

«Από και πέρα, δεν υπήρχαν πια ατομικά πεπρωμένα, αλλά μόνο μια ιστορία ομαδική: η πανούκλα και τα κοινά σε όλους συναισθήματα». Και οι τελετές γίνονται και αυτές βιαστικά, με απίστευτη ταχύτητα, από το ατομικό περνούν στο ομαδικό, στο γενικό και το απρόσωπο. Και πού έβρισκε διέξοδο ο κόσμος από αυτή τη θλίψη; «Ο μόνος τρόπος για να ξεφύγεις απ΄την αγωνία ήτανε το περπάτημα. Έτσι χιλιάδες άνθρωποι περπατούσαν αδιάκοπα, βδομάδες ολόκληρες που δεν είχαν τελειωμό».

Η πανδημία αφορά όλους τους πολίτες της πόλης. Δεν αφήνει κανέναν έξω από το πεδίο της. Στο ανώνυμο πλήθος όμως ξεχωρίζουν κάποια πρόσωπα που θα εμπλέξουν περισσότερο τη ζωή τους με την πανούκλα, αλλά και θα αποκτήσουν και μεταξύ τους μια σχέση που θα έχει διαρκώς μεγαλύτερη δυναμική. Άνθρωποι που ηττώνται την ίδια στιγμή που νικούν, καθώς οι προσωπικές τους τύχες μπλέκονται με τις ομαδικές και τα αποτελέσματα των επιτυχιών και αποτυχιών μοιράζονται αυθαίρετα σε ένα «παράλογο» παιχνίδι ζωής.

Κεντρική φιγούρα είναι ο γιατρός Ριέ, ακλόνητος και σταθερός στην αίσθηση του καθήκοντος, θα παλέψει μέχρι τέλους με τις ανθρώπινες και όχι υπερφυσικές δυνάμεις του. «Η πόλη έκαιγε στον πυρετό. Κατευθυνόταν στην οδό Φαιντέρμπ όπου θα γινόταν η ανάκριση για την απόπειρα του Κοττάρ». Κι έπειτα είναι και ο Κοττάρ που μοιάζει να ακολουθεί αντίστροφη πορεία δυστυχίας από το σύνολο.

Μαζί με το γιατρό, ο Ταρρού, θα οργανώσει τους εθελοντικούς υγειονομικούς σχηματισμούς, αναμετρώμενος με τις δικές του πικρές μνήμες και τη συνειδητή αγάπη του προς τον άνθρωπο. Στο δικό του προσωπικό πεπρωμένο όμως η αναμέτρηση με την τύχη θα είναι απόλυτα άδικη.

Ο Ραμπέρ, ένας ερωτευμένος δημοσιογράφος που εγκλωβίστηκε στην πόλη λόγω της καραντίνας, ενώ πεισματικά στην αρχή προσπαθούσε να φύγει για να συναντήσει την αγαπημένη του, έπειτα αλλάζοντας γνώμη εντάσσεται και αυτός στην ίδια ομάδα προσφοράς. Ακόμη, ο Γκραν ένας ηλικιωμένος υπάλληλος, που παράλληλα γράφει ένα κείμενο με τις ίδιες και ίδιες λέξεις, τις ίδιες προτάσεις, μονάχα που στο τέλος κλείνει «αγαπημένη μου Ζαν, σήμερα που είναι Χριστούγεννα». Με μια αίσθηση νοσταλγίας… ή με μια διαρκή υπόμνηση αγάπης.

Κι ανάμεσά τους ένα παιδί που δεν εξαιρείται από την κυρίαρχη οδύνη- τι θα απογίνει άραγε;- (στη φιλοσοφία του Καμί η μεγαλύτερη αίσθηση αδικίας ορίζεται με την απώλεια ενός παιδιού), η σύζυγος του γιατρού που ακολουθεί το δικό της μονοπάτι δοκιμασιών, και η μητέρα του, αθόρυβα πάντα κοντά στο γιο της.

Σε όλη τη διάρκεια του χρονικού της πανούκλας, προσδεμένοι θαρρείς, ο πόνος, η αγάπη και ο αγώνας πορεύονται μαζί, στον ίδιο δρόμο, ως αυθεντικά χαρακτηριστικά της ανθρώπινης ιδιοσυστασίας. Και παράλληλα με όλα αυτά υπάρχει το οδοιπορικό προς τη λύτρωση, όχι όμως για όλους το ίδιο, και όχι για όλους εφικτό.

Η πανούκλα κάποια στιγμή αποδυναμώνεται, αλλού λυσσομανά, κι αλλού χάνει έδαφος. Και τότε επανέρχεται η ελπίδα της κανονικότητας. Κάποια στιγμή ο Κοττάρ ρωτά τον Ταρρού «… μα τι εννοείτε όμως λέγοντας ξαναγύρισμα στην κανονική ζωή;» «Καινούρια φιλμ στους κινηματογράφους, είπε ο Ταρρού χαμογελώντας». Ή αλλιώς επιστροφή στην απλή ζωή.

Και τελικά όπως ήρθε ξαφνικά και απρόσμενα, εξαφανίζεται…

Έχει όμως ήδη διαβεί το μονοπάτι που τη συνδέει με τις ζωές των ανθρώπων. Έχει αφήσει σε όλους το ισχυρό της σημάδι. Άλλους τους άφησε ανέγγιχτους σωματικά, άλλους τους παίδεψε αλλά τους ελευθέρωσε τελικά και σε άλλους λιγότερο τυχερούς στέρησε τη ζωή βασανιστικά. Η πανούκλα ήταν η μάστιγα που με «αποτελεσματική αμεροληψία» εκτέλεσε το καθήκον της.

Και ποια ήταν τα συναισθήματα των ανθρώπων όταν ένιωσαν ότι ελευθερώθηκαν τελικά απ΄ την αδάμαστη ορμή της; Κι εκεί άλλοι ήταν περισσότερο τυχεροί κι άλλοι λιγότερο, μετρούσαν όλοι τις πληγές τους και έκαναν τον προσωπικό τους απολογισμό.

Και πώς αλήθεια απελευθερώνεται η ανθρώπινη ύπαρξη όταν μια θλιβερή σκιά αποχωρεί;

«Ναι, είχαν υποφέρει όλοι μαζί, τόσο στο σώμα όσο και στην ψυχή, από μια δυσάρεστη παύση, από μια εξορία χωρίς γιατρειά κι από μια δίψα παντοτινά ασίγαστη. Ανάμεσα στους σωρούς των νεκρών , τα καμπανάκια των νοσοκομειακών, τις προειδοποιήσεις αυτού που έχουμε συνηθίσει να ονομάζουμε πεπρωμένο, το πεισματάρικο ποδοβολητό του φόβου και τη φοβερή εξέγερση της καρδιάς τους, μια απειλητική βουή δεν είχε ποτέ πάψει να διατρέχει και να σημαίνει συναγερμό για όλα αυτά τα τρομοκρατημένα πλάσματα, λέγοντάς τους πως έπρεπε να ξαναβρούν την αληθινή τους πατρίδα. Για όλους αυτούς, η αληθινή πατρίδα βρισκόταν πέρα από τα τείχη αυτής της πνιγμένης πόλης. Βρισκόταν μέσα στους μυρωδάτους θάμνους των λόφων, στη θάλασσα, στις ελεύθερες χώρες και στη δύναμη του έρωτα. Και σ΄αυτήν ακριβώς την πατρίδα, δηλαδή, την ευτυχία, ήταν που ήθελαν να επιστρέψουν, αποφεύγοντας οτιδήποτε άλλο με αποστροφή».

Τελικά ο Καμί καταφέρνει μέσα από την επιβεβλημένη άνωθεν απαξίωση της ανθρώπινης ζωής, καταφέρνει να αναδείξει τη μυστική συνταγή της αθανασίας που δεν είναι τίποτε άλλο από την αγάπη προς τον άνθρωπο. Και ίσως στα αλήθεια η αγάπη να είναι η μικρή κρυμμένη λεπτομέρεια πίσω από τις κουρτίνες της θλίψης και της αδικίας, που στέλνει μήνυμα νέας ζωής. Αγάπη συντροφική, τρυφερή, ερωτική, αγάπη καθολική προς τον άνθρωπο.


Ήλια Λούτα


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου